Legislator Case Law & Legislation
1146/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against defamation judgment, upholding damages for personality rights violation.

Case Number 1146/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by defendants against the final appellate court judgment in a defamation case. The court found that the lower court correctly applied substantive law regarding personality rights and awarded appropriate damages without violating legal principles. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law was violated, and the Supreme Court rejected the appeal because the appellate court's reasoning regarding personality rights infringement was logical, complete, and did not exceed discretionary limits.

Keywords

AI generated
personality rights defamation damages appeal admissibility substantive law violation legal costs discretionary limits personality rights infringement

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1146 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1146/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Χ., 2) Ε. (Ρ.) Ξ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διαλεκτή Κοτζαμανίδου και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5657/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4486/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/11/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 6-11-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4486/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 28-2-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης καθώς και η από 29-3-2017 έφεση των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 5657/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 25-7-2016 αγωγή της ενάγουσας κατά των ως άνω εναγόμενων και υποχρέωσε καθένα απ' αυτούς να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 7500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τη σε βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία (προσβολή της προσωπικότητάς της). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξ άλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 919 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης, πίστης, υπόληψης και λοιπών άυλων αγαθών νομικού προσώπου, από παράνομη και υπαίτια πράξη, μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, αν, εξαιτίας της προσβολής αυτής, εθίγη η προσωπικότητα ή η φήμη, πίστη και επάγγελμα των άνω προσώπων, αντίστοιχα.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις: α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας.

Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και, ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας.

Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Στην τρίτη περίπτωση, η ζημία έχει προέλθει από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία ή ποιο το ποσοστό συμβολής της κάθε μιας στην πρόκληση της ζημιάς (ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1958/2009).

Παρεμπιπτόντως δε, όταν συντρέχει μία από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ, αν και προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος: "καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους", ενώ, κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου " ο τύπος είναι ελεύθερος, η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται".

Ο τύπος επιτελεί κοινωνικό λειτούργημα, ασκώντας καθήκοντα τα οποία ο ίδιος επιλέγει, βάσει της αποστολής του, που συνίσταται στην πληροφόρηση και τη σύμπραξη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Η ελευθερία του τύπου δεν αποτελεί, όμως, αυτοσκοπό και συνακολούθως δεν πρέπει να συνεπάγεται, χωρίς άλλο, τη θυσία άλλων έννομων αγαθών και για το λόγο αυτό υπάγεται, κατά τα ανωτέρω, στο γενικό περιορισμό της τηρήσεως των νόμων του Κράτους, οι οποίοι και αποτελούν το γενικό νομικό πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται και αναπτύσσεται ελευθέρως ο τύπος.

Με νόμο, επομένως, μπορεί να περιοριστεί η ελευθερία διαδόσεως των στοχασμών και η αντίστοιχη ελευθερία πληροφορήσεως, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι γενικής φύσεως, να αποτελούν μόνο κατασταλτικά μέτρα και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας του τύπου (ΑΠ 1486/2017). Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (κυρ.

ν.δ. 53/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997) σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981, περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά τα άρθρα 914, 919 και 920 Α.Κ.

υπαιτιότητα, πρόθεση και γνώση ή υπαίτια άγνοια αντιστοίχως, συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτου του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγουμένη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο συντάκτης - (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 Π.Κ.

Περαιτέρω, όπως - άλλωστε - προαναφέρεται, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει, μεταξύ των άλλων, και αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί- πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση δε αύτη συνίσταται, μεταξύ άλλων, και σε πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητος, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν αυτήν (προσωπικότητα) και προσδιορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητος του βλαπτομένου.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είτε είναι, από άποψη εννόμου τάξεως, ήσσονος σπουδαιότητος, είτε ασκείται καταχρηστικώς. Για την προστασία της προσωπικότητος δεν απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητος, δόλου ή αμελείας, αυτού που προσβάλλει, η οποία όμως (υπαιτιότης) απαιτείται για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 Α.Κ.

παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ. Α.Κ.). Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμιση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 3 61, 3 62 και 363 του Π.Κ. Εξάλλου, το άρθρο 367 του Π.Κ.

ορίζει στην παρ. 1 αυτού ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δευτέρα παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμισης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημίσεως αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, στα πλαίσια της ελευθερίας του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα, τα οποία συνδέονται αμέσως με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων, σχετιζομένων με τη συμπεριφορά προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο.

Εκ τούτου παρέπεται, ότι τα ως άνω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των προαναφερομένων προσώπων ή ομάδων, όμως και στην περίπτωση αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως ουσιαστικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση, ή όταν, από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικός αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψεως εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι εγνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου (Α.Π. 520/2018, ΑΠ 19/2012).

Η τελευταία αυτή διάταξη (367 ΓΙ.Κ.) για την ενότητα της εννόμου τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α. Κ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς ως όρου της αντιστοίχου αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του Π.Κ. αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής, ενώ η προβολή, από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από την διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ. αποτελεί αντένσταση κατά της, από την διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ., ενστάσεως (Α.Π. 354/2012, 121/2012).

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως αποτελεί νομική έννοια, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει η ύπαρξη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνεπέρανε, ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν αναγκαίος για να εκφρασθεί ο δράστης, δηλαδή ποιες, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, εκφράσεις μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τον άλλον αυτόν τρόπο, χρησιμοποίησε εν γνώσει του τον συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό εξυβρίσεως ή απλής δυσφημήσεως του προσβληθέντος παθόντος (ΑΠ 285/2012, ΑΠ 1395/2005).

Εξάλλου, από το πλέγμα των προαναφερθείσων διατάξεων συνάγεται ότι από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγάμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας (στην οποία, αναμφίβολα, περιλαμβάνεται και η αξίωση να μη χρησιμοποιείται η εικόνα προσώπου χωρίς τη συναίνεσή του, ή - πάντως - να μη χρησιμοποιείται κατά τέτοιο τρόπο που, εξ αντικειμένου, προσβάλλεται η προσωπικότητά του) και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα.

Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού και γι' αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παρανόμου της προσβολής κατ' άρθρο 367 ΠΚ (ΑΠ 471/2013). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, μόνο αν δεν υπάρχει, για οποιοδήποτε λόγο, υπαιτιότητα στο πρόσωπο του συντάκτη, δημοσιογράφου, δεν υπάρχει δε και υπαιτιότητα ούτε του "εκδότη", ήτοι του νόμιμου εκπροσώπου της αδειούχου εταιρείας, τότε δεν θεμελιώνεται αξίωση προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που ενδεχομένως έχει προσβληθεί (πρβλ.

ΑΠ 1486/2017, Α.Π. 627/2011,1904/2008), ενώ - και εξ αντιδιαστολής - εφόσον υπάρχει υπαιτιότητα των ανωτέρω προσώπων θεμελιώνεται αξίωση, προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί από αδικοπρακτική συμπεριφορά, στο πλαίσιο δημοσιεύματος εφημερίδας.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Τέλος, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α Κ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 600/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύτπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής ως προς το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικά μέρος της υπόθεσης : "Στο φύλλο του Σαββάτου - Κυριακής, της ...,της πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδας με τον διακριτικό τίτλο "..." και αφού, κατ' αρχήν, στο πρωτοσέλιδό της και, συγκεκριμένα, στο κάτω αριστερό άκρο αυτής, δημοσιεύτηκε μία έγχρωμη φωτογραφία του Ι.

Κ., με την ενάγουσα (δεξιά εικονιζόμενη σ' αυτήν) και έτερη ενδιαμέσως νεαρή γυναίκα, υπό τον τίτλο (λεζάντα) "Γ. Κ. Ο "γιατρός" με τη Ferrari έφερνε και κορίτσια" με παραπομπή στις σελίδες 52-54 της εν λόγω εφημερίδας, στις τελευταίες αυτές σελίδες δημοσιεύθηκε εκτενές άρθρο, υπογραφόμενο από την τέταρτη των εναγομένων, που αφορούσε τη ζωή και τις εκτιθέμενες ως παράνομες δραστηριότητες του Ι.

Κ., ο οποίος κατηγορείτο ότι αντιποιείτο επί μακρόν το δημόσιο αξίωμα - λειτούργημα του ιατρού και διευθυντή του ιατρείου της ..., χωρίς τα νόμιμα προσόντα, και ότι, συναφώς, τέλεσε σωρεία ποινικών αδικημάτων. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο τιτλοφορείτο, με μεγάλα και έντονα γράμματα, "ΜΕ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΑΠΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΕΣ", "Γ.

Κ. Ο "γιατρός" με τη Ferrari έφερνε και κορίτσια", έφερε δε υπότιτλο, με μικρότερα γράμματα, "Ο βίος και η πολιτεία του ιπτάμενου "γιατρού" με το πλαστό πτυχίου, που από σερβιτόρος στις ΗΠΑ προσγειώθηκε διευθυντής στο Ιατρείο ..., σερβίροντας "πέτσινα" απολυτήρια, καλλίγραμμα κορίτσια και ψυχοφάρμακα, ενώ, προ του κειμένου, δημοσιεύτηκε μία μεγάλη έγχρωμη φωτογραφία (που παρέπεμπε στο ότι είχε ληφθεί κατά τη διάρκεια νυχτερινής διασκέδασης) του Ι.

Κ., με την ενάγουσα (δεξιά εικονιζόμενη) και έτερη ενδιαμέσως νεαρή γυναίκα, που κάλυπτε περισσότερη από τη μισή σελίδα και έφερε τον τίτλο (λεζάντα) "Ο "γιατρός" της ... είχε αδυναμία στη νυχτερινή διασκέδαση και στις όμορφες γυναίκες". Στο κείμενο δε του άρθρου αυτού, εκτίθενται, μεταξύ άλλων, επί λέξει, τα ακόλουθα: "...

Η αδυναμία του στα νεαρά κορίτσια δεν αργεί να γίνει αντιληπτή στους ντόπιους ... Τις περισσότερες κοπέλες, Ελληνίδες και αλλοδαπές, τις έβρισκε από ένα γραφείο στο Σύνταγμα, λέγοντάς τους είτε ότι θα τους βρει δουλειά στη ... για το καλοκαίρι είτε ότι θέλει να τις δοκιμάσει για αεροσυνοδούς, καθώς θα νοίκιαζε το αεροσκάφος του σε vip τουρίστες.

Πολλές από τις φίλες του τις διόριζε μάλιστα, κατά καιρούς, ως γραμματείς στο Περιφερειακό Ιατρείο ... Μεγάλος τζογαδόρος και λάτρης των μπουζουκιών και της καλής ζωής, στην οποία επιδιδόταν με πάθος, μετά από κατανάλωση αμέτρητης ποσότητας αλκοόλ, ο Κ. ήταν εξπέρ στην απάτη ..." (σελ. 53). Περαιτέρω δε, στην 54η σελίδα, δημοσιεύτηκε άλλη μία φωτογραφία της ενάγουσας σε εναγκαλισμό με τον Ι.

Κ., κατά τη διάρκεια νυχτερινής διασκέδασης. Με τη δημοσίευση των εν λόγω φωτογραφιών, οι οποίες, αφ' ενός μεν, συνδέονταν άμεσα με το κείμενο του εν λόγω άρθρου - αφού αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα αυτού - αφ' ετέρου δε, καταλάμβαναν τέτοια θέση, όπως ανωτέρω περιγράφεται, στο ως άνω φύλλο της εφημερίδας, κατά τρόπο ώστε ο αναγνώστης να επικεντρώνει την προσοχή του σε αυτές (και οι οποίες, σημειωτέον, ούτε με τη συναίνεση της ενάγουσας δημοσιεύτηκαν και, σε κάθε περίπτωση, δεν είχαν αλλοίωση - με παραμορφωτικό φίλτρο - στο πρόσωπο των λοιπών - εκτός του Ι.

Κ., τον οποίο αφορούσε το άρθρο - εικονιζόμενων και, ειδικότερα, της εν προκειμένω ενδιαφέρουσας ενάγουσας (ώστε το πρόσωπό της να απεικονίζεται θαμπό και να μην αναγνωρίζεται) και μη υπάρχουσας, περαιτέρω, οποιασδήποτε μνείας ή διευκρίνισης σχετικά με την ταυτότητα και την ιδιότητα της (εν προκειμένω ενδιαφέρουσας) ενάγουσας, μπορούσε να δημιουργηθεί στο μέσο αναγνώστη η εύλογη πεποίθηση ότι το ένδικο άρθρο ανακοίνωνε για την εικονιζόμενη στις φωτογραφίες ενάγουσα γεγονότα που την αφορούσαν και, ειδικότερα, ότι αυτή, σύμφωνα και με τα ως άνω παρατεθέντα αποσπάσματα, ζούσε πολυτάραχη ζωή στο πλευρό του Ι.

Κ., απασχολούνταν σε γραφείο (αδιευκρίνιστης παροχής υπηρεσιών - πιθανότατα συνοδών - από καλλίγραμμες κοπέλες) στο Σύνταγμα και διορίστηκε γραμματέας στο Περιφερειακό Ιατρείο ..., με τη μεσολάβηση του Ι. Κ.. Πράγματι δε, εξαιτίας της δημοσίευσης των εν λόγω (ένδικων) φωτογραφιών και της σύνδεσής τους - εξ αντικειμένου για την ενάγουσα (αφού προβλήθηκε σε δημόσια θέα το πρόσωπο της σε εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας και σε άρθρο που δεν αφορούσε την ίδια αλλά άλλο πρόσωπο, τον Ι.

Κ., με τον οποίο είχε απλώς κοινωνική σχέση και δεν προέκυψε ότι γνώριζε τότε τις αποδιδόμενες σε αυτόν παράνομες πράξεις) - με το δυσφημιστικό και προσβλητικό περιεχόμενο, όπως διατυπώθηκε, για τους προαναφερόμενους λόγους, αναφορικά με το πρόσωπό της, το ως άνω άρθρο, προκλήθηκαν δυσμενή και επικριτικά σχόλια από τον κοινωνικό και επαγγελματικό της κύκλο, με αποτέλεσμα να καταστεί αυτή αντικείμενο συζήτησης όχι για θετικό λόγο, αφού σχηματίστηκε η εντύπωση ότι ήταν αμφιβόλου ηθικής και συνήψε σχέσεις με τον Ι.

Κ., με σκοπό την επαγγελματική της ανέλιξη, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας απόδειξης, ανήκουσα στο κοινωνικό περιβάλλον της ενάγουσας και έχουσα ιδία αντίληψη του δημιουργηθέντος κλίματος. Σημειωτέον δε ότι, τα πρόσωπα του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος της ενάγουσας δεν ήταν δυνατό να γνωρίζουν όλες τις λεπτομέρειες της προσωπικής, κοινωνικής και επαγγελματικής της ζωής, έτσι ώστε να αποκλεισθεί η πιθανότητα δημιουργίας σύγχυσης σε αυτά από την ένδικη δημοσίευση.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα - ανεξαρτήτως του ότι αρέσκετο να συμμετέχει έντονα στην κοινωνική και κοσμική ζωή - ποτέ δεν είχε δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια για οποιονδήποτε λόγο, διάγοντας μία ευπρεπή προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική ζωή, εργαζόμενη ως διακοσμήτρια και ανατρέφοντας τα δύο τέκνα της, γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται - στο πλαίσιο της δίκης - ούτε από τους εναγόμενους.

Η μόνη σχέση δε που συνέδεε την ενάγουσα με τον Ι. Κ., ήταν εκείνη της απλής κοινωνικής γνωριμίας και διασκέδασης σε ευρύτερους κοινωνικούς κύκλους, στους οποίους εντάσσονταν αμφότεροι, χωρίς να γνωρίζει, ωστόσο, για τις εκτιθέμενες στο δημοσίευμα ως παράνομες δραστηριότητες αυτού. Ενόψει των ως άνω περιγραφόμενων πραγματικών περιστατικών, κρίνεται, από την εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού, ότι προσβλήθηκε σημαντικά η προσωπικότητα της ενάγουσας και, ειδικότερα, η τιμή και η υπόληψή της αναφορικά με την εικόνα του προσώπου της, αφού οι φωτογραφίες της δημοσιεύτηκαν χωρίς τη συναίνεσή της και, σε κάθε περίπτωση, χωρίς στο πλαίσιο των συναλλακτικών ηθών του τύπου να καλύπτεται (ως ανωτέρω εκτίθεται) τουλάχιστον το πρόσωπο της ώστε να μην αναγνωρίζεται, σε συνδυασμό με δημοσίευμα, που τις συνόδευε, το περιεχόμενο του οποίου, αφ' ενός μεν, έγινε ευρέως γνωστό σε μεγάλο αριθμό αναγνωστών της ως άνω εφημερίδας και τρίτων προσώπων, αφ' ετέρου δε, αφού δεν διευκρινιζόταν ότι η εικονιζόμενη ενάγουσα δεν είχε σχέση με τις εκτιθέμενες ως παράνομες δραστηριότητες του και "τα καλλίγραμμα κορίτσια που έφερνε", είχε δυσφημιστικό και προσβλητικό γι' αυτήν περιεχόμενο.

Υπαίτιοι δε της ως άνω παράνομης προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας και της δυσφήμισης αυτής, τυγχάνουν ο τρίτος των εναγομένων, ως διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας και η τέταρτη αυτών, ως συντάκτρια του ένδικου άρθρου, διότι επέτρεψαν τη δημοσίευση των ένδικων φωτογραφιών (χωρίς καν κάλυψη του προσώπου της, που - έστω - στο πλαίσιο των συναλλακτικών ηθών του τύπου όφειλαν, κατά τα ανωτέρω, να πράξουν), ως συνδεόμενων με το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου, ενώ όφειλαν, πριν από τη δημοσίευσή τους, να εξακριβώσουν, εάν το εικονιζόμενο πρόσωπο ταυτιζόταν με τα αναφερόμενα στο κείμενο του άρθρου "κορίτσια (που) έφερνε ο γιατρός με τη Ferrari".

Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ένδικες φωτογραφίες της ενάγουσας ελήφθησαν από το facebook ή άλλο ιστότοπο στο διαδίκτυο και δημοσιεύτηκαν και σε άλλη εφημερίδα (...), κατά τους ισχυρισμούς των εναγόμενων, δεν δύναται να αξιολογηθεί ως πράξη συναίνεσης ή έγκρισης της ενάγουσας να χρησιμοποιηθούν στην εφημερίδα που αυτοί απασχολούνται (...), πολλώ δε μάλλον που η απρονοησία ιδιώτη (εν προκειμένω της ενάγουσας) στο να δημοσιεύει φωτογραφίες του στο δημόσιο προφίλ του στο διαδίκτυο (facebook) δεν μπορεί να άρει τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου, ειδικότερα δε την υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας, που πλήττεται με τη δημοσίευση φωτογραφιών (ή χωρίς, έστω, κάλυψη του προσώπου του) χωρίς τη συναίνεση του εικονιζόμενου, όταν μάλιστα γίνεται, εξ αντικειμένου, σύνδεση των φωτογραφιών αυτών με τις αναφερόμενες σε άρθρο παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου (εν προκειμένω του Ι.

Κ.), για τους προαναφερόμενους λόγους. Περαιτέρω δε, οι τρίτος και τέταρτη των εναγόμενων, έκαστος αυτών δια της ιδιότητας και της θέσης που κατείχε στην ως άνω εφημερίδα, ενήργησαν χωρίς δικαίωμα, παράνομα και υπαίτια, βλάπτοντας δολίως - κατά παράβαση και των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας - την ενάγουσα, αφού, κατά τη δημοσίευση των φωτογραφιών της, δεν διευκρίνισαν ότι η ενάγουσα δεν είχε σχέση με τις παράνομες δραστηριότητες, καθώς και τις λοιπές εκτιθέμενες τέτοιες, του Ι.

Κ., με "κορίτσια, που έφερνε" και την μείωναν ως προσωπικότητα, αφού την εμφάνιζαν, αναπόδραστα, με τη δημοσίευση των ένδικων φωτογραφιών της, σε συνδυασμό με το κείμενο του άρθρου, ως πρόσωπο μειωμένης ηθικής αντίστασης, με υπό αμφισβήτηση την αξιοπρέπεια, το ήθος και την επαγγελματική της εντιμότητα, γεγονός το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, προκειμένου να επιτευχθεί και ο περαιτέρω σκοπός τους να αυξήσουν την κυκλοφορία της εφημερίδας στον κύκλο των αναγνωστών που απευθυνόταν, όπως κατέθεσε χαρακτηριστικά και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, λέγοντας ότι "Κανείς δε θα διάβαζε το άρθρο χωρίς τις φωτογραφίες".

Ο σκοπός τους δε αυτός προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν έσπευσαν να αποκαταστήσουν την αλήθεια (παραβιάζοντας, έτσι, μεταξύ των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα, σε κάθε δε περίπτωση εάν δεν τηρήθηκε αυτό να αποκαθίσταται η αλήθεια με μεταγενέστερο δημοσίευμα) παρά τη μεταγενέστερη σχετική εξώδικη όχληση της ενάγουσας, απορριπτομένου, ως εκ τούτου, ως ουσία αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού τους περί δημοσίευσης των ένδικων φωτογραφιών, στο πλαίσιο του καθήκοντος πληροφόρησης του κοινού, σχετικά με τις παράνομες δραστηριότητες του Ι.

Κ. και αποσκοπώντας στην ενημέρωση της κοινής γνώμης, σχετικά με ζήτημα μείζονος ενδιαφέροντος, που αφορούσε την αντιποίηση εκ μέρους του τελευταίου δημόσιας εξουσίας. Τούτο δε καθόσον, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του ως άνω (Ι. Κ. - έχοντος παρανόμως καταλάβει τη θέση του διευθυντή του ιατρείου ...) ως δημόσιου προσώπου - που σε κάθε περίπτωση δεν συνέτρεχε και στο πρόσωπο της ενάγουσας - κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μετά από στάθμιση των συγκρουόμενών, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έννομων αγαθών, η κατά τα ως άνω χρήση των ένδικων φωτογραφιών δεν ήταν απόλυτα αναγκαία για την ικανοποίηση του συμφέροντος και δικαιώματος, που επικαλούνται ότι επεδίωκαν οι εναγόμενοι, δηλαδή της ενημέρωσης της κοινής γνώμης, στο πλαίσιο του δικαιώματος της ελευθερίας της γνώμης και της ελευθερίας του τύπου, συνιστά δε αυτή η δημοσίευση παραβίαση του πυρήνα του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής της ενάγουσας, πολλώ δε μάλλον που οι εν λόγω εναγόμενοι - όπως προαναφέρεται - δεν τήρησαν, ως ανωτέρω εκτίθεται, τις συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου περί υποχρεώσεως σεβασμού της προσωπικότητας και καθήκοντος αλήθειας, αναφορικά με το πρόσωπο της ενάγουσας.

Ειδικότερα δε, ο προβαλλόμενος σκοπός της πληροφόρησης της κοινής γνώμης σχετικά με το βίο του Ι. Κ. μπορούσε με ευχέρεια να επιτευχθεί με ηπιότερο μέσο, απρόσφορο να πλήξει τον πυρήνα του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και, συγκεκριμένα, μπορούσε να επιτευχθεί με την απλή δημοσίευση του εν λόγω άρθρου, χωρίς την ταυτόχρονη δημοσίευση φωτογραφιών οι οποίες αφορούσαν την ιδιωτική ζωή της ενάγουσας - ανεξαρτήτως του εάν η ίδια της είχε αναρτήσει στο facebook, αλλά χωρίς να γνωρίζει τότε την παραβατική συμπεριφορά του Ι.

Κ. - ή, εν πάση περιπτώσει, εάν προέβαινε στη σχετική δημοσίευσή τους να είναι καλυμμένο, με τη χρήση ειδικού φίλτρου, το πρόσωπο της ενάγουσας, ώστε να μην αναγνωρίζεται αυτή. Εξάλλου, η δημοσίευση των ένδικων φωτογραφιών δεν έγινε για τη διαμόρφωση ή ολοκλήρωση της γνώμης των πολιτών, αλλά για την έξαψη της περιέργειας του αναγνωστικού κοινού, σε συνδυασμό με την αύξηση της κυκλοφορίας της εφημερίδας και την συνεπακόλουθη επίτευξη οικονομικών ωφελημάτων, παράγοντες δηλαδή άσχετους με την ικανοποίηση του συμφέροντος και δικαιώματος πληροφόρησης της κοινής γνώμης, που επικαλούνται ότι επεδίωκαν οι εναγόμενοι, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Άλλωστε, η ελευθερία του τύπου, στην οποία περιλαμβάνεται η ελευθερία αναζήτησης ειδήσεων και πληροφοριών, δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά αναγνωρίζεται χάριν της αποτελεσματικής ενημέρωσης του κοινού, σε συνάρτηση πάντοτε με το ερευνώμενο από τον τύπο ζήτημα, και δεν μπορεί, σε περίπτωση σύγκρουσης της ελευθερίας του τύπου με άλλο έννομο αγαθό, όπως συμβαίνει με το έννομο αγαθό της προσωπικότητας - πολλώ δε μάλλον, αν οι παρουσιαζόμενες πληροφορίες επεκτείνονται και σε άλλα πρόσωπα από τα ελεγχόμενα δημοσιογραφικώς - να προσβάλλει, το δικαίωμα πληροφόρησης, το τελευταίο αγαθό (της προσωπικότητας), αφού πρέπει να σταθμίζεται η αξία της επιδιωκόμενης πληροφόρησης του κοινού και της μέσω αυτής διακινδύνευσης άλλου εννόμου αγαθού.

Επομένως, η υπαίτια μη τήρηση των συναλλακτικών υποχρεώσεων του τύπου περί υποχρεώσεως σεβασμού της προσωπικότητας και καθήκοντος αλήθειας, αναφορικά με το πρόσωπο της ενάγουσας, αποκλείει - σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως - εν προκειμένω την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του τρίτου και τέταρτης των εναγομένων προς ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού και, για το λόγο αυτό, δεν τίθεται ζήτημα άρσεως του παρανόμου της προσβολής, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ.

Ως εκ τούτου, η σχετικώς προβληθείσα ένσταση των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων, και εκκαλούντων, ως προς τις ως άνω δημοσιεύσεις, αναφορικά με την ενάγουσα, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως άλλωστε και ο σχετικός (δεύτερος) λόγος εφέσεώς τους. Τέλος, σταθμίζοντας τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ως άνω αναλυτικά περιγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, το βαθμό του πταίσματος αυτών, τη βαρύτητα της βλάβης, προσβολής της προσωπικότητας αυτής, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και, τέλος, την κοινωνική και οικονομική θέση των διάδικων μερών, σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται ότι το ποσό που πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, επιμεριζόμενο, κατά το αγωγικό αίτημα, στο ποσό των επτά χιλιάδων πεντακοσίων (7.500) ευρώ σε βάρος εκάστου των τρίτου και τέταρτης των εναγομένων, το οποίο είναι εντός των ορίων που θέτουν η καλή πίστη και τα χρηστά αλλά και συναλλακτικά (σε σχέση με τις υποχρεώσεις του τύπου) ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και, επομένως, τυγχάνουν απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, αντιστοίχως, ο δεύτερος λόγος εφέσεως της ενάγουσας και ο έκτος λόγος της εφέσεως των εναγομένων".

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29-3-2017 έφεση των εναγομένων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσίαν την αγωγή της ενάγουσας. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες εφαρμοσθείσες διατάξεις καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό τους και ειδικότερα ως προς την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας με το προαναφερθέν δημοσίευμα από τους εναγόμενους υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους για την οποίαν δικαιούται αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, έστω και συνοπτικές, ειδικότερα ως προς την έλλειψη της συναίνεσης της ενάγουσας για τη δημοσίευση της φωτογραφίας στο επίδικο προαναφερθέν δημοσίευμα και την υπαιτιότητα των εναγομένων ως προς την προσβολή της προσωπικότητάς της από το τελευταίο, όπως επίσης και για την απόρριψη της σχετικής ένστασης που υπέβαλαν αυτοί ως προς την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για τη σύνταξη του ως άνω δημοσιεύματος συνδεόμενου αναπόσπαστα με τη φωτογραφία της ενάγουσας, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Καθορίζοντας δε το Εφετείο τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης στο ποσό των 7.500 ευρώ σε βάρος καθενός από τους εναγομένους δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου δικογράφου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η άνω αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν αυτοί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσσεις, λόγω της ήττας τους κατά τα άρθρα 176, 180, 183 και 191 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2019 αίτηση των αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4486/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ