Legislator Case Law & Legislation
1148/2012 AI generated

1148/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1148/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Legislator headnote

AI generated

1148/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
withdrawal of social benefits withdrawal of criminal complaint leave for political activities voluntary withdrawal action for removal expired residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1148 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης. Η σχετική αξίωση υπόκειται στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955. Αναιρεί και απορρίπτει την αγωγή.

Αριθμός 1148/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 15η Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΧΑΪΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Γκούβα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 356/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 681/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2010 αίτησή της και τους από 4-10-2011 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις 11939/ στ'/16-9-2011 και 128/ζ'/6-10-2011 εκθέσεις επιδόσεως του ..., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και του επ' αυτής δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τις αντίστοιχες πράξεις ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παρασταθεί στη δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικώς (8-11-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και έχει ορισθεί κατόπιν αναβολής ούτε κατέθεσε, εμπροθέσμως, την κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή (βλ. την από 15-5-2012 επισημείωση του γραμματέα περί του ότι η εν λόγω δήλωση περιήλθε σ' αυτόν κατά την ημέρα της δικασίμου και όχι μέχρι την προτεραία αυτής). Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσείοντος, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών, δεδομένου του ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση αυτού (ΚΠολΔ 226 παρ.4, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

2. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, μπορούν, αν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη, να αποχωρούν από την εργασία τους και, αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από τον εργοδότη τους, λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη.

Για την αποζημίωση, που χορηγείται κατά τα ανωτέρω λόγω συνταξιοδότησης, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα, όσα ορίζονται στα άρθρα 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 3198/1955 καθώς και στις διατάξεις του ν. 2112/1920 και του β.δ. της 16/18-7-1920, εκτός από αυτά που αφορούν στην προειδοποίηση. Εξ άλλου, κατά την παρ.2 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το ν. 2112/1920 και το β.δ.

της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, κατ' αρχήν, ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο εργαζόμενος απ' ευθείας από το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται βάσει άλλων διατάξεων νόμων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στον ως άνω νόμο ή βασιλικό διάταγμα μόνο για τον καθορισμό του ύψους του ποσού της αποζημιώσεως (ΑΠ 1950/2007).

Τέτοια, είναι η περίπτωση που προβλέπεται στη διαιτητική απόφαση 47/1987 του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 10661/1988 (ΦΕΚ Β' 68/5-2-1988), για την αποζημίωση που δικαιούνται όσοι από τους εργαζόμενους στα ΚΤΕΛ όλης της Χώρας αποχωρούν από την εργασία τους λόγω διαρκούς και ολικής ανικανότητας (ΑΠ 464/2010).

Στην περίπτωση, όμως, της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 435/1976, η παραπομπή δεν γίνεται μόνο στο ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-1920 για τον καθορισμό του ύψους του ποσού της αποζημίωσης, αλλά και σε άλλες διατάξεις του ν. 3198/1955, μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 6, στην παρ.2 του οποίου προβλέπεται η τήρηση αποκλειστικής προθεσμίας έξι μηνών για την άσκηση της σχετικής αξίωσης.

Συνεπώς, και η αξίωση για την καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημιώσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία. Και είναι αληθές ότι στο άρθρο 30 του ν. 2556/1997 ορίζεται ότι "οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (αστικά - υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους, απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης, την αποζημίωση του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967 (...)".

Η διάταξη αυτή, όμως, θεσπίστηκε αποκλειστικά και μόνο για να επιλύσει νομοθετικώς το ζήτημα της μη εφαρμογής, ως προς τους εργαζομένους στα ΚΤΕΛ, των περιορισμών του α.ν. 173/1967 ως προς το ανώτατο ποσό της δικαιούμενης αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, η αναφορά σ' αυτήν "της αποζημιώσεως του ν. 2112/1920" γίνεται μόνο με την έννοια του καθορισμού του ύψους του ποσού της αποζημίωσης, η οποία οφείλεται υπό όλες τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος αυτός σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 435/1976, με περαιτέρω αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955 (ΟλΑΠ 46/2005, ΑΠ 2250/2009).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).

Και ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) στην ένδικη, από 18-12-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή, προσλήφθηκε το έτος 1975 από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα, τότε ΚΤΕΛ νομού Αχαΐας), με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε ως εφεδρικός οδηγός λεωφορείου μέχρι τα τέλη του μηνός Μαΐου 1986.

Ότι, κατόπιν, η εναγομένη έπαυσε να τον απασχολεί πραγματικά, χωρίς να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση εργασίας και χωρίς να καταβάλει την προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως. Ότι λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε και η εναγομένη, που είχε παύσει να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος, περιήλθε σε υπερημερία ως εργοδότης και υποχρεώθηκε να καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές μέχρι το μήνα Μάιο 1992, περιστατικό που διαγνώσθηκε τελεσιδίκως.

Ότι ο ενάγων, την 11-10-2004, που είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος, υπέβαλε την ταυτόχρονη αίτηση συνταξιοδότησης προς το αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ και, τυπικά, αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου είχε αποσβεσθεί λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, ως εκ του ότι, ενώ η αξίωση είχε γεννηθεί την 11-10-2004, η ένδικη αγωγή επιδόθηκε την 9-1-2008, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη, πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί αποζημίωση ύψους 42.224 ευρώ και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή σε μικρότερη έκταση και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για την ίδια αιτία το ποσό των 16.889,60 ευρώ.

Με την κρίση αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 του ν. 2556/1997 και 6 παρ.2 του ν. 3198/1955, διότι, με βάση τις παραδοχές του, η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, που έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως του εργαζόμενου από την υπηρεσία προς συνταξιοδότηση λόγω γήρατος και όχι λόγω διαρκούς και ολικής αδυναμίας, ήταν, πράγματι, απαράδεκτη, ως έχουσα ασκηθεί μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας που προβλέπεται από τη δεύτερη εκ των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προβάλλονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μοναδικό αίτημα της ένδικης, από 18-12-2007 αγωγής είναι ο καθορισμός και η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, οφείλει η αναιρεσείουσα προς αυτόν, λόγω της επελθούσας συνταξιοδότησής του. Όπως αναφέρθηκε, όμως, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, αν και ο αναιρεσίβλητος είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για να λάβει πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος την 11-10-2004, οπότε υπέβαλε προς το αρμόδιο υποκατάστημα του ΙΚΑ την ταυτόχρονη αίτηση, άσκησε την ένδικη αγωγή μόλις την 9-1-2008, οπότε διενεργήθηκε η επίδοση αυτής προς την αναιρεσείουσα. Εξ αυτού προκύπτει ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου έχει αποσβεσθεί λόγω παρόδου της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3198/1955. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 681/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 18-12-2007 αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 31η Μαΐου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 28η Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ