Legislator Case Law & Legislation
1148/2011 AI generated

1148/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1148/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του καλούντων: 1. Μ. Η., το γένος Δ. Γ., 2. Π. Τ., το γένος Δ. Γ., 3. Α. Γ. του Δ. και 4. Α. Γ. του Δ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων- τέκνων - του αρχικού διαδίκου Δ. Γ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ματέλλα.

Legislator headnote

AI generated

1148/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).

Keywords

AI generated
land reclassification territorial scope of the Treaty land reallocation decisions concerning reassignment or transfer removal of boundary marks downzoning
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1148 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1148/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντων: 1. Μ. Η., το γένος Δ. Γ., 2. Π. Τ., το γένος Δ. Γ., 3. Α. Γ. του Δ. και 4. Α. Γ. του Δ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων- τέκνων - του αρχικού διαδίκου Δ. Γ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ματέλλα.

Των αναιρεσίβλητων-.καθών η κλήση: 1. Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Κίσσα και 2. Λ. Σ. του Α., ως κληρονόμου της αρχικής αναιρεσίβλητης Β. χας Α. Σ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1984 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ά. συζ. Σ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3989/1984 μη οριστική, 27318/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2514/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 13-11-2005 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 699/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 19-8-2010 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 17-1-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά, με την οποία να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του πρώτου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά την διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Σε περίπτωση, που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου, και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 27/1987).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, μετά την δίκη ενώπιον του Εφετείου (κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση) και προ της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (18-11-2005), αποβίωσε στις 21-7-2005 η εκ των αρχικών διαδίκων (εναγομένη-εκκαλούσα και τελικά) δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Β.

χήρα Α. Σ., όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη, σε νόμιμο αντίγραφο, υπ' αριθμ. …/7/2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, η οποία, με την …/24-9-2001 δημόσια διαθήκη της, που συνέταξε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σταυρούλας συζ. Γεωργίου Ανδρέου, με την οποία ανακάλεσε τις με αριθμό …/15-5-1996 και …/26-5-2000 δημόσιες διαθήκες ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, και που δημοσιεύθηκε με το 1790/2-11-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε ως μοναδικούς κληρονόμους της τον υιό της Λ.

Σ. και τον εγγονό της Κ. Β., και, μάλιστα, στον ανωτέρω υιό της Λ. κατέλιπε, κατά τη σχετική διάταξη της διαθήκης της, το ιδανικό μερίδιό της στο επίδικο ακίνητο στη Θέρμη Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι, προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα ο θάνατος της ως άνω Β.

Σ., ώστε αυτός να διαπιστώσει τον άνω, κληρονόμο της Λ. Σ. και να απευθύνει την αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτού. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ρηθείσας Β. Σ., δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση μετά του ως άνω κληρονόμου της Λ. Σ., ο οποίος, όπως θα γίνει λόγος κατωτέρω, προσκλήθηκε προς τούτο.

Περαιτέρω, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποβίωσε στις 15-2-2010 στη Θεσσαλονίκη ο αναιρεσείων Δ. Γ., όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της με αριθμό …/Γ/2010 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου της Ληξιάρχου Θέρμης Θεσσαλονίκης, ο οποίος άφησε μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τα τέκνα του 1) Μ.

Η., το γένος Δ. Γ., 2) Π. Γ., το γένος Δ. Γ., 3) Α. Γ. και 4) Α. Γ., όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα α) …/20-4-2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Θέρμης και β) …/24-2-2011 και …/24-2-2011 πιστοποιητικά του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη δημοσίευσης διαθήκης του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος και περί μη αποποίησης της κληρονομίας αυτού, αντίστοιχα, από τους άνω εξ αδιαιρέτου κληρονόμους του, οι οποίοι στην ορισθείσα δικάσιμο της 12-5-2010 δήλωσαν τη βίαιη διακοπή της δίκης.

Ακολούθως, με την 19-8-2010 κλήση των άνω κληρονόμων ορίστηκε νέα δικάσιμος, για την επανάληψη της συζήτησης, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος της 9-3-2011, κατά την οποία αυτοί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ματέλλα και συνεχίζουν νόμιμα τη δίκη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την 14813/11-10-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ.

Α., επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε στον προαναφερθέντα κληρονόμο της αποβιώσασας δεύτερης αναιρεσίβλητης Λ. Σ., ενώ όπως προκύπτει από την 3108Β/17-12-2010 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της άνω από 19-8-2010 κλήσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 9-3-2011 και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους άνω κληρονόμους του αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, που με την από 19-8-2010 κλήση τους προς επανάληψη της δίκης, επισπεύδουν τη συζήτηση, στον ανωτέρω Λ.

Σ., ο οποίος, όμως, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 5 του ν.δ. 3958/1959 ήρθησαν οι περιορισμοί της εποικιστικής νομοθεσίας ως προς τη μεταβίβαση γεωργικών κλήρων και οικοπέδων, για τα οποία συντάχθηκαν προσύμφωνα μεταβίβασής τους με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βέβαιη χρονολογία. Επιτράπηκε δε η ελεύθερη κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων με βάση τα προσύμφωνα, που είχαν συνταχθεί πριν από την ισχύ του εν λόγω ν.δ/τος, και ακολούθως και εκείνων που είχαν συνταχθεί έως την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/1968, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 αυτού.

Σε περίπτωση άρνησης του πωλητή ή των νόμιμων κληρονόμων του για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, αποφαίνεται, μετά από αίτηση του δικαιούχου, ο αρμόδιος ειρηνοδίκης για την τέλεση της οριστικής δικαιοπραξίας, όταν δε τελεσιδικήσει η απόφασή του, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 882 της Πολιτικής Δικονομίας και, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, έχει εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ΕισΝ.

ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 949 αυτού. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1192 παρ. 4 και 1198 του ΑΚ προκύπτει, ότι η απόφαση του ειρηνοδίκη, που, κατά τα ανωτέρω, καταδικάζει σε δήλωση βούλησης οριστικής μεταβίβασης του κλήρου ή οικοπέδου εκείνον που με προσύμφωνο ανέλαβε τέτοια υποχρέωση, κατά παράβαση των περιορισμών της αγροτικής νομοθεσίας, παράγει τα αποτελέσματά της από τότε που, μετά την τελεσιδικία της, θα μεταγραφεί.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 3 και 6 του ν.δ. 1189/1972, από την έναρξη της ισχύος του οποίου κυρώθηκαν οι διανομές αγροκτημάτων και ρυμοτομίες που είχαν γίνει έως τότε από το Υπουργείο Γεωργίας (άρθρο 3 παρ. 6 αυτού), μετά την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, ακολουθεί η έκδοση των οριστικών τίτλων κυριότητας (παραχωρητηρίων), αφού προηγηθεί απόφαση των προβλεπομένων από το άρθρο 3 αυτού τοπικών συνεργείων και η κατάρτιση, βάσει της απόφασης αυτής και του πίνακα της οριστικής διανομής, ενημερωτικών πινάκων, οι οποίοι περιλαμβάνουν τόσο τους κληρούχους της οριστικής διανομής, όσο και τους δικαιούχους εξαιτίας μεταβολών που επήλθαν ως συνέπεια δικαστικών αποφάσεων ή αποφάσεων της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ή άλλων διοικητικών πράξεων και οι οποίοι δημοσιεύονται, μαζί με τα σχετικά διαγράμματα, στο σύνηθες και εμφανές μέρος δημόσιων ανακοινώσεων του οικείου κοινοτικού καταστήματος και εκτίθενται για είκοσι μέρες, προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων και υποβολή σχετικών ενστάσεων.

Τίτλος κυριότητας δεν εκδίδεται για κλήρο ή τεμάχια αυτού, εάν προκύπτει, ότι ο δικαιούχος τα μεταβίβασε με νόμιμη δικαιοπραξία και συνεπώς και με δικαιοπραξία που επικυρώθηκε από το δικαστήριο. Η δικαιοπραξία αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του εν λόγω ν.δ/τος, και, επομένως, και η σχετική τελεσίδικη δικαστική απόφαση που μεταγράφηκε, αποτελεί τον τίτλο κτήσης εκείνου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1189/1972, μετά την κύρωση της οριστικής διανομής, ο οικείος Νομάρχης ή το κατά το άρθρο 3 Τοπικό Συνεργείο, με απόφασή του προβαίνει στη διόρθωση των κτηματολογικών της στοιχείων στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) ως συνέπεια αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, β) λόγω αντικείμενης στο νόμο ή εσφαλμένης καταχώρησης, εφόσον αυτή προκύπτει με αναμφισβήτητο τρόπο από την απαλλοτριωτική διαδικασία, γ) εάν διαπιστωθούν τεχνικά σφάλματα, όσον αφορά τα όρια και το εμβαδόν του κτήματος, μετά από πρόταση της Διεύθυνσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, και δ) στις περιπτώσεις ορθογωνισμού, δηλαδή προσαρμογής κληροτεμαχίων ή οικοπέδων προς το σύστημα διανομής (ρυμοτομία και δρόμοι διανομής), μετά από πρόταση της Δ/νσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας.

Τα δημιουργούμενα από τον ορθογωνισμό κληροτεμάχια ή οικόπεδα, πρέπει να είναι ισάξια των παλαιών. Εάν για τα τελευταία έχουν εκδοθεί τίτλοι κυριότητας, προσαρμόζονται αυτοί προς τον ορθογωνισμό, κατά παρέκκλιση των όσων ορίζονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, με την ίδια διορθωτική απόφαση, η οποία συνοδεύεται από το οικείο τοπογραφικό διάγραμμα.

Η απόφαση αυτή, μαζί με το διάγραμμα, αποτελεί τίτλο δεκτικό μεταγραφής και κοινοποιείται απαραίτητα στον αρμόδιο μεταγραφοφύλακα προς ανάλογη διόρθωση της γενομένης μεταγραφής του τίτλου. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 έως 7 του άρθρου 9 του ν.δ. 1189/1972, όπως διαμορφώθηκαν με το άρθρο 2 του ν.δ. 174/1974 και ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1644/1986, μετά τη δημοσίευση και μεταγραφή των τίτλων κυριότητας (παραχωρητηρίων) επιτρέπεται η διόρθωση ή ακύρωσή τους στις ακόλουθες περιπτώσεις: "α) επί εσφαλμένης αναγραφής του ονοματεπωνύμου του δικαιούχου, επί αριθμητικών σφαλμάτων ή τεχνικών τοιούτων περί ων η περίπτωσις γ' της προηγούμενης παραγράφου, β) επί παραλείψεως ή εσφαλμένης σημειώσεως μεταβολής εις το πρόσωπον του εις τους κτηματολογικούς πίνακας αναγραφομένου δικαιούχου, γενομένης μετά τον χρόνο της οριστικής διανομής, δυνάμει δικαστικής αποφάσεως ή νομίμου διοικητικής πράξεως, γ) επί αντιγραφικών σφαλμάτων ή παράτυπων παραχωρητηρίων, δ) επί παραχωρητηρίων εκδοθέντων υπό αναρμόδιας αρχής, ε) επί των α, β περιπτώσεων της προηγουμένης παραγράφου".

Σε όλες τις περιπτώσεις, εκτός από τις ανωτέρω υπό στοιχεία α' και γ', εκτός δηλαδή από τις περιπτώσεις εσφαλμένης αναγραφής του ονοματεπωνύμου του δικαιούχου, αριθμητικών ή τεχνικών σφαλμάτων, καθώς και αντιγραφικών σφαλμάτων ή παράτυπων παραχωρητηρίων, η διόρθωση ή ακύρωση του παραχωρητηρίου διατάσσεται, μετά από αίτηση εκείνου που θίγεται από το εσφαλμένο παραχωρητήριο ή της Υπηρεσίας Γεωργίας της οικείας Νομαρχίας, με απόφαση του αρμόδιου Ειρηνοδικείου, η οποία κοινοποιείται από τον ενδιαφερόμενο στον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα, προς ενημέρωση της σχετικής μεταγραφής του ακυρουμένου ή διορθουμένου τίτλου.

Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, η διόρθωση ή ακύρωση του εσφαλμένου οριστικού τίτλου κυριότητας γίνεται με απόφαση του οικείου Νομάρχη, μετά από αίτηση εκείνου που θίγεται από το εσφαλμένο παραχωρητήριο ή μετά από εισήγηση της οικείας Υπηρεσίας Γεωργίας. Αντίγραφο της απόφασης αυτής τοιχοκολλάται στο κατάστημα της οικείας Δημοτικής ή Κοινοτικής αρχής και κοινοποιείται στον αρμόδιο μεταγραφοφύλακα.

προς διαγραφή ή διόρθωση της γενομένης μεταγραφής του τίτλου. Βεβαίωση για τη διόρθωση, ακύρωση ή μη του οριστικού τίτλου κυριότητας, εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, μόνο από το οικείο Υποθηκοφυλακείο (παρ. 5). Δικαιώματα τρίτων, ειδικών διαδόχων, που αποκτήθηκαν νόμιμα, δεν θίγονται (παρ. 6).

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι το δικαίωμα κυριότητας, που αποκτήθηκε μετά τη μεταγραφή της τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδίκη, της σχετικής με την οριστική μεταβίβαση του κλήρου ή οικοπέδου ή τμήματος αυτού, για την οποία είχε αναληφθεί σχετική υποχρέωση με προσύμφωνο κατά παράβαση των περιορισμών του αγροτικού κώδικα, η κυριότητα του ακινήτου περιέρχεται στον από το προσύμφωνο δικαιούχο.

Το δικαίωμά του αυτό λαμβάνεται υπόψη από το τοπικό συνεργείο και δεν μπορεί να θιγεί ούτε από τους καταρτιζομένους από αυτό ενημερωτικούς πίνακες, αλλά ούτε από το παραχωρητήριο, το οποίο δεν μπορεί να περιλαμβάνει το κληροτεμάχιο (και οικόπεδο) ή το τμήμα αυτού, για το οποίο είχε συνταχθεί προσύμφωνο και επακολούθησε τελεσίδικη απόφαση για την κατάρτιση της οριστικής δικαιοπραξίας μεταβίβασής του, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Επίσης, ούτε με τη διαδικασία διόρθωσης των κτηματολογικών στοιχείων της οριστικής διανομής ή διόρθωσης του παραχωρητηρίου μπορεί να θιγεί το δικαίωμα αυτό. Η απόφαση του Νομάρχη, με την οποία διατάσσεται η διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων, δεν αποτελεί τίτλο δεκτικό μεταγραφής, παρά μόνο στην περίπτωση ορθογωνισμού των κληροτεμαχίων και οικοπέδων και δεν επιφέρει, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, διόρθωση ή ακύρωση του παραχωρητηρίου, για την οποία απαιτείται απόφαση του Ειρηνοδικείου ή ιδιαίτερη απόφαση του Νομάρχη, διαφορετική από εκείνη με την οποία διορθώνονται τα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής.

Σε κάθε δε περίπτωση, η διόρθωση του παραχωρητηρίου δεν μπορεί να συνεπάγεται την παραχώρηση στον κληρούχο (ή τους κληρονόμους του) τεμαχίου άλλου από εκείνο, για το οποίο είχε εκδοθεί και μεταγραφεί το αρχικό παραχωρητήριο. Τέτοια μεταβολή, άλλωστε, θα προσέκρουε στις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, με τις οποίες προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και επιτρέπεται η στέρησή του μόνο με απαλλοτρίωσή του, μετά από καταβολή πλήρους αποζημίωσης.

Αλλά και η διόρθωση ή ακύρωση του παραχωρητηρίου, η οποία επιτρέπεται στις περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις, συντελείται και, συνεπώς, παράγει αποτελέσματα, μόνο μετά τη μεταγραφή της απόφασης του ειρηνοδικείου ή του νομάρχη, που τη διατάσσει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, σε σχέση με τα αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής διανομής ακινήτου πραγματικά περιστατικά, δέχτηκε τα ακόλουθα:

Στον πατέρα των αρχικών διαδίκων Α. Γ., δικαιούχο αγροτικής αποκατάστασης, παραχωρήθηκε ατομικός οικοπεδικός κλήρος στον συνοικισμό Σέδες (Θέρμη). Με το 17.254/19-10-1960 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Πετικάκη, αυτός υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει στον ήδη αναιρεσείοντα, από το οικόπεδο που του παραχωρήθηκε, ένα τμήμα εμβαδού 1.200 τετραγωνικών μέτρων με την οικία που είχε ανεγείρει σε αυτό.

Μετά το θάνατό του, που συνέβη στις 19-11-1960, μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η 964/1970 απόφαση του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που καταδίκασε τους κληρονόμους του κληρούχου στην κατάρτιση της οριστικής δικαιοπραξίας πώλησης και μεταβίβασης στον αναιρεσείοντα του εν λόγω τμήματος, η απόφαση δε αυτή, μετά την τελεσιδικία της, μεταγράφηκε νόμιμα και, έτσι, ο αναιρεσείων έγινε κύριος του τμήματος αυτού των 1.200 τετρ.

μέτρων. Κατά τη διαδικασία προς έκδοση των οριστικών τίτλων κυριότητας, μετά την κύρωση της ρυμοτομίας του συνοικισμού Θέρμης, κατά την οποία ο αρχικός κληρούχος έλαβε το με αριθμό 203 οικόπεδο του 47 Ο.Τ., εμβαδού 1.788 τετρ. μέτρων, το τοπικό συνεργείο, αφού έλαβε υπόψη την ανωτέρω 960/1970 απόφαση του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που προσκομίσθηκε σε αυτό από τον αναιρεσείοντα, με την 45/15-5-1979 απόφασή του, διαχώρισε το εν λόγω οικόπεδο σε δύο τμήματα, ήτοι στο 203 β', εμβαδού 1.200 τετρ.

μέτρων, στο νότιο τμήμα του οικοπέδου, το οποίο καταχωρίσθηκε στο όνομα του αναιρεσείοντος και στο με αριθμό 203 α', εμβαδού 588 τετρ. μέτρων, το οποίο καταχωρίσθηκε στο όνομα του αρχικού κληρούχου Α. Γ.. Ακολούθως, στο όνομα του αρχικού κληρούχου Α. Γ. εκδόθηκε για το 203 α' τμήμα, εμβαδού 588 τετρ. μέτρων ο …/1979 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Θεσσαλονίκης, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα στις 4-7-1980.

Η αρχικώς ενάγουσα στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω του θανάτου της ο πρώτος αναιρεσίβλητος και η δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία μετά το θάνατό της κληρονομήθηκε ως προς το επίδικο από τον προαναφερθέντα απολειπόμενο υιό της Λ. Σ., μετά τη μεταγραφή του εν λόγω τίτλου, με την 21.700/17-7-1980 κοινή δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Μανικά, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού κληρούχου, κατά το 1/3 καθεμιά, την κληρονομιά του, στην οποία περιέλαβαν το ανωτέρω 203 α' τεμάχιο (για το οποίο είχε εκδοθεί ο εν λόγω τίτλος).

Περαιτέρω, δέχτηκε το Εφετείο, ότι μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος και άλλων κληρούχων του συνοικισμού Θέρμης, το τοπικό συνεργείο, με την 45/15-5-1979 απόφασή του, ζήτησε από την Τοπογραφική Υπηρεσία της Διεύθυνσης Γεωργίας να φροντίσει για την έκδοση απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης για μερική αναμόρφωση και μεταβολή στα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής των οικοπέδων του συνοικισμού Θέρμης. "Συγκεκριμένα, ζήτησε το διαχωρισμό του αρχικού οικοπέδου 203, εκτάσεως 1788 τ.μ., το οποίο ανήκει στον Α.

Γ., σε τρία αυτοτελή διαιρετά οικόπεδα". Την εισήγηση αυτή δέχτηκε η Τοπογραφική Υπηρεσία της Διεύθυνσης Γεωργίας και, με τις 6485/17-2-1981 και 2873/22-3-1983 αποφάσεις της, πρότεινε τη μεταβολή αυτή στο Νομάρχη Θεσσαλονίκης, ο οποίος με την 36462/26-5-1983 απόφασή του, μετέβαλε τα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής του οικοπέδου 203 και διαχώρισε αυτό : 1) στο 203 α' οικόπεδο, εμβαδού 588 τ.μ., στο όνομα του αρχικού κληρούχου Α.

Γ., 2) στο 203 β' οικόπεδο, εμβαδού 373 τ.μ., στο όνομα του αναιρεσείοντος και 3) στο 203 γ' οικόπεδο, εμβαδού 827 τ.μ.. στο όνομα επίσης του αναιρεσείοντος. Μετά τις μεταβολές αυτές των κτηματολογικών στοιχείων, το 203 α' οικόπεδο που απέμεινε στον αρχικό κληρούχο Α. Γ., βρίσκεται "στο μέσο των δύο άλλων οικοπέδων 203 β και 203 γ", δηλαδή βρίσκεται σε διαφορετική θέση από εκείνη του 25007/1979 τίτλου κυριότητας, το ακίνητο δε αυτό αποτελεί και το επίδικο ακίνητο, του οποίου ζητήθηκε η διανομή μεταξύ των κληρονόμων του εν λόγω κληρούχου, από την αρχικώς ενάγουσα, η οποία με την 22.999/10-2-1984 συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλείου Μανικά, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε το κληρονομικό της μερίδιο στο εν λόγω ακίνητο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε, μετά την ανωτέρω 2873/22-3-1983 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, στους τρεις κληρονόμους του κληρούχου Α. Γ. και δέχτηκε την αγωγή διανομής του, απέρριψε δε την ένσταση απόκτησης κυριότητας σε αυτό από τον αναιρεσίβλητο. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, στέρησε από νόμιμη βάση την προσβαλλόμενη απόφασή του.

Ειδικότερα, περιέλαβε σε αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχτεί ότι με την 45/15-5-1979 απόφαση του τοπικού συνεργείου, αφενός διαχωρίστηκε το 203 οικόπεδο σε δύο τμήματα και με βάση το διαχωρισμό αυτό εκδόθηκε ο τίτλος κυριότητας στο όνομα του κληρούχου και αφετέρου ζητήθηκε να διαχωριστεί το ίδιο ακίνητο, προκειμένου να διορθωθούν τα κτηματολογικά στοιχεία της οριστικής διανομής σε τρία και όχι σε δύο τμήματα, από την αντίφαση δε αυτή δεν μπορεί να ελεγχθεί, εάν ορθώς ή όχι εφαρμόστηκαν οι διατάξεις 3, 4, 6 και 9 του ν.δ. 1189/1972, που προβλέπουν τον τρόπο περιέλευσης της κυριότητας κληροτεμαχίων και οικοπέδων στους κληρούχους και ειδικότερα, αν με βάση τις διατάξεις αυτές, το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον κληρούχο ή στον αναιρεσείοντα.

Επίσης, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, με το να δεχτεί ότι με την 36462/26-5-1983 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, τη σχετική με τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων, χωρίς μάλιστα να δέχεται ότι αυτή μεταγράφηκε, περιήλθε η κυριότητα του επίδικου ακινήτου στους κληρονόμους του κληρούχου Α.

Γ., παρότι, όπως επίσης δέχεται, αυτό -επίδικο ακίνητο- είναι διαφορετικό από εκείνο για το οποίο εκδόθηκε στο όνομα του κληρούχου ο οριστικός τίτλος κυριότητας του οποίου την κυριότητα είχε αποκτήσει με βάση την 964/1970 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και τη μεταγραφή που επακολούθησε, ο αναιρεσείων, τον οποίο μετά το θάνατό του κληρονόμησαν οι προαναφερθέντες καλούντες, που συνεχίζουν νόμιμα τη δίκη.

Επομένως, είναι βάσιμοι α) ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αποδίδοντας έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ειδικότερα, κατά το μέρος αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, πρέπει να συμπληρωθεί ο λόγος αυτός, σε σχέση με τον προσδιορισμό των διατάξεων που εκ πλαγίου παραβιάσθηκαν, ενόψει των εκτιθέμενων στο αναιρετήριο πραγματικών περιστατικών, που επαρκώς θεμελιώνουν την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και β) ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ευθεία παραβίαση από το Εφετείο των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αποδίδοντας, έτσι, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2514/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των καλούντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ