Legislator Case Law & Legislation
1147/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against land expropriation compensation, ruling lower court ignored value reduction of remaining property.

Case Number 1147/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against final expropriation compensation decisions, remanding the case for retrial on specific grounds. The appellants argued that the remaining property value decreased due to the expropriation project itself, not just the loss of area, while the lower court rejected this claim. The court held that the lower court violated constitutional property rights by failing to account for the full reduction in the remaining property's value caused by the execution of the work.

Legislator headnote

AI generated

Art. 28 para. 1 of the Constitution; Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure: Compensation for expropriation must fully cover the loss of value of the remaining property caused by the execution of the work to ensure respect for private property.

Keywords

AI generated
expropriation compensation remaining property value constitutional property rights lower court error partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Art. 28 para. 1 of the Constitution
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 31/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1147 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1147/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. Χ1, 3. ....., 4. ...., 5. α. Ψ1, β. Ψ2, γ. Ψ3 και 6. ..... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πετρόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 5.γ (Ψ3), ο οποίος δεν παραστάθηκε, απεβίωσε στις 21-5-2005 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν επ΄ονοματί του οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. ......, β. ...... και γ. ....., τις οποίες εκπροσωπεί ο ίδιος δια πληρεξουσίων εγγράφων.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 1478/1999, 1830/1999, 1931/1999, 1954/1999, 1748/2000 και 4194/2000 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 10 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως μεταξύ άλλων: Ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα κείνται πλησίον της Θεσ/νίκης, από 10 έως 14,5 χλμ. και του Λαγκαδά, από 5,5 έως 10 χλμ., εκατέρωθεν της εθνικής οδού Θεσ/νίκης – Καβάλας και Θεσ/νίκης – Σερρών, ως και των επαρχιακών οδών Λητής – Λαγκαδά ή Λαγυνών – Λαγκαδά και δίπλα από τους οικισμούς ....

και ...... Στην ευρύτερη, αλλά και στην επίδικη, περιοχή έχουν εγκατασταθεί αρκετές βιομηχανικές, βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις και έχουν ανεγερθεί και αρκετές κατοικίες. Από τα επίδικα, όσα μεν έχουν πρόσωπο επί των ως άνω εθνικών ή επαρχιακών οδών έχουν ζήτηση για ανέγερση κτιρίων για βιοτεχνική ή εμπορική εκμετάλλευση, ενώ τα υπόλοιπα χρησιμοποιούνται κυρίως ως αγροί από τους γεωργούς της περιοχής.

Εν πάση όμως περιπτώσει, η επίδικη περιοχή, ανεξαρτήτως της χρήσεώς της, παρουσιάζει από ετών ανάπτυξη, εξυπηρετείται δε με δίκτυα Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε., ύδρευσης και συγκοινωνίας. Ότι οι πραγματογνώμονες διακρίνουν με την έκθεσή των τα απαλλοτριούμενα ακίνητα σε 10 κατηγορίες, εκτιμούν δε την αξία των σε ποσά τα οποία κυμαίνονται από 22 ευρώ (7.496,50 δρχ.) έως 142 ευρώ (48.386,50 δρχ.) ανά τετρ.

μέτρο. Ότι, οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν τα εξής πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία: 1) την υπ'αριθμ. 2611/2000 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία, για την απαλλοτρίωση ακινήτων προς διαπλάτυνση της εθνικής οδού Θεσ/νίκης – Σερρών στην περιοχή της Θεσ/νίκης, από τον κόμβο Λαγκαδά έως τον κόμβο Δερβενίου και με κρίσιμο χρόνο την 3-6-1997, καθορίστηκαν οριστικές τιμές μονάδος αποζημιώσεως από 33.000 δρχ.

έως 50.000 δρχ. ανά τετρ. μέτρο, 2) την υπ' αριθ. 2328/2002 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία, για την εκτέλεση του ιδίου έργου το οποίο αφορά και η προηγούμενη απόφαση και για την απαλλοτρίωση μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου ακινήτου, με κρίσιμο χρόνο την 1-4-2002, καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως από 140 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο, 3) την υπ' αριθ. 8863/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, με την οποία, για την απαλλοτρίωση ακινήτων κειμένων στη θέση Δερβένι της Θεσ/νίκης και με κρίσιμο χρόνο την 19-11-2002 καθορίσθηκαν προσωρινές τιμές μονάδος αποζημιώσεως από 133 και 147 ευρώ (45.319 δρχ. και 50.090 δρχ.) ανά τετρ. μέτρο, 4) την υπ' αριθ. 27/2002 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, για την διαπλάτυνση της εθνικής οδού Θεσ/νίκης – Σερρών, απαλλοτριώθηκαν ακίνητα κείμενα στο τμήμα από κόμβο Λαγκαδά έως κόμβο Δερβενίου και με κρίσιμο χρόνο την 4-5-1999 καθορίσθηκαν οριστικές τιμές από 40.000 δρχ.

και 45.000 δρχ. ανά τετρ. μέτρο, 5) την υπ' αριθμ. 1867/9-12-1998 δήλωση φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου, σύμφωνα με την οποία επωλήθη από τον ...... στην .... το 1/2 εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου συνολικής εκτάσεως 3.500 τ.μ. Το εν λόγω ακίνητο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, κείται στη θέση γέφυρα ... της Λητής, δεν συνορεύει με δημόσιο δρόμο και η Α΄ Δ.Ο.Υ.

Θεσ/νίκης εκτίμησε την αξία του σε 14.250.000 δρχ., ήτοι σε 4.071 δρχ. ανά τετρ. μέτρο, 6) την υπ'αριθ. 1664/9-11-1998 δήλωση φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου, σύμφωνα με την οποία επωλήθη από τους ..... κλπ. στον ..... αγρός 2427 τ.μ. κείμενος στη θέση «.....» της Λητής Θεσ/νίκης και η Α΄ Δ.Ο.Υ. Θεσ/νίκης εκτίμησε την αξία του σε 4.854.000 δρχ., ήτοι σε 2.000 δρχ.

ανά τ.μ. Τέλος, σύμφωνα με την από 16-4-1998 έκθεση προεκτίμησης των απαλλοτριουμένων ακινήτων του προϊσταμένου της Α΄ Δ.Ο.Υ. Θεσ/νίκης, η αξία των απαλλοτριουμένων, αναλόγως της θέσεως και της χρήσεώς των κυμαίνεται από 550 δρχ. έως 10.000 δρχ. ανά τετρ. μέτρο. Ότι εν όψει όλων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων και των συστατικών των, ανήρχετο κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο οποίος εν προκειμένω είναι ο της πρώτης συζητήσεως (8-10-2001) ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στα κατωτέρω για κάθε κατηγορία ακινήτων ποσά:

ήτοι σύμφωνα με τη κατάταξη των ακινήτων από τους πραγματογνώμονες σε ομάδες, ανάλογα με την θέση, την έκταση και τον προορισμό τους, α) ότι η αξία των επιδίκων ακινήτων με αρ. ΚΠ 111, ΚΠ 145, ΚΠ 147, ΚΠ 148, ΚΠ 211 ΚΑΙ ΚΠ 212, τα οποία ενέταξε στη με αρ. 10 κατηγορία, τα οποία δεν βρίσκονται πλησίον εθνικής ή επαρχιακής οδού, ούτε σε ζώνη οικισμού και χρησιμοποιούνται για γεωργική εκμετάλλευση, ανήρχετο σε τρία (3) ευρώ ανά τ.μ.

και β) ότι η αξία των με αρ. ΚΠ 63 και ΚΠ 290 τα οποία υπήγαγε στην 6η και 7η κατηγορία αντίστοιχα ανήρχετο σε 50 ευρώ ανά τ.μ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με την αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αναιρεσειόντων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες διότι χωρίς να αξιολογήσει τα παρατιθέμενα αποδεικτικά στοιχεία και την έκθεση των πραγματογνωμόνων την οποία υιοθετεί, κατέληξε να καθορίσει για τα αναφερόμενα απαλλοτριούμενα τιμή μονάδας 3 ευρώ ανά τ.μ.

που είναι χαμηλότερη από την προκύπτουσα από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία και την προτεινόμενη από τους πραγματογνώμονες, περαιτέρω δε, κατέταξε τα με αρ. ΚΠ 63 και ΚΠ 290 ακίνητα στην 6η και 7η κατηγορία αντίστοιχα, για τα οποία όρισε τιμή μονάδας 50 ευρώ ανά τ.μ., ενώ για τα ακίνητα που ενέταξε στην 5η κατηγορία καθόρισε τιμή μονάδας 80 ευρώ ανά τ.μ., παρότι δέχεται ότι όλα τα ακίνητα αυτά έχουν πρόσοψη σε επαρχιακή ή εθνική οδό και η χρήση τους δεν διαφέρει και τέλος ότι είναι αντιφατική η κρίση του δικαστηρίου να ορίσει για το ΚΠ 111 ακίνητο τιμή μονάδας 3 ευρώ ανά τ.μ.

και για τα εν επαφή ευρισκόμενα ακίνητα ΚΠ 110 και ΚΠ 99 να ορίσει τιμή μονάδας 50 ευρώ ανά τ.μ., που θεμελιώνει πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και όχι και εκ του ίδιου άρθρου αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος αυτού που από την επίκληση της άνω διάταξης πλήττει την περί πραγμάτων, αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Η διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του ν.δ. 797/1971 με την οποία ορίζεται ότι «ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται δια δικαστικής αποφάσεως, καθοριζούσης μόνον την τιμή μονάδος, άνευ αναγνωρίσεως δικαιούχων ουδέ καταψηφίσεως υποχρέου, κατά την υπό των διατάξεων του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν», ερμηνευόμενη στο πλαίσιο των οριζομένων από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1,2 και 4 του Συντάγματος και του .άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κηρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, είναι ανίσχυρη στο μέτρο που θεσπίζει περιορισμό της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων.

Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος, στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν είναι ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτου ή σε αυτοαποζημίωση, κατά τις διατάξεις του ν.653/1977 το εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή και το εν λόγω αίτημα (Ολ.ΑΠ 10/2004).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης με αριθμό 3012/2001 εν μέρει οριστική απόφαση του απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων που υπέβαλαν με τις ανταιτήσεις-παρεμβάσεις που άσκησαν με τις παραδεκτές κατατεθείσες προτάσεις τους, να αναγνωριστεί ότι δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και δεν υποχρεούνται σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυτοαποζημίωση, με την αιτιολογία ότι αναρμοδίως εισήχθη ενώπιον αυτού ως εκφεύγον της δικαιοδοσίας του (απαράδεκτο).

Κρίνοντας έτσι, παρά το νόμο, ενόψει των ανωτέρω εκτιθέντων, κήρυξε απαράδεκτο και είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική πλημμέλεια, η οποία κατ' ορθή εκτίμηση θεμελιώνεται στον αριθμό 14 και όχι στους αρ. 1 και 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ.- Με την ανταίτηση που άσκησε με τις κατατεθείσες την 1.10.2001 προτάσεις της στο Εφετείο η εκ των αναιρεσειόντων Χ1, ισχυριζόμενη ότι το υπό στοιχεία ΚΠ 111 ακίνητο της το οποίο είχε αρχική έκταση 2530 τ.μ. και μετά την απαλλοτρίωση απομένει έκταση 1922 τ.μ., βρίσκεται ανάμεσα στη δημιουργούμενη κεντρική αρτηρία της υπό κατασκευή οδού και την βοηθητική έξοδο αυτής και κατά συνέπεια λόγω της μικρής έκτασής του καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν μπορεί να τύχει καμιάς εκμετάλλευσης ούτε καλλιέργειας, οι δε κεντρικοί δρόμοι ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται θα υπερυψωθούν τουλάχιστον 5-6 μέτρα από το έδαφος αυτού, γεγονός που θα επιφέρει την αχρήστευσή του, ζήτησε να καθορισθεί γιαυτό, λόγω της αχρηστίας του, ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με 100% της καθορισθησόμενης τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το παραπάνω αίτημα με την αιτιολογία ότι «δεν απεδείχθη άλλη ζημία των δικαιούχων από την απαλλοτρίωση και συνεπώς τα λοιπά απαιτούμενα ποσά πρέπει ν'απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμα. Κρίνοντας όμως έτσι, ήτοι απορρίπτοντας το άνω αίτημα της συγκεκριμένης αναιρεσείουσας με την παραπάνω γενικόλογη παραδοχή, χωρίς να αναφερθεί χωριστά ή ονομαστικά στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, ένεκα της οποίας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 3 ν.δ. 797/1971 (άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001).

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτού δια του οποίου προβάλλεται πλημμέλεια της άνω απόφασης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (όχι δε και εκ του ίδιου άρθρου αρ. 8 και 9) είναι βάσιμος.

IV.- Με την ανταίτηση που άσκησαν νομίμως με τις προτάσεις τους στο Εφετείο οι εκ των αναιρεσειόντων Ψ1, Ψ2 και Ψ3 ισχυριζόμενοι ότι επί του απομένοντος τμήματος του υπό στοιχεία ΚΠ 237 ακινήτου τους για το οποίο ζήτησαν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του, υπάρχει βιοτεχνικός χώρος από οπλισμένο σκυρόδεμα συνολικού εμβαδού 380 τ.μ.

και ότι το κτίριο αυτό το οποίο εκμισθώνουν ως βιοτεχνία και έκθεση επίπλων μετά την απαλλοτρίωση υπέστη μείωση της αξίας του αφενός γιατί ολόκληρο πλέον ευρίσκεται εντός της ζώνης των 60 μ. από τον άξονα της οδού με αποτέλεσμα να καθίσταται απαγορευτέα κάθε μελλοντική βελτίωση και επέκταση αυτού, αφετέρου έχασε ολόκληρο τον παραπλεύρως αυτού υπαίθριο χώρο, που αποτελούσε λειτουργικό στοιχείο της ασκούμενης σ'αυτό επιχείρησης, συνεπεία δε αυτών χάνει σημαντικό τμήμα της εμπορικής και αγοραστικής του αξίας, ζήτησαν να καθορισθεί για το εν λόγω κτίσμα ιδιαίτερη αποζημίωση ίση με το 60% της ανερχόμενης σε 80.000 δρχ.

το τ.μ. αξίας του. Το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς το άνω αίτημα χωρίς καμιά αιτιολογία. Έτσι υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, (όχι δε και σε εκείνες του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 του ίδιου Κώδικος) και είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του. V.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί αυτής ειμή για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του προσώπου, υπάρχει έλλειψη σεβασμού της περιουσίας και όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίστανται πλήρως.

Συνεπώς στην περίπτωση που λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού μετά των συστατικών του που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το από την πρώτη των άνω διατάξεων αναγνωριζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και διασφαλίζεται εντεύθεν ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει τόσον την εκ της απομειώσεως της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, όσο και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (Ολ.

ΑΠ 31/2005). Στη προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες στους οποίους φέρονται ανήκοντα τα με αριθμ. ΚΠ 63, 111 και 237 ακίνητα, το αίτημά τους στο Εφετείο για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ιδιοκτησιών τους θεμελίωσαν και στο ότι η μείωση της αξίας τους επέρχεται και συνεπεία της εκτέλεσης του έργου δια το οποίο η απαλλοτρίωση.

Το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, παρεμπίπτουσα και οριστική, απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων κατά την άνω θεμελίωσή του δεχόμενο ότι η αποζημίωση του τμήματος το οποίο απέμεινε, συνδέεται μόνον προς την απομειωτική επιρροή την οποίαν ασκεί στην αξία η απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους από το απομείναν και σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζεται από το είδος του έργου στο οποίο απέβλεψε η απαλλοτρίωση και την εντεύθεν μείωση της αξίας του απομένοντος την οποία δεν καλύπτει.

Έτσι όμως παραβίασε τις διατάξεις που παραπάνω αναφέρθηκαν και είναι βάσιμος ως προς τα ανωτέρω ακίνητα ο κατ' εκτίμηση εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθούν εν μέρει οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν τις αναιρούμενες αποφάσεις (580 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό της 3012/2001 και 503/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ