Legislator Case Law & Legislation
1147/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and additional interventions by lawyers' unions regarding unpaid wages for independent contractors.

Case Number 1147/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against a First Instance Court decision that dismissed a wage claim by independent contractors. The lower court correctly applied laws excluding independent contractors from specific public sector wage protections, and the unions failed to prove procedural errors. Consequently, the appeal and all additional interventions by the lawyers' unions were dismissed, with costs awarded to the appellant company.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 81, 82, 556, 558, 495, 569 of the Code of Civil Procedure; Article 90, paragraph z of Law 4194/2013; Article 1, paragraph 5 of Law 3833/2010; Article 3, paragraph 4 of Law 3845/2010; Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may admit additional interventions by lawyers' unions, but an appeal is inadmissible if it challenges a procedural ruling not listed in the specific grounds for appeal under Article 560.

Keywords

AI generated
additional intervention lawyers unions independent contractors wage claims public sector employment laws inadmissible appeal grounds Supreme Court civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 80, 81, 82, 556 paragraph 1, 558 section a, 495 and 569 of the Code of Civil Procedure
Article 90, paragraph z of Law 4194/2013
Article 1, paragraph 5 of Law 3833/2010
Article 3, paragraph 4 of Law 3845/2010
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1147 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1147/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 26η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1.Η. Κ. του Κ., 2. Α. Γ. του Β., δικηγόρων, κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Άννας Γλάστρα, η 2η αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος και κατέθεσαν προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Πατσιάντου και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΩΝ:1. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" (Δ.Σ.Θ.), που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μαυρουδή Μαύρο και κατέθεσε προτάσεις, 2. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Λεοντόπουλο-Βαμβέτσο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6680/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2534/14 Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 12-5-2014 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 2-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα και πληρεξούσια του αναιρεσείοντος, καθώς και οι πληρεξούσιοι των προσθέτως παρεμβαινόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ.1, 558 εδ. α', 495 και 569 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επιτρέπεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ' του ν. 4194/2013, "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: [...] ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.

Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.

Επίσης, για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Επομένως, η από 9-3-2015, εκ μέρους τoυ δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης, του οποίου οι αναιρεσείοντες είναι μέλη και η από 20-5-2015 εκ μέρους του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, που επικαλείται έννομο συμφέρον συνιστάμενο στο ότι το ζήτημα της νομιμότητας της μείωσης, με τους ν. 3833/2010 και 3845/2010, των αμοιβών των απασχολουμένων με σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρων στο δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 3429/2005, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, ενδιαφέρει τα μέλη του και το δικηγορικό σώμα γενικότερα, νομίμως ασκηθείσες, με αυτοτελή δικόγραφα, υπέρ των αναιρεσειόντων, πρόσθετες παρεμβάσεις, για των οποίων τη συζήτηση ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, που είχε ήδη ορισθεί και για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζομένες με την αίτηση αναιρέσεως.

2. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ.5 του ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010, ορίζεται ότι "οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα [επιδόματα] των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%).

Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παρ.4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής συμβάσεως εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Κατά δε την παρ.6 του ίδιου άρθρου του ν. 3833/2010, όπως και η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.5 του άρθρου 90 του ν. 3842/2010 "οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα ΟΤΑ, τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους των ΝΠΔΔ, τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, καθώς και τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και εκτελεστικά μέλη διοικητικού συμβουλίου (ΔΣ) των ΝΠΙΔ, που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005".

Επακολούθησε ο ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο", με την παρ.4 του άρθρου 3 του οποίου ορίζεται ότι "οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα [επιδόματα], των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ.5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους". Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των ως άνω νόμων 3833/2010 και 3845/2010 θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος ενόψει της δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η χώρα.

Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί.

Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ν. 3833/2010 και το τρίτο άρθρο του ν. 3845/2010 προβλέφθηκε η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων των εταιριών του ν. 3429/2005, τόσο του Κεφαλαίου Α' όσο και του Κεφαλαίου Β', εφόσον στην τελευταία περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο δεν υπολείπεται του 50%, ανεξαρτήτως τυχόν αντίθετης συμφωνίας.

Από τα ανωτέρω μέτρα δεν εξαιρέθηκε ούτε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ούτε η πολιτική ηγεσία και οπωσδήποτε κανένα από τα όργανα διοίκησης των αναφερομένων ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ. Από το γράμμα και το πνεύμα των εν λόγω νομοθετημάτων συνάγεται ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να περικοπούν, κατά τα οριζόμενα ποσοστά, οι αποδοχές όλων όσων αμείβονται από το δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προκειμένου να μειωθεί η μισθολογική δαπάνη του δημοσίου, προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία οι απασχολούμενοι συνδέονται με αυτό (σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αμειβόμενης εντολής κλπ.), ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία.

Η αληθής αυτή έννοια των ως άνω διατάξεων προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.6 του ν. 3867/2010, κατά το οποίο "δεν εξαιρούνται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.5 του ν. 3833/2010 φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα που διέπονται από ειδικά καθεστώτα, όπως οι ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες έχουν ιδρυθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου πρώτου του ν. 1955/1991", οι οποίες κατά την παρ.2 του πρώτου άρθρου του εν λόγω νόμου λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σ' αυτές οι διατάξεις, που διέπουν εταιρείες που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο.

Άλλωστε, στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εξαιρέσει κατηγορίες απασχολουμένων, υπό οιαδήποτε μορφή, τούτο το έπραξε ρητά, όπως συνέβη με την παρ.8 του άρθρου 1 του ν. 3833/ 2010, κατά την οποία "οι ρυθμίσεις των παρ.5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005, μεταξύ των οποίων οι ανώνυμες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο) και συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ.2 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παρ.1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες", με το άρθρο 6 του ν. 3872/2010, σύμφωνα με το οποίο "από τις διατάξεις των παρ.2 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων και της παρ.1 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου περί απαγόρευσης συνομολόγησης, χορήγησης ή καταβολής με οποιονδήποτε τρόπο αυξήσεων, καθώς και από τις διατάξεις των παρ.1, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 περί μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, εξαιρείται αναδρομικά και αντιστοίχως, από 1-1-2010 και από 1-6-2010, το ναυτικό προσωπικό της Πλοηγικής Υπηρεσίας" και με το τελευταίο εδάφιο της παρ.18 του τρίτου άρθρου του ν. 3845/2010, που προστέθηκε με το άρθρο 45 παρ.5 του ν. 3943/2011, με το οποίο εξαιρέθηκαν της εφαρμογής των διατάξεων των προηγουμένων εδαφίων της παραγράφου αυτής οι απασχολούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία είναι ερευνητικοί και τεχνολογικοί φορείς που επιχορηγούνται και εποπτεύονται από το κράτος, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ΟΠΕΚΕΠΕ, ΚΕΕΛΠΝΟ, ΚΕΘΕΑ και ΟΚΑΝΑ.

Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων αυτών δεν μπορεί να συναχθεί από τις παρ.17, 18, 19 και 21 του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010, που προστέθηκαν με το άρθρο 2 του ν. 3899/2010 και ορίζουν μεταξύ άλλων: "17. Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, απαγορεύεται από 1-1-2011 να υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ [...]. 18.

Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005, όπως τροποποιείται και ισχύει κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, μειώνονται, από 1-1-2011, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση, καθώς και με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας. Εξαιρούνται, επίσης, τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, εφόσον τα επιδόματα αυτά έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.6 του άρθρου αυτού.

Η μείωση του πρώτου εδαφίου διενεργείται εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων που εξαιρούνται κατά τα οριζόμενα στα δύο προηγούμενα εδάφια, υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αν με την εφαρμογή της διατάξεως του πρώτου εδαφίου οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις ή αμοιβές γενικά, υπολείπονται του ορίου του προηγούμενου εδαφίου, η μείωση περιορίζεται στο όριο των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ [...]. 19. Το σύνολο των μειώσεων που επέρχεται με την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 17 και 18 δεν επιτρέπεται να υπερβεί κατά μήνα, υπολογιζόμενο σε δωδεκάμηνη βάση, το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά που θα καταβάλλονταν μηνιαίως, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Αν οι μειώσεις υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό, το όριο του πρώτου εδαφίου της παρ.17 αυξάνεται μέχρι του ποσοστού αυτού. 21. Οι διατάξεις των παρ.17 έως και 20 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας.

Κάθε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρος συλλογικής ή κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας που καθορίζει αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές οι οποίες υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια που ορίζονται στις παρ.17 και 19, καταργείται.

Αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές που υπερβαίνουν τα ανώτατα όρια αυτά αναπροσαρμόζονται αυτοδίκαια στο αντίστοιχο όριο". Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίσθηκαν ανώτατα και κατώτατα συνολικά όρια μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές διαμορφώνονται με τις επιβληθείσες νόμιμα μειώσεις, των αναφερομένων σ' αυτές κατηγοριών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και αυτοί που απασχολούνται με σύμβαση έμμισθης εντολής, χωρίς να συνάγεται από αυτές ότι δεν υπάγεται η κατηγορία αυτή των απασχολουμένων, στην οποία δεν περιλαμβάνονται μόνο δικηγόροι (βλ.

ενδεικτικά για άλλες κατηγορίες απασχολουμένων με τη μορφή αυτή ΑΠ 1160/1998, 1393/1998), στις ρυθμίσεις των ως άνω διατάξεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010.

3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο την από 7-1-2013 έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΕ", κατά της 6680/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία αποτελεί δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του ν. 3429/2005, με σκοπό τη διαχείριση του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, δηλαδή πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που την διέπουν και ναι μεν η εναγομένη υπάγεται στο Κεφάλαιο Β' του ως άνω ν. 3429/2005, καθώς εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών το έτος 2001, πλην όμως το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει ποσοστό του μετοχικού της κεφαλαίου μεγαλύτερο του 50%, ήτοι 74,27%.

Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, είναι δικηγόροι παρ' Αρείω Πάγω, του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης και προσλήφθηκαν από την εναγομένη, ο πρώτος την 24-1-1985 και η δεύτερη την 29-1-2004, με συμβάσεις έμμισθης εντολής, προκειμένου να προσφέρουν σ' αυτήν τις νομικές τους υπηρεσίες, έναντι πάγιας αμοιβής, η οποία καθορίσθηκε αναλογικά, με βάση τις ισχύουσες ΣΣΕ για τους λοιπούς εργαζόμενους στην εναγομένη και το ν. 2470/1997 "ενιαίο μισθολόγιο προσωπικού δημόσιας διοίκησης" και διαμορφώθηκε στο ποσό των 3.180,31 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των 2.776,41 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα, μηνιαίως.

Η πάγια αυτή μηνιαία αντιμισθία καταβαλλόταν στους ενάγοντες (αναιρεσείοντες) κανονικά έως το έτος 2010, οπότε η εναγομένη περιέκοψε τις παραπάνω αποδοχές τους, κατά ποσοστό 10%, κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010, που αφορούσαν τις περικοπές των μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Οι περικοπές αυτές πραγματοποιήθηκαν από την εναγομένη στα πλαίσια των ως άνω διατάξεων και ήταν σύννομες, στις ίδιες δε περικοπές υποβλήθηκαν όλοι οι απασχολούμενοι και αμειβόμενοι από το Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ανεξάρτητα από την έννομη σχέση που τους συνέδεε". Και συνεχίζει το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) διατείνονται ότι, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του Γενικού Κανονισμού της εναγομένης, αυτοί, καθώς και ο Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης, δεν υπάγονται στο Γενικό Κανονισμό και δεν συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη, αλλά με σύμβαση έμμισθης εντολής και ότι, ως εκ τούτου, δεν ανήκουν στην έννοια "των εργαζομένων", για τους οποίους εφαρμόζονται οι μισθολογικές περικοπές.

Το γεγονός της εξαίρεσης των εναγόντων (αναιρεσειόντων) από το Γενικό Κανονισμό της εναγομένης - είπε το Μονομελές Πρωτοδικείο - καθώς και η σχέση που συνδέει τους διαδίκους, ήτοι αυτή της έμμισθης εντολής, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, διότι κρίσιμο περιστατικό για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων είναι η λήψη αμοιβής από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως και στην προκείμενη περίπτωση, στη μείωση των μισθολογικών δαπανών του οποίου απέβλεπαν οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες ορίσθηκε σαφώς ότι υπερισχύουν εκείνες έναντι οποιασδήποτε αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης, ρήτρας ή συμφωνίας.

Γίνεται δε ακόμη δεκτό από το Μονομελές Πρωτοδικείο ότι στις εν λόγω περικοπές υποβλήθηκαν, κατ' εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων, και οι διευθύνοντες σύμβουλοι των δημοσίων επιχειρήσεων του ν. 3429/2005, παρά την ύπαρξη τυχόν αντίθετης συμφωνίας και παρά την εξαίρεση αυτών από την αμιγώς εργατική νομοθεσία και ότι η ρητή πρόβλεψη με το ν. 3899/2010 και αυτών που απασχολούνται με σύμβαση έμμισθης εντολής καταδεικνύει την πρόθεση του νομοθέτη να συμπεριληφθούν στους απασχολούμενους από το δημόσιο και αυτοί που αμείβονται βάσει συμβάσεως έμμισθης εντολής, αίροντας κάθε αμφιβολία προς τούτο.

Συνεπώς - καταλήγει το Μονομελές Πρωτοδικείο - το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε ότι, εφόσον οι ενάγοντες δεν συνδέονται με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν υπάγονται στις παραπάνω διατάξεις και συνακόλουθα δέχθηκε την ένδικη αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει (αποδώσει) τα παρανόμως παρακρατηθέντα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ποσά, από την πάγια αντιμισθία τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις. Έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση αυτή, ουδόλως παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δη εκείνες των άρθρων 1 παρ.5 του ν. 3833/2010 και 3 παρ.4 του Ν. 3845/2010, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Επειδή, με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο της αιτήσεως προβάλλεται το παράπονο ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 68, 73 παρ.1, 297, 298 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε ως απαράδεκτο το ασκηθέν από την εναγομένη ένδικο μέσο της εφέσεως κατά της 6680/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους και μόνο επιτρέπεται η αναίρεση κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όπως και στην προκείμενη περίπτωση.

5. Επειδή, κατ' ακολουθία όλων αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει τόσο η κρινόμενη αίτηση όσο και οι πρόσθετες παρεμβάσεις να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔ 176 και 183). Δικαστική δαπάνη δεν θα επιβληθεί σε βάρος των προσθέτως παρεμβαινόντων και υπέρ της καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση, εφόσον στην τελευταία αυτή δεν προκλήθηκε πρόσθετη δαπάνη από τις ως άνω παρεμβάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 2534/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τις υπέρ των αναιρεσειόντων ασκηθείσες εκ μέρους των δικηγορικών συλλόγων Θεσσαλονίκης και Αθηνών, πρόσθετες παρεμβάσεις. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ