Legislator Case Law & Legislation
1146/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against court of first instance regarding interest calculation on public debt transfer.

Case Number 1146/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Court of Appeals' decision regarding interest calculations on a debt transferred from the state to a private entity. The state argued interest should only begin upon the filing of the lawsuit, while the Court of Appeals correctly applied the law to start interest from the date of the debt transfer. The Court ruled that the lower court's interpretation of the relevant statute was correct and dismissed the state's claim that interest should commence later.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 655 of the Code of Civil Procedure; The court of first instance correctly interpreted the law when it determined that interest on transferred public debt accrues from the date of transfer, not from the filing of the lawsuit.

Keywords

AI generated
public debt transfer interest calculation civil procedure appeal statutory interpretation state liability legal reasoning error costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 655 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 21 of the Decree of 26 June 1944 on the Code of Laws of the State

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1146 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1146/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 26η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του Πάρεδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Εμμανουήλ Μουστάκη και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ε. Κ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Βαλμαντώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3150/2013 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 14-4-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 12-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την παραδοχή του δεύτερου λόγου και την απόρριψη των πρώτου και τρίτου λόγων της από 14-4-2014 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ 3150/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το παραδεκτό (το ορισμένο) του οποίου πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η επί παγία αντιμισθία, ετήσια ή μηνιαία, παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Από τις ίδιες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 1, 2 παρ.1, 38 και 44 του Κώδικα των Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

και 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτό και συμπληρωματικά από τους περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών κανόνες του ΑΚ, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως αυτής (ΑΠ 299/ 2012, ΑΠ 558/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, που τροποποίησε το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 "Περί τροποποιήσεως διατάξεων του Κώδικος Δικηγόρων και άλλων τινών διατάξεων", σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο. γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο (παρ.1). Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις.

Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος (παρ.2). Εξάλλου, με την 2022210/2776/0022/1997 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης "Κατάταξη δικηγόρων με έμμισθη εντολή σε μισθολογικά κλιμάκια" (ΦΕΚ Β' 319), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997, ορίστηκαν τα εξής:

Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής: α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο 15ο μισθολογικό κλιμάκιο.

β) Δικηγόροι στο Εφετείο στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο. γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο (παρ.1). Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 13 του ν. 2470/1997 (παρ.2). Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816/1988 (παρ.3). Επιπλέον χορηγούνται σε αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92Α' του Κώδικα Δικηγόρων, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του ν. 2470/ 1997, μεταξύ των οποίων και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται με βάση τα έτη δικηγορίας (ΑΠ 1320/2010, ΑΠ 548/2008).

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ.1 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, ΕΛΑΣ, Πυρ/κού - Λιμενικού Σώματος κλπ", ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος αυτού (1-1-2004) καταργούνται τα άρθρα 1 έως 27 και 29 έως 33 του ν. 2470/1997, με εξαίρεση την παρ.2 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου. Στο νεότερο αυτό νόμο, λόγω αναδιάρθρωσης του συστήματος της μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων, δεν υπάρχει αντίστοιχη διάταξη με αυτή του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 για το επίδομα χρόνου υπηρεσίας.

Αντίθετα, υπάρχει ρητή πρόβλεψη για όσα επιδόματα διατηρούνται, όπως το οικογενειακό επίδομα, το κίνητρο απόδοσης και το επίδομα θέσης ευθύνης. Στον ίδιο νόμο, στο άρθρο 9 παρ.4 αυτού, ορίζεται ρητά ότι τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας υπολογίζονται επί του βασικού μισθού του υπαλλήλου κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες.

Τέλος, στο άρθρο 8Γ' του ν. 2945/2001 "Εθνικό Σύστημα Προστασίας Αγροτικής Δραστηριότητας κλπ" ορίζεται ότι "Συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία ''Οργανισμός Αντασφάλισης και Συντονισμού'' και το διακριτικό τίτλο ''ΟΑΣΙΣ'', που εδρεύει στην Αθήνα, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Γεωργίας", ενώ στο άρθρο 14 παρ.5 αυτού ορίζεται ότι "Για τις ανάγκες του ΟΑΣΙΣ συνιστώνται δύο θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Δικαιοσύνης καθορίζονται οι αποδοχές τους". Το ανωτέρω νομικό πρόσωπο καταργήθηκε με το άρθρο 8 του ν. 3698/2008 "Κτηνοτροφία, κτηνοτροφικά φάρμακα κλπ", στην παρ.2 δε του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Από την κατάργηση του ''ΟΑΣΙΣ'' οι απαιτήσεις και υποχρεώσεις αυτού, που απορρέουν από την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, περιέρχονται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων)".

2. Επειδή, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους κρινόμενους δύο πρώτους αναιρετικούς λόγους: Ότι, μετά την από 7-8-2003 προκήρυξη για την πρόσληψη δικηγόρου, το διοικητικό συμβούλιο του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ''Οργανισμός Αντασφάλισης και Συντονισμού'' και το διακριτικό τίτλο ''ΟΑΣΙΣ'', προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρο Αθηνών με σχέση έμμισθης εντολής και την τοποθέτησε στη νομική του υπηρεσία από την 10-2-2004.

Ότι, σε σχέση με τις αποδοχές της, ορίστηκε ότι αυτές καθορίζονται κατά την παρ.5 του άρθρου 14 του ν. 2945/2001 και την ΚΥΑ 2022210/2776/0022/1997, σύμφωνα με την οποία η καταβαλλόμενη κατά μήνα πάγια περιοδική αμοιβή της υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1816/1988 και στο άρθρο 13 του ν. 2470/1997 (κίνητρο απόδοσης), ενώ κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816/1988.

Ότι ο συγκεκριμένος Οργανισμός δεν κατέβαλε στην ενάγουσα την κατά μήνα δικαιούμενη αμοιβή της, καθώς και τα επιδόματα αδείας και δώρα εορτών. Ότι, από το από 17-12-2004 έγγραφο του Προέδρου του ως άνω Οργανισμού προκύπτει ότι η ενάγουσα, που ανέλαβε καθήκοντα από 10-2-2004, εισέπραττε μηνιαίως 759 ευρώ έναντι των αμοιβών της, καθόσον δεν είχαν καθοριστεί οι ακριβείς μηνιαίες αποδοχές της με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού.

Ότι αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι τις 30-11-2006, οπότε, με την 324869/30-11-2006 απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, αποφασίστηκε εφεξής η παροχή των υπηρεσιών της στο Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Ανάπτυξης (ΝΠΙΔ), εποπτευόμενο, επίσης, από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Ότι και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του εναγομένου, ότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο που υπηρετούσε στον ανωτέρω Οργανισμό, δεν είχε αντικείμενο εργασίας, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις της για καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής.

Ότι, παρομοίως, το δικαίωμά της για είσπραξη αμοιβής δεν αποκλείεται από τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο Οργανισμός, ο οποίος επιχορηγήθηκε αρχικά από το Δημόσιο με το ποσό των 484.340 ευρώ για την αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών του, μεταξύ των οποίων ήταν και η μισθοδοσία των υπηρετούντων σ' αυτόν υπαλλήλων, ενώ στη συνέχεια όφειλε να εξυπηρετεί τις ανάγκες του από ίδιους πόρους, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ.5 του ν. 2945/2001.

Ότι το εάν ο Οργανισμός υπολειτουργούσε και δεν παρήγαγε το έργο, για το οποίο συνεστήθη, δεν επηρεάζει τις απαιτήσεις της ενάγουσας, ούτε αποτελεί γεγονός, για το οποίο η τελευταία έχει ευθύνη, ώστε να μην δικαιούται αμοιβής, όπως αβάσιμα επικαλείται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το σχετικό λόγο έφεσής του (περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος), ο οποίος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ότι το χρονοεπίδομα για τους δικηγόρους υπολογίζεται με βάση το συνολικό χρόνο ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος (άρθρο 12 παρ.2 του ν. 1816/1988) και με την 2022210/2776/ 002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης δίδεται και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούταν για το ένδικο χρονικό διάστημα (από 10-2-2004 έως 30-11-2006) την είσπραξη του αναφερόμενου ποσού ως χρονοεπίδομα, συνυπολόγισε το εν λόγω χρονοεπίδομα στην εξεύρεση των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας και, ακολούθως, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που υποστήριζε ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται χρονοεπιδόματος.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 12 του ν. 1816/1988, σε συνδυασμό με το άρθρο 17 του ν. 2470/1997, το άρθρο 28 παρ.1 του ν.3205/2003 και την προαναφερόμενη ΚΥΑ, διότι από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι το χρονοεπίδομα καταργήθηκε από 1-1-2004.

Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

3. Επειδή, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως αποδίδεται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας τον προβληθέντα με λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι καταχρηστικά η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζητεί τις αμοιβές της για το επίδικο χρονικό διάστημα από 10-2-2004 έως 30-11-2006, εφόσον ο ''Οργανισμός Αντασφάλισης και Συντονισμού'', ο οποίος είχε προσλάβει την ενάγουσα ως δικηγόρο με σύμβαση έμμισθης εντολής και του οποίου το αναιρεσείον αποτελεί καθολικό διάδοχο, δεν λειτούργησε λόγω έλλειψης κεφαλαίων και, ως εκ τούτου, η ενάγουσα δεν απασχολήθηκε, ώστε να δικαιούται αντιμισθίας για το διάστημα αυτό. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη και σύμφωνα με αυτή απέρριψε την σχετική ένσταση του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ, με σύμβαση που συνάπτει με το δανειστή, μπορεί κάποιος να αναδεχθεί ξένο χρέος έτσι, ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τέτοια στερητική αναδοχή επέρχεται και με διάταξη νόμου, τούτο όμως πρέπει να ορίζεται ειδικά στη διάταξη αυτή.

Το υφιστάμενο χρέος μπορεί να αναληφθεί είτε ολόκληρο είτε κατά τμήμα μόνο. Σε αμφίβολες δε περιπτώσεις πρέπει να γίνει δεκτό, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συμφωνία των μερών ή τη διάταξη του νόμου, με την οποία επήλθε η αναδοχή, ότι το χρέος μεταβιβάζεται στο νέο οφειλέτη σε όποια έκταση βρίσκεται κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ή δημοσίευσης του νόμου (ΑΠ 984/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, κατά την οποία το Δημόσιο οφείλει τόκο υπερημερίας μόνο από την επίδοση της σχετικής αγωγής, διότι η ανωτέρω διάταξη αποτελεί προνόμιο υπέρ του Δημοσίου ως ουσιαστικού δικαίου διάταξη και δεν εφαρμόζεται επί ΝΠΙΔ, έστω και αν αυτά υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, οφείλουν δε αυτά τόκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 655 ΑΚ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό το μοναδικό λόγο της αντέφεσης της ενάγουσας και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο εκείνο, με το οποίο είχε απορριφθεί το αίτημα της τελευταίας για επιδίκαση τόκων υπερημερίας από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μερικότερης αξίωσής της, δηλαδή από την επόμενη ημέρα κάθε μήνα για τις διαφορές από την πάγια μηνιαία αποζημίωση, από την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους για το δώρο Χριστουγέννων, από την 30η Απριλίου κάθε έτους για το δώρο Πάσχα και από το τέλος κάθε έτους για το επίδομα αδείας και επιδίκασε τους αιτούμενους τόκους κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 του από 26-6/10-7-1944 διατάγματος "Περί Κώδικος Νόμων δικών του Δημοσίου", διότι, εφόσον με διάταξη νόμου είχε θεσπισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η στερητική αναδοχή των χρεών του ως άνω νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου από το Ελληνικό Δημόσιο, το χρέος αυτού προς την ενάγουσα είχε μεταβιβασθεί στο αναιρεσείον, που το αναδέχθηκε, όπως ήταν κατά το χρόνο της αναδοχής, στο χρέος δε αυτό περιλαμβάνονταν αναμφισβήτητα και οι δεδουλευμένοι τόκοι μέχρι το χρόνο της αναδοχής.

Έναρξη της τοκοφορίας από την επίδοση της αγωγής θα επερχόταν μόνο στην περίπτωση που το αναιρεσείον ήταν συμβαλλόμενο στην επίδικη σύμβαση έμμισθης εντολής. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται τα αντίθετα, ήτοι ότι η ενάγουσα δικαιούται τόκους υπερημερίας επί των αξιούμενων ποσών μόνο από την επίδοση της ένδικης αγωγής προς αυτό, και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη δικαιούται ως χρονοεπίδομα για το ένδικο χρονικό διάστημα από 10-2-2004 μέχρι 30-11-2006 το ποσό των 3.028,56 ευρώ, καθώς και κατά το μέρος που το ποσό του χρονοεπιδόματος υπολογίστηκε για την εξεύρεση των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας αυτής για το ίδιο χρονικό διάστημα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεσή από άλλους δικαστές είναι δυνατή (ΚΠολΔ 580 παρ.3, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 3150/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ