Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, upholding appellate court's evidence evaluation of prior criminal judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the appellate court erred in relying on a prior criminal judgment to prove facts, claiming the document had lost legal force after being appealed. The court rejected this, ruling that the loss of legal force does not negate the document's existence or its admissibility as evidence under the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 529 and 559 of the Civil Procedure Code; The loss of legal force of a prior judgment does not render it non-existent or inadmissible as evidence, allowing the appellate court to use its content for fact-finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1147 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1147/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Γ. κατοίκου ...,ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Σούρλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρίας με τηνε πωνυμία "BEHRMANN-TETTERODE INTERNTAIONAL HELLAS AEE" και το διακριτικό τίτλο "ΒΤΙ ΗELLAS AEE" που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΕΕ που εδρεύει στον Αγ. Δημήτριο και τελεί σε κατάσταση πτώχευσης. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Σίμου, η δε δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2005 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1774/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 743/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 3-2-2012 έκθεση της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 28-12-2005 αγωγή της η πρώτη αναιρεσίβλητη, είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η δεύτερη να της καταβάλει το ποσό των 69.963 ευρώ ως οφειλόμενο τίμημα από την πώληση σ'αυτήν εκτυπωτικών μηχανημάτων και αμοιβή για την μεταφορά και εγκατάσταση αυτών, εις ολόκληρόν με τον αναιρεσείοντα για το ποσό των 55.000 ευρώ, ευθυνόμενο από αδικοπραξία, ως νόμιμο εκπρόσωπο και εκδότη για λογαριασμό της, τριών ισόποσων ακάλυπτων επιταγών.
Είχε ζητήσει επίσης να απαγγελθεί κατά του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση λόγω της αδικοπραξίας, για το ποσό των 55.000 ευρώ, και, λόγω της εμπορικής του ιδιότητας, για το υπόλοιπο ποσό των 14.000 ευρώ, έναντι του οποίου, αυτός αποδέχθηκε ισόποσες συναλλαγματικές για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη και την υποχρέωσε να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 69.963 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, απέρριψε δε την αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και ως προς τον αναιρεσείοντα και τον υποχρέωσε (με την απαγγελία και προσωπικής κράτησης διαρκείας πέντε [5] μηνών) να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη [εις ολόκληρον με την δεύτερη], το ποσό των 55.000 ευρώ (νομιμοτόκως), λόγω αδικοπραξίας.
Ήδη κατά της εν λόγω απόφασης, ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση την οποία απηύθυνε τόσο κατά της αντιδίκου του στον δεύτερο βαθμό [πρώτης αναιρεσίβλητης], όσο και κατά της ομοδίκου του στον πρώτο βαθμό, δεύτερης αναιρεσίβλητης. 2. Με τα άρθρα 556 παρ.1 και 558 ΚΠολΔ ορίζεται, αντιστοίχως, ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή κατά ένα μέρος στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος ...
η αναίρεση δε, απευθύνεται κατ' εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους και αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικώς ως αναιρεσίβλητος, ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικος του, ο οποίος νικήθηκε επίσης και ο οποίος έχοντας το ίδιο έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως ομόδικος του αναιρεσείοντος μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη (με την άσκηση αναίρεσης από κοινού ή αυτοτελώς),εκτός εάν λόγω της φύσεως της δίκης, ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη περί διανομής ή η απόφαση διέλαβε διάταξη υπέρ των ομοδίκων βλαπτική για τον αναιρεσείοντα [ΑΠ 86/2013].
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων πού το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο.
Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως αυτής του νομικού προσώπου.
Συνεπώς, ο τρίτος ζημιωθείς μπορεί να εναγάγει, παραλλήλως προς το νομικό πρόσωπο και το υπαίτιο όργανο, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άρθρα 481 και 926 ΑΚ) και σχέσης απλής ομοδικίας, αφού η κοινή εναγωγή αυτών, δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαίωμα του τρίτου (ΑΠ 22/2009). Στην απλή ομοδικία [υποκειμενική σώρευση αγωγών],όπως προκύπτει από τα άρθρα 74, 75, 513 §1β, 517 και 558 εδ. β' ΚΠολΔικ., ενώνονται σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός απ' αυτούς έναντι των λοιπών, η δε οριστική απόφαση που εκδίδεται ως προς έναν των ομοδίκων, περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα πιο πάνω έχουν εκτεθεί, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης (η οποία δεν εμφανίσθηκε στο παρόν δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως) καθόσον αυτή, αφενός μεν δεν υπήρξε διάδικος στην δίκη ενώπιον του Εφετείου, αφετέρου δε τελούσε σχέση απλής ομοδικίας με τον αναιρεσείοντα, έχοντας παράλληλα ηττηθεί και αυτή στη πρωτοβάθμια δίκη. Καθόσον όμως αυτή στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ]. 3. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ'αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τον νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔικ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικοί πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [Ολ ΑΠ 861/1984]. Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη όμως αυτής του νομικού προσώπου.
Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτήν, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία, κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (914 ΑΚ), οπότε υφίσταται ευθύνη τους.
Έτσι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 Ν.5960/1933) από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή αυτής, είναι, εκτός από το νομικό πρόσωπο και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, που υπέγραψε την επιταγή, εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής [ΑΠ 427/2013].
4. Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα διατηρούσε κατά της πρώτης εναγομένης ΑΕ με την επωνυμία "ΤΥΠΟΧΑΡΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ",αξίωση ύψους 69.963 ευρώ, προερχόμενη από πωλήσεις εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών επισκευής και μεταφοράς εκτυπωτικών μηχανημάτων.
Χάριν καταβολής μέρους της οφειλής της, η εναγομένη εξέδωσε στην Αθήνα δια του νομίμου εκπροσώπου της, δευτέρου εναγομένου, στις 19-5-2005, 15-2-2005, 1-4-2005, τρεις [3] μεταχρονολογημένες επιταγές, με ημερομηνίες έκδοσης αντίστοιχα, 10-7-2005, 31-7-2005 και 2-8-2005, ποσών αντίστοιχα 30.000, 15.000 και 10.000 ευρώ, σε διαταγή της ενάγουσας, πληρωτέες από την Εγνατία Τράπεζα την πρώτη και από την Τράπεζα Κύπρου τις λοιπές.
Οι παραπάνω επιταγές εμφανίσθηκαν από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πληρώτριες τράπεζες αλλά δεν πληρώθηκαν, διότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, βεβαιώθηκε δε αυτό στα σώματα των επιταγών. Ο εναγόμενος, κατά το χρόνο υπογραφής των ένδικων επιταγών, ως εκπρόσωπος της εναγομένης, γνώριζε ότι η πρώτη εναγομένη δεν διέθετε κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής.
Ο εναγόμενος για την άνω πράξη του καταδικάστηκε με την 101402/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση τριών ετών και χρηματική ποινή 9.000 ευρώ. Επίσης ως προς την γνώση του εναγομένου για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, κατέθεσε με σαφήνεια ο πιο πάνω μάρτυρας της ενάγουσας, ενώ ο εναγόμενος, κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προσκόμισε για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί έλλειψη υπιατιότητάς του.
Αφού λοιπόν αποδείχθηκε η υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ως οργάνου της εναγομένης, ο τελευταίος ευθύνεται λόγω της αδικοπραξίας του έναντι της ενάγουσας, εις ολόκληρον με την εναγομένη για την πληρωμή του ποσού των 55.000 ευρώ, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη. Έσφαλε λοιπόν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το σκέλος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά του δεύτερου εναγομένου...".Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις διατάξεις των άρθρων 71, 914, 297, 298 εδ α' ΑΚ, 79 Ν.5960/1933, [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 1325/1972], τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επί -δράση στην έκβαση της δίκης, καθώς και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος, συνεπεία αυτής ζημιογόνου αποτελέσματος.
Τα περιστατικά δε αυτά, που ήταν αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή για να είναι ορισμένη κατ'άρθρο 216 ΚΠολΔικ και καταφάσκουν νομική βασιμότητα της, διελαμβάνοντο με πληρότητα και σαφήνεια στο και δικαιολογούσαν την άσκησή της εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά του αναιρεσείοντα. Έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντα, που στηρίζεται σε αδικοπραξία.
Ενόψει αυτών, είναι αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔικ. βάσιμος είναι επίσης ο πρώτος λόγος και κατά το μέρος, με το οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση της πλημμέλειας, του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν κήρυξε,παρά τον νόμο απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, επειδή στράφηκε μόνον κατά του ήδη αναιρεσείοντος και όχι και κατά της συνεναχθείσας δεύτερης αναιρεσίβλητης, με την αιτίαση ότι μεταξύ τους υφίσταται αναγκαστική ομοδικία.
Τούτο δε καθόσον,σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, ο τρίτος ζημιωθείς [ενάγουσα- πρώτη αναιρεσίβλητη], μπορούσε να εναγάγει, παραλλήλως προς το νομικό πρόσωπο και το υπαίτιο καταστατικό όργανο, για δική του αδικοπρακτική συμπεριφορά, οπότε υφίσταται μεταξύ τους παθητική εις ολόκληρον ευθύνη και σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας, αφού η κοινή εναγωγή τους δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαί -ωμα του τρίτου.
Είναι επίσης νομικά αδιάφορο, για την εις ολόκληρον ευθύνη τους, αν ο ένας από αυτούς ευθύνεται από σύμβαση και ο άλλος από αδικοπραξία. Τέλος είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔικ,ισχυρίζεται ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες και με εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που αναφέρονται στην προσωπική κράτηση [άρθρο 1047 ΚΠολΔικ και του ν.2462/1997 που επικύρωσε το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαίωμα τα],απήγγειλε σε βάρος του προσωπική κράτηση διαρκείας 5 μηνών.
Τούτο δε, καθόσον με την παραδοχή του "....Επίσης πρέπει να διαταχθεί η προσωπική κράτηση του εναγομένου λόγω της αδικοπραξίας του και ενόψει του βαθμού υπαιτιότητας του και της επισφαλούς περιουσιακής του κατάστασης...", διέλαβε στην απόφαση του, σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το σχετικό αγωγικό αίτημα και προέβη σε ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, αφού είναι επιτρεπτή από τον νόμο η απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του υπόχρεου από αδικοπραξία.
5.Από τα άρθρα 336 παρ.3,339 και 395 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι δικαστικά τεκμήρια, ήτοι συμπεράσματα εξαγόμενα κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας εκ γνωστών πραγμάτων περί αγνώστων για την διαμόρφωση αποδεικτικού πορίσματος, μπορεί να συναγάγει ο δικαστής της ουσίας από οποιαδήποτε στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρος απόδειξη. Μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιήσει προς τούτο και το περιεχόμενο ποινικής ή πολιτικής αποφάσεως, ασχέτως αν αυτή αφορά τους ίδιους ή άλλους διαδίκους, και αν ακόμη αυτή έχει εξαφανισθεί κατόπιν ενδίκου μέσου, αφού η τυχόν εξαφάνιση της, επιφέρει μόνο την απώλεια της νομικής ισχύος της χωρίς όμως και να την καθιστά ανύπαρκτη [ΑΠ 1286/2003].
Συνεπώς, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις ως δικαστικό τεκμήριο, την 101402/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11α ΚΠολΔικ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔικ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν προσέδωσε σε οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο κα ιδιαίτερα στην κατάθεση του μάρτυρα της πρώτης αναιρεσίβλητης και την προαναφερθεί σα απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυξημένη αποδεικτική δύνα¬μη την οποία δεν έχουν κατά νόμον, αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία (νομικώς) ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων.
Όσον αφορά την αιτίαση περί απαραδέκτου της επίκλησης και προσκομιδής της ως άνω ποινικής αποφάσεως το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, θα πρέπει να λεχθεί ότι, κατά άρθρο 529 ΚΠολΔικ, επιτρέπεται στην κατ'έφεση δίκη επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, εκτός αν συντρέχει η περίπτωση της παρ.2 του ίδιου άρθρου, του οποίου δεν γίνεται όμως σχετική επίκληση.
Επίσης το Εφετείο, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, ορθά εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔικ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ενόψει αυτών ο τρίτος αναιρετικός λόγος, ως προς όλα τα μέρη του είναι αβάσιμος.Τέλος, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων στο Εφετείο καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτοι, αφού αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλειες μη ελεγχόμενες αναιρετικά.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης [άρθρο 176 ΚΠολ Δικ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Ν. Χ. για αναίρεση της 743/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης,τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ