Supreme Court annuls first-instance judgment for procedural defects and retains case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding 15 plaintiffs due to procedural irregularities in the appeal process. The court found that the appeal request was admissible for some defendants but not others, rendering the original decision legally flawed. Consequently, the court retained the case to conduct a new trial and dismissed the lawsuit against the specific plaintiffs for whom the appeal was invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticle 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: When an appeal is admissible for some parties but not others, the Supreme Court must annul the contested decision and retain the case for a new trial to adjudicate the valid claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1147 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1147/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λαγκαδά", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Μακρίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων-καθ'ών η κλήση: 1.Ν. Α., κατοίκου Ευόσμου Θεσσαλονίκης, 2.Γ. Α., κατοίκου Ν. Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, 3.Ι. Γ., κατοίκου Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, 4. Α. Γ., κατοίκου Λαγκαδά, 5.Σ. Δ., κατοίκου Ωραιοκάστρου, 6. Α. Λ., κατοίκου Ευόσμου, 7. Ε. Μ., κατοίκου Λαγυνών Λαγκαδά, 8. Α. Ο., κατοίκου Όσσας Λαγκαδά, 9. Σ. Ο., κατοίκου Λαγυνών Λαγκαδά, 10. Κ. Σ., κατοίκου Ελευθέριων, 11. Γ. Σ., κατοίκου Σοχού Λαγκαδά, 12. Χ. Σ., κατοίκου Λαγκαδά, 13. Χ. Τ., κατοίκου Γερακαρούς Λαγκαδά, 14. Κ. Τ., κατοίκου Ζαγκλιβερίου Λαγκαδά και 15. Α. Χ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, εκτός, της με α/α 3η αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Γκουτσίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων-καθ'ών η κλήση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 12089/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2018 αίτησή του, από την οποία παραιτήθηκε με την από 23-3-2022 εξώδικη δήλωση παραίτηση, ως προς τους με α/α 4η, 6ο, 8ο ,11ο, 12ο, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο, 21ο, 23ο, 24ο, 25ο, 27ο, 28ο αναιρεσίβλητους. Την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ο αναιρεσείων με την από 16-5-2022 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 818/2020).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν 6662Γ'/08.11.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Μ., ακριβές αντίγραφο της από 16.05.2022 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 102/2022 κλήσης του αναιρεσείοντος Δήμου Λαγκαδά, με την οποία νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η από 14.11.2018 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 24905/4062/14.11.2018 αίτηση αναίρεσης του καλούντος - αναιρεσείοντος ως προς τους καθ' ων η κλήση δεκαπέντε (15) εκ των αρχικώς τριάντα (30) αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα των 1ου, 2ου, 3ης, 5ου, 7ου, 9ης, 10ου, 13ου, 14ου, 19ου, 20ου, 22ου, 26ης, 29ου και 30ου των αναιρεσιβλήτων, συνδεομένων με σχέση απλής ομοδικίας, δηλαδή των Ν.
Α., Γ. Α., Ι. Γ., Α. Γ., Σ. Δ., Α. Λ., Ε. Μ., Α. Ο., Σ. Ο., Κ. Σ., Γ. Σ., Χ. Σ., Χ. Τ., Κ. Τ. και Α. Χ., αντιστοίχως (υπ' αριθμόν 2ου, 14ου, 3ης, 5ου, 7ου, 9ης, 10ου, 13ου, 1ου, 19ου, 20ου, 22ου, 26ης, 29ου και 30ου των εναγόντων αντιστοίχως) και κατά της με αριθμό 12089/06.08.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την ματαίωση της αρχικής συζητήσεως αυτής κατά τη δικάσιμο της 08.12.2020 λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του covid-19, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του καλούντος - αναιρεσείοντος προς τους (μεταξύ των άλλων και) 1ο, 2ο, 4ο, 5ο, 6η, 7ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11ο, 12, 13η, 14ο και 15ο καθ' ων η κλήση, αντίστοιχους 1ο, 2ο, 5ο, 7ο, 9η, 10ο, 13ο, 14ο, 19ο, 20ο, 22ο, 26η, 29ο και 30ο [δεκατέσσερις (14)] αναιρεσίβλητους, δηλαδή τους Ν.
Α., Γ. Α., Α. Γ., Σ. Δ., Α. Λ., Ε. Μ., Α. Ο., Σ. Ο., Κ. Σ., Γ. Σ., Χ. Σ., Χ. Τ., Κ. Τ. και Α. Χ., συνδεόμενους με σχέση απλής ομοδικίας, για να παρασταθούν στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15ης.11.2022, οπότε, απόντων αυτών, η συζήτηση της επαναφερόμενης δι' αυτής αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των άνω καθ' ων η κλήση αναιρεσιβλήτων Χ.
Ν. κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, συγκοινοποιούμενης και της επαναφερόμενης δι' αυτής ανωτέρω υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Οι αναιρεσίβλητοι όμως αυτοί (1ος, 2ος, 5ος, 7ος, 9η, 10ος, 13ος, 14ος, 19ος, 20ος, 22ος, 26η, 29ος και 30ος) δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και ούτε παραστάθηκαν κατ' άλλον νόμιμο τρόπο (όπως με κατάθεση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωσης μη παραστάσεως) σ' αυτή.
Επομένως, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, η, μετ' αναβολή, αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς τους για τη νέα (μετ' αναβολή) δικάσιμο και συνεπώς δεν χρειάζεται (νέα) κλήση αυτών (ΑΠ 371/2023, 1466/2021, 46/2021), παρά την απουσία τους, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τα άρθρο 552 του ΚΠολΔ, με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, κατά δε το άρθρο 553 παρ. 1β' του ιδίου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.
Δηλαδή, για να υπόκειται η απόφαση σε αναίρεση πρέπει να έχει καταστεί τελεσίδικη. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής, αλλά αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση. Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της απόφασης, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών, από τη δημοσίευση της απόφασης, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί [εφόσον αυτή δημοσιεύθηκε από την 01.01.2016 και εφεξής (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015] (ΑΠ 330/2022, 508/2021, 222/2020) είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού (ΑΠ 508/2021, 222/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 για τον κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του, προϊσχύσαντος Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ν. 1756/1988 (ήτοι προ της ισχύος νέου ΚΟΔκΚΔΛ - ν. 4938/2022), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της αναίρεσης, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α' του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), όπως ο αναιρεσείων ΟΤΑ (ΑΠ 1391/2022, 564/2017, 1337/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 14.11.2018 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 24905/4062/14.11.2018, αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Δήμου Λαγκαδά προσβάλλεται η, αντιμωλία των εν προκειμένω διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμόν 12089/06.08.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η, από 20.04.2018 με αριθμό κατάθεσης 10151/7751/2018, αγωγή (μεταξύ των άλλων και) των ανωτέρω δεκαπέντε (15) εναγόντων ήδη δεκαπέντε (15) εκ των αρχικώς τριάντα (30) αναιρεσιβλήτων, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω (καθ' ων η κλήση), ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επιδόθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα Δήμο στις 06.09.2018 και η προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής, ενόψει και της αναστολής της προθεσμίας προς άσκηση αυτής κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι (από 01.07.2018 και εν προκειμένω) έκτοτε έως και 15.09.2018, άρχισε στις 16.09.2018 και έληξε στις 16.10.2018, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής έφεση, καθόσον μάλιστα ο έχον δικαίωμα προ τούτο αναιρεσείων Δήμος, παραιτήθηκε του δικαιώματος αυτού (άσκησης έφεσης) με την υπ' αριθμόν 264/02.10.2018 απόφαση του Δημοτικού του Συμβούλιου, μετά από παραπομπή του θέματος αυτού σ' αυτό από την Οικονομική Επιτροπή του Δήμου, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας της, ήτοι (από) τις 17.10.2018 άρχισε να τρέχει η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατ' αυτής (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε [κατόπιν λήψεως της με αριθμό 528/2018 απόφασης του Δημάρχου του αναιρεσείοντος Δήμου που εγκρίθηκε αρμοδίως με την υπ' αριθμόν 328/2018 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής αυτού] στις 14.11.2018 με την κατάθεσή του δικογράφου της στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της ανωτέρω τριακονθήμερης προθεσμίας από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι εμπρόθεσμη (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 1853/2022, 936/2022, 330/2022, 598/2019). Ο ορθός. όμως. νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση (ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 7 και 8/2011).
Η δυνατότητα δε του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., των Ν.Π.Δ.Δ. και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μόνο, όμως, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.04.2001, που άρχισαν να ισχύουν οι παράγραφοι 7 και 8 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και όχι για το μεταγενέστερο (ΟλΑΠ 14/2017, 8/2011, 18/2006), όπως ειδικώς κατωτέρω αναφέρεται.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 1853/2022, 330/2022).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ. 1α ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α' 6/15.1.2021), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.
ε του ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Σημειωτέον ότι αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του π.δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 06.04.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17.04.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του π.δ/τος 410/1988 και του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.04.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού (ΑΠ 1853/2022, 936/2022, 330/2022, 795/2020, 452/2020, 598/2019).
Συνεπώς στις συναφθείσες υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (ήτοι μετά τις 17.04.2001), συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (ή έργου) στο δημόσιο ή σε φορείς του ευρύτερου δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 936/2022, ΑΠ 104/2022, 142/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ΣΛΕΕ (ενοποιημένη απόδοση) [πρώην άρθρο 249 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ)], η οδηγία (που εκδίδουν για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα αρμόδια θεσμικά της όργανα) "δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών".
Γι' αυτό απευθύνεται, κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη - μέλη, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος - μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό εντός της τασσόμενης προθεσμίας, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια εκλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους-μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής, η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους- μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.
Η οριζόντια ισχύς αυτή ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη, που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 6/2022 και 20/2007, ΑΠ 90/2022, 580/2021, 880/2017). Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.06.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.07.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.07.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Ειδικότερα, η Οδηγία αυτή -η οποία, όπως, προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη, αλλά η επίτευξη του στόχου της προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που πρέπει να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηριστούν ως αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 6/2022, 13/2017, ΑΠ 1708/2022)- παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C-197/15) (ΑΠ 1853/2022, 936/2022, 330/2022, 104/2022).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντιστοίχως, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 02.04.2003 και 19.07.2004 αντιστοίχως.
Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το π.δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξ' ου και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Στα άρθρα 5 και 6 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος οριοθετούνται οι απαγορεύσεις κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, στο δε άρθρο 7 προβλέπεται ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των, προβλεπόμενων στα άνω άρθρα, κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του π.δ/τος αυτού ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 αυτού που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.07.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις.
Η διάταξη όμως αυτή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής, εφόσον η αρχική πρόσληψη, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα μετά τις 19.07.2004. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω π.δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.04.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Αγγελιδάκη κ.λπ.). Ειδικότερα με την τελευταία ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το π.δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επόμ., ιδίως σκέψη 146 της C - 378 έως C - 380/2007 - ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 1853/2022, 330/022, 104/2022), περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα.
Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του έκρινε επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".
Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.
και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.04.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 1853/2022, 330/2022, 936/2022, 104/2022).
Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, για τους εργαζομένους στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα -[η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό]- εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, προβλέπουν, την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη, μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω π/δτος.
Μάλιστα προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το π.δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.
με το άρθρο 167 του ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του ν. 4386/2016 (ΑΠ 1853/2022, 330/2022). Εξάλλου η διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ. 2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με τον διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τα διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προπαρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του 164/2004 π.δ/τος, που, σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση, αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα (πρβλ.
ΔΕΚ C-212/2004 υπόθ. Αδενέλερ, C 378 - 380 υπόθ. Αγγελιδάκη ε.α.). (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 1853/2022, 330/2022, 104/2022). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 330/2022, 517/2021, 869/2018, 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την, από 20.04.2018 και με αριθμό κατάθεσης 10151/7751/2018, αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του αναιρεσείοντος Δήμου Λαγκαδά (μεταξύ των άλλων) οι ανωτέρω δεκαπέντε (15) εναγόντες και ήδη δεκαπέντε (15), εκ των αρχικώς τριάντα (30) αναιρεσιβλήτων, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω (καθ' ων η κλήση), και συγκεκριμένα οι 1ος, 2ος, 3η, 5ος, 7ος, 9η, 10ος, 13ος, 14ος, 19ος, 20ος, 22ος, 26η, 29ος και 30ος των αναιρεσιβλήτων, (υπ' αριθμόν 2ος, 14ος, 3η, 5ος, 7ος, 9η, 10ος, 13ος, 1ος, 19ος, 20ος, 22ος, 26η, 29ος και 30ος αντίστοιχοι ενάγοντες), δηλαδή οι Ν.
Α., Γ. Α., Ι. Γ. Α. Γ., Σ. Δ., Α. Λ., Ε. Μ., Α. Ο., Σ. Ο., Κ. Σ., Γ. Σ., Χ. Σ., Χ. Τ., Κ. Τ. και Α. Χ., αντιστοίχως συνδεόμενοι με σχέση απλής ομοδικίας, αφού ισχυρίστηκαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν ως ορισμένου χρόνου και καταρτίστηκαν με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Λαγκαδά, προσέφεραν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους κατά το χρονικό διάστημα από τις 30.10.2014 (απώτερος χρόνος) έως τις 31.03.2018, στους αναλυτικά αναφερόμενες για τον καθένα χρόνους, στον τομέα καθαριότητας - τεχνικών υπηρεσιών αυτού με την ειδικότητα των οδηγών απορριμματοφόρου και εργατών καθαριότητας, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που δια των οργάνων του ασκούσε διαρκή έλεγχο και εποπτεία, και, επομένως, οι συμβάσεις τους, δεν ήταν ορισμένου χρόνου, όπως χαρακτηρίστηκαν κατά τα ανωτέρω, αλλά συνιστούν για τον καθένα μία και μόνον ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αφετηρία την αρχική πρόσληψη εκάστου και ότι είναι άκυρη η απόλυσή τους κατά την ημερομηνία λήξης της τελευταίας αναφερόμενης σύμβασης ορισμένου χρόνου εκάστου, ζήτησαν, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, την, κατ' αυτούς, αναποτελεσματικότητα των μέτρων που ελήφθησαν με το π.δ/μα 164/2004 σε προσαρμογή με την άνω Οδηγία με συνέπεια η παράγραφος 8 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος να μην εμποδίζει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των, κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενων, συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που όμως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των απολύσεών τους και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους απασχολεί δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επ' απειλή χρηματικής ποινής εμμέσου εκτελέσεως της απόφασης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των εν προκειμένω διαδίκων, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, στην 1999/70/ΕΚ Κοινοτική Οδηγία, στα άρθρα 648 επ. ΑΚ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 και του π.δ/τος, όπως προκύπτει από όλη μείζονα σκέψη της απόφασης, 164/2004 (και όχι 81/2003 όπως εκ παραδρομής αναφέρεται κατά τη νομική θεμελίωση της αγωγής) και περαιτέρω ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι, εν προκειμένω ενάγοντες, ήδη, αναιρεσίβλητοι συνδέονται με τον εναγόμενο Δήμο και ήδη αναιρεσείοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρες οι απολύσεις τους και υποχρέωσε τον εναγόμενο να τους απασχολεί δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στη θέση με την ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών τους προσόντων, απειλούμενης εναντίον του χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για τον καθένα εξ αυτών (εναγόντων) για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του με το διατακτικό της απόφασης.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ/τος 164/2004, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, αντίθετα με όσα αναφέρονται στη προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής και εσφαλμένως εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω.
Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε στην νομική σκέψη, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως και οι επίδικες (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή) με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες αυτού και ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Συνεπώς, μετά την έναρξη εφαρμογής της Συνταγματικής αυτής αναθεώρησης (ήτοι μετά τις 17.04.2001), η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στους απασχολούμενους στον δημόσιο τομέα (και τους ΟΤΑ) με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Και τούτο ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, η οποία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό Την δε πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, για τους εργαζομένους στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως οι εν προκειμένω ενάγοντες, εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν, (ως κυρώσεις) για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη, μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αρχική πρόσληψη των εναγόντων, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο της έναρξης ισχύος του π.δ/τος αυτού και επομένως δεν ήταν ενεργές κατά το χρόνο αυτό, όπως θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του το άρθρο αυτό) α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων) τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής, ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν, από δόλο ή από αμέλεια, τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του άνω π/δτος και επομένως αποκλείουν (οι εν λόγω διατάξεις), σε περίπτωση σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα.
Επομένως, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι επικαλούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, καταρτίστηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έλαβε χώρα με το από 06.04.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17.04.2001), ήτοι μετά τις 17.04.2001 (αλλά και μετά την έναρξης ισχύος του π.δ/τος 164/2004 ώστε να μην συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 αυτού), η αγωγή ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα, η δε προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα την έκρινε νόμιμη και προχώρησε περαιτέρω στην επί της ουσίας εξέτασή της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα του έτερου λόγου αναίρεσης (από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) διότι καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρου λόγου αναίρεσης (1ου), να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους ανωτέρω 1ο, 2ο, 3η, 5ο, 7ο, 9η, 10ο, 13ο, 14ο, 19ο, 20ο, 22ο, 26η, 29ο και 30ο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχους 2ο, 14ο, 3η, 5ο, 7ο, 9η, 10ο, 13ο, 1ος, 19ο, 20ο, 22ο, 26η, 29ο και 30ο ενάγοντες.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (υπέρβαση δικαιοδοσίας και αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα προεκετεθέντα, η ένδικη, αγωγή ως προς τους ανωτέρω 1ο, 2ο, 3η, 5ο, 7ο, 9η, 10ο, 13ο, 14ο, 19ο, 20ο, 22ο, 26η, 29ο και 30ο αναιρεσίβλητους, αντίστοιχους 2ο, 14ο, 3η, 5ο, 7ο, 9η, 10ο, 13ο, 1ος, 19ο, 20ο, 22ο, 26η, 29ο και 30ο ενάγοντες, δηλαδή τους Ν. Α., Γ. Α., Ι. Γ., Α. Γ., Σ. Δ., Α. Λ., Ε. Μ., Α. Ο., Σ. Ο., Κ. Σ., Γ. Σ., Χ. Σ., Χ. Τ., Κ.
Τ. και Α. Χ. αντιστοίχως, δεν είναι νόμιμη. Επομένως η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, και πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (που έκρινε αντιθέτως), το Δικαστήριο τούτο να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση και να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες ως μη νόμιμη.
Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι εν λόγω ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου αναιρεσείοντος Δήμου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 12089/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τους 1ο, 2ο, 3η, 5ο, 7ο, 9η, 10ο, 13ο, 14ο, 19ο, 20ο, 22ο, 26η, 29ο και 30ο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχους 2ο, 14ο, 3η, 5ο, 7ο, 9η, 10ο, 13ο, 1ος, 19ο, 20ο, 22ο, 26η, 29ο και 30ο ενάγοντες, ήτοι τους Ν. Α., Γ. Α., Ι. Γ., Α. Γ., Σ. Δ., Α. Λ., Ε. Μ., Α. Ο., Σ. Ο., Κ. Σ., Γ. Σ., Χ. Σ., Χ. Τ., Κ. Τ. και Α. Χ. αντιστοίχως.
ΚΡΑΤΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους - ενάγοντες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 20.04.2018 και με αριθμό κατάθεσης 10151/7751/2018 αγωγή, ως προς τους ενάγοντες αυτούς.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους παραπάνω ενάγοντες - αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δήμου του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης αναιρετικής δίκης, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ