Legislator Case Law & Legislation
1147/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation by lower court.

Case Number 1147/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's property ownership ruling. The appellants argued the lower court improperly relied on unverified information and rejected their evidence. The Court found the appeal inadmissible regarding the municipality and company but allowed it against the State, remanding the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 495, 178, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal as inadmissible if it attacks the substantive evaluation of evidence, but must allow appeals against the State where the lower court's reasoning is flawed.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal evaluation of evidence property ownership dispute remittal to lower court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraphs 12 and 13 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1147 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1147/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ο.Τ.Α. - Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στο δημαρχιακό μέγαρο της Πλατείας Μιαούλη στην Ερμούπολη της νήσου Σύρου του Νομού Κυκλάδων, (Α.Φ.Μ....), όπως εκπροσωπείται νόμιμα υπό του Δημάρχου του κ. Γ. Ι. Μ., του ούτω κατωνομαζομένου Δήμου, ως καθολικού διαδόχου του τέως Ο.Τ.Α. - Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΩΣ", 2) Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "... Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης", ("Κ.Ε.Μ.Α.Ε. ", με Α.Φ.Μ. ...), που εδρεύει στην Ερμούπολη της νήσου Σύρου του Νομού Κυκλάδων, (Δημαρχιακό Μέγαρο Πλατείας Μιαούλη), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ", ("Δ.Ε.Τ.Α.Ε."), εδρεύοντος ομοίως και ομοίως νομίμως εκπροσωπουμένου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βιτάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Της εδρεύουσας στην Ερμούπολη της Σύρου, επί της οδού Σταμ. Πρωίου, αριθ. 74, ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο και Ηλία Γιολδασέα, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", με ΑΦΜ ... ΔΟΥ Σύρου, που εδρεύει στην Ερμούπολη νήσου Σύρου, οδός ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο και Ηλία Γιολδασέα, με δηλώσεις κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ο.Τ.Α. - Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στο δημαρχιακό μέγαρο της Πλατείας Μιαούλη στην Ερμούπολη της νήσου Σύρου του Νομού Κυκλάδων, (Α.Φ.Μ....), όπως εκπροσωπείται νόμιμα υπό του Δημάρχου του κ. Γ. Ι. Μ., του ούτω κατωνομαζομένου Δήμου, ως καθολικού διαδόχου του τέως Ο.Τ.Α. - Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΕΩΣ", 3) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βιτάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: 1) με την από 16-5-2008 αγωγή, την από 19-5-2008 προσεπίκληση και την από 28-1-2015 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων, 2) την από 23-9-2014 αγωγή και την από 7-10-2014 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης της ήδη υπό στοιχείο Α, δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2015 οριστική, διορθωθείσα με την υπ' αριθμ. 7/2016, του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 20-6-2019 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 20-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου φέρονται οι αιτήσεις αναίρεσης 1) από 20-6-2019 των Ι. Ο.Τ.Α- Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία " ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ",

ΙΙ. "... Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης" και 2) από 20-7-2020 της "... Α.Ε" κατά της υπ'αριθμ. 46/2019 απόφασης του Tριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής πιο πάνω απόφασης, είναι συναφείς και πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ως εξής : Α) Με την από 16-5-2008 αγωγή τους οι αρχικοί ενάγοντες, "Δήμος Ερμουπόλεως" στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθε ο ΟΤΑ ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ- ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" και το Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" (Δ.Ε.Τ.Α.Ε.), στη θέση της οποίας υπεισήλθε το ν.π.ι.δ.

με την επωνυμία " ... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ("ΚΕ.Μ.Α.Ε."), εξέθεταν ότι ο πρώτος είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, που περιγράφεται λεπτομερώς κατά όρια, εμβαδού 12.030 τ.μ., κειμένου στο συνοικισμό "..." του Δήμου Ερμούπολης και το οποίο αποτελούσε τμήμα του με ΚΑΕΚ ...

ακινήτου, συνολικού εμβαδού 17.988 τ.μ., κατά τρόπο παράγωγο και πρωτότυπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), το έτος δε 1995 το μεταβίβασε στη δεύτερη ενάγουσα προσμετρουμένης στη δική του νομή και της ομοίας νομής των δικαιοπαρόχων του, από το έτος 1830, οπότε, περιήλθε στους απώτερους δικαιοπαρόχους του, Δημογεροντία και Δήμο Σύρου.

Ότι η δεύτερη ενάγουσα, θυγατρική του πρώτου, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε το έτος 2009, ως καθολικός της διάδοχος το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ("Κ.Ε.Μ.Δ.Ε"), απέκτησε το ως άνω ακίνητο (εδαφική έκταση 12.030 τ.μ.) με δωρεά από τον πρώτο ενάγοντα, δυνάμει του αναφερόμενου νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου, καταστάσα έτσι αυτή αποκλειστική κυρία του κατά τον εκτιθέμενο παραγωγό τρόπο, αλλά και πρωτοτύπως (τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία), συνεχίζοντας την ίδια παραπάνω νομή των δικαιοπαρόχων της, αμέσου και απωτέρων και προσμετρώντας την στο δικό της χρόνο νομής.

Ότι η τελευταία εισέφερε το πιο πάνω ακίνητο, ως μέτοχος, στο κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", το έτος 1995 δυνάμει του αναφερόμενου νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου συστάσεως της ως άνω ανωνύμου εταιρίας, προκειμένου να προβεί η τελευταία στην υλοποίηση της δεύτερης φάσης του επενδυτικού έργου που προέβλεπε την ανακατασκευή και διαμόρφωση του όμορου του επιδίκου διατηρητέου κτιρίου (παλαιού ...) και την ανέγερση σ' αυτό κτιριακού συγκροτήματος από σουίτες-μεζονέτες, συνολικού εμβαδού 10.000 τ.μ., για την άσκηση των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων (λειτουργία καζίνο) στα πλαίσια της καταρτισθησόμενης με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσια συμβάσεως.

Ότι μετά την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση του επιδίκου στη "... ΑΕ", αυτή κατέστη αποκλειστική κυρία του κατά τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και πρωτοτύπως (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), συνεχίζοντας επ' αυτού όμοια νομή με τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους της, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2008).

Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μετά από σχετική δήλωσή του, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, καταχωρήθηκε στις αρχικές εγγραφές ως κύριο του μείζονος ακινήτου εμβαδού 17.988 τ.μ. με ΚΛΕΚ ..., αμφισβητώντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα της "... ΑΕ" επί του επιδίκου ακινήτου. Ότι η ανωτέρω εταιρία, παρά την κατά τα ως άνω προσβολή της κυριότητάς της, αδράνησε να επιδιώξει τη δικαστική αναγνώριση του εν λόγω δικαιώματος της, προκειμένου να αποφύγει τις προεκτεθείσες συμβατικές της υποχρεώσεις (ανακατασκευή διατηρητέου κτιρίου και ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων επί του επιδίκου), που πηγάζουν από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και του εναγόμενου από 12ης.9.1996 συμβάσεως.

Ότι η συμπεριφορά αυτή της "... ΑΕ" είχε ως συνέπεια την απώλεια εσόδων, τα οποία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μετά βεβαιότητας θα απεκόμιζαν αυτοί (ενάγοντες) από την αύξηση του κύκλου εργασιών αυτής, που θα επιτυγχανόταν με την πραγματοποίηση της συμφωνηθείσας επενδύσεως, τα οποία (έσοδα) και προσδιορίζονται για τον καθένα εξ αυτών (εναγόντων).

Ότι αντί η ως άνω εταιρία να στραφεί κατά του αμφισβητούντος την κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου, εναγόμενου, εστράφη κατ' αυτών ασκώντας, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, την από 23.12.2003 αγωγή της, με την οποία επεδίωκε την επιδίκαση αποζημιώσεως, λόγω της προς αυτήν μεταβιβάσεως ακινήτου (επίδικης εκτάσεως), που δεν τους ανήκε κατά κυριότητα, αφού αμφισβητείται από το εναγόμενο, ενώ διαδίδοντας ότι αυτοί (ενάγοντες) της μεταβίβασαν ακίνητο, που δήθεν δεν ανήκε στην κυριότητά, τους, τους συκοφαντεί, πλήττοντας έτσι απαραδέκτως το κύρος και την ηθική υπόσταση αμφοτέρων.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζητούσαν, επικαλούμενοι υλικό και ηθικό έννομο συμφέρον, αλλά και την ιδιότητά τους ως δανειστών της "... ΑΕ", να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία είναι αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου. Β) Με την από 19.5.2008 προσεπίκλησή τους οι ως άνω ενάγοντες προσεπικάλεσαν την "... ΑΕ", αιτούμενοι να παρέμβει προς υποστήριξή τους στην ανοιγείσα με την αγωγή τους δίκη.

Γ) Με την από 23.9.2014 (αριθμ. κατ. δικ. 73/6.10.2014) αγωγή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα "... ΑΕ" εξέθετε ότι τυγχάνει αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, το οποίο περιήλθε σ' αυτήν κατά τους ήδη εκτιθέμενους στην ως άνω αγωγή τρόπους (κυρίως παράγωγο και επικουρικά πρωτότυπο-τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία.).

Ειδικότερα, αναφορικά με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης, εξέθετε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου συστάσεώς της, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Ερμούπολης ..., περιήλθε σ' αυτήν ως εισφορά από τη μέτοχό της Κ.Ε.Μ.Α.Ε. (καθολική διάδοχο της Δ.Ε.Τ.Α.Ε), για τη συμμετοχή της στο μετοχικό της κεφάλαιο, η εδαφική έκταση των 12.030 τ.μ., που αποτελεί το επίδικο ακίνητο της προηγούμενης αγωγής, πλην όμως στην εν λόγω αγωγή η επιφάνεια της επίδικης έκτασης σύμφωνα με την επικαλούμενη μεταγενέστερη μέτρηση φέρεται 12.906, 73 τ.μ, διαχωριζόμενη σε δύο αυτοτελή ακίνητα, εμβαδού το ένα 12.496,81 και το άλλο 409,82 τ.μ.

Ακολούθως εξέθετε ότι τα ως άνω επίδικα ακίνητα καταχωρήθηκαν εσφαλμένα στο Κτηματολόγιο ως τμήμα του ΚΑΕΚ .../0/0 ακινήτου, ιδιοκτησίας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, με συνέπεια οι αρχικές εγγραφές ως προς αυτά να είναι εσφαλμένες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητα της επί των εν λόγω επιδίκων, να διορθωθούν οι αρχικές εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου, ώστε τα ακίνητα αυτά καταχωρηθούν ως δύο αυτοτελή ακίνητα με δικό του ΚΑΕΚ το καθένα.

Δ) Με την από 7.10.2014 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης, η ενάγουσα της παραπάνω αγωγής "... ΑΕ" εξέθετε ότι οι καθών, εκ των οποίων ο πρώτος ΟΤΑ-ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ- ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" και η δεύτερη Δημοτική επιχείρηση του πρώτου με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ("Κ.Ε.Μ.Α.Ε."), καθολικοί διάδοχοι, όπως πρεκτέθηκε των αναφερομένων Δήμου και Δημοτικής επιχείρησης αντίστοιχα, τυγχάνουν δικονομικοί της εγγυητές, ευθυνόμενοι σε αποζημίωση της σε περίπτωση ήττας της και αναγνωρίσεως της ελλείψεως κυριότητας τους και εντεύθεν υπάρξεως νομικών ελαττωμάτων επί του μεταβιβασθέντος και εισφερθέντος σ' αυτήν ακινήτου, δηλαδή των εδαφικών εκτάσεων, που περιγράφονται στην αμέσως παραπάνω αγωγή της 12.496,81 τ.μ.

και 409,92 τ.μ. αντίστοιχα και ζητούσε να παρέμβουν στην ανοιγείσα με την ένδικη αγωγή της δίκης προς υποστήριξή της προκειμένου να γίνει δεκτή καθ' όλα τα αιτήματά της η ένδικη αγωγή της, Ε) Με την από 28.1.2015 πρόσθετη παρέμβασή τους οι ως άνω καθ' ων η προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης, παρενέβησαν υπέρ της ενάγουσας "...

ΑΕ", επικαλούμενοι έννομο συμφέρον τους, προκειμένου να αποβεί η δίκη επί της ως άνω ένδικης αγωγής της υπέρ αυτής. Κατόπιν συνεκδικάσεως των ως άνω δικογράφων εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 44/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, διορθωθείσα με την υπ' αριθμ. 7/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία Α) Εκτίμησε την πρώτη, από 16.5.2008 αγωγή, ως αναγνωριστική και όχι πλαγιαστική και την δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας ως αποκλειστική κυρία της επίδικης εδαφικής εκτάσεως των 12.030 τ.μ.

την ενάγουσα της από 23.9.2014 αγωγής, "... ΑΕ". Β) Εκτίμησε την από 19.5.2008 προσεπίκληση των ως άνω εναγόντων, ως ανακοίνωση δίκης, η οποία δεν έτυχε περαιτέρω ερεύνης. Γ) Σχετικά με την από 23.9.2014 αγωγή, έκρινε ως προς το γεωτεμάχιο εμβαδού 12.496,82 τ.μ. απορριπτέα την αγωγή ως απαράδεκτη, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες κατ' άρθρο 6§3 περ.

ε' Ν. 2664/1998 τεχνικές προϋποθέσεις απεικόνισης των αιτούμενων γεωμετρικών μεταβολών στα κτηματολογικά διαγράμματα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... εισήγηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΕ", και ως προς το γεωτεμάχιο των 409,82 τ.μ. έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή και την απέρριψε επί της ουσίας ως αβάσιμη, Δ) Σχετικά με την από 7.10.2014 προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης έκρινε νόμιμη την εκ μέρους της "...

ΑΕ" προσεπίκληση της δεύτερης των καθών δημοτικής Επιχείρησης ("Δ.Ε.Τ.Α.Ε.") και στη συνεχεία ("..."), περί της οποίας δεν διέλαβε κρίση λόγω μη σωρεύσεως παρεμπίπτoυσας αγωγής, ενώ ως προς τον πρώτο των καθ' ων OTA με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" έκρινε ότι επρόκειτο για ανακοίνωση δίκης και Ε) Την από 28.1.2015 ασκηθείσα από τους ως άνω καθ' ων η προσεπίκληση-ανακοίνωση δίκης, πρόσθετη παρέμβαση, την έκρινε νόμιμη και την απέρριψε ως αβάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ασκήθηκαν: Α) Η από 16.3.2016 (αριθμ. κατ. Δικ. 6/17.3.2016) έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και από 8.8.2017 πρόσθετοι λόγοι αυτού κατά των εναγόντων των ως άνω από 23-9- 2014 και 16.5.2008 αγωγών, Β) η από 3.2.2017 (αριθμ. κατά, δικ. 8/7.2.2017) έφεση της ενάγουσας της από 23.9.2014 αγωγής και ήδη εκκαλούσας "...

ΑΕ", που απευθύνετο κατά του εναγόμενου της ως άνω αγωγής της Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και κατά των προαναφερομένων εναγόντων της από 16.5.2008 αγωγής. Οι εφέσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 46/2019 προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την από 16-3-2016 έφεση και από 8-8-2017 προσθέτους λόγους αυτής του Ελληνικού Δημοσίου, ως απαραδέκτους ελλείψει εννόμου συμφέροντος κατά το μέρος που στρέφοντο κατά του "...

ΑΕ". Ακόμη, απορρίφθηκε η από 3-2-2017 έφεση της ενάγουσας "... ΑΕ", ως απαράδεκτη κατά των δεύτερου και της τρίτης των εφεσιβλήτων με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" και "... ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ("Κ.Ε.Μ.Α.Ε."), ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως (καθόσον οι ανωτέρω δεν υπήρξαν αντίδικοί της στην πρωτοβάθμια δίκη) και ως προς το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου (Ελληνικού Δημοσίου) επίσης ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος όσο αφορά το επίδικο γεωτεμάχιο της από 23-9-2014 αγωγής της εμβαδού 12.496,81 τ.μ., το οποίο ταυτίζεται με το επίδικο της από 16-5-2008 αγωγής που φέρεται εμβαδού 12.030 τ.μ.

αφού κατ'αποδοχή του αιτήματος της τελευταίας αυτής αγωγής η εκκαλούσα "... ΑΕ" αναγνωρίστηκε ως έχουσα δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επ'αυτού, από δε το διατακτικό της εκκαλουμένης δεν παράγεται βλαπτικό δεδικασμένο για τα συμφέροντα της. Περαιτέρω, έγινε τυπικά δεκτή η από 16.3.2016 έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι, κατά το μέρος της που απευθύνετο κατά των δεύτερου (ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ-ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ) και τρίτης (...

ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ), των εφεσιβλήτων και βάσιμη κατ'ουσίαν. Στη συνέχεια δε το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 44/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, διορθωθείσα με την υπ' αριθμ. 7/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κράτησε, την υπόθεση και δίκασε επί της από 16.5.2008 (αριθμ.

κατ. δικ. 83/16.5.2008) αγωγής, την οποία απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Κατά δε το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ., η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι νομιμοποιείται παθητικώς, ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικός του. Στην προκειμένη περίπτωση η από 20-7-2020 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "..." είναι απαράδεκτη ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Σύρου- Ερμούπολης και τρίτη αναιρεσίβλητη με την επωνυμία "...

ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καθόσον οι τελευταίοι δεν υπήρξαν αντίδικοι της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι η αγωγή της στρεφόταν μόνο κατά του Ελληνικού Δημοσίου, η δε έφεση της απορρίφθηκε κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης. Επίσης, απαράδεκτη είναι και η από 20-6-2019 αίτηση αναίρεσης των Δήμου Σύρου- Ερμούπολης και της εταιρείας με την επωνυμία "...

Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης" κατά της "... Ανώνυμη Εταιρεία", καθόσον δεν υπήρξαν αντίδικοι μεταξύ τους, δεδομένου ότι συναφείς οι αγωγές τους στρεφόταν μόνο κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά τα λοιπά οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556, 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει η καθεμία να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο:1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017,1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και η σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005), η δε αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 57/1990, Α.Π 1498/2021).

Επίσης, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες είχαν γίνει κοινό κτήμα (Ολ. ΑΠ 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν.

Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αρ. 1 εδ β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. (ΑΠ 187/2023, ΑΠ 1708/2018).

Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996) και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 368/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, Α.Π 1093/2022, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 102/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 1951/2017, ΑΠ 563/2016), ούτε τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π 1646/2018, ΑΠ 1627/2011).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία. (ΑΠ 1856/2022, ΑΠ 1293/2017).

Επιπροσθέτως, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 723/2020, ΑΠ 180/2017, ΑΠ 566/2017, 596/2017).

Όμως για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1324/2011, Α.Π 354/2011). Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", κατά δε το άρθρο 445 ιδίου κώδικα "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ` αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και επομένως και τους μάρτυρες (Α.Π 652/2020, ΑΠ 537/2012, ΑΠ 1731/2008).

Ακόμη, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταπόδειξης, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (ΑΠ 111/2022, ΑΠ 75/2008).

Συνακόλουθα τούτων ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003). Ο παραπάνω λόγος είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης. (Α.Π 462/2019).

Περαιτέρω, οι παραπάνω, ήτοι από τον αριθ. 11γ' και τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, αφού δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο της ουσίας, ταυτόχρονα και να μην έλαβε υπόψη του ένα αποδεικτικό μέσο, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ και να προσέδωσε ή να μη προσέδωσε στο ίδιο αυτό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, καθόσον, αφού δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, είναι αδύνατον να του προσέδωσε ή να μη του προσέδωσε την οικεία από το νόμο αποδεικτική του δύναμη. (ΑΠ 112/2020).

Στην περίπτωση αυτή κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 619/2020, Α.Π 579/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1669/2022, ΑΠ 1605/2012).

Στην περίπτωση δε που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 1018/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 714/1973, Α.Π 892/2019, Α.Π 255/2018, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 432/2016, ΑΠ 151/2015, ΑΠ 17/2012).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ.1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ.1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής με διάνοια κυρίου, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίας του νομέα πάνω στο ακίνητο, και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 547/2018).

Εξάλλου, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματος του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, όταν προβάλλει τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, και να αποδείξει ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι αφορούσε δάσος, ή αιγιαλό, ή κοινόχρηστο, ή βοσκές ή εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας και κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου, κατά την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή ότι περιήλθε στην κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις.

Οι στηριζόμενοι, στις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 894/2020, ΑΠ1182/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ'αριθμ. 655/10-4-1995 απόφαση του Υπουργού Τουρισμού προκηρύχθηκε διεθνής πλειοδοτικό διαγωνισμός για την παραχώρηση σε ιδιώτες έξι (6) αδειών λειτουργίας Καζίνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2206/1994.

Δικαίωμα συμμετοχής στον πλειοδοτικό διαγωνισμό είχαν "α) Ελληνικές ή αλλοδαπές Ανώνυμες Εταιρίες, που έχουν συσταθεί νόμιμα, β) Κοινοπραξίες Ανωνύμων Εταιριών που έχουν υπογράψει για το σκοπό αυτό συμφωνητικό Κοινοπραξίας, το οποίο κατατίθεται στην επιτροπή με την προσφορά... Το μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών που μετέχουν στο διαγωνισμό ή το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο των εταιριών που μετέχουν σε Κοινοπραξίες δεν μπορεί να είναι κατώτερο των δύο (2) δισεκατομμυρίων (2.000.000.000) δραχμών που θα έχει καταβληθεί ολόκληρο πριν τη χορήγηση της αδείας.".

Επιπλέον, στην ως άνω απόφαση οριζόταν ρητώς ότι: "γ) θα πρέπει να υπάρχει πλήρης κυριότητα ή νόμιμη κατοχή για διάρκεια τουλάχιστον ίση με την προτεινόμενη χρησιμοποίηση του ακινήτου στο οποίο πρόκειται να αναπτυχθεί η επιχείρηση Καζίνο και οι συνοδευτικές σ' αυτό εγκαταστάσεις αποδεικνυομένη πλήρως με την υποβολή της προτάσεως" (άρθρο 7 § 1 της ως άνω υπ' αριθ. 655/10.4.1995 Υπουργικής Αποφάσεως).

Εν όψει του ως άνω προκηρυχθέντος διαγωνισμού συνεστήθη, δυνάμει του από 23.6.1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, Κοινοπραξία με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ...-..." με σκοπό τη συμμετοχή της σ' αυτόν, για τη διεκδίκηση της χορηγήσεως αδείας λειτουργίας Καζίνο στη νήσο Σύρο από την υπό σύσταση ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ", την οποία θα συνιστούσαν τα μέλη της Κοινοπραξίας. Μεταξύ των μελών της Κοινοπραξίας ήταν και η Δημοτική Επιχείρηση Τουριστικής Ανάπτυξης Ερμούπολης (ΔΕΤΑΕ), φερομένη σήμερα με την επωνυμία "... ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ("Κ.Ε.Μ.Α.Ε."), που αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), η οποία ανέλαβε, μεταξύ άλλων, ρητώς και ανεπιφυλάκτως την υποχρέωση (άρθρο 6.1.1) να συμμετέχει στη συσταθησόμενη εταιρία "...

ΑΕ" με ποσοστό 40%, καθώς και "να διαθέσει ως εισφορά του μεριδίου της στο κεφάλαιο της εν λόγω εταιρίας το οικόπεδο εκτάσεως δέκα επτά (17) στρεμμάτων και το διατηρητέο κτίριο ιδιοκτησίας της στη θέση ... της νήσου Σύρου, επί των οποίων θα (αναπτυσσόταν) ξενοδοχειακό συγκρότημα πέντε (5) αστέρων και Καζίνο". Μετά την ολοκλήρωση εκ μέρους των μελών της Κοινοπραξίας όλων των απαραίτητων για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και την υποβολή της προσήκουσας προσφοράς ενεργειών, η ως άνω Κοινοπραξία υπέβαλε, ενώπιον της Επιτροπής Διεθνούς Πλειοδοτικού Διαγωνισμού του Ν. 2206/1994, την υπ' αριθμ. ...

προσφορά της, η οποία έγινε δεκτή, δυνάμει του από 14 Σεπτεμβρίου 1995 Πρακτικού Συνεδριάσεως της τελευταίας. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ... Πράξη Σύστασης Ανωνύμου Εταιρίας με εισφορά αποσχισθέντος τμήματος Εταιρίας και καταβολή μετρητών της Συμβολαιογράφου και κατοίκου Ερμούπολης, Α. Τ., συνεστήθη μεταξύ των μελών της ανωτέρω Κοινοπραξίας, ήτοι της ...Α.Ε και νυν ..., της ...

S.A., της ... S.A., της ... S.A και της ... S.A., η εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα. Η τελευταία, προς πλήρη συμμόρφωση στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 165/1995 Υπουργική απόφαση, κάλυψε στο σύνολό του το αρχικό μετοχικό της κεφάλαιο εκ 2 δισεκατομμυρίων δραχμών από τις ως άνω ιδρύτριες εταιρίες και η ολοσχερής καταβολή αυτού πιστοποιήθηκε με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της σε χρόνο προγενέστερο της παραχώρησης σ' αυτήν της αδείας λειτουργίας του Καζίνο.

Ειδικότερα στο άρθρο 35 του ανωτέρω συμβολαίου σύστασης της εταιρίας, ορίσθηκε ο τρόπος κάλυψης του αρχικού μετοχικού κεφαλαίου της, ήτοι ο αριθμός των μετοχών που ανέλαβε κάθε μέτοχος και η εισφορά, στην οποία αυτός υποχρεούτο. Στο πλαίσιο της οικείας συμφωνίας ορίσθηκε ότι η εκ των ιδρυτών αμιγής δημοτική επιχείρηση Δ.Ε.Τ.Α.Ε., φερομένη πλέον με την επωνυμία Κ.Ε.Μ.Α.Ε (μέτοχος, όπως προεκτέθηκε σε ποσοστό 40%) θα προέβαινε στην κάλυψη ποσού 800.000.000 δραχμών και θα ελάμβανε 80.000 ονομαστικές μετοχές, αξίας 10.000 η καθεμία.

Η συμμετοχή αυτή, κατά μεν το ποσόν των 125.000.000 δραχμών, κατεβλήθη τοις μετρητοίς, το δε υπόλοιπο ποσόν των 675.000.000 δραχμών καλύφθηκε με την εισφορά από τη Δ.Ε.Τ.Α.Ε. της καθαρής θέσης εκ του αποσχισθέντος και εισφερθέντος τμήματος εκ της περιουσίας της, όπως η αξία αυτή αποτιμήθηκε από την Εκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 8 του Ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών" κατά το χρόνο της μεταβίβασης των ακινήτων από το Δήμο Ερμούπολης στη Δ.Ε.Τ.Α.Ε.

Ειδικότερα η ΔΕΤΑΕ (ήδη Κ.Ε.ΜΑ.Ε.) εισέφερε για τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο της εφεσίβλητης-εκκαλούσας "... ΑΕ" τα κάτωθι περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα): α) Ένα (1) οικόπεδο συνολικής εκτάσεως 1.626,72 τ.μ., κείμενο συμβολή των οδών ..., ... του Δήμου Ερμούπολης, μετά του επ' αυτού παλαιού νεοκλασικού κτίσματος, όπου στεγαζόταν το πρώην ξενοδοχείο με την ονομασία "..." και πριν απ' αυτό στεγαζόταν το ..., συνολικής επιφάνειας 1.150 τ.μ..

Η αξία του ως άνω οικοπέδου αποτιμήθηκε σε 93.000.000 δραχμές, ενώ η αξία του κτιρίου προσδιορίστηκε σε 157.000.000 δραχμές, β) Ένα οικόπεδο στη θέση ... (...) του Δήμου Ερμούπολης συνολικής εκτάσεως 3.005,15 τ.μ., μετά των επ' αυτού τριών (3) ημιερειπωμένων κτισμάτων. Το εν λόγω οικόπεδο αποτιμήθηκε σε 80.000.000 δραχμές, τα δε κτίρια σε 45.000.000 δραχμές και γ) Ένα (1) οικόπεδο στη θέση ... (...) του Δήμου Ερμούπολης, συνολικής εκτάσεως 12.030 τ.μ., το οποίο αποτιμήθηκε σε 300.000.000 δραχμές.

Τα ως άνω υπό στοιχεία (β) και (γ) ακίνητα, κείμενα στην εδαφική θέση ... (...), δυνάμει του υπ' αριθμ. ... δωρητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Γ. Σ.-Β., το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί, φέρονται μεταβιβασθέντα, αιτία δωρεάς, από το Δήμο Ερμούπολης στη Δ.Ε.Τ.Α.Ε., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή.

Αντίστοιχα, τα ανωτέρω ακίνητα φέρονται περιελθόντα κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή στο δικαιοπάροχο της Δ.Ε.Τ.Α.Ε., Δήμο Ερμούπολης, το μεν πρώτο, εκτάσεως 3.005.15 τ.μ.. (οικόπεδο μετά κτισμάτων), δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε.

Α.-Α., με δωρεά από την Ανώνυμη Εταιρία "... ΑΕ" δια της εκκαθαρίστριας αυτής εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ ΑΕ", η οποία, "είχε αγοράσει το εν λόγω ακίνητο από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του Υπουργείου Οικονομικών.

Αναφορικά με το υπό στοιχείο (γ) ακίνητο, κείμενο στην ίδια παραπάνω εδαφική θέση και εκτάσεως 12.030 τ.μ. τούτο, όπως προκύπτει από το φύλλο (9) της υπ' αριθμ. ... πράξεως συστάσεως της εταιρίας "... ΑΕ", φέρεται ότι περιήλθε στο Δήμο Ερμούπολης με χρησικτησία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την αποδοχή της προσφοράς της κοινοπραξίας "..." και τη σύσταση της εταιρίας "...

ΑΕ", κατακυρώθηκε στην τελευταία, ως πλειοδότρια, η άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη Σύρο, δυνάμει της υπ' αριθμ. Τ/1089/27 Αυγούστου 1996 αποφάσεως της Υπουργού Αναπτύξεως (το Υπουργείο Τουρισμού μαζί με άλλα Υπουργεία συγχωνεύθηκαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης με το π.δ. 27/1996 με θέμα "Παραχώρηση άδειας για την ίδρυση, λειτουργία και εκμετάλλευση Καζίνο στη νήσο Σύρο" (Φ.Ε.Κ. 816/Β/4.1996).

Στη συνέχεια, σε τήρηση σχετικού όρου της αδείας, καταρτίσθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρίας "... ΑΕ" το υπ' αριθμ. ΤΙ 165/12.9.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο καθορίσθηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της εταιρίας, υπό την ιδιότητά της ως κατόχου της αδείας λειτουργίας καζίνο στη Σύρο, το χρονοδιάγραμμα των έργων που ανέλαβε αυτή να εκτελέσει, οι όροι λειτουργίας του καζίνο και οι οικονομικές υποχρεώσεις της τελευταίας.

Ειδικότερα δυνάμει της παραπάνω συμβάσεως η εταιρία, μεταξύ άλλων, ανέλαβε την υποχρέωση, όπως ανεγείρει δαπάναις της πολυτελές συγκρότημα καζίνο και συναφών εκμεταλλεύσεων, σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση αφορούσε τη διαμόρφωση: α) των κτιρίων των Δημοτικών Αποθηκών του Δήμου Ερμούπολης, που ευρίσκονται στην παραλία της Ερμούπολης, και τα οποία είχε υπεκμισθώσει η μισθώτρια ΔΕΤΑΕ (σήμερα ...) στην εταιρία "...

ΑΕ" και β) του πρώην ξενοδοχείου "...", που η Δ.Ε.Τ.Α,Ε. είχε εισφέρει στην εταιρία, για την κάλυψη μέρους του ποσοστού συμμετοχής της στο μετοχικό της κεφάλαιο, στο οποίο (ξενοδοχείο), κατά τα συμφωνηθέντα, θα λειτουργούσε προσωρινά το καζίνο. Η δεύτερη φάση εκτέλεσης του αναληφθέντος έργου αφορούσε: α) στην ανακατασκευή και διαμόρφωση του διατηρητέου κτιρίου "...", το οποίο κατά τα προεκτεθέντα ευρίσκεται επί οικοπέδου επιφάνειας 17.000 τ.μ., κειμένου στην εδαφική θέση "..." και ήδη "...", στο οποίο περιλαμβάνεται και το επακριβώς προσδιοριζόμενο κατά τα όριά του επίδικο ακίνητο των 12.030 τ.μ.

ή όσης εκτάσεως αυτό είναι και β) στην ανέγερση επί του ανώτεροι οικοπέδου συγκροτήματος από σουίτες-μεζονέτες συνολικού εμβαδού περίπου 10.000 τ.μ. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι εντός του ξενοδοχείου (παραδοσιακού κτιρίου) και σε χώρους που θα διαμορφωθούν κατάλληλα θα λειτουργήσει το καζίνο. Στο πλαίσιο των ενεργειών, στις οποίες προέβη η εταιρία για την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της, στην περιοχή "..." ήδη "...", διαπίστωσε ότι τα κατά τα ανωτέρω εισφερθέντα από τη Δ.Ε.Τ.Α.Ε.

σ' αυτήν οικόπεδα στην εν λόγω περιοχή δεν ήταν συνεχόμενα αλλά μεταξύ τους υπήρχε δημόσιο κτήμα, επιφάνειας 2.608,7βτ.μ.(ή κατ' άλλη νεότερη καταμέτρηση από την "... ΑΕ" 2.860,97 τ.μ.). Κατόπιν τούτου η εταιρία απευθύνθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία Κυκλάδων, αιτούμενη την πώληση προς αυτήν του ανώτεροι δημοσίου κτήματος.

Κατά τη διαδικασία που κινήθηκε, ενόψει του ως άνω ανακύψαντος ζητήματος, τέθηκε το θέμα της διευκρίνισης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ολόκληρης της εκτάσεως, που ο Δήμος Ερμούπολης δώρισε στη ΔΕΤΑΕ και αυτή στη συνέχεια εισέφερε στην εταιρία κατά τη σύστασή της. Προς επίλυση του ζητήματος αυτού ασκήθηκαν και οι ένδικες αγωγές.

Για την καλύτερη προσέγγιση του ερευνώμενου θέματος σκόπιμο κρίνεται να προηγηθεί μία συνοπτική ιστορική αναδρομή, σχετικά με τους λόγους ιδρύσεως ... στη νήσο Σύρο, με την επιλογή της συγκεκριμένης εδαφικής περιοχής, για το σκοπό αυτό, καθώς και με την υπάρχουσα διαμόρφωση και λειτουργία του όλου κτιριακού συγκροτήματος, με την οποία διευκολυνόταν η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

Ειδικότερα: α) από τη μονογραφία της πόλης της Ερμούπολης με τίτλο "ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ" των μελετητών συγγραφέων Ι. Τ.-Α. Κ. (έκδοση Εμπορικής Τραπέζης Ελλάδος-1980 σελ. 110 επ.), β) από τη φωτογραφία του έτους 1868 (μοναδική φωτογραφία-ντοκουμέντο του Α.Ζ. Β.) εμφαινομένη στις σελίδες 104 και 105 του βιβλίου "..." του Μ. Ε. και από την υδατογραφία του W.

V. W., του έτους 1840, σε συνδυασμό και με τα λοιπά παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται τα εξής: Η Ερμούπολη, ως εμπορικό λιμάνι, από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της, απέκτησε ... ή ..., όπως συνήθως το έλεγαν, με σκοπό την κάθαρση από το λοιμώδη νοσήματα. Αρχικά η κάθαρση γινόταν στο νησάκι του Αγ.

Νικολάου στα ανατολικά του λιμανιού. Αργότερα δημιουργήθηκαν προσωρινές εγκαταστάσεις στον όρμο, όπου λειτουργεί σήμερα το Νεώριο. Οι πρώτες, όμως, αυτές εγκαταστάσεις δεν επαρκούσαν, ιδιαίτερα σε εποχές επιδημιών, για την απαιτούμενη ασφάλεια της πόλεως. Για το λόγο αυτό το έτος 1834 ο αρχιτέκτονας I. E. ανέλαβε να εκπονήσει σχέδια για ένα νέο κτίριο, του οποίου τη δαπάνη προϋπολόγισε σε 150.00 δραχμές.

Το έργο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε και το έτος 1837 ξανάρχισαν οι ενέργειες για την κατασκευή .... Τούτη τη φορά το έργο ανετέθη στο λοχαγό του Μηχανικού W. V. W. ο οποίος προέβη στη σύνταξη των σχεδίων. Αρχικά είχε γίνει μία σκέψη να ενωθεί το νέο κτίριο με το παλαιό αλλά στην πορεία αποφασίσθηκε να ανεγερθεί ένα νέο ...

στον όρμο "...", στο νότιο άκρο του λιμανιού, σε θέση που ήταν μακριά από την πόλη. Ο πρώτος θεμέλιος λίθος ετέθη στις 9 Απριλίου 1837, όπως προκύπτει από τη μαρμάρινη ενεπίγραφη πλάκα, που είναι εντοιχισμένη στο υπέρθυρο της εξωτερικής εισόδου στη νότια πλευρά του ημιερειπωμένου κτιριακού συγκροτήματος και το όλο έργο αποπερατώθηκε το έτος 1840.

Δύο σχέδια του W., μία κάτοψη του 1838 και το προοπτικό σχέδιο-του 1840, μαζί με το τυπογραφικό σχέδιο της Ερμούπολης του Λ. Ζ., βοηθούν στη συμπλήρωση της αρχικής μορφής του ..., κατά το μέρος που αυτό έχει καταστραφεί. Με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες, το κυρίως κτιριακό συγκρότημα καταλάμβανε μία έκταση, διαστάσεων 110X55 μ..

Τα κτίρια ήταν διατεταγμένα γύρω από μια εσωτερική αυλή με μέγιστες διαστάσεις 89X30 μ. Η κύρια είσοδος του συγκροτήματος ήταν στο δυτικό άκρο της νότιας πλευράς, αυτή που σώζεται μέχρι σήμερα με την ως άνω εντοιχισμένη αφιερωτική επιγραφή. Υπήρχε όμως και άλλη είσοδος στη βόρεια πλευρά (προς τη θάλασσα), η οποία εχρησιμοποιείτο αποκλειστικά για τους ταξιδιώτες και οδηγούσε απευθείας στον ελεγχόμενο χώρο του ....

Επίσης, εκτός από το χώρο που καταλάμβαναν τα κυρίως κτίρια, μία μεγάλη έκταση προς την πλευρά της θάλασσας, ήταν αρχικά απομονωμένη με δύο υψηλούς μανδρότοιχους, έναν επί της νοτιοδυτικής και έναν επί της βορειοανατολικής αυτού πλευράς. Η κατασκευή των μανδροτοίχων, την ύπαρξη των οποίων αμφισβητούν οι λοιποί διάδικοι πλην του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν επιβεβλημένη ως εκ της κατά προορισμόν χρήσεως του ..., αφού έπρεπε να διασφαλίζεται η απομόνωση των εισερχομένων σ' αυτό προς κάθαρση και να μην είναι δυνατή η διαφυγή τους πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας καθάρσεώς τους, καθόσον θα ετίθετο σε κίνδυνο η δημόσια υγεία εκ της τυχόν μεταδόσεως λοιμωδών νοσημάτων.

Σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν υπήρχε ούτε ένας ταξιδιώτης που να πέρασε από τη Σύρο κατά τον περασμένο (19ο) αιώνα και να μη γνώρισε από κοντά το .... Όσοι έρχονταν από την Τουρκία, την Αίγυπτο ή και άλλες περιοχές, όπου υπήρχε επιδημία ή κίνδυνος χολέρας, ήταν υποχρεωμένοι να μένουν στο ... για κάθαρση πάνω από επτά (7) ημέρες.

Πολλοί απ' αυτούς έχουν αφιερώσει στα βιβλία τους λίγα λόγια για τη διαμονή τους εκεί. Ο I. Ι. Σ. έγραψε στα 1842 ακόμη και ποίημα με τον τίτλο "εις το ...ν της νήσου Σύρου", με υπογραφή "εις των εν αυτώ". Ο R. Β. Stark, που επισκέφθηκε την Ερμούπολη το έτος 1871. δίδει επίσης στο βιβλίο του "Nach dem griechischen Orieut" σελ. 288-291, λεπτομερή περιγραφή των κτιρίων.

Μετά την επελθούσα, όμως, αλλαγή χρήσεως του ως άνω κτιριακού συγκροτήματος, περί το έτος 1908, οπότε άρχισε να λειτουργεί ως άσυλο, φρενοβλαβών, οι πιο πάνω μανδρότοιχοι αφέθηκαν χωρίς συντήρηση και με την πάροδο του χρόνου καταστράφηκαν, ούτως ώστε να μην απεικονίζονται στις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.) των ετών 1945 και εφεξής.

Ακόμη, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι εντός του ως άνω περιβάλλοντος τα κτίσματα χώρου, στη βόρεια πλευρά του οικοδομικού συγκροτήματος και πολύ κοντά στη θάλασσα, υπήρχαν δύο ακόμη κτίρια, ένα διώροφο, που αποτελούσε τόπο υποδοχής και απολύμανσης και ένα μονώροφο, που εχρησιμοποιείτο ως αποβάθρα.

Σήμερα σώζεται μόνο το ένα από τα κτίρια αυτά, το διώροφο, το οποίο μετά την αλλαγή χρήσης του ..., χρησιμοποιήθηκε από το Δημόσιο και ειδικότερα από τον πρώην Υπουργείο Τ.Τ.Τ., για την αποθήκευση υποβρυχίων καλωδίων και ως αποθήκη για την εναπόθεση διαφόρων άλλων υλικών. Το κτίριο αυτό, γνωστό ως "τηλεγραφείο", δυνάμει του άρθρου 3 § 1 του ν.

δ/τος 1049/1949 παραχωρήθηκε κατά κυριότητα από το Ελληνικό Δημόσιο στον Ο.Τ.Ε.. Διακρίνεται δε σε όλες τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες καθώς και στα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, μεταξύ των οποίων και στο από 2.2.2000 τοπογραφικό διάγραμμα ... Σύρου της δομικού, υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κυκλάδων, Ζ.

Μ., όπου τούτο εμφαίνεται με τον αρχικό αριθμό καταγραφής του στο βιβλίο Δημοσίων κτημάτων (ΒΚ 36), ενώ έχει πλέον καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία Ο.Τ.Ε. με ΚΑΕΚ .... Το εν λόγω κτίριο ταυτίζεται αναμφίβολα με το "Μεμονωμένο οικοδόμημα", που φέρεται ως όριο του Δημοσίου Κτήματος ..., στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και εκκαλούντος-εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου εμπίπτει και ο περιβάλλων το ως άνω κτιριακό συγκρότημα χώρος, που αποτελεί την επίδικη έκταση.

Πιο συγκεκριμένα το Δημόσιο αυτό κτήμα (...) έχει καταγραφεί, στα βιβλία δημοσίων κτημάτων στις 12-12-1940 ως οικοδομικό συγκρότημα (...), κείμενο στο Δήμο Ερμούπολης και στην ειδικότερη εδαφική θέση ..., εκτάσεως 4.675 τμ με όριο "μεμονωμένο οικοδόμημα επί της νότιας βουνώδους ακτής του λιμένος", δηλαδή το όλο κτιριακό συγκρότημα φέρεται να έχει ως όριο το μεμονωμένο ακίνητο, που βρίσκεται στην ακτή της θάλασσας.

Με δεδομένο δε ότι κατά τη βόρεια πλευρά του όπου και το μεμονωμένο οικοδόμημα (πρώην ... δημόσιο κτήμα και ήδη ιδιοκτησία του OTE) το ως άνω κτιριακό συγκρότημα συνορεύει με τη θάλασσα, ενώ κατά την αναφερόμενη νότια πλευρά του συνορεύει αποκλειστικά με χερσαία έκταση, είναι αυταπόδεικτη η εκ παραδρομής αναγραφή, ως νότιας, της βόρειας (κατ' ακρίβειαν βορειοδυτικής) πλευράς.

Τούτο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν υπήρχε μεμονωμένο οικοδόμημα στη νότια πλευρά των κτιρίων, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες ιστορικές αναφορές, οι οποίες επιβεβαιώνονται και από τα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, τις επ' αυτών αεροφωτογραφίες καθώς και τους ορθοφωτοχάρτες των ετών 1945, 1996.

Εν όψει, επομένως, αυτών, εφ' όσον στην αρχική καταγραφή αναφέρεται ότι το υπό στοιχεία Α... ακίνητο, που έχει καταγραφεί ως Δημόσιο Κτήμα στο βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων, συνορεύει με "ακτή του Λιμένος" δηλαδή με θάλασσα, εμπεριέχεται σ' αυτό και ο παρεμβαλλόμενος μεταξύ των κτισμάτων και της θάλασσας χώρος και γενικότερα ο όλος περιβάλλων αυτά χώρος, εκτάσεως 12,5 στρεμμάτων, που είναι συγκεκριμένος κατά τα όριά του και εκτείνεται δυτικά, βόρεια και ανατολικά αυτών (κτιρίων του ...).

Το γεγονός της ανεγέρσεως των κτιρίων αυτών, που όπως προεκτέθηκε συντελέσθηκε κατά τα έτη 1839-1841, επί δημόσιας γης, από κανένα διάδικο μέρος δεν αμφισβητείται. Η καταγραφή, ωστόσο, αρχικά (1940) στο βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων, μόνο των κτισμάτων, οφείλεται στο ότι οι υπάλληλοι του Υπουργείου, οι οποίοι δεν ήταν εξειδικευμένοι επιστήμονες, δεν είχαν ούτε τα μέσα αλλά ούτε και τις γνώσεις, για να καταγράψουν τον περιβάλλοντα χώρο, ο οποίος ως "άγονη πετρώδης έκταση" ουδεμία αξία είχε αφ' εαυτού αλλά ως αποτελούν ενιαίο σύνολο με το όλο κτιριακό συγκρότημα, μέσω του οποίου εξασφαλιζόταν η πρόσβαση των εκεί προσερχομένων.

Σε κάθε άλλωστε περίπτωση, εάν ο Δήμος Σύρου ασκούσε τις επικαλούμενες πράξεις νομής (εποπτεία και επιτήρηση) επί της εκτάσεως αυτής, εν όψει της ανεγέρσεως των κτισμάτων, που διήρκεσε μάλιστα επί μεγάλο διάστημα (1839-1841), θα καθιστούσε εμφανή την παρουσία του, φροντίζοντας δια των αρμοδίων οργάνων του να διασφαλίσει τα προβαλλόμενα επ' αυτής δικαιώματά του.

Το ως άνω κτιριακό συγκρότημα λειτούργησε ως ... μέχρι το έτος 1900 περίπου. Στη συνέχεια επήλθε αλλαγή της χρήσεώς του. Συγκεκριμένα, κατά τα έτη 1908 έως 1949 ένα τμήμα του συγκροτήματος προς τη βόρεια πλευρά (όπου η θάλασσα), λειτούργησε ως άσυλο φρενοβλαβών, παραχωρηθέν προς τούτο από το ελληνικό Δημόσιο στο σωματείο με την επωνυμία "...".

Ένα άλλο πάλι τμήμα του, πλησίον της νότιας πλευράς, χρησιμοποιήθηκε κατά το διάστημα 1941 έως 1955, ως επανορθωτικές φυλακές. Σημειωτέον, μάλιστα, ότι το κτίριο αυτό των φυλακών παραχώρησε το Ελληνικό Δημόσιο στο Δήμο Ερμούπολης έναντι ετησίου ενοικίου 200 δραχμών, δυνάμει του από 2/11/1842 πρωτοκόλλου παραδόσεως.

Συνεπώς, η επίδικη έκταση, ως αποτελούσα τον περιβάλλοντα ζωτικό χώρο των κτιριακών εγκαταστάσεων του ..., μέσω του οποίου παρείχετο η δυνατότητα προσβάσεως στα επί μέρους κτίρια, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο νεμόταν αυτήν, ασκώντας με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις (εποπτεία, φύλαξη κλπ) τουλάχιστον από το έτος 1839 που άρχισε η ανέγερση των κτιρίων και εφεξής μέχρι σήμερα και οπωσδήποτε μέχρι το έτος 1915, συμπληρώνοντας έτσι υπερτριακονταετή νομή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά το Β.Ρ.

Δίκαιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε νεότερη καταμέτρηση του ανωτέρω αναφερόμενου Δημοσίου Κτήματος Α..., που έγινε το έτος 2000, το κτιριακό συγκρότημα ευρέθη εκτάσεως 5.483,90 τμ, και ο περιβάλλον αυτό χώρος (επίδικη έκταση) 13.263 τ.μ.. Το έτος 1969, κατόπιν της κοινής αποφάσεως 78250/10.7.1969 Πρωθυπουργού και Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, καθώς και της υπ'αριθμ. 25577/19.5.1969 εγκριτικής αποφάσεως του τότε Υπ.

Συντονισμού, τμήμα του ανωτέρω κτήματος εμβαδού 2.601.40 τ.μ,, που εχρησιμοποιείτο από τις καταργηθείσες επανορθωτικές φυλακές Σύρου, μετά του συνεχόμενου περιμανδρωμένου γηπέδου, εμβαδού 418,60 τ.μ., δηλαδή συνολικά έκταση 3.020 τ.μ., μεταβιβάσθηκε λόγω πωλήσεως με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του Υπ. Οικονομικών από το Ελληνικό Δημόσιο προς την ανώνυμη εταιρία "...

Α.Ε.". Μετά την ως άνω πώληση, η έκταση του κτιριακού συγκροτήματος περιορίσθηκε στα (5.483,90-2.601,40=) 2.882,50 τ.μ,, ενώ μικρή μείωση υπέστη και ο περιβάλλων χώρος, προσδιοριζόμενος μετά την αφαίρεση του περιμανδρωμένου γηπέδου σε (13.263-418,60=) 12.844,40 τ.μ. Στη μεταβίβαση αυτή ουδεμία αντίδραση προέβαλε ο Δήμος Ερμούπολης, γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για δημόσιο κτήμα.

Στο σημείο αυτό χρήζει επισημάνσεως. ότι στην ως άνω πωληθείσα εδαφική έκταση (περιμανδρωμένο γήπεδο) και όχι στην επίδικη έκταση πραγματοποιήθηκε από το Δήμο Ερμούπολης η επικαλούμενη από τους ενάγοντες, ως πράξη νομής επί του επιδίκου χώρου αναψυχής παιδιών "παιδική χαρά". Τούτο κατετέθη από τη μάρτυρα του Δημοσίου Μ.

Γ., η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 44Τ

ΙΙ/18.1.2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του εν λόγω Δικαστηρίου. Επιπλέον, ως χρόνος κατασκευής της άνω παιδικής χαράς αναφέρθηκε από το μάρτυρα των εναγόντων Κ. Α., το έτος 1978, που πλέον είχε περιέλθει η προαναφερόμενη έκταση στην αγοράστρια εταιρία "..." (βλ. την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος στα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου).

Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ως άνω εταιρία, της οποίας εν τω μεταξύ η επωνυμία είχε μεταβληθεί σε "... Α.Ε.", ετέθη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 588/1992 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, υπό ειδική εκκαθάριση. Δια του άρθρου 23 παρ. 4 του Ν. 498/1994 εξαιρέθηκε του ενεργητικού της εταιρίας αυτής "το ακίνητο του παλαιού ..., συνολικής επιφάνειας 3.015 τ.μ.

και κτισμάτων 668,6 τ.μ. (κτίριο παλαιών φυλακών), που βρίσκεται στην συνοικία "..." του Δήμου Ερμούπολης... προκειμένου να μεταβιβασθούν στην τοπική αυτοδιοίκηση της νήσου Σύρου". Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ'αριθμ. 3026/22.9.1994 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σύρου Ε. Α.-Α., μετεβιβάσθη, αιτία δωρεάς από την εκκαθαρίστρια της ανωτέρω εταιρίας προς το Δήμο Ερμούπολης το με το ως άνω πωλητήριο του Υπουργείου Οικονομικών (45510/69) μεταβιβασθέν στην υπό εκκαθάριση εταιρία "...

Α.Ε." ακίνητο, ήτοι εδαφική έκταση 3.005,15 τ.μ. μετά των επ' αυτού τριών κτισμάτων εμβαδού 105,84 τ.μ., 347,15 τ.μ. και 215,18 τ.μ. Τέλος, όπως ήδη εκτέθηκε, δυνάμει του προαναφερόμενου ,υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σύρου Ε. Σ.-Β., μεταβιβάσθηκε το εν λόγω ακίνητο, λόγω δωρεάς από το Δήμο Ερμούπολης προς τη Δημοτική Επιχείρηση Τουριστικής Ανάπτυξης Ερμούπολης" (Δ.Ε.Τ.Α.Ε.).

Με το ίδιο παραπάνω συμβόλαιο ο ενάγων Δήμος Ερμούπολης μεταβίβασε στην ίδια ως άνω Δημοτική Επιχείρηση (Δ.Ε.Τ.Α.Ε.) και την έκταση του περιβάλλοντος χώρου του ... Σύρου, εμβαδού κατά το συμβόλαιο 12.030 τ.μ.. (Η αναγραφόμενη αυτή μικρότερη έκταση του περιβάλλοντος χώρου του κτηριακού συγκροτήματος του ... (επιδίκου).

οφείλεται σε λάθος του συντάξαντος το τοπογραφικό Μηχανικού του Δήμου, ο οποίος τοποθέτησε τη γραμμή του αιγιαλού κατά το δοκούν). Σύμφωνα με το ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο η έκταση αυτή περιήλθε στο δωρητή Δήμο Ερμούπολης από έκτακτη χρησικτησία αρξαμένη από της 10ης Οκτωβρίου του έτους 1913, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 201 φύλλο της εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος Α' της 10.10.1913) το από 20 Σεπτεμβρίου ίδιου έτους Βασιλικό Διάταγμα με το οποίο προσαρτήθηκε στο Δήμο Ερμουπόλεως ο συνοικισμός υπό την ονομασία "..." ο οποίος μέχρι τότε ανήκε στην Κοινότητα ..., στον οποίο (συνοικισμό) ευρίσκεται το προπεριγραφέν ακίνητο, αποτελούμενο από άγονες και βραχώδεις απερίφρακτες εκτάσεις, τμήματα των οποίων ο Δήμος Ερμούπολης έχει δενδροφυτεύσει και των οποίων τη νομή και διακατοχή έχει αυτός μέχρι σήμερα εξακολουθητικά, ανενόχλητα και αδιατάρακτα, βάσει των σχετικών διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού κώδικα που ρυθμίζουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αυτής της μορφής κτημάτων σε περίπτωση μεταβολής των διοικητικών ορίων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως". .......

Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα ο επικαλούμενος τίτλος κτήσεως κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) του Δήμου Ερμούπολης ουδόλως αποδεικνύεται αληθής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα προαποδειχθέντα, πράξεις νομής επί του κτιριακού συγκροτήματος του ..., καθώς και του περιβάλλοντος αυτό χώρου (επιδίκου), μέσω του οποίου εξασφαλιζόταν η δυνατότητα προσβάσεως στα κτίρια, ασκούσε τουλάχιστον από το έτος 1839 (έτος ενάρξεως εργασιών ανεγέρσεως του ...) και εφεξής, οπωσδήποτε δε μέχρι και το έτος 1955 (που λειτούργησαν στο χώρο αυτό οι επανορθωτικές φυλακές), αλλά και μετέπειτα το Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, εφόσον το τελευταίο μέχρι, το έτος 1915 είχε συμπληρώσει (υπέρ) 30ετή νομή επί του επιδίκου, απέκτησε σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις την αποκλειστική κυριότητα αυτού, το οποίο κατέστη πλέον δημόσιο κτήμα. Έκτοτε (1915 και εφεξής) δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας από τρίτους, αναγνωριζόμενης πλέον και πλασματικής νομής υπέρ του Δημοσίου, έτσι ώστε ανεξάρτητα από την άσκηση ή μη πράξεων νομής επί του επιδίκου, να θεωρείται νομέας αυτού το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 2 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938).

Ειδικότερα, αναφορικά με τις επικαλούμενες πράξεις νομής του Δήμου Ερμούπολης, αυτές περιοριζόμενες κατά τον προαναφερόμενο κτητικό τίτλο (υπ' αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο) σε δενδροφυτεύσεις τμήματος του επιδίκου, αφετηριάζονται από το έτος 1913, ούτως ώστε να μην είναι εφικτή η συμπλήρωση 30ετούς νομής μέχρι το έτος 1915, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Επίσης και οι επικαλούμενες από τους ενάγοντες, ως εμφανείς πράξεις νομής του εξ αυτών Δήμου Ερμούπολης επί του επιδίκου και συγκεκριμένα η εμφύτευση του επιδίκου με αρμυρίκια, περί το έτος 1960 από τους κατοίκους της Ερμούπολης αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Σύρου, καθώς και οι με πρωτοβουλία του Δήμου εορταστικές εκδηλώσεις της Καθαράς Δευτέρας ("κούλουμα"), περί των οποίων γίνεται αναφορά στο έργο της ποιήτριας Ρ.

Μ.-Π. (1906-1984) με τον τίτλο "Η ...", όπου μεταξύ των βιωμάτων της, η συγγραφέας αναφέρεται και στις ως άνω εκδηλώσεις (σελ. 116), προσδιορίζονται χρονικά στο διάστημα κατά το οποίο είχε λήξει η κατά προορισμόν χρήση του ... και λειτουργούσαν στα κτίριά του το άσυλο φρενοβλαβών και οι φυλακές (20ος αιώνας).

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εκ μέρους του Δήμου Ερμούπολης συμπληρώσεως 30ετούς νομής επί του επιδίκου. Και πέραν, όμως, αυτού από τις προεκτεθείσες πράξεις και εκδηλώσεις ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι σ' αυτές προέβαινε τόσο ο Δήμος όσο και οι δημότες με την πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκε στο Δήμο Ερμούπολης και όχι στο Δημόσιο, αφού κάλλιστα θα μπορούσαν αυτές, κάτι πολύ σύνηθες άλλωστε, να οργανώνονται και να διενεργούνται από το Δήμο σε ακίνητα ιδιοκτησίας του Δημοσίου, δίχως το τελευταίο να αντιδρά, αφού δεν θα τις εκλάμβανε ως πράξεις νομής και αμφισβήτησης της κυριότητάς του από το Δήμο.

Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε και οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες κτητικοί τίτλοι, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, όπου ο Δήμος, εμφανιζόμενος ως κύριος των χέρσων και βραχωδών γαιών του ..., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην Μ. Δ. 50 τ.μ. οικοπέδου, μεταξύ του ναού του Αγίου Ελευθερίου και των κληρονόμων Χ. "προς το μέρος της παραλίας", συνιστούν από τη φύση τους εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις έναντι του Δημοσίου (άρθρο 2 παρ. 3 του ΑΝ 1539/1938).

Κατ' ακολουθίαν, επομένως, των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται η διανοία κυρίου και με καλή πίστη άσκηση εμφανών υλικών πράξεων του Δήμου επί του επιδίκου..... Στη προκειμένη περίπτωση επίδικη έκταση αποτελεί ο ελεύθερος χώρος που εκτείνεται βόρεια, δυτικά και ανατολικά του κτιριακού συγκροτήματος του ... (στη συνέχεια ...

και φυλακών). Η έκταση αυτή έχει χαρακτηρισθεί από την Διεύθυνση Δασών του Ν. Κυκλάδων ως χορτολιβαδικής μορφής έκταση, δεδομένου ότι από εξέταση αεροφωτογραφιών και ορθοφωτοχαρτών των ετών 1945, 1960 και 1998 δεν διαπιστώθηκαν στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας επ' αυτής. Σύμφωνα δε με σχετική αναφορά οργάνων της παραπάνω υπηρεσίας, τμήμα της έκτασης έχει έδαφος βραχώδες και άγονο με ήπια έως μέτρια κλίση και κατά θέσεις καταλήγει σε βραχώδη ακτή, μεγάλο δε τμήμα της καλύπτεται από αρμυρίκια φυτευθέντα τεχνητώς από το έτος 1960 και εφεξής (βλ.

υπ αριθμ. πρωτ. 4018/2008 και 25190/2015 έγγραφα της Διευθύνσεως Δασών). Ο ανωτέρω διαπιστωθείς χαρακτήρας του επιδίκου ακινήτου ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες, οι οποίοι, άλλωστε, στα δικόγραφά τους προσδιορίζουν αυτήν ως άγονη βραχώδη (ή και βουνώδη) έκταση. Με τα δεδομένα αυτά δεν απετέλεσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας ούτε ήταν δεκτική εξουσιασμού και ουδέποτε, πράγματι, εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη, υπό την έννοια ότι δεν απετέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος, το οποίο εξελίχθηκε σε κυριότητα.

Ως εκ τούτου, με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας περιήλθε αυτό στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, δικαιώματι πολέμου. Για το λόγο άλλωστε, αυτό το έτος 1839, όταν ξεκίνησε η ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος του ... στον συγκεκριμένο χώρο, που αποτελούσε φυσική συνέχεια της επίδικης εδαφικής έκτασης και.

τελούσε σε αδιάσπαστη ενότητα με αυτήν, έχοντας τον αυτό ακριβώς εδαφικό χαρακτήρα, ουδεμία αντίδραση προεβλήθη από οποιονδήποτε και δη από τον φερόμενο ως δικαιοπάροχο των εναγόντων, Δήμο Σύρου. Εξάλλου, τόσο ο τελευταίος όσο και η φερομένη ως απωτάτη δικαιοπάροχος των εναγόντων, Δημογεροντία, δεν αποδείχθηκε ότι προέβησαν σε οποιαδήποτε πράξη νομής επί.

του επιδίκου περιβάλλοντος τα ως άνω κτίρια χώρου. Το εναγόμενο, επομένως, Ελληνικό Δημόσιο, πέραν της κατά τα ανωτέρω κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατέστη κύριος αυτού και ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, δικαιώματι πολέμου, παρελκούσης κατόπιν τούτου της ερεύνης των λοιπών επικαλούμενων τρόπων κτήσεως της κυριότητας του επ' αυτού.

Το δικαίωμά του δε αυτό ουδέποτε μεταβίβασε ή απώλεσε με οποιονδήποτε τρόπο. Κατόπιν αυτών και ενόψει του ότι η έλλειψη κυριότητας οποιουδήποτε φερομένου ως δικαιοπαρόχου, έχει ως συνέπεια τη μη μεταβίβαση της κυριότητας στον εκάστοτε δικαιοδόχο, η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη "... ΑΕ", ως αποκτήσασα παρά μη κυρίου, δεν κατέστη κυρία της επίδικης εκτάσεως.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που έκρινε κατά διαφορετικό τρόπο και κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου πρέπει ο σχετικός λόγος εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγόντων αμφοτέρων των ένδικων αγωγών.

Όσον δε αφορά τον έτερο λόγο εφέσεως του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο τούτο διατείνεται ότι εσφαλμένα, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εφάρμοσε η εκκαλουμένη τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος αποδείξεως, δεχθείσα ότι το ίδιο (εναγόμενο) φέρει το βάρος αποδείξεως, της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου, ως δημοσίας έκτασης,.....έσφαλε η εκκαλουμένη ως προς την εφαρμογή των ορισμών του νόμου σχετικά με το βάρος της αποδείξεως, αφού οι ενάγοντες φέρουν τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την απόδειξη των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής τους πραγματικών περιστατικών, το δε Δημόσιο επικαλέσθηκε τους παραγωγικούς λόγους του δικαιώματος του ανταποκρινόμενο στο αντικειμενικό βάρος αποδείξεως με το οποίο βαρυνόταν.

Συνεπώς και ο λόγος αυτός εφέσεως, έστω και εκ περισσού εξεταζόμενος, μετά την αποδοχή του προηγούμενου λόγου εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Περαιτέρω, όσον αφορά την προβαλλόμενη από την ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη "... ΑΕ" ένσταση περί καταχρηστικότητας του ασκηθέντος δικαιώματος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.....

Στην προκειμένη περίπτωση η παραπάνω ενάγουσα-εκκαλούσα "... ΑΕ" με το συναφή ισχυρισμό της, διατείνεται, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι η εκ μέρους του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου δήλωση του επιδίκου ακινήτου στο εθνικό κτηματολόγιο ως δήθεν ιδιοκτησίας του, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κυρίως μεν, διότι αμφισβήτησε την κυριότητα της επ' αυτού, η οποία ουδέποτε είχε αμφισβητηθεί μέχρι τότε, τόσο από το ίδιο όσο και από οποιονδήποτε τρίτο, επικουρικά δε λόγω της παρατηρούμενης αντιφατικής συμπεριφοράς του, συνισταμένης στο γεγονός ότι σε προγενέστερους χρόνους είχε προβεί σε ενέργειες που δεν προσιδίαζαν σε κύριο, όπως η κατακύρωση σ' αυτήν της αδείας λειτουργίας καζίνο, μετά από προηγούμενη έλεγχο της αρμόδιας εκτιμητικής επιτροπής, του άρθρου 8 του Ν. 2190/1920 και αποτίμηση της ακίνητης περιουσίας της, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο, το οποίο εισέφερε σ' αυτήν ("...

ΑΕ") η εκ των μετόχων της Δ.Ε.Τ.Α.Ε., εν όψει της συστάσεώς της και προκειμένου να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις συμμετοχής της στον κατά τα ανωτέρω διεξαχθέντα Διεθνή Πλειοδοτικό Διαγωνισμό και 2) η μετά την κατακύρωση σ' αυτήν της ως άνω αδείας κατάρτιση μεταξύ αυτής και του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον τότε Υπουργό Αναπτύξεως του προαναφερόμενου από 12.9.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ετέθησαν οι όροι εκτελέσεως του έργου (επενδύσεως) και της εν γένει λειτουργίας του Καζίνο Σύρου, η τήρηση των οποίων υπόκειται στον έλεγχο του κράτους σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1, 2 και 4 του Ν. 2206/1994.

Ενώ δηλαδή το επίδικο αποτελούσε το μεγαλύτερο τμήμα της εκτάσεως, όπου θα υλοποιούνταν τα έργα της επενδύσεως, το εναγόμενο μετά τέσσερα (4) έτη από την κατάρτιση της συμβάσεως διαπίστωσε ότι αυτό ανήκε στην κυριότητά του και προέβη στη σχετική δήλωση στο Εθνικό Κτηματολόγιο, με τις εκτιθέμενες επιβλαβείς γι' αυτήν συνέπειες.

Υπό τα ως άνω, όμως, εκτιθέμενα περιστατικά δεν θεμελιώνεται κατά νόμο η, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, προϋποθέτουσα δικαίωμα, καταχρηστική άσκησή του αφού η ενισταμένη ενάγουσα αρνείται το προτεινόμενο δικαίωμα του Δημοσίου, επικαλούμενη δικό της δικαίωμα και συνακόλουθα δεν συντρέχει η απαιτούμενη από το νόμο προϋπόθεση της ασκήσεως του δικαιώματος από τον δικαιούχο.

Κατά την επικουρική της, όμως, βάση την εδραζομένη στην επικαλούμενη αντιφατική συμπεριφορά του εναγόμενου, η εν λόγω ένσταση, που εκτιμάται ως ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να τύχει περαιτέρω ερεύνης. Περί της ως άνω αποδεικτέας συμπεριφοράς, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύονται τα εξής:

Το έτος 1999 η ενάγουσα-εκκαλούσα "... ΑΕ", στα πλαίσια των προπαρασκευαστικών εργασιών για την υλοποίηση των έργων της δεύτερης φάσης που αφορούσε: 1) την ανακατασκευή και διαμόρφωση του διατηρητέου κτιρίου "...", το οποίο κείται στη θέση ... και ήδη ... επί εκτάσεως συνολικής επιφάνειας 17.000 τ.μ. και 2) την ανέγερση επί της εν λόγω εκτάσεως συγκροτήματος από σουίτες-μεζονέτες· συνολικού εμβαδού περίπου 10.000 τ.μ., διαπίστωσε ότι τα κατά τα ανωτέρω εισφερθέντα σ' αυτήν από την εκ των μετόχων της Δ.Ε.Τ.Α.Ε.

ακίνητα, δεν ήταν συνεχόμενα αλλά παρεμβαλλόταν μεταξύ τους δημόσιο κτήμα, συνολικής επιφάνειας κατά νεότερη μέτρηση 2.608,78 τ.μ. (μη επίδικη), που καταλάμβανε το ερειπωμένο κτίριο του ..., το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως συνομολογείται απ' όλους τους διαδίκους. Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής και προκειμένου να ενώσουν το ως άνω ακίνητο με τα άλλα δύο εισφερθέντα ακίνητα εκτάσεως 3.005,15 τ.μ.

και 12.030 τ.μ., απευθύνθηκε στη Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών (αποκλειστικά αρμόδιας για την ιδιοκτησία του Δημοσίου) και με την από 5.10.1999 αίτησή της αιτήθηκε να της παραχωρηθεί η κυριότητα και του εν λόγω ακινήτου. Το Υπουργείο Οικονομικών, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1091958/9726/Α) 10/11.10.1999 έγγραφό του, διαβίβασε το ως άνω αίτημα προς την Κτηματική Υπηρεσία Κυκλάδων, η οποία απάντησε ότι το ζητούμενο προς αγορά δημόσιο κτήμα δεν περιλαμβανόταν στην έκταση των 17.000 τ.μ.

που αναφερόταν στην ως άνω υπ' αριθμ. 171165/12.9.1996 συναφθείσα μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της "... Α.Ε." σύμβαση. Κατόπιν αυτού η τελευταία επανήλθε με το υπ' αριθμ. 3529/17.11.1999 έγγραφό της, με το οποίο αιτήθηκε την παροχή διευκολύνσεων και τη συντόμευση των διαδικασιών, ώστε να ολοκληρωθεί η αγορά του εν λόγω κτήματος, εφόσον ήταν πράγματι δημόσιο, καθόσον η κατάσταση παρέμενε συγκεχυμένη.

Προς οριστική επίλυση του ισχύοντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος τόσο του ως άνω παρεμβαλλόμενου ακινήτου όσο και της επίδικης εκτάσεως, που κατά την Κτηματική Υπηρεσία ενέπιπτε στο ... δημόσιο κτήμα, η Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών απηύθυνε προς το Γραφείο του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Οικονομικών το υπ' αριθμ. ...

έγγραφό της. Δυνάμει του εγγράφου αυτού η Διεύθυνση Δημόσιας περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών ζήτησε την εξέταση της νομιμότητας της δωρεάς του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 12.030 τ.μ., που πραγματοποίησε ο Δήμος Ερμούπολης προς τη Δ.Ε.Τ.Α.Ε. και η τελευταία εισέφερε ακολούθως στην ενάγουσα-εκκαλούσα.

Επιπλέον, ζήτησε να αποφανθεί εάν η συγκεκριμένη έκταση ήταν αυτοτελής ή αποτελούσε τον περιβάλλοντα χώρο του .... Επί των ως άνω θεμάτων απήντησε το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ' αριθμ. 277/2000 γνωμοδότησή του, σύμφωνα με την οποία εκ των δωρηθέντων με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη από το Δήμο Ερμούπολης προς τη Δ.Ε.Τ.Α.Ε, ακινήτων, μόνο το κατά τα ανωτέρω δωρηθέν δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

νόμιμα μετεγεγραμμένου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σύρου Ε. Α.-Α., από τη "... Α.Ε." προς τον ανωτέρω Δήμο, εκτάσεως 3.005. 15 τ.μ. ήταν ιδιοκτησία του δωρητή Δήμου. Αναφορικά δε με την επίδικη έκταση των 12.030 τ.μ., απεφάνθη ότι αυτή αποτελεί τον περιβάλλοντα χώρο του ..., που ανήκε ανέκαθεν στο Ελληνικό Δημόσιο και άνευ οποιουδήποτε δικαιώματος δώρισε αυτήν ο Δήμος Ερμούπολης στη Δ.Ε.Τ.Α.Ε.

και η τελευταία, ως παρά μη κυρίου αποκτήσασα, άνευ δικαιώματος την συνεισέφερε στην "... Α.Ε.". Με την ίδια ωστόσο γνωμοδότησή του το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την κατακύρωση της αδείας λειτουργίας καζίνο στην "... Α.Ε." και την εν συνεχεία κατάρτιση μεταξύ αυτής και του Δημοσίου συμβάσεως, καθώς και την από της ιδρύσεώς της μέχρι τότε (2000-χρόνο γνωμοδοτήσεως) δραστηριοποίησή της, απεφάνθη ότι το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να επιδιώξει την επιβαλλόμενη και από την ενδεικνυόμενη εθνικοοικονομική σκοπιμότητα, προσήκουσα και ειδική νομοθετική ρύθμιση του ανακύψαντος ζητήματος.

Επομένως, αμέσως μετά την υποβολή των σχετικών αιτήσεων της ενάγουσας-εκκαλούσας προς το μόνο αρμόδιο Όργανο για τη διαχείριση των δημοσίων κτημάτων, που είναι η Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών και την εν συνεχεία υποβολή ερωτήματος από την τελευταία προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, που είναι το αποκλειστικό όργανο για την ερμηνεία των διατάξεων που διέπουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, ως δημοσίου κτήματος, το τελευταίο προέβη στην ως άνω υπ' αριθμ. 277/2000 γνωμοδότησή του και απεφάνθη ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου.

Η γνωμοδότηση δε αυτή έγινε αποδεκτή από τη Διοίκηση και το επίδικο καταχωρήθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία του Δημοσίου, αποτελούσης τμήμα του ευρύτερου, υπό ΚΑΕΚ .../0/0, ακινήτου. Οι όποιες, επομένως, επικαλούμενες από τους ενάγοντες κρίσεις και ενέργειες των λοιπών δημοσίων οργάνων, που δεν έχουν αρμοδιότητα να ερευνήσουν, πολλώ δε μάλλον να αποφανθούν επί ιδιοκτησιακών θεμάτων δημοσίων κτημάτων, ουδεμία επιρροή ασκούν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου ακινήτου.

Με τα δεδομένα αυτά, ουδεμία αντιφατικότητα στη συμπεριφορά του εναγομένου εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου παρατηρείται και συνεπώς η εκ μέρους του δήλωση του επιδίκου στο εθνικό Κτηματολόγιο, ως δικής του ιδιοκτησίας, δεν αποδείχθηκε ότι προσκρούει στα κριτήρια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 281ΑΚ, αφού το σχετικό δικααίωμα ασκήθηκε σύννομα προς διασφάλιση της δημόσιας περιουσίας και ουδόλως υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η ως άνω διάταξη.

Η νομίμως, επομένως, επαναφερόμενη, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ένσταση της ενάγουσας- εκκαλούσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος του εναγομένου-εκκαλούντος εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά τα λοιπά, το επίδικο ακίνητο, που ως τέτοιο αναφέρεται η περιγραφόμενη στην από 16.5.2008 αγωγή εδαφική έκταση, εμβαδού 12.030 τ.μ., ή όσης πράγματι είναι και το οποίο ταυτίζεται με το μεγαλύτερο των γεωτεμαχίων της από 23.9.2014 αγωγής, όπου φέρεται εκτάσεως 12.469,81

τ.μ., ευρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σύρου-Ερμούπολης, είναι εκτός σχεδίου του συνοικισμού ... και παρά την αρτιότητα του δεν είναι οικοδομήσιμο, καθόσον, τηρούμενης της αποστάσεως των 100 μέτρων από τον αιγιαλό, δεν προκύπτει χώρος για δόμηση. Τούτο αποτυπώνεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15,16, 17, 18, 19, 20. 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 1 στο από 17.8.1994 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Δ.

Β. και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, βόρεια με βραχώδη ακτή, βόρεια-βορειοανατολικά με βραχώδη ακτή, νότια με ιδιοκτησία Δήμου Σύρου-Ερμούπολης, με τις κτιριακές εγκαταστάσεις του παλαιού ... (μετέπειτα ... και φυλακών Ερμούπολης) και οδό, ανατολικά με ιδιοκτησίες Λ. και Δήμου Σύρου-Ερμούπολης και τις ως άνω κτιριακές εγκαταστάσεις και δυτικά με βραχώδη ακτή και προαναφερόμενες κτιριακές εγκαταστάσεις.

Επίσης αποτυπώνεται και στο προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες της παραπάνω από 9.5.2008 αγωγής σχεδιάγραμμα (σχεδιασθέν επί του κτηματικού διαγράμματος του ΚΑΕΚ ... ακινήτου) της τοπογράφου μηχανικού Μ. Τ. με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17. 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40. 41. 42. 43. 44, Α, Β, Ε, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, I , Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο, Π, Ρ, Σ, 79, 80 81, 1.

Στο εν λόγω τοπογραφικό επισημαίνεται ότι επιμέρους εδαφικά τμήματα αυτού, που αποτυπώνονται με τα στοιχεία Π222, Π221, 11220, Π219, Σ, 79, 80, Π222 (χωρίς να αναφέρεται το εμβαδόν τους), αποτελούν εδαφικά τμήματα που έχουν καθορισθεί ως εμπίπτοντα στη ζώνη παραλίας, που καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 3513/29.5.1980 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων (ΦΕΚ 371Δ/1980).

Επίσης, ίδια είναι κατά τα όριά της και η εμφαινόμενη στο από 2.2.2000 τοπογραφικό διάγραμμα της δομικού Ζ. Μ. αποτύπωση του επιδίκου, όπου η έκτασή του προσδιορίζεται σε 12.844,40 τ.μ. Ακόμη, η επίδικη έκταση απεικονίζεται με τα ίδια όρια στο από 4.2.2002 τοπογραφικό διάγραμμα των Μηχανικών Δ. Μ. και Ε. Σ. όπου φέρει τον αριθμό (3) και προσδιορίζεται από τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, β, I, ΚΙ, Κ2, Κ3, Λ, Μ, Ν.

Ξ. ΞΙ. Ξ2. Ξ3. Ξ4. Ξ5. Ξ6. Ξ7. Ξ8. Ξ9. Ξ10. Ξ11. Ξ12. Ξ13. Ρ5. Ρ4, Ρ3.Ρ2, Ρ1. Ρ, Ο, II, Ρ. Σ, Α. Τέλος, όσον αφορά το δεύτερο (μικρότερο) των γεωτεμαχίων της από 23.9.2014 αγωγής, τούτο έχει έκταση 409,92 τ.μ., ευρίσκεται στην ίδια με το προαναφερόμενο επίδικο περιοχή και είναι μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα των Δ.

Μ. και Γ. Π., πολιτικού μηχανικού ΤΕ και αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, αντίστοιχα, με τους αριθμούς 35-36, 48, 47, 45, 35 και συνορεύει σύμφωνα με αυτό, βόρεια και ανατολικά με το ακίνητο ΚΑΕΚ ... (το κατά τα ανωτέρω πωληθέν από το Ελληνικό Δημόσιο στη "... ΑΕ" και δωρηθέν ακολούθως από την τελευταία στο Δήμο Ερμούπολης, που επίσης το μεταβίβασε αιτία δωρεάς στη Δ.Ε.Τ.Α.Ε.

και εισεφέρθη από την τελευταία στην "... ΑΕ", εμβαδού 3.020 τ.μ.), νότια με δημοτική οδό και δυτικά με δημοτικό χώρο. Το εν λόγω εδαφικό τμήμα, από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται σε βαθμό σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι περιλαμβάνεται στην πωληθείσα με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ...

δωρητήριο συμβόλαιο από το Δήμο Ερμούπολης στη Δ.Ε.Τ.Α.Ε. επίδικη έκταση των 12.030 τ.μ. Μόνο δε στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα φαίνεται να αποτελεί τμήμα αυτής (επίδικης εκτάσεως), ενώ σε όλα τα υπόλοιπα τοπογραφικά, που αναφέρθηκαν παραπάνω, η συγκεκριμένη εδαφική λωρίδα τοποθετείται εκτός του ανωτέρω επιδίκου (των 12.030 τ.μ.).

Για πρώτη, άλλωστε, φορά η ενάγουσα-εκκαλούσα "... ΑΕ" περιέλαβε την έκταση αυτή στην ένδικη από 23.9.2014 αγωγή της, ενώ στην προγενέστερη από 10.1.2013 αγωγή της, από την οποία στην συνέχεια παραιτήθηκε, αναφερόταν μόνο στην επίδικη έκταση των 12,030 τ.μ.. την οποία, κατόπιν νεότερης καταμετρήσεως, προσδιόριζε στα 13.181,78 τ.μ.

Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, δεχόμενο ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα των 409,92 τ.μ. της από 23.9.2014 αγωγής δεν ενέπιπτε στην επίδικη έκταση της από 16.5.2008 ένδικης αγωγής, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ως εκ τούτου πρέπει ο μοναδικός λόγος της κρινομένης από 3.2.2017 εφέσεως της "...

ΑΕ" που αφορά το σκέλος της κατά το οποίο αυτή κρίθηκε παραδεκτή, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, (έστω και εκ περισσού ερευνώμενος μετά την παραδοχή του λόγου εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, περί δικαιώματος δικής του κυριότητας επί της επιδίκου εκτάσεως), να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η εν λόγω έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Επίσης το Εφετείο, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 3-2-2017 έφεση της εταιρείας "...", κατά των δεύτερου και τρίτης των εφεσιβλήτων (Δήμο Σύρου - Ερμούπολης και "...

Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης"), ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης και κατά του πρώτου εφεσιβλήτου (Ελληνικού Δημοσίου) κατά το σκέλος της που αφορούσε το ακίνητο με φερόμενη έκταση 12.496,81 τ.μ ελλείψει εννόμου συμφέροντος, δέχθηκε δε τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ'ουσίαν κατά το σκέλος που αφορούσε το ακίνητο των 409,82 τ.μ..

Εξάλλου, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την από 16-3-2016 έφεση και τους από 8-8-2017 πρόσθετους λόγους του Ελληνικού Δημοσίου ως προς το πρώτο εφεσίβλητο "... Α.Ε", ελλείψει εννόμου συμφέροντος και δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν αυτή ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων (Δήμο Σύρου - Ερμούπολης και "...

Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης"), εξαφάνισε την εκκαλουμένη 44/2015 οριστική απόφαση, διορθωθείσα με την υπ'αριθμ. 7/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 16-5-2008 αγωγής, την οποία απέρριψε, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχθηκε ανελέγκτως μεταξύ άλλων, ότι ενόψει του προκηρυχθέντος διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού με την υπ'αριθμ. 655/10-4-1995 απόφαση του Υπουργού Τουρισμού για την παραχώρηση σε ιδιώτες έξι (6) αδειών λειτουργίας Καζίνο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Ν. 2206/1994, συνεστήθη, δυνάμει του από 23.6.1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, η Κοινοπραξία με την επωνυμία " ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ".

Σκοπός της κοινοπραξίας αυτής ήταν η συμμετοχή της στο διαγωνισμό , για τη διεκδίκηση της αδείας λειτουργίας Καζίνο στη νήσο Σύρο, από την υπό σύσταση ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", την οποία θα συνιστούσαν τα μέλη της Κοινοπραξίας. Ότι μεταξύ των μελών της Κοινοπραξίας ήταν και η Δημοτική Επιχείρηση Τουριστικής Ανάπτυξης Ερμούπολης (ΔΕΤΑΕ), φερομένη σήμερα με την επωνυμία "...

ΜΟΝΟΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" ("Κ.Ε.Μ.Α.Ε."). Ότι, μετά την αποδοχή της προσφοράς της ως άνω Κοινοπραξίας από την Επιτροπή του Διεθνούς Πλειοδοτικού Διαγωνισμού του Ν. 2206/1994, συνεστήθη μεταξύ των μελών της ανωτέρω Κοινοπραξίας η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", στην οποία κατακυρώθηκε η άδεια λειτουργίας του καζίνο στη Σύρο.

Ότι στο πλαίσιο της οικείας συμφωνίας η ΔΕΤΑΕ (ήδη Κ.Ε.ΜΑ.Ε.) εισέφερε για τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο της "... ΑΕ" μεταξύ άλλων και ένα (1) οικόπεδο στη θέση ... (...) του Δήμου Ερμούπολης, συνολικής εκτάσεως 12.030 τ.μ., το οποίο φέρεται μεταβιβασθέν από τον Δήμο Ερμούπολης στην ΔΕΤΑΕ, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

δωρητηρίου συμβολαίου το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί, αιτία δωρεάς κατά αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή. Ότι στη συνέχεια, κατά την διερεύνηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ολόκληρης της έκτασης, ανέκυψε και το ζήτημα ιδιοκτησίας του ακινήτου των 12.030 τ.μ που εισφέρθηκε από την προαναφερόμενη Δημοτική εταιρεία στην "...

Α.Ε.". Ότι δεν αποδείχθηκε η διανοία κυρίου και με καλή πίστη άσκηση εμφανών υλικών πράξεων από τον Δήμο Ερμούπολης και τον φερόμενο ως δικαιοπάροχό του συνοικισμό, που βρισκόταν το επίδικο με την ονομασία "Κοινότητα ...", ο οποίος προσαρτήθηκε στο ως άνω Δήμο με το από 10-9-1913 Βασιλικό Διάταγμα και ότι δεν κατέστη ο εν λόγω Δήμος κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με συνέπεια την μη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου αυτού στον εκάστοτε δικαιοδόχο με αποτέλεσμα η εταιρεία "...

Α.Ε", ως αποκτήσασα παρά μη κυρίου να μη κατέστεί κυρία του επιδίκου. Ότι αντιθέτως το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριο του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Β.Ρ.Δ., διότι από το έτος 1839 που άρχισε την ανέγερση των κτιρίων του ..., που αποπερατώθηκε το έτος 1840 και λειτούργησε μέχρι το έτος 1900, η επίδικη έκταση των 12.030 τ.μ αποτελούσε τον περιβάλλοντα ζωτικό χώρο των κτιριακών αυτών εγκαταστάσεων του ... (στη συνέχεια ...

και φυλακών) που εκτείνεται βόρεια, δυτικά και ανατολικά αυτών μέσω της οποίας παρείχετο η δυνατότητα πρόσβασης στα επιμέρους κτίρια και περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο νεμόταν αυτήν, ασκώντας με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις (εποπτεία, φύλαξη κλπ) και οπωσδήποτε μέχρι το 1915 συμπληρώνοντας έτσι υπερτριακονταετή νομή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά το Β.Ρ.

Δίκαιο, αλλά και μέχρι και το έτος 1955 (που λειτούργησαν στο χώρο αυτό οι επανορθωτικές φυλακές), αλλά και μετέπειτα. Ότι εφόσον το τελευταίο είχε συμπληρώσει (υπέρ) 30ετή νομή επί του επιδίκου, απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα αυτού και δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας από τρίτους, από το 1915 και εφεξής, αναγνωριζόμενης πλέον και πλασματικής νομής υπέρ του Δημοσίου, έτσι ώστε ανεξάρτητα από την άσκηση ή μη πράξεων νομής επί του επιδίκου, να θεωρείται νομέας αυτού το Ελληνικό Δημόσιο.

Με πλεοναστική αιτιολογία περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν απετέλεσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας ούτε ήταν δεκτική εξουσιάσεως λόγω του χαρακτήρα του εδάφους της (χορτολιβαδικής μορφής, τμήμα της έκτασης έχει έδαφος βραχώδες και άγονο με ήπια έως μέτρια κλίση και κατά θέσεις καταλήγει σε βραχώδη ακτή, μεγάλο δε τμήμα της καλύπτεται από αλμυρίκια φυτευθέντα τεχνητώς από το 1960 και εφεξής) και ουδέποτε, πράγματι, εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη, υπό την έννοια ότι δεν απετέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος, το οποίο εξελίχθηκε σε κυριότητα.

Ως εκ τούτου, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους, δικαιώματι πολέμου. Ότι όσον αφορά το δεύτερο (μικρότερο) των γεωτεμαχίων της από 23.9.2014 αγωγής, εκτάσεως 409,92 τ.μ., που ευρίσκεται στην ίδια με το προαναφερόμενο επίδικο περιοχή, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Δήμος Ερμούπολης σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν δεν κατέστη κύριος αυτού και επομένως ούτε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ως αποκτήσασα παρά μη κυρίου, αλλά αντιθέτως ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριο αυτού, σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναφέρονται και ότι σε κάθε περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στην μεταβιβασθείσα με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ...

δωρητήριο συμβόλαιο από το Δήμο Ερμούπολης στη Δ.Ε.Τ.Α.Ε., επίδικη έκταση των 12.030 τ.μ.. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι η υποβληθείσα (αντ)ένσταση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας "... Α.Ε.", επί των ενστάσεων περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του, υπό τα εκτιθέμενα δεν θεμελιώνεται κατά νόμο, αφού η (αντ)ενιστάμενη αρνείται την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και ως προς την επικουρική της βάση κρίθηκε ότι η συμπεριφορά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με την δήλωση του επιδίκου στο Εθνικό Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία του δεν συνιστά καταχρηστική άσκησή του δικαιώματός του, το οποίο ασκήθηκε νόμιμα προς διασφάλιση της δημόσιας περιουσίας.

Α) Επί της από 20-6- 2019 αίτησης αναίρεσης του ΟΤΑ -Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ- ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" και του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "... Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης".

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε τις καταγραφές στο Γενικό Βιβλίο καταγραφής Δημοσίων κτημάτων, που αφορούσε το όμορο του επιδίκου κτηριακό συγκρότημα του ...

δημόσιο κτήμα 8 (...), δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα και ειδικότερα α) την από την από 12-12-1940 καταγραφή του ομόρου του επιδίκου "ως μεμονωμένο οικοδόμημα επί της νότιας βουνώδους ακτής του λιμένος αποτελεί οικοδομικό συγκρότημα εις θέσιν ... Ερμούπολης, εκτάσεως 4.675 τ.μ.", β) την παλαιά καταγραφή του αυτού δημοσίου κτήματος ...

όπου αναφέρεται ως δημόσιο κτήμα με αυξ. αριθμ. 8 "Μεμονωμένο οικοδόμημα επί της νότιας βουνώδους ακτής του Λιμένος" και στις παρατηρήσεις επισημειώνεται "Ισόγεια λιθόκτιστα οικήματα χρησιμοποιούμενα παρά του Δημοσίου ως Φυλακαί και ως Άσυλον Φρενοβλαβών. Ανηγέρθησαν προ πολλού χρόνου παρά του Δημοσίου επί βουνώδους εκτάσεως, επισκευασθέντα μεταγενεστέρως" και περαιτέρω " Διαγράφεται τμήμα 3.020 τ.μ που πωλήθηκε στο Νεώριο", "Εξεποιήθη εις Α.Ε Νεώρια και Μηχανουργεία Σύρου εκδοθέντος του υπ'αριθμ. 45.510/29-12-1969 του Υπουργ.

Οικονομικών...", γ) Καταγραφή στο αυτό βιβλίο όπου επισημειούται "Αύξων αριθμός βιβλίου γενικής καταγραφής : 8 παλαιό οικοδόμημα στη θέση ... Ερμουπόλεως, εκτάσεως 2.564 τ.μ" και στις παρατηρήσεις "Παλαιό οικοδόμημα το οποίο εχρησιμοποιείτο πολύ παλαιά σαν άσυλο φρενοβλαβών και είναι τμήμα του Δημοσίου Κτήματος με στοιχεία Α..., το οποίο παραμένει στην κυριότητα του Δημοσίου, μετά την πώληση του άλλου τμήματος που εστεγάζοντο παλαιά οι ..." δ) στην από 8 Δεκ. 1941 καταγραφή για το δημόσιο κτήμα ΒΚ επισημειούται ότι το Δημόσιο ακίνητο "..." είναι "ΚΤΙΡΙΟ" μέρος του οποίου επισκευάσθηκε τότε, για να το χρησιμοποιήσουν οι Ναυτικές Αρχές κατοχής Σύρου, καθώς επίσης το ...

πωλητήριο του Υπουργείου Οικονομικών συνοδευόμενο με το σχεδιάγραμμα Φυλακών Σύρου, με το να δεχθεί ότι η καταγραφή, του έτους 1940, στο βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων, μόνο κτισμάτων, εδράζεται επί του γεγονότος ότι οι υπάλληλοι του Οικονομικού Υπουργείου, δεν ήταν εξειδικευμένοι επιστήμονες και δεν είχαν ούτε τα μέσα αλλά ούτε και τις γνώσεις, για να καταγράψουν τον περιβάλλοντα χώρο, (δηλαδή το επίδικο), αφού αυτός ως άγονη πετρώδης έκταση δεν είχε αξία από μόνος του, αλλά ως αποτελών ενιαίο σύνολο με το όλο κτήριο του ...

και κτηριακό συγκρότημα, μέσω του οποίου, κατά το Εφετείο, επραγματοποιείτο η πρόσβαση των προσερχομένων σ'αυτό και παρέκαμψε ότι και στην συμπληρωματική εγγραφή του έτους 1969 αναγράφεται ότι μετά την εκποίηση τμήματος του εν λόγω ακινήτου προς το "...", επισημειούται πως η εναπομείνασα έκταση περιορίζεται στα 2.564 χωρίς περιβάλλοντα ή παρακολουθηματικό χώρο του εν λόγω και ν'απορρίψει τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων περί κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και να αποδεχθεί τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας.

Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο ως δικαστήριο ουσίας ορθά ανέγνωσε το περιεχόμενο των προαναφερομένων εγγράφων, τα οποία αξιολόγησε και εκτίμησε σε συσχετισμό και με άλλα αποδεικτικά μέσα για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη κτήσεως κυριότητας του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο Δήμο Ερμούπολης με έκτακτη χρησικτησία, αλλά αντιθέτως περί κτήσεως της κυριότητας αυτού από το Ελληνικό Δημόσιο με χρησικτησία κατά το ΒΡΔ, πόρισμα το οποίο είναι διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο λόγος αυτός αναφέρεται στη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 62 Ν. 998/1979 και των διατάξεων του ισχύοντος όσο και πάντων των προϊσχυσάντων κωδίκων περί νομοθεσίας Κωδίκων περί Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3.463/2006,3852/2010,Π.Δ 410/1995....

Δημοτικός Κώδικας Όθωνος κοκ) που αφορούν την Δημόσια και Ιδιωτική περιουσία αυτών, με το να δεχθεί ότι η επίδικη έκταση δεν απετέλεσε δημοτική καθαρή ιδιοκτησία και ότι αυτός (Δήμος) δεν ήταν μέρος του όλου Δημοσίου και δεν προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής επί του επιδίκου και δεν κατέστη (ο Δήμος) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και περαιτέρω ότι το επίδικο περιήλθε μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου και ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Οι αιτιάσεις του λόγου αυτού αναίρεσης είναι απορριπτέες, προεχόντως ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές διατάξεις και το περιεχόμενό τους, των κωδίκων Νομοθεσίας περί Δήμων και Κοινοτήτων που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, πλην της παραπομπής, σε ορισμένες σελίδες της προσβαλλομένης και του κατά την εκδοχή τους (αναιρεσειόντων) πραγματικού της μέρους και μεμονωμένων κατ'επιλογή τους και αποσπασματικών παραδοχών.

Εξάλλου, οι αιτιάσεις αυτές είναι αποριπτέες και ως αλυσιτελείς, κατά το μέρος που πλήττεται η πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Οθωμανικού κράτους δικαιώματι πολέμου, ενώ δεν πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων Δήμος δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με συνέπεια τη μη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στον εκάστοτε δικαιοδόχο, ενώ αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριο της επίδικης έκτασης δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας κατά το Β.Ρ.Δ., που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον αγωγικό αυτών ισχυρισμό περί κτήσεως της κυριότητας της επίδικης εκτάσεως από τους αναιρεσείοντες Δήμο από το έτος 1833 μέχρι το 1995, την ... το 1995 και εν συνεχεία από το έτος 1995 την "... Α.Ε" με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο. Σύμφωνα με τις παραδοχές όμως της προσβαλλόμενης απόφασης όπως αναφέρονται παραπάνω ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω δε οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση με τον ίδιο λόγο ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν τα παρακάτω αποδεικτικά έγγραφα ήτοι: 1.Το συμβόλαιο υπ'αριθ. ..., συνταχθέντος υπό του τότε συμβολαιογράφου Σύρου ..., 2.Το από 30.04.1970 έγγραφο της "...

Α.Ε.", 3. Η από 04.05.1970 Εισηγητική Έκθεση του τότε Δημάρχου Ερμουπόλεως Στ. Βαφία, προς το Δημοτικό Συμβούλιο Ερμουπόλεως 4. Το υπ'αριθ. πρωτ. 15.029/07.05.1970 έγγραφο του τότε κρατικού Νομάρχη Κυκλάδων, 5.Τα υπ'αριθ. πρωτ. ... έγγραφα του τότε κρατικού Νομάρχη Κυκλάδων, 6. Την από 18.03.1971 Έκθεση της επιμετρητικής και εκτιμητικής Επιτροπής της κρατικήc Νομαρχίας Κυκλάδων, 7.Το Ψήφισμα υπ'αριθ. ...

του Δημοτικού Συμβουλίου Ερμουπόλεως, 8.Η υπ'αριθ. πρωτ. 5.897/07.09.1971 επιστολή του αυτού ως ανωτέρω Δημάρχου προς τους ιδιοκτήτες του "Νεωρίου", 9.Τα υπ'αριθ. πρωτ. 28.967/11.10.1971 και 30.758/18.10.1971 έγγραφα της κρατικής Νομαρχίας Κυκλάδων, 10. Το υπ'αριθ. ... Ψήφισμα Δημοτικού Συμβουλίου Ερμουπόλεως, 11.Τα υπ'αριθ. πρωτ. ... έγγραφα της κρατικής Νομαρχίας Κυκλάδων, 12.

Η υπ'αριθ. πρωτ. ... υπ'αριθ. 1.277 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, 13. Η υπ'αριθ. πρωτ. 528.280/20.12.1971 απόφαση του Υπουργού αναπληρωτού Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, 14.Το υπ'αριθ. πρωτ. 74365/08.03.1972 έγγραφο του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, 15. Το από 07.07.1973 τοπογραφικό του Π. Σ., 16.

Το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του τότε Δημάρχου Ερμουπόλεως, προς την Δ.Ο.Υ. Σύρου, 17.Το από ... πωλητήριο του Υπουργού Οικονομικών, 18. Το υπ' αριθ. ... δωρητήριο συμβόλαιο συνταχθέντος υπό της συμβολαιογράφου Σύρου Ε. Α.-Α., 19. Το υπό ημερομηνία 17ης.08.1994 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Δ. Β., 20. Το υπ'αριθ. ...

δωρητήριο συμβόλαιο συνταχθέντος υπό της συμβολαιογράφου Σύρου Ε. Σ.-Β., 21.Το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο συστάσεως ανωνύμου εταιρίας της "... Α.Ε.", συνταχθέντος υπό της συμβολαιογράφου Σύρου Αικατερίνης I. Τσόπελα, 22.(α) Η απόφαση υπ'αριθ. 217/07.10.1988 του Δημοτικού Συμβουλίου Ερμουπόλεως, (β) το υπ'αριθ. πρωτ. ... της 28ης.06. 1990 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, (γ) Το έγγραφο με αριθ.

πρωτ. ..., το εμπεριέχον την απόφαση υπ'αριθ. 6/1995 του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κυκλάδων, (δ) το υπ' αριθ. πρωτ. ... της 10.10.1995 έγγραφο της Δ/νσης δημόσιας περιουσίας της γεν. δ/νσης φορολογίας & Δ.Π. του Υπουργείου Οικονομικών, (ε) το υπ'αριθ. πρωτ. ... της 14.04. 1997 έγγραφο της ίδιας Δ/νσης δημόσιας περιουσίας της γεν. δ/νσης φορολογίας & Δ.Π.

του Υπουργείου Οικονομικών, 23. (α) Το υπ'αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του αναιρεσείοντος Δήμου, προς τον Υπουργό Οικονομικών απευθυνόμενο, (β) Το υπ'αριθ. πρωτ. 766/17.02.1997 έγγραφο του αναιρεσείοντος Δήμου, προς την Υπουργό Ανάπτυξης απευθυνόμενο, (γ) το υπ'αριθ. πρωτ. 8.279/16.12.1999 έγγραφο του αναιρεσείοντος Δήμου προς την "Δ/νση Αποστήλωσης Νεωτέρων Μνημείων", (δ) το υπ'αριθ.

πρωτ. 21.340/23.12. 1999 έγγραφο του Δ/ντή του Γραφείου Υφυπουργού του Υπουργείου Οικονομικών, (ε) το υπ' αριθ. πρωτ. 1.540/01.03.2000 έγγραφο του αναιρεσείοντος Δήμου και Δημάρχου, προς την Δ/νση δημόσιας περιουσίας της γεν. Δ/ νσης φορολογίας & Δ.Π. του Υπουργείου Οικονομικών, (στ) το υπ' αριθ. πρωτ. 2.494/20.04.2000 έγγραφο του αναιρεσείοντος Δήμου και Δημάρχου, προς τον Υφυπουργό Οικονομικών απευθυνόμενο, 24.Το από 12.09.1996 και υπ'αριθ.

πρωτ. Τ/1165 "Ιδιωτικό Συμφωνητικό" -δημόσια διοικητική σύμβαση, 25.Το υπ'αριθ. 5/1994 Πρακτικό Συμβιβασμού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σύρου. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην σχετική νομική σκέψη, δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "..το επίδικο περικλειόταν από δύο μανδρότοιχους και ότι δήθεν το επίδικο αποτελούσε ζωτικό χώρο του συγκροτήματος του ...", χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος καθόσον τα παραπάνω δεν αποτελούν παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα περί αποδοχής ή απορρίψεως του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων εναγόντων αλλά επιχειρήματα του Εφετείου προς υποστήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επίσης, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι οι αναιρεσείοντες, για τη θεμελίωσή του, δεν επικαλούνται ότι το δικαστήριο δέχθηκε τα ανωτέρω περί της απόδειξης του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι` αυτόν ή χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό, αλλά ότι δεν αποδεικνύονται από κάποιο έγγραφο και αντικρούονται από τα αποδεικτικά μέσα που οι ίδιοι αναφέρουν, πλήττοντας όμως έτσι την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την απόδειξη του ανωτέρω αναφερόμενου ισχυρισμού και το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, φωτογραφίες και τα λοιπά έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι , δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη αιτίαση.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη, στο ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του, τα έγγραφα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και ειδικότερα αναφέρονται στον πιο πάνω τρίτο αναιρετικό λόγο, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, αν τα είχε λάβει υπόψη, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν καθορίζουν στο λόγο αυτό, για την απόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού προσκόμισαν τα πιο πάνω έγγραφα. Σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και " ...

τα λοιπά έγγραφα έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι....", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως, σε ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά (βλ.

σελ. 19, 20,27,28, 31,32,39,41, 44), χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Ο με τον ίδιο αριθμό (12) λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβαλλόμενος σωρευτικά με αυτόν από τον αριθμό 11γ', χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του ίδιου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' Κ.Πολ.Δ.

προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψιν των νομίμως επικαλούμενων και προσκομισθέντων προαναφερομένων εγγράφων λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας. Τούτο δε διότι, όπως στην οικεία νομική σκέψη έχει αναφερθεί, αφού το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά μέσα, είναι αδύνατον να τους προσέδωσε ή να μη τους προσέδωσε την οικεία από το νόμο αποδεικτική τους δύναμη.

Σε κάθε περίπτωση δε ο εν λόγω λόγος δεν ιδρύεται, καθ' όσον, υπό τα παρατιθέμενα περιστατικά, το Εφετείο δεν απέδωσε σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μείζονα ή ήσσονα αποδεικτική δύναμη εκείνης, την οποία καθορίζει ως προς αυτό ο νόμος. Με τον έκτο και τελευταίο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1,19 και 20 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και παραμόρφωσε το περιεχόμενο κρισίμων για την υπόθεση εγγράφων.

Ως προς το τρίτο σκέλος, το οποίο ταυτίζεται με το πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο λόγος τυγχάνει απορριπτέος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται κατά την απόρριψη του πρώτου λόγου. Ο ίδιος λόγος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται α) οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα για την ερμηνεία των κανόνων αυτών ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, ενώ οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης παρατίθενται αποσπασματικά και επιλεκτικά, και περαιτέρω δεν προσδιορίζονται ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση προκειμένου οι αιτιολογίες να είναι πλήρεις και επαρκείς.

Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για την θεμελίωση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης με το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλουμένων παραβάσεων πλήττουν, ανεπίτρεπτα, την μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (του Εφετείου), αφού τα όσα διαλαμβάνονται, συνιστούν την κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρήματα αυτού εξαγόμενα από τις αποδείξεις, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ' αυτόν αποδεικτικού πορίσματος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα του που υπέβαλε με τις προτάσεις του σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), ενώ δεν επιβάλλονται δικαστικά έξοδα υπέρ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ελλείψει αιτήματος.

Β) Επί της από 20-7-2020 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση. Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η πρωτόδικη, όσο και η εφετειακή απόφαση, η τελευταία όμως μόνο ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο (Α.Π 997/2020, Α.Π 1687/2018 , 968/2015, ΑΠ 1687/2010). Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516 και 517 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον εκκαλούντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικό του, από τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ενώ η έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου μέσου, ως απαράδεκτου (Α.Π 1116/2021, ΑΠ 208/2015). Το έννομο συμφέρον αποτελεί, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή έννομης προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και όχι το λόγο από τον αρ. 14, εφαρμογή του οποίου ανακύπτει, μόνο όταν στο δικόγραφο δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1292/2019, ΑΠ 270/2015).

Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτής, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι αυτή δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση της από 3-2-2017 εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το επίδικο γεωτεμάχιο που περιγράφεται στην αγωγή της, των 12.496,81 τ.μ., την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη.

Από την επισκόπηση της πρωτόδικης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η από 23-9-2014 αγωγή της πιο πάνω αναιρεσείουσας με την 44/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, διορθωθείσα με την υπ'αριθμ. 7/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ως προς το επίδικο γεωτεμάχιο εμβαδού 12.490,82 τ.μ., κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες κατ'άρθ. 6 παρ.3 περ.ε' Ν.2664/1998 τεχνικές προϋποθέσεις απεικόνισης των αιτούμενων γεωμετρικών μεταβολών στα κτηματολογικά διαγράμματα, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 14321115/ΕΠΕΑ-ΔΛΚ 2036/1.4.2015 εισήγηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ Α.Ε" και ως προς το επίδικο γεωτεμάχιο των 409,82 τ.μ κρίθηκε απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της, όπως και παραπάνω έχει αναφερθεί.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι η από 3-2-2017 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του πρώτου των εφεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσιβλήτου ".....ασκείται απαραδέκτως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, όσον αφορά το ένα των επιδίκων ακινήτων της ένδικης από 23-9-2014 αγωγής της, εμβαδού κατά νεότερη καταμέτρηση 12.496,81 τ.μ., το οποίο ταυτίζεται με το επίδικο της από 16-5-2008 ένδικης αγωγής όπου φέρεται εμβαδού 12.030 τ.μ, καθόσον κατ'αποδοχή του αιτήματος της από 16-5-2008 ένδικης αγωγής, όπου φέρεται εμβαδού 12.030 τ.μ αναγνωρίστηκε ως έχουσα δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επ'αυτού, από δε το διατακτικό και τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης δεν παράγεται βλαπτικό δεδικασμένο για τα συμφέροντά της.

Πρέπει, επομένως, κατά το εν λόγω σκέλος της, η υπό κρίση (από 3-2-2017) έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη...". Σύμφωνα με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται, η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης εφέσεως είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση της από 3-2-2017 έφεσής της, καθόσον με την προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση είχε ηττηθεί εν όλω αφού η αγωγή της κρίθηκε απορριπτέα και για τα δύο επίδικα γεωτεμάχια, ενώ περαιτέρω εσφαλμένα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν δημιουργείται βλαπτικό δεδικασμένο από το διατακτικό και τις αιτιολογίες που αφορούσε την από 16-5-2008 συνεκδικαζόμενη αγωγή των Δήμου Ερμούπολης και της "Δημοτικής Επιχείρησης Τουριστικής Ανάπτυξης Ερμούπολης" κατά του Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον το αιτιολογικό και το διατακτικό αυτό αφορούσε διαφορετική αγωγή και διαδίκους και όχι την αναιρεσείουσα, ως προς την οποία τόσο κατά το σκεπτικό της εκκαλουμένης απόφασης όσο και κατά το διατακτικό της, η αγωγή της κρίθηκε απορριπτέα και ειδικότερα ως προς το γεωτεμάχιο των 12.496,81 τ.μ ως απαράδεκτη.

Συνεπώς, η αναιρεσείουσα παραδεκτά άσκησε την πιο πάνω έφεση και για το ως άνω γεωτεμάχιο και έσφαλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως βάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνοντας την έφεση της απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος για το ως άνω γεωτεμάχιο (των 12.496,81 τ.μ.) δεκτού γενομένου ως βασίμου του λόγου αυτού, παρελκομένης της έρευνας του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης, το οποίο καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης που έγινε δεκτός.

Κατ' ακολουθείαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε την από 3-2-2017 έφεση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ", κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σκέλος της που αφορά το επίδικο ακίνητο με φερόμενη έκταση 12.496,81 τ.μ.. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της υπό κρίση αναίρεσης με τους τρίτο, τέταρτο πέμπτο και έκτο λόγους από τους αριθμούς 13, 1,19 και 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι απαράδεκτες ως προς το επίδικο ακίνητο το φερόμενο με επιφάνεια 12.496,81 τ.μ., διότι σ'αυτούς δεν περιλαμβάνεται λόγος αναίρεσης, αναφορικά με την κρίση του Εφετείου για την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην οικεία νομική σκέψη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε, εξαιτίας αυτής α) να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ή αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση που σκοπήθηκε ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων ή β) να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 1935/2017).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η προσβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες στο διατακτικό ή στο με προσόντα διατακτικού αιτιολογικό, που εμποδίζουν την εκτέλεσή της, κ.λ.π. και να προσδιορίζονται αυτές και η μεταξύ τους αντίφαση διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π.1368/2021, Α.Π. 140/2010, Α.Π. 570/2010).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ειδικότερα αιτιάται ότι α) ενώ με την ασκηθείσα έφεσή της παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής της ως απαράδεκτης με την πρωτόδικη απόφαση, επειδή δεν συντρέχουν οι τεχνικές προϋποθέσεις απεικόνισης των αιτουμένων γεωμετρικών μεταβολών στα Κτηματολογικά διαγράμματα, αντιφατικώς η ίδια απόφαση δέχεται την αγωγή του Δήμου ως πλήρως ορισμένη, ο οποίος ούτε κτηματολογικά διαγράμματα είχε προσαγάγει ούτε εισήγηση του Εθνικού Κτηματολογίου και β) Ότι η προσβαλλόμενη δέχεται ορισμένη την αγωγή για το συνεχόμενο του πρώτου εδαφικό τμήμα των 409 τ.μ και χωρεί στην κατ'ουσίαν εξέτασή του, ενώ, αφού είχε κριθεί η αγωγή της ως απαράδεκτη για το μεγαλύτερο ακίνητο (με την πρωτόδικη απόφαση), για τον ίδιο λόγο έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη και για το μικρότερο και τανάπαλιν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα δεν αφορούν αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε και μόνον ιδρύεται, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 355 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο διατάσσει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διενέργεια ή όχι αυτοψίας σε κάποια δίκη εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής του αποδεικτικού τούτου μέσου (ΑΠ 402/2016).

Επομένως, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, (ΑΠ 1533/2017). Συνακόλουθα τούτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, της εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως με την σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος της ενάγουσας εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας περί διενέργειας αυτοψίας ως προς το επίδικο των 409,82 τ.μ., προκειμένου να κριθεί ο ορθός προσδιορισμός των ορίων αυτού, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, η έστω και σιωπηρή απόρριψη αιτήματος περί αυτοψίας.

Περαιτέρω. οι αιτιάσεις του τέταρτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως προς την αποδοχή του ισχυρισμού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου των 409,82 τ.μ.

με την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων περί κτήσεως της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου με χρησικτησία κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και κτήσεως κυριότητας ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου και της διατάξεως του άρθρου 62 του Ν. 998/1979 και του έκτου λόγου με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 συνισταμένη στην ευθεία παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ, ως προς την αντένσταση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, στον άνω ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου αυτού, είναι απορριπτέες, προεχόντως ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα επικαλούμενα με τους λόγους αυτούς, πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί μη κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου αυτού από τον Δήμο Ερμούπολης με έκτακτη χρησικτησία και κατ'επέκταση από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ως αποκτήσασα παρά μη κυρίου, ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατά το Β.Ρ.Δ., και κατά την πλεοναστική αιτιολογία δικαιώματι πολέμου ως διάδοχος του Οθωμανικού κράτους, ενώ δεν πλήττεται επιτυχώς η επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο των 409,82 τ.μ.

δεν περιλαμβάνεται στην μεταβιβασθείσα από τον Δήμο Ερμούπολης στην Δ.Ε.Τ.Α.Ε. έκταση των 12.030 τ.μ.. Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος για το επίδικο ακίνητο των 409,82 τ.μ είναι και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 12 και 13 Κ.Πολ.Δ με την επίκληση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε την κυριότητα επί του επιδίκου με τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση αρκέστηκε σε συμπεράσματα και σε αγνώστου προελεύσεως πληροφορίες σε μονογραφίες για το ιστορικό της Ερμούπολης και σύνταξη σχεδίων για την ανέγερση των σχεδίων, προκειμένου να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας της όλης επίδικης έκτασης και ν'απορρίψει την αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή της.

Τούτο δε διότι οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πλήττουν απαραδέκτως την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, όπως ισχύει, η επιστροφή του παραβόλου σε εκείνον που το κατέθεσε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 28-7-2020 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου.

Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), ενώ δεν τίθεται ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων υπέρ της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ Α) την από 20-6-2019 αίτηση των 1. ΟΤΑ -Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" 2. Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία " ... Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης" και β) από 20-7-2020 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ'αριθ. 46/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-6-2019 αίτηση αναίρεσης των 1. ΟΤΑ -Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" 2. Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία " ... Μονομετοχική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ερμούπολης".

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου εις βάρος των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-7-2020 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α. Ε." ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ο.Τ.Α. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΥΡΟΥ - ΕΡΜΟΥΠΟΛΗΣ" και ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." αντίστοιχα και δέχεται αυτήν ως προς το πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθ. 46/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου σ'εκείνον που το κατέθεσε.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ