Legislator Case Law & Legislation
1147/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final district court judgment due to lack of legal interest and insufficient grounds.

Case Number 1147/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Samos's appeal against a final district court decision. The appellant argued the lower court violated substantive law but failed to cite specific provisions or provide adequate reasoning. The court found the appeal inadmissible because the appellant suffered no legal interest, as the district court had already rejected the request for provisional execution against the municipality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant suffers no legal interest, which requires a disadvantageous ruling against them, and if the grounds for appeal are vague or lack specific legal citations.

Keywords

AI generated
legal interest requirement inadmissible appeal final judgment substantive law violation provisional execution municipal immunity code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 518(1) of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 909(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 276(1) of Law 3463/2006
Article 281(2) of Law 3463/2006
Article 285 of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1147 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1147/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΣΑΜΟΥ" που εδρεύει στην Σάμο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Φλέσσα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Λ.. Κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου.

Εκδόθηκε η 100/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/11/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα.

Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 318/2017).

Υπό τα δεδομένα αυτά η ασκηθείσα στις 13-11-2017 και με αριθ. κατάθ. 2/2017 από το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Σάμου" ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 100/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, και με αυτή έγινε δεκτή η από 21-12-2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος για καταβολή του ποσού των 14.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από το νομίμως προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον απόσπασμα του πρακτικού …/ …-12-2018 συνεδρίασης της Οικονομικής Επιτροπής αυτού και το υπ' αριθ. …/…-1-2019 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Σάμου Θεμιστοκλή Κ. Δημόπουλου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Γ.Φλέσσα να παραστεί κατά τη εκδίκαση της αίτησης ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενέκρινε και όλες τις προηγούμενες πράξεις και συνεπώς και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα αυτού για άσκηση έφεσης κατά της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 12, 11/2013, 3/2012, 42, 28/2011, 18/2009, 6, 12, 14/2007, 10/2003, κ.ά.).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 1/2016, 3/2012, 29/2011). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ( Α.Ε.Δ. 1/2016, 12, 11/2013, 3/2012, 28/2011, 18/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 21-12-2015 αγωγή του ιστορούσε, ότι δυνάμει προφορικής συμβάσεως έργου, που καταρτίστηκε την 20η Απριλίου 2014, μεταξύ αυτού και του τότε Δημάρχου του αναιρεσείοντος (Δήμου Σάμου), Σ.

Θ., ως νόμιμου εκπροσώπου του τελευταίου, ανέλαβε να εκτελέσει τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή τεχνικά έργα, ήτοι τη διάνοιξη γεωτρήσεως στη θέση "..." του Δ/Δ ..., αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 14.000 ευρώ, καταβλητέας την 29η Απριλίου 2014. Ότι εκτέλεσε το συμφωνηθέν έργο και το παρέδωσε κατά την άνω ημερομηνία, πλην όμως παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, το εναγόμενο, αρνείται να του καταβάλει μέχρι και σήμερα τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ποσού 14.000 ευρώ, με αποτέλεσμα αυτό, να έχει καταστεί εν τέλει με τον τρόπο αυτό αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος του.

Ζήτησε δε, ενόψει της ακυρότητας της ως άνω συμβάσεως έργου, ανάμεσα στον ίδιο και στο εναγόμενο, η οποία δεν περιβλήθηκε το συστατικό τύπο του εγγράφου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ποσό των 14.000 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Ακολούθως το Ειρηνοδικείο, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων επί της άνω αγωγής, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την προβληθείσα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος Σάμου", ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, με την παραδοχή ότι πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, που αναφύεται από σύμβαση συναφθείσα μεταξύ Δήμου και ιδιώτη με απευθείας ανάθεση και αφορά εκτέλεση έργου, η οποία σύμβαση, εφόσον δεν υπάγεται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς, ανήκει από τη φύση της στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζεται από αυτό, λαμβανομένου υπόψη ιδιαιτέρως του προφορικού χαρακτήρα αυτής.

Με την κρίση του αυτή το Ειρηνοδικείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι εισάγεται διαφορά από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, διότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος σωρευτικά για να χαρακτηρισθεί η σύμβαση διοικητική και να υπάγεται κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, και ειδικότερα, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη του προφορικού χαρακτήρα της, δεν προκύπτει η συνδρομή της ύπαρξης κανονιστικού καθεστώτος, ή η διαπίστωση της προβλέψεως ή μη σε αυτή ρητρών που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, που περιάγουν το αναιρεσείον σε υπερέχουσα θέση έναντι του αναιρεσίβλητου, ανεξαρτήτως του σκοπού στον οποίο αυτή απέβλεπε.

Κατ'ακολουθίαν, η ένδικη σύμβαση είναι σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική και, συνεπώς, η υπό κρίση, εξ αυτής, διαφορά εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 560 αρ. 3 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο όρος "ζήτημα" αναφέρεται σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση και επομένως στηρίζει το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και έτσι η έλλειψη αιτιολογίας ή η ανεπαρκής αιτιολογία προκαλεί έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω παράβασης, υπό τις αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές, διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και όχι του δικονομικού δικαίου (ΑΠ 95/2006, ΑΠ 1333/2000, ΑΠ 1345/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης αναπτύσσεται στις σελ. 5-8 του αναιρετηρίου, χωρίς να προκύπτει το περιεχόμενο των 6ης και 7ης σελίδων, αφού από την σελίδα 5 γίνεται μεταπήδηση στη σελ. 8. Έτσι, δεν υπάρχει συνέχεια στο κείμενο και δεν μπορεί να εκτιμηθεί το συνολικό περιεχόμενο του αναιρετικού λόγου, ο οποίος, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 992/2010).

Σε κάθε δε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον, προβάλλοντας την από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένσταση του περί αοριστίας της αγωγής, "χωρίς να χρησιμοποιεί αιτιολογία ή χρησιμοποιώντας ανεπαρκή αιτιολογία", δεν μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα της ελάσσονος πρότασης, ως προς την παραβίαση ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, όπως απαιτείται για την ίδρυση του άνω από τον αριθ. 6 λόγου, κατά τα εκτιθέμενα στην άνω μείζονα σκέψη, αλλά για παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, καθόσον στην πραγματικότητα βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, όπως είχε προβάλλει με σχετική ένστασή του.

ΙV. Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, "επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 184/2017).

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1999, ΑΠ 148/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά τα οικεία μέρη του, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, διότι "η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας την άρνησή μας του νόμου και βασίμου της παρούσας αγωγής...προέβη σε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να χρησιμοποιεί αιτιολογία ή χρησιμοποιώντας ανεπαρκή αιτιολογία".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, ως προς μεν την αιτίαση από τον αριθ. 1, διότι δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διατάξεις συγκεκριμένου ουσιαστικού κανόνα που παραβιάστηκαν και δεν εξειδικεύεται το νομικό σφάλμα της απόφασης, ως προς δε την αιτίαση από τον αριθ. 6, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η νόμιμη βάση αυτής, με την παράθεση του συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες και ποιες επιπλέον έπρεπε να περιέχει.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, και πρέπει να έχει ο αναιρεσείων, θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττημένος διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς, αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Βλάβη δε του διαδίκου υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, και επομένως η βλάβη, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη.

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον ίδιο ως άνω τρίτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρέβη τη διάταξη του άρθρου 909 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι δεν μπορεί να κηρυχθεί προσωρινή εκτέλεση κατά των δήμων και κοινοτήτων και έκρινε ως νόμιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής.

Πλην όμως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο έκρινε νόμιμο το σχετικό αίτημα και στη συνέχεια το απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, το αναιρεσείον δεν υπέστη βλάβη. Συνακόλουθα, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

VI. Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατ` άρθρ. 276 παρ.1 και 281 παρ.2 του ν.3463/2006, σε συνδυασμό με άρθρ. 285 ν.3852/2010 και 22 παρ.1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-11-2017 αίτηση του ΝΠΔΔ ΟΤΑ Α' βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Σάμου" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 100/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου.

Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ