Legislator Case Law & Legislation
1146/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no legal error in lower court's handling of property claims.

Case Number 1146/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court of Athens' final judgment regarding property disputes. The appellants argued the lower court erred in accepting the plaintiff's claim for ownership of molds and failed to reject the suit due to lack of title. The court rejected these arguments, noting the plaintiff adequately described the items and successfully relied on a valid agreement with a third party to establish rights. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 561 § 2, Art. 559, Art. 176, Art. 183 KPolD: An appeal is inadmissible if the lower court correctly assessed the sufficiency of the complaint's description of property and the validity of the title claimed by the plaintiff, even if the appellant contests the legal basis of ownership.

Keywords

AI generated
civil appeal procedure property ownership claim sufficiency of complaint title to movable property legal costs award third party agreement dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 561 § 2 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 495 § 3 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AK 976, 1034
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1146 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1146/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κακατσάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και ήδη "...", όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με την από 16-1-2017 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της Θωμά Βουγιούκα ενώπιον του Αρείου Πάγου (πρακτικό 5/2017 του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου), η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Π. Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Βουγιούκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-6-2009 και 3-9-2009 αγωγές του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου η πρώτη και των ήδη αναιρεσιβλήτων η δεύτερη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2126/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5994/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-5-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 20-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 5994/2014 τελεσίδικη απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα ο 2ος των αναιρεσιβλήτων με την από 30-6-2009 αγωγή του ζήτησε να αναγνωριστεί η κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητά του επί των αναφερομένων κινητών πραγμάτων (καλουπιών παραγωγής πλαστικών) και η υποχρέωση των εναγομένων-αναιρεσειόντων να τον αποζημιώσουν για την απώλεια της χρησιμότητας των πραγμάτων αυτών που εκείνοι χρησιμοποιούν αποκλειστικά, επικουρικά δε να διαταχθεί η διανομή των κινητών αυτών με πώληση δια πλειστηριασμού και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να τον αποζημιώσουν για το διαφυγόν κέρδος του.

Αμφότεροι δε οι αναιρεσίβλητοι με την από 3-9-2009 αγωγή τους ζήτησαν να απαγορευθεί στους εναγομένους-αναιρεσείοντες η παραγωγή των πλαστικών προϊόντων από τα κοινής ιδιοκτησίας κινητά αυτά πράγματα (καλούπια) και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή των να τους καταβάλουν χρηματικά ποσά λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, καθώς και άλλα χρηματικά ποσά για θετική ζημία, διαφυγόν κέρδος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε εν μέρει τόσο την από 30-6-2009 αγωγή του 2ου των αναιρεσιβλήτων όσο και την από 3-9-2009 αγωγή αμφοτέρων των αναιρεσιβλήτων. Κατά της αποφάσεως αυτής αμφότερα τα διάδικα μέρη άσκησαν εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τις απέρριψε.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

II.Από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 139 ΑΚ, οι οποίες ορίζουν η μεν πρώτη ότι "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά (εικονική), είναι άκυρη. Αλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της", η δε δεύτερη ότι "Η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την", συνάγεται ότι σε περίπτωση εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως κατά κυριότητα πράγματος, η οποία εικονικότητα αφορά στο πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύει η σύμβαση όχι για τον φαινομενικά εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, ήτοι τον πραγματικό αγοραστή, απαιτείται γνώση και αντίστοιχη συμφωνία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή, ότι η σύμβαση καταρτίζεται όχι με τον φαινομενικό αλλά με τον πραγματικό αγοραστή.

Τέλος, όταν η εικονικότητα στη σύμβαση αναφέρεται στο πρόσωπο του αγοραστή, η σύμβαση είναι άκυρη και γι' αυτό θεωρείται σαν να μην έγινε ως προς τον φαινομενικό αγοραστή, ισχύοντας αντίστοιχα για τον πραγματικό αγοραστή, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα, για να είναι ορισμένος και άρα να προτείνεται παραδεκτά ο ισχυρισμός περί εικονικότητας μιας συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως κατά κυριότητα κινητού, ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, πρέπει να μνημονεύεται σ' αυτήν, εκτός άλλων, ότι υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ του πωλητή, του φαινομενικού αγοραστή και του πραγματικού αγοραστή (ΑΠ 2306/2009).

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή ένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997) και ως μη πρόταση των "πραγμάτων" νοείται είτε το ότι αυτά δεν προτάθηκαν είτε το ότι αυτά προτάθηκαν μεν αλλά δικονομικά απαραδέκτως, όπως συμβαίνει όταν αυτά κατά την πρότασή τους αναφέρθηκαν με αοριστία, το δε δικαστήριο τα έλαβε υπόψη ως αναφερόμενα χωρίς αοριστία.

Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτήν (ΑΠ 128/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Η 2η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." εδρεύει στον ... και είναι βιοτεχνική μονάδα παραγωγής πλαστικών ειδών από 20ετίας περίπου.

Κύριος μέτοχος, πρόεδρος του Δ.Σ αυτής, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ήταν το 2006-2007 ο 1ος εναγόμενος και ήδη 2ος αναιρεσείων Ν. Π., ο οποίος είναι κατασκευαστής - παραγωγός πλαστικών ειδών από 25ετίας.

Ο 1ος ενάγων και ήδη 2ος αναιρεσίβλητος Π. Χ. είναι εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσίβλητης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εισαγωγή και εμπορία πλαστικών προϊόντων. Αρχές του έτους 2006 αρχικά ο 1ος εναγόμενος (2ος αναιρεσείων) αποφάσισε να παραγάγει στην ελληνική αγορά πλαστική ντουλάπα σε διάφορα μεγέθη και η εταιρία του (2η εναγομένη) ανέθεσε το σχεδιασμό στον σχεδιαστή μηχανολόγο - μηχανικό Δ.

Α., οι συζητήσεις του οποίου με τον μηχανουργό Γ. Μ., ο οποίος κατασκευάζει καλούπια από ατσάλι δεν ευοδώθηκαν, λόγω των διαφορών στην προταθείσα τιμή. Κατά το τέλος του έτους 2006 οι διάδικοι, κατόπιν σχετικών επαφών τους, επανεξέτασαν την αρχική ιδέα του 1ου εναγομένου και απευθύνθηκαν εκ νέου στον άνω σχεδιαστή- μηχανολόγο βιομηχανικών προϊόντων προκειμένου αυτός να έλθει σε επαφή και να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις προς ευόδωση του εγχειρήματος με τον κινέζικο οίκο κατασκευής καλουπιών "...", για την παραγωγή στην Ελλάδα πλαστικών προϊόντων, οι οποίες και τελικά ευοδώθηκαν.

Η παραγωγή του εν λόγω προϊόντος θεωρήθηκε καινοτόμα για τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς, λόγω της ανυπαρξίας αντίστοιχων προϊόντων ελληνικής κατασκευής, αφού η μέχρι τότε κάλυψη των σχετικών αναγκών της εγχώριας αγοράς γινόταν με εισαγόμενα προϊόντα αλλοδαπών εταιριών. Προς τούτο ο ενάγων (Π. Χ.) και ο εναγόμενος (Ν.

Π.) συμφώνησαν να προβούν στην από κοινού αγορά των καλουπιών, τα οποία ήταν αναγκαία για την παραγωγή και κατασκευή στην Ελλάδα των σχεδιαζόμενων πλαστικών προϊόντων, ήτοι κρεμάστρα πόρτας, πλαστική ντουλάπα, παπουτσοθήκη, βάση λάστιχου ποτίσματος, στεγνωτήρι γούρνας και συρταριέρα, καταβάλλοντας ο καθένας το ήμισυ του τιμήματος αγοράς των καλουπιών και έτσι ο καθένας εξ αυτών να καταστεί συγκύριος τούτων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Για φορολογικούς ωστόσο λόγους συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η κυριότητα στα καλούπια θα ανήκε τυπικά είτε στη 2η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία [...], στην οποία -όπως προαναφέρθηκε- ο 1ος εναγόμενος ήταν μέτοχος, πρόεδρος του ΔΣ αυτής, διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της, είτε στην 2η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης [...], ενώ στην πραγματικότητα συγκύριοι θα ήταν αυτοί κατά το άνω ποσοστό έκαστος.

Αμφότερα τα φυσικά πρόσωπα [Π. Χ. και Ν. Π.] σκόπευαν να συστήσουν μία νέα κοινή εταιρία με συμμετοχή αυτών ή των τέκνων τους, η οποία θα είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την αποκλειστική διάθεση και διανομή των παραγομένων πλαστικών προϊόντων από τα κοινά καλούπια που θα αγόραζαν, στην οποία έκαστος θα συμμετείχε με ποσοστό 50%, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό, μετά από κοινή συναπόφαση τον καθορισμό των τιμών μεταπώλησης των εν λόγω προϊόντων και την πολιτική προώθηση των προϊόντων στην αγορά.

Συμφωνήθηκε επίσης, ότι το ποσοστό συγκυριότητας του ενάγοντος και του 1ου εναγομένου επί των καλουπιών θα πωλούνταν και θα μεταβιβαζόταν στην νέα εταιρία που μελλοντικά σκόπευαν να συστήσουν. Μέχρι τη σύσταση της εν λόγω νέας εταιρίας τα μέρη συμφώνησαν το δικαίωμα της αποκλειστικής διάθεσης και διανομής των πλαστικών προϊόντων, που παρήγαγε η 2η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την ένδειξη "...", να έχει η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης "...".

Κατ' εξαίρεση συμφωνήθηκε ότι η 2η εναγομένη ανώνυμη εταιρία θα είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε απευθείας πώληση και τιμολόγηση των παραγομένων πλαστικών προϊόντων σε τρίτους υπό την προϋπόθεση της συναίνεσης του 1ου ενάγοντος [Π. Χ.], Η συναίνεση του τελευταίου κατά τη συμφωνία τους θα πιστοποιούταν με την υπογραφή του σε συγκεκριμένο πρακτικό.

Στο πλαίσιο της άνω συμφωνίας τους ο 1ος ενάγων και ο 1ος εναγόμενος προέβησαν στις αρχές του έτους 2007 στην από κοινού παραγγελία και αγορά των καλουπιών, που ήταν αναγκαία για την παραγωγή και κατασκευή των σχεδιαζόμενων προαναφερθέντων πλαστικών προϊόντων στην προαναφερθείσα κινεζική εταιρία, καταβάλλοντας έκαστος εξ ημισείας το τίμημα της αγοράς αυτών, ήτοι έκαστος κατέβαλε [95.500 €] δεδομένου ότι το συνολικό τίμημα ανήλθε στο ποσό των [191.500 €]...

Το άνω γεγονός, ότι δηλαδή τα καλούπια αγοράστηκαν από κοινού και το τίμημα αγοράς εξοφλήθηκε κατ' ισομοιρία από τα άνω φυσικά πρόσωπα αποδεικνύεται: 1) από την από 08/4/2009 εξώδικη όχληση - δήλωση - πρόσκληση των εναγομένων προς τους ενάγοντες, όπου σ' αυτή γίνεται σαφής και κατηγορηματική μνεία ότι τα επίδικα καλούπια για την παραγωγή των άνω πλαστικών προϊόντων παραγγέλθηκαν, αγοράστηκαν και το τίμημα αγοράς εξοφλήθηκε κατ' ισομοιρία από τον 1° ενάγοντα και τον 1° εναγόμενο, 2) Από τις από 4/4/2007, 10/9/2007, 15/12/2007, 10/02/2008 και 8/5/2008 αποδείξεις καταβολής, τις οποίες υπέγραψε ο 1ος εναγόμενος, όπου ρητά αναφέρεται σ' αυτές:

ι) ότι τα αναγραφόμενα σε αυτές χρηματικά ποσά καταβλήθηκαν για την εξόφληση των τιμολογίων που εκδόθηκαν από την πωλήτρια των καλουπιών κινέζικη εταιρία και ιι) ότι τα καλούπια, μετά την παραλαβή τους, θα αποτελούν κοινή ιδιοκτησία εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό εκάστου των 1ου ενάγοντος και 1ου εναγομένου.

Επομένως, είναι ουσιαστικά αβάσιμα τα ισχυριζόμενα από τους εναγομένους ότι η καταβολή των εν λόγω χρηματικών ποσών από τον 1° ενάγοντα αφορούσε την προκαταβολή της εισφοράς του στη συμφωνηθείσα μελλοντική μεταξύ τους σύσταση της εταιρίας, η οποία θα διένειμε και θα διέθετε τα παραγόμενα από τα καλούπια πλαστικά προϊόντα.

Άλλωστε, κατά το χρόνο καταβολής των χρηματικών ποσών από τον ενάγοντα μόνο η μελλοντική σύσταση της εταιρίας και το ποσοστό συμμετοχής εκάστου είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, χωρλις να γίνει καν αντικείμενο συζητήσεως η μορφή της νέας εταιρίας ή να έχουν ξεκινήσει τη διαδικασία της σύστασης αυτής. Αντιθέτως, τα άνω συμβαλλόμενα μέρη είχαν αποφασίσει να μην σπεύσουν στη σύσταση της νέας εταιρίας πριν έχουν απτά και ασφαλή αποτελέσματα υποδοχής των νέων προϊόντων, που θα παρήγαγαν και θα διέθεταν, από την ελληνική αγορά.

Είναι αβάσιμος επίσης ο ισχυρισμός των εναγομένων, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι η μελλοντική ίδρυση της εταιρίας από τα άνω φυσικά πρόσωπα, θα γινόταν μόνο για φορολογικούς λόγους και δη για να μεταβιβαστεί το ποσοστό συγκυριότητας των συμβαλλόμενων επί των καλουπιών, όταν θα είχε εκμηδενισθεί η αξία τους και δεν θα είχε κανένα άλλο σκοπό, αφού οι ίδιοι οι εναγόμενοι στην προαναφερθείσα εξώδικη όχληση - δήλωση - πρόσκληση προς τους ενάγοντες αναφέρουν ότι η μελλοντική εταιρία που θα ίδρυαν θα ασχολείτο με την αποκλειστική διάθεση των προϊόντων στην αγορά και την προώθησή τους.

Σ' όλο το χρονικό διάστημα, που διέρρευσε μεταξύ της παραγγελίας των καλουπιών και της παράδοσης αυτών από την πωλήτρια κινεζική εταιρία, υπήρχε τακτική επικοινωνία μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) τόσο μεταξύ των άνω συμβαλλόμενων διαδίκων όσο και μεταξύ του προαναφερθέντος σχεδιαστή βιομηχανικών προϊόντων [Δ.

Α.], ο οποίος είχε τον ρόλο του αντιπροσώπου στην Ελλάδα της πωλήτριας των καλουπιών κινέζικης εταιρίας. Από τα προσκομισθέντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν ήταν αμέτοχοι στις διαπραγματεύσεις με την κινεζική εταιρία, αλλά ενημερώνονταν τόσο από τον άνω αντιπρόσωπο όσο και από τον ίδιο τον κατασκευαστή σχετικά με το τίμημα, τον τρόπο καταβολής του τιμήματος, την υπογραφή των προτιμολογίων, την μεταφορά και παράδοση των παραγγελθέντων καλουπιών από την Κίνα στην Ελλάδα, καθώς και σχετικά με τις τεχνικές προδιαγραφές των παραγγελθέντων καλουπιών.

Η κατασκευάστρια κινεζική εταιρία τελούσε σε γνώση του γεγονότος ότι τα καλούπια θα ανήκαν στον 1° ενάγοντα και στον 1° εναγόμενο, όπως αποδεικνύεται από το από 7/11/2008 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αντιπροσώπου της κινεζικής εταιρίας στην Ελλάδα, Δ. Α., προς τον εκπρόσωπο της τελευταίας J. M., στον οποίο ο πρώτος ενημερώνει τον τελευταίο ότι "το παρόν έργο ανήκει στον Ν. {1° εναγόμενο} και στον Π. {1° ενάγοντα}", μολονότι τα σχετικά τιμολόγια και η διεθνής θαλάσσια φορτωτική εκδόθηκαν στο όνομα της 2ης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας.

Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις πώλησης ήταν εικονικές, καθώς η 2η εναγομένη ανώνυμη εταιρία ενεργούσε στο δικό της όνομα αλλά για λογαριασμό των υποκρυπτομένων και πραγματικά συναλλασσομένων 1ου ενάγοντος και 1ου εναγομένου, ενώ όλα τα μέρη, συμπεριλαμβανομένης και της κινεζικής πωλήτριας εταιρίας, ήταν σε πλήρη γνώση και συμφωνούσαν ότι η σύμβαση θα ίσχυε μεταξύ των πραγματικών συμβαλλομένων, ήτοι των 1ου ενάγοντος και 1ου εναγομένου, ως αγοραστών και της κινέζικης εταιρίας "...", ως πωλήτριας.

Μετά την παράδοση του κάθε καλουπιού στην 2η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, καταρτίστηκαν μεταξύ του 1ου ενάγοντος και του 1ου εναγομένου τα από 7/7/2007, 15/4/2008, 18/5/2008 και 18/12/ 2008 ιδιωτικά συμφωνητικά προς εξασφάλιση του 1ου ενάγοντος, καθόσον αυτός είχε καταβάλει το ήμισυ του τιμήματος αγοράς των επιδίκων καλουπιών, την κατοχή και τη χρήση των οποίων είχε η 2η εναγομένη ανώνυμη εταιρία και μέσω αυτής ο 1ος εναγόμενος.

Στα εν λόγω συμφωνητικά αποτυπώνεται ξεκάθαρα η συμφωνία των 1ου ενάγοντος και 1ου εναγομένου σχετικά με τη κτήση συγκυριότητας αυτών επί των καλουπιών σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, καθώς και η τυπική και φαινομενική κυριότητα επ' αυτών της 2ης εναγομένης εταιρίας, ιδιοκτησίας και συμφερόντων του 1ου εναγομένου.

Αντιθέτως, από το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα φυσικά πρόσωπα υπέγραψαν τα ως άνω ιδιωτικά συμφωνητικά χωρίς πρόθεση δέσμευσης και συγκεκριμένα ότι ο 1ος εναγόμενος υπέγραψε αυτά αποκλειστικά και μόνο για να εξασφαλίσει την καταβληθείσα προκαταβολή εισφοράς του 1ου ενάγοντος για τη μελλοντική σύσταση της εταιρίας τους, χωρίς να έχει πρόθεση να συνομολογήσει και τη συγκυριότητα του ίδιου και του αντισυμβαλλομένου του, 1ου ενάγοντος, επί των αγορασθέντων καλουπιών.

Αν τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν πράγματι συμφωνήσει ότι μόνη ουσιαστική και αποκλειστική κυρία των επιδίκων αγορασθέντων καλουπιών θα ήταν η 2η εναγομένη εταιρία και ότι το ποσό των [95.500 €] που κατέβαλε ο 1ος ενάγων θα αποτελούσε την εισφορά αυτού στη σύσταση μελλοντικής εταιρίας που σκόπευσαν να ιδρύσουν, θα αποτύπωναν με ακρίβεια τη βούλησή τους, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε λόγος περί του αντιθέτου.

Επίσης απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο πρώτος από αυτούς κατά το χρόνο υπογραφής των άνω ιδιωτικών συμφωνητικών είχε την εντύπωση ότι αυτά αποτελούσαν απλά έγγραφα, χωρίς καμία δεσμευτική ισχύ, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι ένας έμπειρος επιχειρηματίας στις συναλλαγές και συνεπώς δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε πλάνη του, αναφορικά με το περιεχόμενο και τη σημασία της υπογραφής των ιδιωτικών συμφωνητικών.

Συνακόλουθα τούτων, τα συμβαλλόμενα μέρη στα εν λόγω ιδιωτικά συμφωνητικά αποτύπωσαν την δικαιοπρακτική τους βούληση με ακρίβεια και σαφήνεια σχετικά με (α) την κτήση συγκυριότητας στα καλούπια που αγοράστηκαν από τον πρώτο ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο, (β) τη σύσταση της εταιρίας με αντικείμενο δραστηριότητας τη διάθεση και διανομή των προϊόντων που θα παρήγαγε αυτή, (γ) τη μεταβίβαση της κυριότητας των αγορασθέντων καλουπιών στη νέα εταιρία που θα ίδρυαν και (δ) τη ρύθμιση των μεταξύ των συμβαλλόμενων σχέσεων κατά το χρονικό διάστημα που θα μεσολαβούσε μέχρι τη σύσταση της νέας εταιρίας, με την παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής διάθεσης των παραγομένων από την δεύτερη εναγομένη εταιρία με τη χρήση των επίδικων καλουπιών από την δεύτερη ενάγουσα.

Με βάση τα παραπάνω οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι τα εν λόγω ιδιωτικά συμφωνητικά είναι άκυρα λόγω εικονικότητας αυτών ή λόγω της απειρίας του πρώτου εναγομένου στις σχετικές συναλλαγές είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, η δε δεύτερη εναγόμενη ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα επί των αγορασθέντων καλουπιών, δεδομένου ότι οι συμβάσεις πωλήσεως αυτών ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του αγοραστή και ως εκ τούτου άκυρες ως το πρόσωπο της φερομένης ως αγοράστριας (δεύτερης εναγομένης), με αποτέλεσμα οι συνέπειες των συμβάσεων (κτήση κυριότητας των καλουπιών) να επέρχονται στο πρόσωπο των αληθινών συμβαλλομένων, δηλαδή του 1ου ενάγοντος και του 1ου εναγομένου...

Οι σχετικοί 6ος και 7ος λόγοι έφεσης των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας της 2ης εναγομένης εταιρίας είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικά ως προς τον 7° λόγο έφεσης με τον οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η 2η εναγομένη εταιρία κατέστη κυρία των επιδίκων καλουπιών με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, αυτή ουδέποτε τα είχε στη νομή της με καλή πίστη, αφού α) γνώριζε ότι οι πωλήσεις των καλουπιών στο όνομά της ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπό της και β) σ' αυτήν είχαν δοθεί κατά χρήση από τους αληθείς συγκύριους τούτων, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά.

Με την παράδοση των καλουπιών στην 2η εναγομένη οι άνω συμβαλλόμενοι αποφάσισαν πρώτα να αναμείνουν τις αντιδράσεις της ελληνικής αγοράς στα νέα προϊόντα που θα παράγονταν από τα κοινά καλούπια και την έκταση της αποδοχής τους και σε μεταγενέστερο χρόνο να προβούν στη σύσταση της νέας εταιρίας και τη νομική μορφή που θα είχε αυτή.

Μέχρι τη σύσταση της νέας εταιρίας θα ίσχυε η συμφωνία τους που είχε αποτυπωθεί στα από 7/ 7/2007, 15/4/2008, 18/5/2008 και 18/12/2008 ιδιωτικά συμφωνητικά, ήτοι η 2η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα αποκλειστικής διάθεσης και διανομής των προϊόντων που θα παρήγαγε η 2η εναγομένη με τη χρήση των επιδίκων καλουπιών... Στα άνω όμως ιδιωτικά συμφωνητικά οι συμβαλλόμενοι δεν περιέλαβαν ειδικούς όρους σχετικά με τον τρόπο που θα διαμορφώνονταν οι τιμές πώλησης των παραγομένων πλαστικών προϊόντων από την 2η εναγομένη στην 2η ενάγουσα, ούτε το ποσοστό κέρδους της τελευταίας από την, από μέρους της, περαιτέρω πώληση των προϊόντων της 2ης εναγομένης.

Και τούτο γιατί η προαναφερθείσα μορφή εμπορικής συνεργασίας θα ήταν μία μεταβατική κατάσταση μέχρι την ίδρυση της νέας εταιρίας, που θα αναλάμβανε την διάθεση και τη διανομή των παραγομένων από τη 2η εναγομένη πλαστικών προϊόντων με βάση τα επίδικα καλούπια. Ωστόσο, υπήρξαν ειδικές συμφωνίες αναφορικά (α) με τις τιμές που θα πωλούσε η 2η εναγομένη στην 2η ενάγουσα και (β) με τις τιμές που θα πωλούσε η 2η ενάγουσα σε τρίτους.

Στις ειδικές αυτές συμφωνίες για τον καθορισμό των τιμών λαμβάνονταν υπόψη 1) η τιμή των πρώτων υλών, 2) το λειτουργικό κόστος της 2ης εναγομένης και της 2ης ενάγουσας και 3) το περιθώριο κέρδους και των δύο συμβαλλόμενων μερών. Οι όροι των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών, αναφορικά με τη διανομή και διάθεση των παραγομένων πλαστικών προϊόντων και οι ειδικές συμφωνίες αναφορικά με τον καθορισμό των τιμών των διανεμόμενων πλαστικών προϊόντων, δέσμευαν συμβατικώς την 2η ενάγουσα και τη 2η εναγομένη και όχι τα φυσικά πρόσωπα [1° ενάγοντα και 1° εναγόμενο], δεδομένου ότι αυτά ανέπτυσσαν την εμπορική τους δραστηριότητα δια μέσου των εταιριών που είχαν συστήσει, οι οποίες ήταν των συμφερόντων τους και κατείχαν σ' αυτές το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού τους κεφαλαίου.

Τα προαναφερθέντα φυσικά πρόσωπα κατήρτισαν τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με το προαναφερόμενο περιεχόμενο όχι στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό, δηλαδή ατομικά, αλλά αποκλειστικά για λογαριασμό των εταιριών, των οποίων ήσαν νόμιμοι εκπρόσωποι. Το ότι στα άνω ιδιωτικά συμφωνητικά δεν τέθηκε κάτω από την υπογραφή τους η σφραγίδα των εταιριών που εκπροσωπούσαν δεν είναι αφ' εαυτού γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα περί μη ανάληψης συμβατικής δέσμευσης εκ μέρους των εταιριών που εκπροσωπούσαν, δεδομένου ότι το όλο περιεχόμενο αυτών αποτυπώνονταν με σαφήνεια η προφορική διατυπωθείσα βούληση των μερών για την μεταβατική περίοδο μέχρι τη σύσταση στο μέλλον της κοινής εταιρίας εκ μέρους του 1ου ενάγοντος και του 1ου εναγομένου.

Άλλωστε, στην πράξη η εν λόγω μορφή εμπορικής συνεργασίας λειτούργησε εν τοις πράγμασι μέχρι και το μήνα Μάρτιο του 2009. Σε όλη τη διάρκεια της εμπορικής τους συνεργασίας τα συμβαλλόμενα μέρη διαπραγματεύονταν ισότιμα και συμφωνούσαν την τιμολογιακή πολιτική τόσο όσον αφορά την πώληση των πλαστικών προϊόντων από τη 2η εναγομένη προς την 2η ενάγουσα όσο και την πώληση αυτών προς τρίτους χονδρέμπορους και λιανέμπορους.

Τούτο προκύπτει από τα τιμολόγια πώλησης της 1ης εναγομένης προς την 2η ενάγουσα, στα οποία αναφέρονται οι ίδιες τιμές σε κάθε κατηγορία πλαστικών προϊόντων που παρήγαγε η 2η εναγομένη και διέθετε προς τρίτους η 2η ενάγουσα. Μάλιστα στις 24/02/2009 η 2η εναγομένη υπέβαλε προς την ενάγουσα σχετική πρόταση με φαξ, αναφορικά με τις τιμές πώλησης από την 2η ενάγουσα προς τρίτους ανά κατηγορία πελατών των παραγομένων προϊόντων πλαστικών προϊόντων.

Στην πρόταση αυτή η 2η ενάγουσα αντιπρότεινε κατά τι χαμηλότερες τιμές. Τελικά συμφώνησαν, γεφυρώνοντας την υπάρχουσα μεταξύ τους διαφορά, όπως προκύπτει από τα υπ' αρ. …7/13-3-2009, …1/16-3-2009, ..8/ 13-3-2009, …0/16-3-2009 τιμολόγια - δελτία αποστολής της 2ης εναγομένης προς την 2η ενάγουσα. Δηλαδή, και οι δύο πλευρές διαπραγματεύονταν ισότιμα, υποβάλλοντας προτάσεις και κατέληγαν σε μία συμφωνία αποδεκτή και συμφέρουσα κατά προσέγγιση και από τα δύο μέρη για την τιμολογιακή πολιτική που θα ακολουθούνταν και δεν επιβαλλόταν αυτή μονομερώς από την 2η ενάγουσα και δη από τον νόμιμο εκπρόσωπό της 1° ενάγοντα.

Όμως, μετά την παρέλευση αρκετών μηνών από την αποδοχή των νέων πλαστικών προϊόντων στην ελληνική αγορά, τα συμβαλλόμενα μέρη, αποκλίνοντας από την αρχική τους συμφωνία, δεν προχώρησαν στην από κοινού σύσταση της νέας εταιρίας. Και αυτό γιατί ο 1ος ενάγων προέβαλε εμπόδια στην όλη διαδικασία, αποσκοπώντας να παγιωθεί η μεταξύ της 2ης ενάγουσας και της 2ης εναγομένης εμπορική συνεργασία στο ήδη διαμορφωθέν πλαίσιο, ενώ οι εναγόμενοι επιδίωκαν την από κοινού σύσταση εταιρίας, η οποία θα αναλάμβανε την αποκλειστική διανομή και διάθεση των παραγομένων από την 2η εναγομένη πλαστικών προϊόντων με βάση τα κοινά καλούπια.

Το άνω γεγονός, σε συνδυασμό με το γεγονός της συμμετοχής των εναγόντων στη διαμόρφωση της τιμολογιακής πολιτικής της 2ης εναγομένης συνετέλεσε στην επιθυμία των εναγομένων να μεταβάλουν τους μέχρι τότε ισχύοντες όρους της μεταξύ των συμβαλλομένων μερών εμπορικής συνεργασίας και συγκεκριμένα την επιθυμία να επιβάλουν στους ενάγοντες την τιμολογιακή πολιτική, που οι ίδιοι ενέκριναν.

Προς τούτο οι εναγόμενοι, η μεν 2η εξ αυτών ως προμηθεύτρια - παραγωγός των πλαστικών προϊόντων ο δε 1ος υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής, επέδωσαν στις 09/4/2009 στους ενάγοντες την από 08/4/2009 εξώδικη όχληση - δήλωση - πρόσκλησή τους, στην οποία ανέφεραν ότι οι ενάγοντες δεν συνέπραξαν στην διαμόρφωση των οικονομικών όρων της μεταξύ τους συνεργασίας, καίτοι οχλήθηκαν προφορικώς επανειλημμένα, αποβλέποντας στην αποκόμιση ανεξέλεγκτου κέρδους, καθώς αυτοί πίεζαν τους εναγομένους να μειώνουν τις τιμές των περιορίζοντας έτσι το περιθώριο κέρδους του παραγωγού.

Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες γνωστοποίησαν στους ενάγοντες: (α) τον πίνακα των τιμών, με βάση τον οποίο θα διέθετε η 2η εναγομένη τα παραγόμενα υπ' αυτής προϊόντα στην 2η ενάγουσα έως τις 30/6/2009, καθώς και την πρόθεση της τελευταίας περί ανακαθορισμού των τιμών ανά τρίμηνο κατόπιν συμφωνίας τους, (β) την πρόθεσή τους να μην εξακολουθήσει η μεταξύ τους εμπορική συνεργασία με τους μέχρι τότε ισχύοντες οικονομικούς όρους και τους κάλεσαν μέσα σε προθεσμία (20) ημερών από την κοινοποίηση της άνω εξώδικης όχλησης να προσέλθουν σε συνεννόηση είτε απευθείας μαζί τους είτε με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σταματίνα Ρουμελιώτου, προκειμένου να καταρτίσουν εγγράφως τους περιεχόμενους στην άνω εξώδικη όχληση οικονομικούς όρους σε μία λεπτομερή σύμβαση συνεργασίας και (γ) ότι σε περίπτωση άπρακτης της άνω ταχθείσας προθεσμίας η μεταξύ τους εμπορική συνεργασία θα θεωρούνταν εκ μέρους των εναγομένων λήξασα ως μη συμφέρουσα...

Ωστόσο παρά την απουσία έγγραφης συμφωνίας μεταξύ των μερών αναφορικά με την τιμολογιακή πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί, υπήρχε αναμφίβολα μέχρι τότε μία άτυπη συμφωνία, η οποία διαμορφωνόταν από κοινού μετά από διαπραγματεύσεις. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, από το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου 2009 η 2η ενάγουσα και η 2η εναγομένη συμφώνησαν στο πλαίσιο των τιμών που θα διατίθεντο τα προϊόντα που θα παρήγαγε η 2η εναγομένη, ανάλογα με το είδος του πελάτη (έμπορος χονδρικής, έμπορος λιανικής, μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ κ.λ).

Οι τιμές των προϊόντων της 2η εναγομένης που προτάθηκαν στην 2η ενάγουσα με την από 08/4/2009 εξώδικη όχληση - πρόσκληση ήταν σαφώς αυξημένες συγκριτικά με αυτές με πωλούνταν με βάση τη συμφωνία τους τον Φεβρουάριο του 2009. Δηλαδή, η 2η εναγομένη επιθυμούσε να μεταβάλει υπέρ της την συμβατική ισορροπία, ενόψει της διαφαινόμενης ματαίωσης της αρχικής συμφωνίας περί ιδρύσεως κοινής εταιρία με συμμετοχή του 1ου ενάγοντος και του 1ου εναγομένου, και να επιβάλλει ως παραγωγός τη δική της τιμολογιακή πολιτική.

Στην ως άνω εξώδικη όχληση - πρόσκληση, στην οποία σημειωτέον οι εναγόμενοι ομολογούσαν ότι η συνεργασία τους με τους ενάγοντες ξεκίνησε κατόπιν προσωπικής συμφωνίας του 1ου ενάγοντος και του 1ου εναγομένου, οι οποίοι εξόφλησαν ισομερώς τα επίδικα καλούπια στην κινεζική εταιρία, οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγομένους την από 24/4/2009 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, στην οποία ανέφεραν: (α) ότι υπήρξε κοινή συμφωνία των μερών, με βάση την οποία η 2η εναγομένη θα είχε την αποκλειστικότητα στην παραγωγή μιας σειράς συγκεκριμένων κωδικών πλαστικών προϊόντων (πλαστικές ντουλάπες, παπουτσοθήκες, στεγνωτήρι γούρνας, βάση λάστιχου ποτίσματος, κρεμάστρα πόρτας) και η 2η ενάγουσα θα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα διάθεσης και εμπορίας αυτών στην αγορά των παραγομένων πλαστικών προϊόντων, (β) ότι τα καλούπια, με τα οποία θα κατασκευάζονταν τα πλαστικά προϊόντα, ανήκαν κατ' ισομοιρία στον 1° ενάγοντα και στον 1° εναγόμενο και ότι η 2η ενάγουσα στο χρονικό διάστημα που έτρεξε κατόρθωσε να προωθήσει σημαντικά τις πωλήσεις των παραγομένων πλαστικών προϊόντων, επιτυγχάνοντας κύκλο εργασιών 600.000 €. (γ) ότι καίτοι είχαν συμφωνήσει από τις 24/02/ 2009 την τιμολογιακή πολιτική του έτους 2009, με βάση την οποία η 2η ενάγουσα τιμολογούσε προς τους πελάτες στους οποίους πωλούσε τα παραγόμενα πλαστικά προϊόντα από την 2η εναγομένη, αιφνίδια στις 19/3/2009 οι εναγόμενοι τους ανακοίνωσαν την διακοπή της συνεργασίας τους και την διακίνηση εφεξής των πλαστικών προϊόντων από την ίδια την 2η εναγομένη, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμίας της 2ης ενάγουσας να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τους χονδρεμπόρους πελάτες της και την συνακόλουθη πρόκληση περιουσιακής της ζημίας και (δ) διαμαρτύρονταν για την εκ μέρους των εναγομένων απευθείας πώληση των πλαστικών προϊόντων, κατά παράβαση του συμβατικού όρου περί αποκλειστικής διάθεσης και διανομής τούτων από την 2η ενάγουσα.

Σε απάντηση της άνω εξώδικης δήλωσης, οι εναγόμενοι απέστειλαν στους ενάγοντες την από 27/5/2009 εξώδικη καταγγελία τους, η οποία επιδόθηκε σ' αυτούς στις 29/5/2009, με την οποία κατήγγειλαν τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της 2ης ενάγουσας και της 2ης εναγομένης, επικαλούμενοι ως εύλογο λόγο της καταγγελίας τους την άρνηση των εναγόντων να συμπράξουν (α) στην σύσταση της νέας εταιρίας που θα εξασφάλιζε την από κοινού διάθεση των παραγομένων προϊόντων και την από κοινού χάραξη της εμπορικής στρατηγικής, όπως είχε συμφωνηθεί αρχικά, και (β) στην έγγραφη κατάρτιση μιας ολοκληρωμένης σύμβασης, που θα ρύθμιζε την εμπορική συνεργασία των μερών.

Η εμπορική όμως συνεργασία μεταξύ της 2ης ενάγουσας και της 2ης εναγομένης ήδη είχε λυθεί από τις 29/4/2009, οπότε και παρήλθε άπρακτη η 20ήμερη προθεσμία, που είχαν τάξει οι εναγόμενοι στους ενάγοντες με την προαναφερθείσα από 08/4/2009 εξώδικη όχληση - δήλωση - πρόσκληση για την έγγραφη κατάρτιση συμφωνίας με όρους την αποφασισθείσα από την 2η εναγομένη τιμολογιακή πολιτική και γενικά τους οικονομικούς όρους σε μία ενδελεχή σύμβαση συνεργασίας...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η 2η εναγομένη σταμάτησε από 19/3/2009 να εκτελεί παραγγελίες της 2ης ενάγουσας με βάση τις τιμές που είχαν συμφωνηθεί από 24/02/2009. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει όχι ήδη πριν από την αποστολή της πρώτης εξώδικης όχλησης εκ μέρους των εναγομένων είχε εμφανιστεί διαφωνία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τους όρους της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας.

Μέχρι τις 11/11/ 2009 οι εναγόμενοι δεν είχαν αμφισβητήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αγορασθέντων καλουπιών. Το πρώτον αμφισβήτησαν τη συγκυριότητα του 1ου ενάγοντος σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επ' αυτών στο πλαίσιο συνεκδίκασης αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου στις 11/11/2009 περί καθορισμού προσωρινά του τρόπου διοίκησης και εκμετάλλευσης των κοινών καλουπιών και περί συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσιακής κατάστασης των εναγομένων μέχρι του ποσού των [2.505.798 €].

Ισχυρίσθηκαν τότε για πρώτη φορά ότι η 2η εναγομένη είναι αποκλειστικά κυρία των επιδίκων καλουπιών και όχι χρηματικό ποσό που καταβλήθηκε από τον 1° ενάγοντα αφορούσε στην κάλυψη της εισφοράς του στη μέλλουσα να συσταθεί εταιρία με συμμετοχή του ιδίου (1ου ενάγοντος) και του 1ου εναγομένου. Ωστόσο, στο φαξ που έστειλε στον 1° ενάγοντα στις 15/6/2009 ο τελευταίος (1ος εναγόμενος), με το οποίο τον ενημέρωνε ότι δεν προτίθεται να πωλήσει τα καλούπια και τον προσκαλούσε να επιλύσουν τη μεταξύ τους εκκρεμότητα σχετικά με την συμμετοχή του 1ου ενάγοντος στην αγορά των καλουπιών, δεν γίνεται καθόλου μνεία ότι το ποσό των [95.500 €] που κατέβαλε ο 1ος ενάγων αφορούσε την εισφορά του για τη συμμετοχή του στην εν λόγω μέλλουσα να συσταθεί εταιρία.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι συγκύριοι των επιδίκων καλουπιών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος είναι ο 1ος ενάγων και ο 1ος εναγόμενος, οι οποίοι ως συγκύριοι τούτων είχαν παραχωρήσει τη χρήση των καλουπιών για την παραγωγή των προαναφερθέντων πλαστικών προϊόντων στην 2η εναγομένη, μέσω της οποίας ασκούσαν τη συννομή τους επ' αυτών.

Αρνούμενοι δε οι εναγόμενοι το δικαίωμα συγκυριότητας του 1ου ενάγοντος επ' αυτών και εκδηλώνοντας την πρόθεση να τα ιδιοποιηθούν κατά τρόπο παράνομο και αυθαίρετο, αφενός απέβαλαν τον 1° ενάγοντα από τη συννομή του σ' αυτά και αφετέρου ο 1ος εναγόμενος, που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της 2ης εναγομένης στο πλαίσιο των ανατεθέντων σε αυτόν σχετικών καθηκόντων διέπραξε υπεξαίρεση, για την οποία αστική ευθύνη φέρει κατ' άρθρο 71 ΑΚ και το νομικό πρόσωπο της 2ης εναγομένης.

Ωστόσο το αίτημα του ενάγοντος της πρώτης αγωγής για αποζημίωση χρήσης του ιδανικού του μεριδίου (50%) επί των καλουπιών από τη μίσθωσή του σε τρίτους επί μία τριετία είναι αόριστο τόσο κατά τη κύρια βάση του όσο και κατά τις επικουρικές (περί αδικοπραξίας και αδικαιολογήτου πλουτισμού). Και τούτο γιατί:

α) δεν αναφέρεται με σαφήνεια η αφετηρία του χρονικού διαστήματος της τριετίας. Ειδικότερα, ενώ φαίνεται ότι ο ενάγων εξαρτά την έναρξη της ένδικης τριετίας από τον παράνομο, αυθαίρετο και αντισυμβατικό αποκλεισμό του από την συγκυριότητα, συννομή και σύγχρηση των κοινών καλουπιών, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, η αμφισβήτηση της κυριότητας του ενάγοντος επί των κοινών καλουπιών εκ μέρους των εναγομένων και η βούλησή τους να τον αποβάλλουν από τη σύννομη επ' αυτών εκδηλώθηκε το πρώτον εμπράκτως στις 11/11/2009 στο πλαίσιο εκδίκασης των προαναφερθέντων ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η αντισυμβατική απώλεια της εκμετάλλευσής τους κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης διανομής τοποθετείται χρονικώς στις 29/5/2009.

β) προσδιορίζει τη μισθωτική αξία των επιδίκων καλουπιών με βάση την εμπορική άλλως την αγοραία αξία αυτών εσφαλμένα, ήτοι δέχεται ότι εμπορική αξία αυτών ήταν 500.000 ευρώ : 60.000 τεμάχια συνολικής παραγωγής = 8,3 ευρώ/τεμάχιο προϊόντος, η οποία όμως τιμή είναι το κόστος εκάστου τεμαχίου προϊόντος και όχι το κέρδος.

Αναφορικά, δε με την αγοραία αξία κάνει τον ίδιο εσφαλμένο υπολογισμό, ενώ παράλληλα στη βάση του υπολογισμού λαμβάνεται και η επιβάρυνση του ποσού της αγοραίας αξίας των καλουπιών [191.000 €] με δικαιοπρακτικούς τόκους (3) ετών, χωρίς να αναφέρεται καθόλου στην αγωγή, ούτε ότι υπήρξε κάποια σχετική συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών με περιεχόμενο τέτοιο ούτε τι επιτόκιο συμφωνήθηκε....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατασκευάστρια κινεζική εταιρία προσέφερε εγγύηση για 10 εκατομμύρια χρήσεις συνεχόμενης λειτουργίας για όλα τα καλούπια που σχετίζονταν με το συγκεκριμένο έργο και δεν είχαν κύκλο ζωής 3-4 έτη ή γύρω στις 300.000 χρήσεις (πατήματα), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων της πρώτης αγωγής.

Η εγγύηση αυτή χορηγήθηκε για να βεβαιώσει ότι τα καλούπια θα λειτουργούν ομαλά αν η λειτουργία τους εκτελεστεί από έμπειρους χειριστές και η ζωή αυτών μπορεί να επεκταθεί αν εκτελείται η απαραίτητη συντήρηση.... Επομένως, δεν αποδεικνύεται η εκμηδένιση της αξίας των καλουπιών μετά από περιορισμένο χρονικό διάστημα χρήσεως αυτών και συνακόλουθα το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή αποζημίωσης λόγω καταστροφής ή χειροτέρευσης (1097 ΑΚ) που περιέχεται στην πρώτη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο....

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο 1ος εναγόμενος δεν συμφωνεί στη διανομή των κοινών κινητών καλουπιών και συνεπώς πρέπει να διαταχθεί η δικαστική διανομή τους. Δεδομένης της σφοδρής αντιδικίας δεν διαφαίνεται στο μέλλον η πιθανότητα να υλοποιηθεί η αρχική συμφωνία τους για σύσταση εταιρίας, στην οποία θα συμμετείχαν τα φυσικά πρόσωπα με ποσοστό 50% έκαστος και θα μεταβίβαζαν σ' αυτήν έκαστος το ποσοστό συγκυριότητάς τους επί των καλουπιών.

Εξάλλου, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν απέκλεισαν τη δυνατότητα να λύσουν την κοινωνία δικαιώματος επί των κοινών κινητών πραγμάτων με διανομή αυτών σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αποφάσιζαν είτε από κοινού είτε μεμονωμένα να μην προβούν στο μέλλον στη σύσταση της εταιρίας (...).

Η αυτούσια διανομή των κοινών καλουπιών δεν είναι δυνατή, καθώς το κόστος των (12) καλουπιών για την κατασκευή πλαστικών ντουλαπιών και παπουτσοθηκών ανέρχεται στο ποσό των [170.000 €], ενώ το συνολικό κόστος όλων των αγορασθέντων καλουπιών ανήλθε στο ποσό των [191.000 €]. Τα άνω (12) καλούπια κατασκευής πλαστικών ντουλαπιών και παπουτσοθηκών αποτελούν μία οικονομική ενότητα, καθώς κάθε καλούπι κατασκευάζει διαφορετικό τμήμα του ίδιου προϊόντος (πλαστική ντουλάπα και παπουτσοθήκη) με αποτέλεσμα να μην είναι συμφέρον για τους κοινωνούς ο καθένας από αυτούς να λάβει μία μερίδα, η οποία θα αποτελείται μεταξύ άλλων και από κάποια από τα καλούπια για την κατασκευή μέρους των ως άνω πλαστικών προϊόντων, χωρίς να μπορούν να κατασκευάσουν ολόκληρο το προϊόν για την κατασκευή του οποίου σχεδιάστηκαν και προορίζονταν.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή των καλουπιών ούτε με εξίσωση άνισων μερίδων, αφού σε αυτή την περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της αξίας των καλουπιών για την κατασκευή της πλαστικής ντουλάπας και παπουτσοθήκης, το ύψος του χρηματικού ποσού που πρέπει να καταβληθεί προς εξίσωση της μερίδας, στην οποία δεν θα συμπεριλαμβάνονταν τα καλούπια των πλαστικών ντουλαπιών, θα ήταν τόσο μεγάλο, που τελικά θα κατέληγε κυρίως στη λήψη χρηματικής μερίδας.

Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η διανομή τους με πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό και η διανομή του πλειστηριάσματος στον 1° ενάγοντα και στον 1° εναγόμενο, ανάλογα με τη μερίδα της συγκυριότητάς τους (...). Περαιτέρω η γενόμενη με την από 8/4/2009 εξώδικη όχληση-δήλωση-πρόσκληση & καταγγελία της σύμβασης διανομής εκ μέρους της 2ης εναγομένης δεν είναι ούτε άκαιρη ούτε καταχρηστική, καθόσον η προαναφερθείσα εμπορική συνεργασία των μερών, κατά την αρχική βούληση αυτών, δεν ήταν προορισμένη να έχει σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα, αλλά θα ήταν μία μεταβατική κατάσταση έως ότου συσταθεί η κοινή εταιρία μεταξύ των άνω φυσικών προσώπων, με ίση συμμετοχή αυτών, που θα αναλάμβανε την διάθεση και διανομή των παραγομένων πλαστικών προϊόντων από την 2η εναγομένη με τη χρήση των επίδικων καλουπιών.

Άλλωστε, για το λόγο αυτό τα προαναφερθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά διατυπώθηκαν με προχειρότητα χωρίς να απεικονίζουν λεπτομερείς όρους αναφορικά με τις οικονομικές παραμέτρους της συνεργασίας τους, όπως τις τιμές πώλησης των προϊόντων, ρήτρα μη ανταγωνισμού εκ μέρους της 2ης ενάγουσας κ.λ. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η μη σύσταση της εταιρίας οφείλεται σε κωλυσιεργία των εναγόντων, οι οποίοι, έχοντας εξασφαλίσει το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής και διάθεσης των προϊόντων που παρήγαγε η 2η εναγομένη, δεν επιθυμούσαν να συστήσουν μία εταιρία με αντικείμενο δραστηριότητας το ίδιο με αυτό της 2ης ενάγουσας.

Το γεγονός δε, ότι οι εναγόμενοι επιχείρησαν να αλλάξουν την τιμολογιακή πολιτική τους και να αυξήσουν τις τιμές πώλησης των προϊόντων που παρήγαγαν, ώστε να έχουν μεγαλύτερα κέρδη, ανήκει στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τους ενάγοντες, και δη της 2ης ενάγουσας, δυνατότητες της 2ης εναγομένης και σχετίζεται με το καλώς εννοούμενο οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τόσο την έφεση των αναιρεσειόντων όσο και αυτή των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αναγνωρίσει ότι υπό την εικονική πώληση των επίδικων καλουπιών στην 1η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία υπεκρύπτετο έγκυρη πώληση αυτών κατ' ισομοιρία στους αληθινούς αγοραστές 2° αναιρεσείοντα και 2° αναιρεσίβλητο και είχε διατάξει την δια πλειστηριασμού πώληση και διανομή του πλειστηριάσματος σ' αυτούς κατ' ίσα μέρη.

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 30-6-2009 αγωγής του 2ου των αναιρεσιβλήτων κατά των αντιδίκων του- αναιρεσειόντων, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, αυτός ισχυρίστηκε, αναφορικά με το πιο πάνω κινητά πράγματα, επί λέξει, τα εξής: "Με τα από 7-7-2007 κλπ ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ του ενάγοντος [2ου αναιρεσίβλητου] και του α' εναγομένου [2ου αναίρεσείοντος] συμφωνήθηκαν, εκτός των άλλων, τα παρακάτω: 1.

Η ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΑΓΟΡΑ των παρακάτω κινητών πραγμάτων (καλουπιών παραγωγής πλαστικών προϊόντων) από την πωλήτρια- κατασκευάστρια ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με την επωνυμία "...", (εκτός των κινητών πραγμάτων [καλουπιών] που αναφέρονται στο από 7-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, που η από κοινού αγορά τους έγινε από την ελληνική εταιρεία με την επωνυμία "...").

Πιο συγκεκριμένα συμφωνήθηκε.... Το συνολικό τίμημα της αγοράς των περιγραφέντων κινητών πραγμάτων ανήλθε στο ποσό των 191.000 €, ποσό που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα και τον α' εναγόμενο από κοινού διαιρετά και κατ' ίσα μέρη (50% ο καθένας τους), δηλ. 95.500 € ο καθένας τους. Η κυριότητα των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων (καλουπιών) κατά ρητό όρο όλων ανεξαιρέτως των συμφωνητικών ανήκε εξ αδιαιρέτου κατ' ιδανικά μέρη και κατά ποσοστό 50% στον ενάγοντα και στον α' εναγόμενο....Συμφωνήθηκε και αναλήφθηκε υποχρέωση από τον ενάγοντα και τον α' εναγόμενο στο μέλλον και εφόσον συνέχιζαν τη συνεργασία τους να μεταβιβάσουν την κυριότητα (ως ομάδα πραγμάτων) και μόνο των ως άνω κινητών πραγμάτων σε κοινή εταιρεία, που αυτοί θα συστήσουν...

και αυτό για εξασφάλιση του ενάγοντος, ο οποίος ενώ κατέβαλε το ήμισυ του τιμήματος για την αγορά των προαναφερθέντων κινητών πραγμάτων, τα τιμολόγια της αγοράς αυτών εκδόθηκαν τυπικά-εικονικά στο όνομα της β' εναγομένης [αναιρεσείουσας], η οποία φέρεται ως φαινομενική αγοράστρια-κυρία αυτών... Για τα προαναφερθέντα κινητά...εκδόθηκαν από την κινεζική εταιρεία και απεστάλησαν τα παρακάτω προτιμολόγια (PROFORMA INVOICE) και τιμολόγια...., τα οποία προτιμολογήθηκαν και τιμολογήθηκαν εικονικά στο όνομα της β' εναγομένης και αυτό έγινε κατά παράκληση του α' εναγομένου και νομίμου εκπροσώπου αυτής, σε γνώση και των κατασκευαστριών-πωλητριών εταιρειών, προκειμένου να δανειοδοτηθούν οι εναγόμενοι, ενώ πραγματική θέληση όλων των συμβαλλομένων μερών ήταν να είναι συγκύριοι-συννομείς των ως άνω κινητών πραγμάτων....

ο ενάγων και ο α' εναγόμενος (αληθινοί κύριοι) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους και όχι η φαινομενικά συμβαλλόμενη β' εναγομένη...". Από τα ανωτέρω που αναγράφονται στην αγωγή υποδηλώνεται ότι ο ενάγων προέβαλε και μάλιστα ορισμένως, και άρα παραδεκτώς, ισχυρισμό περί εικονικότητας, ως προς τα πρόσωπα των αγοραστών, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, εικονικότητα που γνώριζαν τόσο η πωλήτρια κινεζική εταιρεία και η φαινομενική αγοράστρια όσο και οι πραγματικοί αγοραστές και με την οποία συμφωνούσαν.

Όσο για το θέμα του ποιο ή ποια ήταν τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούσαν την πωλήτρια κινεζική εταιρεία, τα οποία κατά τον ισχυρισμό του γνώριζαν την εικονικότητα, αυτό δεν αναγόταν στο αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής αλλά ήταν θέμα αποδείξεως. Επομένως το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι στην αγωγή περιλαμβανόταν ο ως άνω ισχυρισμός περί εικονικότητας της συμβάσεως πωλήσεως, που καταρτίστηκε με πωλήτρια την κινεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", ο οποίος είναι ουσιώδης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, που προβλέπεται από τον αριθ. 8 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ούτε σ' εκείνη που προβλέπεται από τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου, αφού δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα σκέλη του, που υποστηρίζει το αντίθετο.

III. Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: α) αν και δέχεται ότι ως προς όλα τα πωληθέντα καλούπια η πώληση ήταν εικονική, δεν διαλαμβάνει ουδεμία αιτιολογία όσον αφορά το στοιχείο της γνώσεως της εικονικότητας εκ μέρους της ετέρας των πωλητριών εταιρειών, ήτοι αυτής με την επωνυμία "....", η οποία πώλησε δύο καλούπια (κατά τον ισχυρισμό τους αυτό με τον κωδικό "ΚΡΕΜΑΣΤΡΑ ΠΟΡΤΑΣ" και το καλούπι "EXTRUDER" που αφορά τη ράβδο) και β) αντιφατικά δέχεται, σχετικά με την πρόθεση συστάσεως εταιρείας, αφενός ότι τα φυσικά πρόσωπα (2ος αναιρεσείων και 2ος αναιρεσίβλητος) συνεργάστηκαν επειδή σκόπευαν να συστήσουν μια κοινή εταιρεία, με συμμετοχή των ιδίων ή των τέκνων τους, που θα είχε ως αντικείμενο την αποκλειστική διάθεση και διανομή των παραγομένων πλαστικών προϊόντων και για το λόγο αυτό τα συμφωνητικά που όριζαν τα ποσοστά συγκυριότητας επί των καλουπιών συνετάχθησαν με προχειρότητα χωρίς λεπτομερείς όρους, αφετέρου όμως σε άλλο σημείο ότι εάν τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι αποκλειστική κυρία των καλουπιών ήταν η 1η αναιρεσείουσα εταιρεία και το καταβληθέν ποσό των 99.500 € αποτελούσε την εταιρική εισφορά του 2ου αναιρεσίβλητου στη μέλλουσα να συσταθεί εταιρεία, θα αποτύπωναν τη βούληση αυτή στα συμφωνητικά, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε λόγος περί του αντιθέτου.

Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του είναι αλυσιτελής, διότι η ενδεχόμενη έλλειψη γνώσεως της εικονικότητας εκ μέρους της ετέρας των πωλητριών εταιρειών, ήτοι αυτής με την επωνυμία "....", δεν επηρεάζει τη διαπίστωση της εικονικότητας στην οποία προέβη το Εφετείο όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της συμβάσεως και την αναγνώριση της ισχύος της όχι για τη φαινομένη αγοράστρια αλλά για τους υποκρυπτόμενους αγοραστές.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο ρητώς απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι το καταβληθέν από τον 2° αναιρεσίβλητο ποσό των 99.500 € αποτελούσε την εταιρική εισφορά του στη μέλλουσα να συσταθεί εταιρεία και αναφέρει ότι τα ως άνω φυσικά πρόσωπα είχαν μεν σκοπό να συστήσουν μια κοινή εταιρεία, ωστόσο είχαν αποφασίσει να μη σπεύσουν στη σύστασή της πριν να έχουν απτά αποτελέσματα υποδοχής των παραχθησομένων προϊόντων από την ελληνική αγορά και ότι τελικά η μη σύσταση αυτής της εταιρείας οφείλεται σε κωλυσιεργία των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν επιθυμούσαν να συσταθεί μια εταιρεία με αντικείμενο ίδιο με αυτό της 1ης αναιρεσείουσας.

IV. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 104/2014, 443/2011).

Απαραίτητη προϋπόθεση κατ' άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, είναι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως να έχει προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της εφέσεώς του (ΑΠ 1283/2013).

Εξ άλλου αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας κινητού αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, ενώ στο δικόγραφο της αγωγής διανομής κοινού πράγματος (κινητού ή ακινήτου) αρκεί για την κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα αυτού να αναφέρεται:

α) η συγκυριότητα του ενάγοντος, β) η υφιστάμενη μεταξύ αυτού και του εναγομένου (ή εναγομένων) κοινωνία, γ) το αντικείμενο (διανεμητέο κινητό ή ακίνητο) της αγωγής και ακριβής περιγραφή αυτού, δ) μη συμφωνία του εναγομένου για διανομή, και ε) αίτημα λύσεως της κοινωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες με επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δέχθηκε ως ορισμένη την πρώτη αγωγή και ως προς το αναγνωριστικό της συγκυριότητας του ενάγοντος επί των κινητών αίτημα αλλά και ως προς το αίτημα διανομής αυτών, αν και έπασχε ως προς την επάρκεια της περιγραφής των πραγμάτων, ενώ περαιτέρω επικαλούνται ότι τον ισχυρισμό αυτό που θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως είχαν προτείνει στον πρώτο βαθμό και επανέφεραν με λόγο εφέσεως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων- αναιρεσίβλητος περιέγραψε τα επίδικα κινητά με τρόπο που να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτών και να παρέχεται πλήρως στους εναγομένους η ευχέρεια της άμυνας. Περιέγραψε δηλ. τα καλούπια με τα χαρακτηριστικά αυτών και τους κωδικούς τους, χωρίς να είναι αναγκαίο, σε αντίθεση με όσα επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, να αναφέρει και άλλες λεπτομέρειες (όπως αριθμό κοιλοτήτων που φέρει κάθε καλούπι κλπ), ενώ δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ότι από την περιγραφή που είχε γίνει με τον τρόπο αυτόν δεν κατέστη δυνατόν να αμυνθούν κατά της αγωγής, διότι -επί παραδείγματι- είχαν παρόμοια καλούπια στη κατοχή τους και δεν ήταν δυνατή η διάκριση.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

V. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την πρώτη αγωγή ως νομικά αβάσιμη, γιατί ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε κανένα τίτλο κτήσεως (παράγωγο ή πρωτότυπο) με βάση τον οποίο να απέκτησε την (συγ)κυριότητα των επίδικων κινητών, δεδομένου ότι η μόνη καταρτισμένη σύμβαση πωλήσεως την οποία επικαλείται είναι αυτή μεταξύ της 1ης αναιρεσείουσας και της κινεζικής εταιρείας και ότι παραδόθηκε από εκείνη στην αναιρεσείουσα η νομή των πραγμάτων αυτών. Ο λόγος αυτός με τον οποίο κατ' εκτίμηση προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι ο ενάγων, επικαλούμενος την εικονικότητα ως προς το πρόσωπο της 1ης αναιρεσείουσας, επικαλείται ταυτόχρονα σαφώς την καταρτισθείσα συμφωνία του με την κινεζική εταιρεία για μεταβίβαση της (συγ)κυριότητας των κινητών και ότι έγινε παράδοση της (συν)νομής στον ίδιο και τον 2° αναιρεσείοντα, που ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της 2ης, από την κινεζική εταιρεία (ΑΚ 976, 1034), όπως άλλωστε δέχθηκε και το Εφετείο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2015 αίτηση των: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2) Ν. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5994/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ