Supreme Court dismisses appeal against labor court awarding back pay and strike pay to employee.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a First Instance Court judgment awarding an employee back pay and strike pay. The court found the employee's right to withhold work until unpaid wages were settled was lawful and did not violate good faith principles. Consequently, the appellate court correctly applied Article 281 of the Civil Code regarding the non-abuse of this right.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; The right of an employee to withhold work until unpaid wages are paid is lawful and does not constitute abuse of rights if exercised to secure owed remuneration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1147 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1147/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ι. Θ.- Χ. Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ξ. Φ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέργιου Σκουρολιάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Τσαγκαλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 7181/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 8421/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της εναγομένης προσβάλλεται η 8421/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μετά την από 28/11/2014 έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας κατά της 7181/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η συζήτηση της οποίας έγινε ερήμην της εναγομένης και εκδόθηκε στις 13/10/2014. Με την τελευταία αυτή (πρωτόδικη) απόφαση είχε γίνει δεκτή ενόλω η από 28/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της είχε επιδικασθεί το ποσό των 14280 ευρώ ως οφειλόμενες αποδοχές για τον χρόνο υπηρεσίας της, και αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1)αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...., 2)αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε Ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3)αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα, 4)αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5)αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν....και 6)αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση....Όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ ' αυτές (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 608/2015, 91/2015, 1870/2013), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 638/2019, ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015). Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των άρθρων 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίστασης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 79/2020, ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ.19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη ή η αντιφατικότητα ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 9/2016, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 401/2019, ΑΠ 293/2018).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα περιστατικά που δέχεται η απόφαση και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομική περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από το 560 αρ.6, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.
Κατά το άρθρο 416 ΑΚ, η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση. Από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 422 ΑΚ που ορίζει ότι αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί.
Αν δεν όρισε τίποτε, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή....,προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη.
Μόνο αν ο δανειστής - αποδεχόμενος την καταβολή - αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη, υποχρεούται ν' αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με επαντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή απ' αυτόν καθαρισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ.
Ενόψει, όμως, του ότι η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή κατ' άρθρο 361 ΚΠολΔ, αυτός δε που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού αποδεικνύει αυτήν.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία, ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β' του άρθρου 422 ΑΚ, δηλαδή η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα χρέη, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή? αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη? αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή, στο αρχαιότερο? αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα.
Η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ εφαρμόζεται αναλογικά όχι μόνο όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις, αλλά και όταν πηγάζουν από την ίδια έννομη σχέση (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 531/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία. Ότι η ενάγουσα είναι τραγουδίστρια, ενώ η εναγομένη εταιρία, στο ξενοδοχείο της που βρίσκεται στο …, από ετών διατηρούσε και εκμεταλλευόταν, προς διασκέδαση τόσο των πελατών του ξενοδοχείου της, όσο και τρίτων piano restaurant με τον τίτλο "Αλέξανδρος".
Εκτός αυτού διέθετε μουσική ορχήστρα πλαισιωμένη από μουσικούς οργάνων και τραγουδιστή. Ότι προσέλαβε την ενάγουσα ως τραγουδίστρια, με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς μάλιστα το άνω εστιατόριο της εναγομένης λειτουργούσε ολόκληρο το χρόνο στον ίδιο χώρο, με μισθωτούς που απασχολούνταν σε αυτήν επί έτη.
Ειδικότερα, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 21-5-2008 και η συμφωνία τους προέβλεπε να εργάζεται επί τέσσερεις ημέρες την εβδομάδα και δη τις ημέρες Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, από ώρα 21.00 έως ώρα 01.00, αντί ημερήσιας (ορθότερα νυκτερινής) καθαρής αμοιβής 80 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 21-5-2008 έως 29-2- 2012, ενώ από 1-3-2012 και εφεξής το ημερομίσθιο διαμορφώθηκε στο ποσό των 60 ευρώ.
Σημειώνεται, ότι τα ανωτέρω συμφωνηθέντα ημερομίσθια, ήταν ανώτερα από τα νόμιμα προβλεπόμενα από τις οικείες ΣΣΕ των μουσικών. Ότι, σε εκτέλεση της άνω σύμβασης, η ενάγουσα πρόσφερε τις συμφωνημένες υπηρεσίες της από το χρόνο πρόσληψής της μέχρι 24-1-2013, εργαζόμενη επί 4 ημέρες την εβδομάδα (από Πέμπτη μέχρι και Κυριακή) και κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ώρες κάθε βράδυ.
Ότι η εναγόμενη ήδη από το έτος 2009 δεν κατέβαλε πάντοτε κανονικά και με τρόπο σταθερό στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές της, αλλά συνήθως της πλήρωνε μόνο μέρος αυτών (έναντι), με αποτέλεσμα να παραμένει κάθε φορά ανεξόφλητο υπόλοιπο, το οποίο τακτοποιείτο αργότερα. Ότι, παρά το γεγονός ότι η αταξία αυτή παρατηρήθηκε από το έτος 2009, η κατάσταση εντάθηκε περισσότερο κατά τα επόμενα έτη και οδήγησε την ενάγουσα να προβεί σε δήλωση επίσχεσης της εργασίας της.
Ότι με σχετικό λόγο έφεσης (πρώτο) η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών που η ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της έχουν εξοφληθεί, καθώς έχουν χωρήσει οι αναλυτικά αναφερόμενες καταβολές και έχουν εκδοθεί οι σχετικές ΑΠΥ που αναγράφονται στο δικόγραφο........ Επί των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, από το μήνα Ιανουάριο 2012 και εντεύθεν, κάθε μήνα πλήρωνε στην ενάγουσα μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών της και επομένως οφείλει στην παραπάνω από δεδουλευμένα ημερομίσθια τα ακόλουθα ποσά, τα οποία καθορίζονται στο παρακάτω ύψος, λαμβανομένων υπόψη των καταβολών στις οποίες η εναγομένη προέβαινε σε (έστω) άτακτα χρονικά διαστήματα, τα ποσά των οποίων (καταβολών), κατά τα μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντα, καταλογίζονταν και αφορούσαν εξόφληση οφειλών συγκεκριμένων περιόδων.
Έτσι, η ενάγουσα διατηρεί τις κάτωθι αξιώσεις, έναντι της εναγομένης, που αντιστοιχούν σε καθαρές οφειλόμενες αποδοχές, για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών: 1) Ιανουαρίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 8 ημέρες και δη στις 19, 20, 21, 22, 26, 27, 28 και 29 Ιανουαρίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (8 ημέρες Χ 80 ευρώ =) 640 ευρώ, ενώ έλαβε για το μήνα αυτό το ποσό των 180 ευρώ με συνέπεια το τελικά οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε (640 - 180=) 460 ευρώ, 2) Φεβρουαρίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 16 ημέρες και δη στις 2, 3, 4, 5, 9, 10, 11, 12, 16, 17, 18, 19, 23, 24, 25 και 26 Φεβρουαρίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (16 ημέρες Χ 80 ευρώ=) 1.280 ευρώ, 3) Μαρτίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 19 ημέρες και δη στις 1, 2, 3, 4, 8, 9, 10, 15, 16, 17, 18, 22, 23, 24, 25, 29, 30 και 31 Μαρτίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (19 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1.140 ευρώ, 4) Απριλίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 16 ημέρες και δη στις 1, 5, 6, 7, 8, 12, 14, 15, 19, 20, 21, 22, 26, 27, 28 και 29 Απριλίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (16 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 960 ευρώ, 5) Μαΐου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 17 ημέρες και δη στις 3, 4, 5, 6, 10, 11, 12, 13, 17, 18, 19, 20, 24, 25, 26, 27 και 31 Μαΐου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (17 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1020 ευρώ, 6) Ιουνίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 18 ημέρες και δη στις 1, 2, 3, 7, 8, 9, 10, 14, 15, 16, 17, 21, 22, 23, 24, 28, 29 και 30 Ιουνίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (18 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1.080 ευρώ, 7) Ιουλίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 17 ημέρες και δη στις 1, 5, 6, 7, 8, 12, 13, 14, 15, 19, 20, 21, 22, 26, 27, 28 και 29 Ιουλίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (17 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1020 ευρώ, 8) Αυγούστου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 18 ημέρες και δη στις 2, 3, 4, 5, 9, 10, 11, 12, 16, 17, 18, 19, 23, 24, 25, 26, 30 και 31 Αυγούστου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (18 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1080 ευρώ, 9) Σεπτεμβρίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 18 ημέρες και δη στις 1, 2, 6, 7, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 20, 21, 22, 23, 27, 28, 29 και 30 Σεπτεμβρίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (18 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1080 ευρώ, 10) Οκτωβρίου 2012 κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 16 ημέρες και δη στις 4, 5, 6, 7, 11, 12, 13, 14, 18, 19, 20, 21, 25, 26, 27 και 28 Οκτωβρίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (16 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 960 ευρώ, ενώ έλαβε για το μήνα αυτό το ποσά των 360 ευρώ με συνέπεια το τελικά οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε (960 - 360=) 600 ευρώ, 11) Νοεμβρίου 2012 κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 18 ημέρες και δη στις 1, 2, 3, 4, 8, 9, 10, 11, 15, 16, 17, 18, 22, 23, 24, 25, 29 και 30 Νοεμβρίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (18 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1080 ευρώ, ενώ έλαβε για το μήνα αυτό το ποσό των 960 ευρώ, με συνέπεια το τελικά οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε (1080 - 960=) 120 ευρώ, 12)Δεκεμβρίου 2012, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 21 ημέρες και δη στις 1, 2, 6, 7, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 27, 28, 29, 30 και 31 Δεκεμβρίου 2012 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (21 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 1260 ευρώ, ενώ έλαβε για το μήνα αυτό το ποσό των 420 ευρώ με συνέπεια το τελικά οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε (1260 - 420=) 840 ευρώ και τέλος 13)Ιανουαρίου 2013, κατά τον οποίο η ενάγουσα εργάστηκε 12 ημέρες και δη στις 1, 3, 4, 5, 6, 10, 11, 12, 13, 17, 18, 19 και 20 Ιανουαρίου 2013 και δικαιούται δεδουλευμένες αποδοχές (12 ημέρες Χ 60 ευρώ=) 720 ευρώ, ενώ έλαβε για το μήνα αυτό το ποσό των 480 ευρώ, με συνέπεια το τελικά οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται σε (720 - 480=) 240 ευρώ.
Ήτοι συνολικά για όλα τα παραπάνω, η εναγόμενη δεν κατέβαλε το ποσό των (460 + 1.280 + 1.140 + 960 + 1020 + 1.080 + 1020 + 1080 + 1080 + 600 + 120 + 640 + 240=) 10.920 ευρώ. Σημειώνεται, δε ότι από την εναγομένη προσκομίζονται και έτερες αποδείξεις, oι οποίες ωστόσο, ενόψει της καθυστέρησης της πληρωμής των αποδοχών της ενάγουσας, που αποδείχθηκε ότι υφίστατο και σε προγενέστερο της αγωγής χρονικό διάστημα, δεν μπορούν να καταλογιστούν στα αιτούμενα με την κρινόμενη αγωγή κονδύλια, ακόμη και αν ο χρόνος καταβολής είναι πλησιόχρονος των αγωγικών αξιώσεων της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη ότι σε αυτές άλλοτε αναγράφεται η ένδειξη "έναντι", ενώ σε άλλες αναγράφεται μόνο η ένδειξη μηνός, χωρίς ωστόσο προσδιορισμό του έτους.
Σε όλες, όμως, τις παραπάνω αναφερόμενες εξοφλητικές αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη για τον προσδιορισμό του τελικά οφειλόμενου ποσού κατά τα ανωτέρω- δεκτής ακολούθως γενομένης κατά ένα μέρος της ένστασης εξόφλησης ως βάσιμης στην ουσία της - είναι σαφής η καταβολή των ποσών που αναγράφονται και ο καταλογισμός τους σε συγκεκριμένο μήνα, με βάση τα εκεί αναγραφόμενα, με συνέπεια να μην είναι δυνατό να υπάρξει διαφορετικός καταλογισμός από το Δικαστήριο και δη στις παλαιότερες οφειλές.
Ότι η εναγόμενη δεν υπήρξε συνεπής στην τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της, καθώς ήδη από το έτος 2010, οι καταβολές των οφειλομένων αποδοχών στην ενάγουσα ήταν άτακτες και πάντοτε καθυστερημένες, παρά το γεγονός ότι η προρρηθείσα καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης παρείχε τις υπηρεσίες της προσηκόντως και ήταν συνεπής στις απορρέουσες από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεις, ακόμη και όταν η εναγομένη δεν προέβαινε στην τακτική καταβολή των αποδοχών της.
Εξ άλλου, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2009 και μετά, η εναγομένη εκδήλωσε άτακτη και καθυστερημένη καταβολή αποδοχών, όχι μόνο έναντι της εδώ ενάγουσας αλλά και έναντι άλλων εργαζομένων, οι οποίοι άσκησαν σχετική αγωγή τους". Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν την επίσχεση εργασίας, που έγινε στις 25-1-2013, από μέρους της ενάγουσας, έγιναν προς αυτήν καταβολές, οι οποίες ξεπέρασαν το ποσό των 5000 ευρώ, εντός του έτους 2012, ωστόσο οι καταβολές αυτές αφορούσαν προγενέστερα χρονικά διαστήματα, καθώς είχαν συσσωρευτεί οφειλόμενες αποδοχές της ενάγουσας παλαιότερων ετών, ενώ μετά το χρόνο της επίσχεσης ουδέν κατάβαλε στην εργαζόμενη.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο στη συνέχεια, αφού έκανε δεκτή την έφεση κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ερήμην της εναγομένης ότι οφείλονται στην ενάγουσα οι αιτούμενες αποδοχές της, έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος, δεχόμενο κατά ένα μέρος την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση εξόφλησης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για τις άνω αιτίες (οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές της για τον αιτούμενο χρόνο υπηρεσίας της) 10.920 ευρώ.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και συγκεκριμένα α)ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι οι καταβολές στις οποίες θα προέβαινε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα θα καταλογίζονταν σε συγκεκριμένο μήνα και για την οφειλή του μήνα αυτού, β)ότι βάσει της συμφωνίας αυτής προκύπτει ότι οφείλεται στην ενάγουσα για το επίδικο χρονικό διάστημα από δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 10.920 ευρώ, γ)ότι από τις υπόλοιπες αποδείξεις πληρωμής, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, τα ποσά που αναγράφονται σ' αυτές δεν μπορούν να καταλογισθούν στα κονδύλια της αγωγής, καθόσον σ' αυτές, παρότι ο χρόνος καταβολής είναι πλησιόχρονος των αγωγικών αξιώσεων, άλλοτε αναγράφεται η ένδειξη "έναντι" και άλλοτε αναγράφεται μόνο μήνας χωρίς προσδιορισμό έτους δ)ότι στις εξοφλητικές αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη για τον προσδιορισμό του οφειλόμενου στην ενάγουσα ποσού από δεδουλευμένες αποδοχές είναι σαφής η καταβολή κάθε ποσού για συγκεκριμένο μήνα, οπότε λόγω της ανωτέρω συμφωνίας, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει διαφορετικός καταλογισμός και δη στις παλαιότερες οφειλές της αναιρεσείουσας και ε)ότι από το έτος 2010 η τελευταία δεν υπήρξε συνεπής στην τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων και οι καταβολές προς την αναιρεσίβλητη ήταν άτακτες και πάντοτε καθυστερημένες, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, εφόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων.
Επομένως, ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες με το να δεχθεί ορισμένες μόνο από τις καταβολές στις οποίες προέβη προς εξόφληση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης και να μη δεχθεί ότι αυτές αφορούσαν παλαιότερα χρέη της, καθώς και ότι παρέλειψε να προβεί σε καταλογισμό στα χρέη που αυτή είχε προσδιορίσει κατά το χρόνο της καταβολής, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και γι' αυτό είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. β' ΑΚ συνάγεται ότι από τον μισθό που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο εργοδότης, ο οποίος ευρίσκεται σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας που συμφωνήθηκε αφαιρείται οτιδήποτε ωφελήθηκε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή αυτής σε άλλον. Επομένως, για τον παραπάνω καταλογισμό απαιτείται να προέκυψε πραγματική ωφέλεια για τον μισθωτό από τη ματαίωση της εργασίας του ή την παροχή αυτής με κέρδος και η ωφέλεια αυτή να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία του εργοδότη. Δεν τελεί, όμως, σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εργοδότη και επομένως δεν αφαιρείται το επίδομα ανεργίας που χορηγεί ο ΟΑΕΔ ούτε και το επίδομα που καταβάλει ο εν λόγω Οργανισμός σε περίπτωση επισχέσεως, διότι οι παροχές αυτές είναι άσχετες προς τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας του μισθωτού (ΑΠ 1451/2019, 1539/2011). Τα δε ποσά που καταβλήθηκαν για τις παραπάνω αιτίες παρακρατούνται από τον εργοδότη από το ποσό των μισθών υπερημερίας που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εργαζόμενο και ακολούθως αποδίδονται στον ΟΑΕΔ εντός δέκα πέντε ημερών σύμφωνα με το αρθρ.31 ΝΔ 2698/1953 (βλ. σχετ. ΑΠ 302/1984, ΑΠ 150/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της άνω προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα ακόλουθα, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: Ότι η εναγομένη, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα έχει εισπράξει από τον ΟΑΕΔ, λόγω της επίσχεσης εργασίας, στην οποία προέβη, το ποσό των 5338,08 ευρώ κατά το χρονικό διάστημα από 31/1/2013 έως 30/1/2014 και συνεπώς θα πρέπει το ποσό αυτό να συνυπολογιστεί και τελικά να εκπέσει από τις αιτούμενες με την αγωγή αποδοχές υπερημερίας.
Η παραπάνω ένσταση, που διώκει τον καταλογισμό στις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας, του ποσού που έχει καταβληθεί από τον ΟΑΕΔ πρέπει ν'απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι το ποσό αυτό δεν αφαιρείται κατά την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας από το Δικαστήριο, αλλά απλώς παρακρατείται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης που επιδικάζει τις αποδοχές αυτές και αποδίδει στη συνέχεια στον δικαιούχο που είναι ο ΟΑΕΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενη ειδικότερα ότι έσφαλε το Εφετείο ως προς την εφαρμογή του άρθρου 656 εδ. β ΑΚ, διότι δεν αφαίρεσε από τους μισθούς υπερημερίας που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.338,08 ευρώ, το οποίο έλαβε αυτή από τον ΟΑΕΔ ως επίδομα επίσχεσης εργασίας, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσής της, με τον οποίο ζητούσε την παραδοχή της εκ του άρθρου 656 εδ.β'ΑΚ ένστασής της.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση, που επαναφέρθηκε παραδεκτά ενώπιόν του με λόγο έφεσης, και δεν έκρινε κατ'ουσίαν αυτή, ώστε να ιδρύεται λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος διότι δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία της αναιρεσείουσας και δεν εκπίπτει το επίδομα που χορήγησε ο ΟΑΕΔ στην αναιρεσίβλητη, γιατί η παροχή αυτή δεν συνδέεται με τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας της αναιρεσίβλητης.
Από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη του, σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώσει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά.
Όμως το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για το οποίο θεσπίστηκε. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού, μεταξύ άλλων, και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπροθέσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1096/2018, 114/2017, 940/2015, 1342/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε συνέχεια των όσων ανωτέρω δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δέχθηκε και τα ακόλουθα, που αφορούν τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, ήτοι ότι: "Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ενόψει της στάσης που είχε διαμορφωθεί με την συνεχιζόμενη αταξία στις καταβολές των αποδοχών της ενάγουσας και ενώ η εναγόμενη της όφειλε το ποσό που ήδη ανωτέρω αναφέρεται, αυτή (ενάγουσα) προέβη σε δήλωση επίσχεσης της εργασίας της μέχρι την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών της, με την από 25-1-2013 εξώδικη δήλωση της, την οποία επέδωσε αυθημερόν στην εναγόμενη εταιρία.
Ότι το ανωτέρω δικαίωμα της ενάγουσας ασκήθηκε νόμιμα με σαφή δήλωσή της προς την εργοδότρια εταιρία και με σκοπό την εξασφάλιση της ικανοποίησης των ληξιπροθέσμων αξιώσεων της και δεν είναι καταχρηστικό, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρία. Και τούτο διότι, αφενός η καθυστέρηση καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών υπήρξε αξιόλογη, η δε ενάγουσα καθ' όλο το διάστημα αυτό υπέμενε την μη καταβολή των αποδοχών της, αρκούμενη σε καταβολές μικρών ποσών σε μη σταθερούς χρόνους.
Ότι η επικαλούμενη από την εναγόμενη οικονομική δυσπραγία της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει απαίτησή της να εξακολουθεί η ενάγουσα - εργαζόμενη να παρέχει την εργασία της, χωρίς να πληρώνεται για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της εταιρίας σε εργατικό δυναμικό, ώστε να μπορεί αυτή να συνεχίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα.
Εξάλλου, παρόλο που πράγματι υπήρξε πτώση του τζίρου της εναγομένης κατά τα έτη 2009 έως 2011 (τα έσοδά της είχαν φθίνουσα πορεία και δη από τα 2.393-000 ευρώ κατά το έτος 2009 στα 1.678.000 ευρώ περίπου κατά το έτος 2010 και σε 1.172.000 ευρώ περίπου κατά το έτος 2011), η καθυστέρηση δεν οφειλόταν στους λόγους που η εναγομένη επικαλείται, αλλά σε ασυνέπεια της, αφού αυτή και προηγουμένως καθυστερούσε την καταβολή των αποδοχών της ενάγουσας.
Άλλωστε, η εναγομένη αποκόμιζε σημαντικά ποσά και από κοινωνικές εκδηλώσεις (όπως δεξιώσεις για γάμους και βαπτίσεις) που γίνονταν στο ξενοδοχείο της (ένα από τα γνωστότερα στην πόλη της Θεσσαλονίκης), και όφειλε και μπορούσε να εξοφλήσει προεχόντως τις απαιτήσεις της ενάγουσας που προσέφερε προσηκόντως της εργασία της.
Και είναι αλήθεια, ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν την επίσχεση της εργασίας από την ενάγουσα, έγιναν προς αυτήν καταβολές οι οποίες ξεπέρασαν το ποσό των 5000 ευρώ, εντός του έτους 2012, ωστόσο, οι καταβολές αυτές αφορούσαν προγενέστερα χρονικά διαστήματα καθώς είχαν συσσωρευτεί οφειλόμενες αποδοχές της ενάγουσας παλαιότερων ετών, ενώ μετά το χρόνο της επίσχεσης ουδέν καταβλήθηκε στην εργαζόμενη η τελευταία απόδειξη καταβολής, από 2-1-2013, ποσού 300 ευρώ, είναι έναντι δώρου Χριστουγέννων 2012, σε ένδειξη καλής θέλησης και προσπάθειας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, αλλά η εναγόμενη εξέφρασε τη βούλησή της, να εξακολουθεί η ενάγουσα να παρέχει την εργασία της χωρίς να πληρώνεται τακτικά, καλύπτοντας, με τον τρόπο αυτό, τις ανάγκες της σε εργατικό προσωπικό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενέργεια της ενάγουσας να προβεί σε επίσχεση εργασίας δεν αιφνιδίασε την εναγόμενη, δεδομένου ότι είχαν, ήδη, προηγηθεί οι επισχέσεις άλλων εργαζομένων, με ημερομηνίες 15-3-2011, 23-12-2011, 24-1-2012, 16-2-2012, 6-2-2012, 31-7-2012 και 8-2-2012, από τις οποίες προκύπτει ότι υπήρχαν διαμαρτυρίες και οχλήσεις γενικά από τους εργαζόμενους στην εναγόμενη εταιρία, καθώς όλοι αντιμετώπιζαν πλέον πρόβλημα λόγω της μη καταβολής των αποδοχών τους.
Ακολούθως, μετά τα παραπάνω η ενάγουσα εκτίμησε ότι έπρεπε να διασφαλίσει τα νόμιμα δικαιώματά της και για το λόγο αυτό προέβη σε δήλωση επίσχεσης, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η μη πληρωμή των οφειλομένων δικαιολογείτο από εξαιρετικά δυσχερείς περιστάσεις οποίες κλήθηκε να αντιμετωπίσει η εναγόμενη.
Με βάση όλα τα παραπάνω η από 25-1-2013 άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για επίσχεση της εργασίας της, ωσότου η εναγομένη - εργοδότρια εταιρία εκπλήρωσε την υποχρέωσή της για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, είναι καθόλα νόμιμη και δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Έτσι, το νομίμως ασκηθέν δικαίωμα της επίσχεσης της εργασίας της ενάγουσας είχε ως συνέπεια ότι η εναγομένη εργοδότριά της κατέστη υπερήμερη σχετικά με την αποδοχή της εργασίας της, έχοντας την υποχρέωση, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της, να πληρώνει στην παραπάνω τις αποδοχές της σαν να εργαζόταν κανονικά.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη όφειλε, για το χρόνο της επίσχεσης, για δεδουλευμένες αποδοχές στην ενάγουσα το ποσό των 960 ευρώ, που αντιστοιχώ στο ημερομίσθιο της 31ης -1-2013 και σε 15 ημερομίσθια που θα πραγματοποιούσε εντός του μηνός Φεβρουαρίου 2013 έως την κατάθεση της αγωγής και δη των ημερών 1, 2, 3, 7, 8, 9, 10, 14, 15, 16, 17, 21, 22, 23, 24 προς 60 ευρώ ημερησίως, τα οποία αρνείται να καταβάλει".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή και υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 13.320 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές και 960 ευρώ για μισθούς υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα (πέραν των 10920 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές που αναφέρθηκαν προηγούμενα) 960 ευρώ για τους άνω μισθούς υπερημερίας με τον νόμιμο τόκο, με τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σχετικά με την μη καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης της ενάγουσας.
Αντίθετα, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος.
Εν όψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2018 αίτηση για αναίρεση της 8421/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ