Supreme Court dismisses appeal for lack of admissible grounds regarding evidence review and factual assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens. The appellant argued that the lower court failed to consider evidence and made contradictory rulings, but the court found these grounds inadmissible. The court determined that the appellant's complaints regarding the evaluation of facts and the assessment of documents constituted an unreviewable exercise of the second-instance court's discretion, rather than a violation of law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The grounds for cassation under Article 559(1)(c) require specific reference to omitted evidence, while complaints regarding the factual evaluation and document assessment fall under the unreviewable discretion of the second-instance court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1147 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1147/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. - Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πάνου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ" και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η "... ΑΕ" τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς αναιρεσίβλητης εταιρείας "... ΑΕ" και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 21-11-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1756/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 4.5.2017 με γεν. αριθμ. καταθ. 4809/2018 αίτηση για αναίρεση της 1756/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ήτοι πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 259/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, δέχθηκε, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ότι αποκλειστικά υπαίτιος των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στο επισυμβάν την 17-1-2010 ατύχημα είναι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, οδηγός της με αριθμό ...50 δίκυκλης κυβισμού 1000 κ.εκ.
μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του. Συγκεκριμένα ότι κατά την οδήγηση της ως άνω μοτοσικλέτας του επί της ΝΕΟ ... στο άκρο δεξιό της οποίας έβαινε, με κατεύθυνση προς ..... έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του κινήθηκε δεξιά και εισήλθε στο, βάθους 40 εκατοστών περίπου, υφιστάμενο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, ρείθρο περισυλλογής ομβρίων υδάτων.
Ακολούθως, ότι επιχειρώντας να ανακτήσει την ισορροπία του προσπάθησε με απότομο ελιγμό προς τ' αριστερά να επανέλθει ανεπιτυχώς στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτοσικλέτα, ο ίδιος να εκτιναχθεί αριστερά και μετά από διαδοχικές περιστροφές να καταλήξει σε απόσταση περίπου 50 μέτρων στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και να παρεμβληθεί στην πορεία του με αριθμό κυκλοφ ...35 ΙΧΕ, ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου, το οποίο ήδη, με οδηγό τον πρώτο εναγόμενο και μη διάδικο εν προκειμένω Π.
Κ., εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε την ανωτατη επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο των 80 χλμ. την ώρα στη μεσαία λωρίδα, ομορρόπως με τη μοτοσικλέτα και σε απόσταση 70 μ. περίπου απ' αυτήν. Ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου αντιλαμβανόμενος από απόσταση 15 περίπου μέτρων την ανατροπή της μοτοσικλέτας, τροχοπέδησε, πλην όμως δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει πλήρως το όχημά του, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου του και συγκεκριμένα στο σημείο της πινακίδας του αριθμού κυκλοφορίας στο συρόμενο στην άσφαλτο σώμα του ενάγοντος, που εκείνη τη στιγμή είχε ήδη διασχίσει κατά το μεγαλύτερο μέρος το οδόστρωμα της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας. Βάσει των περιστατικών αυτών δέχθηκε έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου, αλλά και την εμπλοκή τρίτου άγνωστου αυτοκίνητου στην πρόκληση του ατυχήματος αποδίδοντας τούτο αποκλειστικά σε αμέλεια του ενάγοντος, ο οποίος απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας αφενός διότι εκινείτο με υπερβολική, κατά πολύ υπερβαίνουσα την ανώτατη επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο, ταχύτητα των 80 χλμ.
την ώρα και αφετέρου διότι, στερούμενος της κατάλληλης για την οδήγηση του ως άνω οχήματος άδειας ικανότητας, εφόσον είχε άδεια οδήγησης μέχρι 125 κ.εκ. και όχι 1.000 κ.εκ. όπως ήταν αυτή που οδηγούσε, δεν διέθετε κατά τον χρόνο εκείνο την αναγκαία προς τουτο εμπειρία και γνώση. Μετά απ' αυτά το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συνεκδικάζοντας τις ασκηθείσες ενώπιόν του αντίθετες εφέσεις που άσκησαν α) ο αναιρεσείων ως ενάγων - εκκαλών κατά των αναιρεσιβλήτων, ως εναγομένων - εφεσιβλήτων και β) η δεύτερη εναγομένη, ως εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ" δέχθηκε τυπικά αυτές και απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ ακολούθως, κατά παραδοχή ως βάσιμης και στην ουσία της έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε λόγω συγχωνεύσεως η παριστάμενη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Παγο εταιρεία με την επωνυμία "...", εξαφάνισε τη με αριθμό 180/2013 εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε, δίκασε και απέρριψε στο σύνολό της την από 15.4.2011 και με αριθμό κατάθεσης 72763/2934/2011 αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία, με την παραδοχή ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται κατά ποσοστό 5% και σε αμέλεια του οδηγού (μη διαδίκου εν προκειμένω) του αυτοκινήτου, Π.
Κ..
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε σ' αυτό με επίκληση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα απ' αυτόν προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στην Ποινική Δικογραφία και ειδικότερα το σχεδιάγραμμα, την έκθεση Αυτοψίας και τις προανακριτικές μαρτυρικές καταθέσεις, καθώς και την υπ' αριθμ.
ΑΒΜ ΙΓ 2010/ 12741 Διάταξη του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη από την ρητή διαβεβαίωση ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, έλαβε υπόψη κατά τα όσα επακριβώς αναφέρει: "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς αμέση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, της μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες των εμπλεκομένων στο ατύχημα οχημάτων (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα (άρθρα 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά...".
Από την παραπάνω βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, εκτιμώμενα σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα ως άνω εν λόγω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η περιεχομένη στα με αριθμό 180/2013 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος.
Επίσης λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, χωρίς να απαιτείται στην προσβαλλομένη να αναλύονται και να αξιολογούνται διεξοδικά το καθένα απ' αυτά. Παρά ταύτα όμως η προσβαλλομένη κάνει ειδική αξιολόγηση στο πρόχειρο σχεδιαγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και την έκθεση αυτοψίας που το συνοδεύει, και την ΕΓ-23-11/696/2Δ/12 εισαγγελική διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ενώ αναφέρεται ειδικώς στις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Μ.
Β. και Φ. Κ., που επέβαιναν στο Ι.Χ.Ε., όσο και τις έγγραφες προς την Τροχαία εξηγήσεις του Π. Κ.. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος αναιρετικός λόγος είναι και απαράδεκτος, διότι, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι, παρά τα όσα αναφέρονται στην προσβαλλομένη, δεν συνάγεται "αδιαστίκτως" από τις παραδοχές της, ότι ελήφθησαν υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος το περιεχόμενο των καταθέσεων της από την πλευρά του εξετασθείσας μάρτυρος και των μετ' επικλησεως απ' αυτόν προσκομιζόμενων εγγράφων, είναι στην πραγματικότητα επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος, με τα οποία επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, που συνήγαγε το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη και τα επικαλούμενα προς το σκοπό αυτό από τον ίδιο αποδεικτικά μέσα και ιδίως τα παραπάνω έγγραφα.
Κατά συνέπεια η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ που περιέχεται στον πρώτο λόγο αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999, 32/1996).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια δηλαδή στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπουν και σε τί συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 479/2009, πρβλ. επίσης ΑΠ 205/2015, ΑΠ 121/2014).
Με τον 2o αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης) λόγω έλλειψης αιτιολογιών, αιτιώμενος αυτήν ότι απέδωσε σ' συτόν αποκλειστική υπαιτιότητα με ανεπαρκή και αβάσιμη αιτιολογία εκθέτοντας απόσπασμα των παραδοχών της και συγκεκριμένα κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση ότι "λόγω υπερβολικής ταχύτητας έχασα από αμέλειά μου περί την οδήγηση τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας μου, κινήθηκα δεξιά, μπήκα στο ρείθρο περισυλλογής ομβρίων υδάτων στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας μου και χωρίς να καταφέρω να ισορροπήσω προσπάθησα με απότομο ελιγμό αριστερά να επανέλθω ανεπιτυχώς στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας", με αποτέλεσμα να ανατραπεί η μοτοσυκλέτα μου και να επιπέσω στο οδόστρωμα, ενώ δεχόμενη ότι δήθεν "ο οδηγός του ...35 ΙXE με αντιλήφθηκε σε απόσταση 15 περίπου μέτρων και μείωσε στο ελάχιστο την ταχύτητά του", θεώρησε ότι η πρόσκρουση του εν λόγω αυτοκινήτου στο σώμα μου ήταν "ελαφρά με μόνη συνέπεια την περαιτέρω ώθησή μου στο οδόστρωμα προς τα αριστερά".
Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως ο αναιρετικός αυτός λόγος, είναι προεχόντως αόριστος, διότι α) δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας που παραβιάστηκε σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης και β) δεν αναφέρονται καθόλου οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο, ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή όχι της αγωγής (ΑΠ 140/2010).
Η αναφορά στο αναιρετήριο ότι "η προσβαλλομένη έχει υποπέσει στις από τους αριθμούς 19 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης χωρίς επαρκή και σαφή αιτιολογία", είναι εντελώς αόριστη, και, οι προς θεμελίωση του λόγου αυτού περαιτέρω αιτιάσεις αναφέρονται στην κατ' έσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικών διαφορετικών απ' αυτά που υποστηρίζουν την εκδοχή του αναιρεσείοντος για τις συνθήκες που συνέβη το ένδικο ατύχημα.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός πέραν της αοριστίας του είναι και απαράδεκτος, για το λόγο ότι οι αιτιάσεις αυτές, ταυτιζόμενες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους και με τον πρώτο αναιρετικό λόγο δεν αφορούν την εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων για τη βασιμότητα της αγωγής κανόνων δικαίου, αλλά πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) σχετική με την εκτίμηση των γεγονότων και του περιεχομένου των εγγράφων, ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Τέλος ο από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως εντοπίζονται στο διατακτικό αυτής, ούτως ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητά της ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει στις αιτιολογίες ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού (ΑΠ 1206/ 2008, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1517/2007, ΑΠ 122/2006, ΑΠ 1615/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τις ίδιες αιτιάσεις επιχειρεί, παραλλήλως με την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια να αποδώσει στην προσβαλλομένη και την από τον αριθμό 17 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, χωρίς να αναφέρει ειδικώς αιτίαση για αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού αυτής.
Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και πρέπει ν' απορριφθεί. Μετά απ' αυτά και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1756/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ