Legislator Case Law & Legislation
1146/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming appellate court ignored precedent cases as evidence.

Case Number 1146/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by eighteen individuals against a labor organization's decision. The appellants argued that the appellate court erred by failing to consider specific Supreme Court precedents as evidence. The court ruled that judicial decisions resolving legal issues are not admissible evidence under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure: Judicial decisions resolving legal issues are not admissible evidence; appeals based on the non-consideration of such precedents are inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of evidence judicial precedent appellate review code of civil procedure legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 296, 297 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 179 final paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 183 final paragraph of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1418/1997
Supreme Court Case 900/2003
Supreme Court Case 1246/2000
Supreme Court Case 1469/1988
Supreme Court Plenary Case 18/2006
Supreme Court Plenary Case 7/2011
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1146 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1146/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ζ.-Χ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 3) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Κ. Μ. του Α., κατοίκου …, 6) Σ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 7) Β. Γ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 8) Κ. Β. του Α., κατοίκου …, 9) Σ. Μ. του Δ., 10) Κ. Σ. του Π., κατοίκων Άργους, 11) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Π. Ε. του Θ., κατοίκου …,13) Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., 14) Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 15) Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 16) Μ. Β. του Ν., κατοίκου …, 17) Μ. Φ. του Ε. και 18) Ε. Φ. του Φ., κατοίκων ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 24-4-2017 οι με α/α 2η, 4η ,16ος των αναιρεσειόντων.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ-Ο.Α.Ε.Δ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Καλαμάκι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Ηλιοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 446/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1645/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-4-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από την αναίρεση κατά της εκδοθείσας σε βάρος του αποφάσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου. Η περί της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο της αναίρεσης σχετική δήλωση του αναιρεσείοντος γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, οπότε ο 'Αρειος Πάγος αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση η δεύτερη (Ζ.-Χ. Β. του Σ.), η τέταρτη (Σ. Κ. του Ι.) και ο δέκατος έκτος (Μ. Β. του Ν.) την αναιρεσειόντων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σπύρου Παυλάτου, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, του παρόντος δικαστηρίου παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 24-4-2017 αίτησής τους για αναίρεσης της υπ' αριθ. 1645/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, ως προς του ανωτέρω αναιρεσείοντες, η αναίρεση πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως (η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ. 18/2006). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937, "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.

α) και "Αι διατάξεις του νόμου Γ τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.

α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 ΠΚ και πειθαρχικά.

Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.

Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.

α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.

α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.

α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές -διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23-4-2009 υποθέσεις C -378 έως C-380). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4- 2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων με την ένδικη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή οι ανωτέρω 15 αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι προσελήφθησαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την 25-10-2005 η Κ. Δ., την 8-11-2004 ο Α.

Κ., την 12-10-2005 η Μ. Κ., την 11-11-2004 η Α. Σ., την 12-10-2005 η Γ. Β., την 26-11-2004 η Β. Κ. την 15-11-2004 η Μ. Σ., την 15-11-2004 ο Σ. Κ., την 15-11-2004 ο Μ. Σ., την 5-10-2005 η Ε. Π., την 20-12-2004 η Α. Μ., την 28-9-2005 η Τ. Α., την 8-11-2004 η Κ. Μ., την 14-9-2005 η Φ. Μ. και την 6-9-2005 η Φ. Ε. με διαδοχικώς ανανεούμενες έγγραφες συμβάσεις, οι οποίες εικονικώς και κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ενώ εξ αρχής προσελήφθησαν για μόνιμη και διαρκή εργασιακή σχέση και οι συμβάσεις τους είχαν όλα τα χαρακτηριστικά συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι απασχολήθηκαν ως διοικητικοί υπάλληλοι στις αναφερόμενες υπηρεσίες μέχρι την αναφερόμενη ειδικότερα για τον κάθε ένα ημερομηνία. Ζήτησαν δε με την αγωγή τους αυτής 1)να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο με συβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2)να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων, 3) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις ως άνω υπηρεσίες τους και 4) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή αυτή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο και κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη: 'Ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο ΟΑΕΔ στις 25-10-2005, ο τρίτος αναιρεσείων προσλήφθηκε απ' αυτόν στις 8-11-2004, η Πέμπτη στις 12-10-2005, η έκτη στις 11-11-2004, η έβδομη την 1-11-2004, η όγδοη αναιρεσείουσα την 1-11-2004, η ένατη στις 15-11-2004, ο δέκατος αναιρεσείων στις 15-11-2004, ο ενδέκατος στις 15-11-2004, η δωδέκατη στις 21-10-2005, η δέκατη τρίτη στις 20-12-2004, η δέκατη τέταρτη στις 28-9-2005, η δέκατη πέμπτη στις 8-11-2004, η δέκατη έβδομη στις 14-9-2005 και η δέκατη όγδοη στις 6-9-2005 με διαδοχικές ανανεούμενες έγγραφες συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν μεν συμβάσεις μαθητείας στα πλαίσια προγράμματος του ΟΑΕΔ προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage), ενώ στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας την οποία πρόσφεραν στο εναγόμενο, απασχοληθέντες όλοι ως διοικητικοί υπάλληλοι (ΔΕ( σε αντίστοιχες υπηρεσίες του εναγομένου ΟΑΕΔ, ο κάθε ένας κατά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες παρέμειναν εργαζόμενοι στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έως τις παρακάτω ημερομηνίες, οπότε και έληξε ο συμβατικός χρόνος εργασίας τους. Συγκεκριμένα, η πρώτη αναιρεσείουσα απασχολήθηκε έως τις 17-2-2010, η τρίτη αναιρεσείουσα έως τις 15-1-2010, η πέμπτη αναιρεσείουσα έως την 4-12-2009, η έκτη αναιρεσείουσα έως τις 24-12-2009, η έβδομη αναιρεσείουσα έως τις 9-12-2009, η όγδοη έως 23-12-2009, η ένατη έως τις 8-12-2009, ο δέκατος αναιρεσείων έως τις 8-12-2009, ο ενδέκατος αναιρεσείων έως 8-12-2009, η δωδέκατη αναιρεσείουσα έως τις 15-1-2010, η δέκατη τρίτη έως τις 8-2-2010, η δέκατη τέταρτη έως τις 2-12-2009, η δέκατη πέμπτη έως τις 18-1-2010, η δέκατη έβδομη και η δέκατη όγδοη έως την 1-12-2009.

Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ως άνω ενάγοντες παρείχαν συνεχώς τις υπηρεσίες τους στον εναγόμενο σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως και στο ωράριο εργασίας των μονίμων υπαλλήλων και υπό την εποπτεία των προϊσταμένων τους, συνεπώς κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν οι συμβάσεις τους STAGE, εφόσον προέχων σκοπός και επιδίωξή τους δεν ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αλλά καθαυτή η παροχή εργασίας, στην οποία κατά κύριο λόγο απέβλεπαν αποσκοπώντας στον πορισμό της, αντιπαροχής (μισθού).

Οι συμβάσεις λοιπόν αυτές υπήρξαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, την οποία παρείχαν όλοι (ενάγοντες) υπό συνθήκες εξάρτησης και υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγόμενου-εργοδότη, του οποίου κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες όπως ακριβώς το μόνιμο προσωπικό, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της παροχής και χωρίς να φέρουν οι ίδιες τον κίνδυνο παροχής εργασίας τους.

Ωστόσο, η συνδέουσα αυτούς (ενάγοντες) με τον εναγόμενο εργασιακή σχέση είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διότι δεν πληρούνται οι κατά νόμο προϋποθέσεις μετατροπής των συμβάσεων εργασίας τους σε αορίστου χρόνου. Τούτο διότι προσκρούει στο νόμο η αναγνώριση ότι συνδέονται στην πραγματικότητα με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, υπό την ειδικότητα που προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν.

Ειδικότερα, καταρχήν και δη αναφορικά με τη διενέργεια προσλήψεων από το εναγόμενο (ΝΠΔΔ), ισχύει ο ν. 2190/1994, ως προς το ότι οι διατάξεις αυτού καθιερώνουν ευχέρεια των Δημοσίων υπηρεσιών να προσλαμβάνουν και να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ότι δεν είναι δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου με όλους τους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ώστε, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, δεν μπορούν εν προκειμένω να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920, μέχρι ή και μετά την έναρξη του π.δ/τος 164/2004, ακριβώς διότι η μετατροπή των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων σε εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου θα προσέκρουε στο δημοσίας τάξεως νομοθετικό πλαίσιο της απασχόλησης εργαζομένων στον Ελληνικό Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ήτοι στις σαφείς διατάξεις του ν. 2190/1994 (που προβλέπει μάλιστα ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις για την παραβίαση τους από τα αρμόδια όργανα του δημόσιου τομέα) και, κυρίως, στις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία από τις οποίες ρητώς απαγορεύτηκε η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, ώστε ο νομικός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης του ενάγοντος να είναι πλέον αλυσιτελής.

Ούτε, όμως, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004 (το τελευταίο για τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα), επιβάλλει υποχρεωτικά το χαρακτηρισμό ως αορίστου χρόνου των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου του προσωπικού ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.

Άλλωστε, οι επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων, άπασες καταρτισθείσες μετά τις 17-4-2001 σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αορίστου χρόνου, είτε με τη μετατροπή τους σε τέτοια, είτε με τον εξ υπαρχής χαρακτηρισμό τους ως αορίστου χρόνου. Και αυτό, διότι το εναγόμενο (ΝΠΔΔ), ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 2190/1994, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να συνάψει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του προαναφερθέντος νόμου και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησης των εν λόγω ενάγοντων, ακόμη και εάν η εργασία τους κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, προσκρούει στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 παρ. 2 του ιδίου νόμου, όσο και κυρίως στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος. Ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης και ετέθη σκόπιμα προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ιδίου νόμου (Ν. 2112/1920), αφού, όταν η σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από διάταξη νόμου, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση με το Ν. 2190/1994, δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920, ενώ, τέλος, και κυρίως λόγω της ως άνω αδιάστικτης διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται στην προκείμενη περίπτωση είτε η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων των εναγόντων σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, είτε ο εξ αρχής χαρακτηρισμός τους ως τέτοιων, αφού άπασες οι συμβάσεις έλαβαν χώρα μετά τη θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος.

Τέλος, ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του ΠΔ/τος μπορούν να χαρακτηριστούν ως αορίστου χρόνου, εφόσον κατά την έναρξη ισχύος του (19/7/2004) ουδόλως πληρούσαν τις οριζόμενες προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου (11) και πιο ειδικά, διαδοχικές συμβάσεις τουλάχιστον 24 μηνών ή τρεις (3) τουλάχιστον συμβάσεις συνολικής διάρκειας 18 μηνών, εντός του χρονικού διαστήματος των 24 μηνών από την αρχική σύμβαση ενός εκάστου.

Συνακόλουθα, αβάσιμα κατ' ουσία και απορριπτέα είναι και τα αιτήματα που συνέχονταν με τη φύση της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προϋπέθεταν την κατάρτιση τέτοιας σύμβασης, ήτοι τα αιτήματα περί αναγνωρίσεως ως άκυρης της απολύσεως ενός εκάστου ενάγοντα, της υποχρεώσεως του εναγόμενου να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης καταβάλλοντάς τους τις αντίστοιχες αποδοχές, επ' απειλή χρηματικής ποινής και αναγνώρισης ότι οφείλει να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας με βάση νόμιμες μηνιαίες αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμη στην αγωγή, ενώ έδει όπως απορρίψει αυτήν κατ' ουσία.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς, ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις εκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό μ' εκείνες των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 21 Ν. 2190/1994, 8 παρ. 1 και 3 Ν. 2112/1920 281, 288 και 671 ΑΚ, 22, 25 παρ. 1, 3 του Συντάγματος, καθόσον από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και αν οι αναιρεσείοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ.

Ούτε, επίσης, με τη μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ Οδηγίας, οι οποίες αφενός δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολούμενων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται.

Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτο, δεύτερο και έκτο λόγους αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 8/2013, 14/2004, 3/1997, ΑΠ 237/2019).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και έβδομο λόγους της αίτησης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενοι, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 1999/ΕΚ βάσει των οποίων οι συμβάσεις τους έχουν καταστεί αορίστου χρόνου και περαιτέρω ότι οι διατάξεις των ΠΔ 164/2004 και 81/2003 δεν συνιστούν αποτελεσματικά μέτρα για τη διασφάλιση του σκοπού της Οδηγίας και της πρόληψης κατάχρησης και έτσι έκρινε εσφαλμένα, κατά τους ισχυρισμούς τους, ότι οι εργασιακές τους συμβάσεις δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Με το ως άνω περιεχόμενο, οι εν λόγω αιτιάσεις, δεν εμπίπτουν στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων", καθόσον δεν αποτελεί "πράγμα" προταθείς ισχυρισμός, ο οποίος είναι μη νόμιμος και συνακόλουθα οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Συνεπώς, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν του κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελεί δε ο λόγος αυτός εκδήλωση της θεμελιώδους δικονομικής αρχής της συζήτησης (άρθ. 106 ΚΠολΔ). Ως αποδεικτικά μέσα νοούνται τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και συνεπώς όχι οι διατάξεις κανόνων δικαίου (ΑΠ 1418/1997), ή δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικά ζητήματα (ΑΠ 900/2003, ΑΠ 1246/2000, ΑΠ 1469/1988). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος αποφάσεις της νομολογίας του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα τις υπ' αριθ. 18/2006 και 7/2011 αποφάσεις της Ολομελείας του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα οι δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικά ζητήματα δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αιτιώμενοι ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των προσαχθέντων "νομολογιακών στοιχείων" που προκύπτουν από την υπ'αριθ. 7/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα και δεδομένου ότι οι δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομολογιακώς διάφορα νομικά ζητήματα δεν υπάγονται στην διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών κατ' άρθρο 179 εδαφ. τελ. σε συνδ. με το άρθρο 183 εδαφ. τελ. ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη ως προς του αναιρεσείοντες Β. Ζ.-Χ. του Σ., Κ. Σ. του Ι. και Β. Μ. του Ν.

Απορρίπτει την από 24-4-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 1645/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ