Supreme Court dismisses appeal on arbitration award invalidity due to lack of arbitration agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision declaring an arbitration award void. The appellant argued the award was invalid because the parties lacked a valid arbitration agreement, while the respondent contended the dispute fell outside the arbitration clause. The court ruled that since the parties did not agree to arbitrate the specific dispute, the award was indeed void, but the First Instance Court correctly applied the law, making the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 901, 559 of the Code of Civil Procedure; An arbitration award is void if rendered on a dispute for which the parties have not agreed to arbitration, and such a decision is not merely revocable but non-existent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1146 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1146/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "HOF Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "HOF Α.Ε", που εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή του Δήμου Ηρακλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Ηρακλής Μαρκαντωνάκης και Διονύσιος Κονδύλης.
Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ Βιομηχανικές Περιοχές ανώνυμη εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου για τις Βιομηχανικές περιοχές της "Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως Α.Ε, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.08.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης (διαδικασία άρθρων 679 επ.Κ.Πολ.Δ).
Εκδόθηκε η 376/2006 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29.11.2006 αίτησή της και τους από 07.12.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 11.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τετάρτου των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και του μοναδικού λόγου των προσθέτων λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με το άρθρο 5 του ν. 4458/1965 "περί βιομηχανικών περιοχών, παρασχέθηκε στον Υπουργό Βιομηχανίας εξουσιοδότηση να εγκρίνει τον Κανονισμό των βιομηχανικών περιοχών, τον οποίο είχε υποχρέωση να υποβάλει στο Υπουργείο Βιομηχανίας η ΕΤΒΑ. Η ίδια διάταξη ορίζει ότι με τον κανονισμό καθορίζονται α) οι προϋποθέσεις και οι όροι διάθεσης τμημάτων της βιομηχανικής περιοχής σε τρίτους για την εγκατάσταση ορισμένων επιχειρήσεων, β) ό,τι αφορά τη διοίκηση και διαχείριση της βιομηχανικής περιοχής, την οργάνωση των οικείων υπηρεσιών και τον καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του φορέα της περιοχής και των εγκαθισταμένων επιχειρήσεων, γ) τα της ασκήσεως ελέγχου από την ΕΤΒΑ επί των επιχειρήσεων και τέλος δ) κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την οργάνωση και λειτουργία της περιοχής.
Όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσίβλητη ΕΤΒΑ, σε εφαρμογή του νόμου αυτού, συνέταξε τον Kανονισμό λειτουργίας της βιομηχανικής περιοχής Ηρακλείου Κρήτης, στο άρθρο 16 του οποίου διέλαβε διάταξη με την οποία ορίζονται τα εξής: "Διαφοραί ανακύπτουσαι μεταξύ της ΕΤΒΑ και των εν αυτή εγκατεστημένων βιομηχανιών αναγόμεναι εις την ερμηνείαν και εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού ή εις περιεχόμενα κενά αυτού, λύονται αποκλειστικώς δια διαιτησίας τριών διαιτητών".
Τον κανονισμό αυτού η ΕΤΒΑ υπέβαλε στη συνέχεια στο Υπουργείο Βιομηχανίας και εκδόθηκε το ΒΔ/γμα 648/1970, το οποίο τον ενέκρινε. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 16 του εγκριτικού του Κανονισμού Β. Δ/τος, προβλέπει όπως αναφέρθηκε, τη διαιτητική λύση όσων διαφορών ανάγονται στην ερμηνεία και εφαρμογή του Κανονισμού και όχι όλων των διαφορών, που ανακύπτουν ανάμεσα στην ΕΤΒΑ και τις εγκαθιστάμενες επιχειρήσεις.
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του Κανονισμού, προσέφυγε στη διαιτησία και, με την από 14-12-2004 αγωγή της ενώπιον του κατά τα ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, εξέθετε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Καλλιόπης Παπαδάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, αγόρασε από την ΕΤΒΑ, στα δικαιώματα την οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχός της η εναγομένη, το περιγραφόμενο σ' αυτήν κατά θέση και όρια ακίνητο εκτάσεως 6.000 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της πρώην Κοινότητας Καλλιθέας και αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. ...
βιομηχανικού τετραγώνου της Βιομηχανικής περιοχής. Ότι με ρητό όρο του εν λόγω συμβολαίου αποδέχθηκε τον Κανονισμό Λειτουργίας της Βιομηχανικής περιοχής Ηρακλείου (ΒΙ.ΠΕ.Η.), στις διατάξεις του οποίου περιλαμβάνεται και η υποχρέωση της εναγομένης να παρέχει στις εγκατεστημένες σ' αυτήν επιχειρήσεις πυροσβεστική αρωγή για την οποία, όπως άλλωστε και για τις λοιπές παρεχόμενες προς εξυπηρέτηση των εγκατεστημένων επιχειρήσεων υπηρεσίες, υφίσταται σχετική επιβάρυνση (άρθρ. 9 παρ. 1 και 14 παρ. 1 του Κανονισμού).
Ότι με βάση τις αναφερόμενες σ' αυτήν δυο οικοδομικές άδειες προέβη στην κατασκευή των περιγραφομένων κτισμάτων για τη στέγαση και λειτουργία εντός αυτών της επιχείρησής της, που είχε ως αντικείμενο την κατασκευή και εμπειρία τυποποιημένων επίπλων κουζίνας και συναφών ειδών. Ότι κατά τις νυκτερινές ώρες της 12ης προς 13η Ιουνίου 1996 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στα γραφεία του εργοστασίου της, η οποία παρά την έγκαιρη ειδοποίηση της Πυροσβεστικής Yπηρεσίας Ηρακλείου και την άφιξή της στο εργοστάσιο, δεν κατέστη δυνατή η κατάσβεσή της και αυτό γιατί η εναγομένη, κατά παράβαση της εκ του κανονισμού υποχρεώσεώς της προς παροχή πυροσβεστικής αρωγής, δεν είχε εφοδιάσει με επαρκή αποθέματα νερού την υπάρχουσα δεξαμενή, αλλά και το δίκτυο πυρόσβεσης, εκ του λόγου δε αυτού τα πυροσβεστικά οχήματα αναγκάζονταν να μεταβαίνουν στο λιμάνι του Ηρακλείου για ανεφοδιασμό τους.
Ότι εξαιτίας της έλλειψης νερού, η πυρκαγιά επεκτάθηκε γρήγορα και κατέστρεψε ολόκληρο το εργοστάσιο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτήν ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών που υπέστη από την πυρκαγιά (καταστροφή κτιριακών εγκαταστάσεων, ηλεκτρομηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού, καταστροφή αποθεμάτων, πρώτων υλών, έτοιμων και ημιέτοιμων προϊόντων και διαφυγόν κέρδος από 1-7-1996 έως 31-12-2001) το συνολικό ποσό των 6.481.961 ευρώ και επικουρικά το ποσό των 6.080.591 ευρώ, όπως αναλυτικά τα επιμέρους κονδύλια του εν λόγω ποσού αναφέρονται στην αγωγή με το νόμιμο τόκο από ην επίδοσή της.
Το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1/2005 απόφασή του, μετά από εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 2.169.936 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την κρινόμενη ως άνω αγωγή η ενάγουσα, τότε εναγομένη, ισχυρίζεται με το κύριο αίτημά της ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίσταται διαιτητική ρήτρα για επίλυση της ένδικης διαφοράς από το διαιτητικό δικαστήριο.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η ένδικη αξίωση αποζημιώσεως της εναγομένης, την οποία εκείνη εισήγαγε στο Διαιτητικό Δικαστήριο του άρθρου 16 παρ. 1 του Κανονισμού Λειτουργίας της Βιομηχανικής Περιοχής Ηρακλείου, δεν ανάγεται στην ερμηνεία και την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού, καθόσον πρόκειται για κοινή αξίωση αποζημιώσεως και ότι ενόψει αυτών και όσων συναφών εκθέτει το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να προβεί στην εκδίκασή της.
Την έλλειψη δε αυτή της δικαιοδοσίας του είχε αρνηθεί εξ αρχής. Ως προς τον λόγο αυτόν της αγωγής, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Η διαιτητική επίλυση της διαφοράς είναι επιτρεπτή από τις διατάξεις των άρθρων 867 επ. του Κ.Πολ.Δ. μόνο όταν υπάρχει ρητή και σαφής δήλωση των μερών να αποκλείσουν από τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων συγκεκριμένη και ατομικώς καθοριζόμενη έννομη σχέση και συνεπώς η δήλωση αυτή των μερών είναι στενώς ερμηνευτέα, δηλαδή η διαιτητική ρήτρα για να είναι έγκυρη, πρέπει να ορίζει ρητά τις διαφορές που θα επιλυθούν από τη διαιτησία.
Το ως άνω άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού λειτουργίας της Βιομηχανικής περιοχής Ηρακλείου επί του οποίου ή ήδη εναγομένη θεμελιώνει την ύπαρξη δικαιοδοσίας το διαιτητικού δικαστηρίου, το οποίο (άρθρο) εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εκδοθείσα κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης υπ' αριθμ. 14885/366/19-7-1990 απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας (Έγκριση κανονισμού υδροληψίας βιομηχανικών Περιοχών, ΦΕΚ 516, τεύχος Β), που ορίζει ότι οι διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ της ΕΤΒΑ και των εγκατεστημένων βιομηχανιών, αναγόμενες στην ερμηνεία και την εφαρμογή του Κανονισμού ή εις ενδεχόμενα κενά αυτού, λύονται αποκλειστικά δια διαιτησίας εκ τριών διαιτητών, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν συνιστά ατομικώς καθοριζόμενη έννομη σχέση, υποκείμενη σε επίλυση με διαιτησία, σύμφωνα με τα παραπάνω.
Η ένδικη διαφορά εκφεύγει της διαιτητικής ρήτρας, καθόσον δεν συνιστά διαφωνία ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του κανονισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση όλες οι διαφορές που προκύπτουν από τις παρεχόμενες από την ΕΤΒΑ υπηρεσίες προς τις εγκατεστημένες στις βιομηχανικές περιοχές (ΒΙΠΕ) επιχειρήσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 9 παρ. 1 του κανονισμού και οι οποίες είναι υποχρεωτικές για τις εγκατεστημένες επιχειρήσεις από την ένταξή τους στη βιομηχανική περιοχή, θα υπάγονταν στη διαιτησία.
Με την εκδοχή αυτή θα υπάγονταν στη διαιτησία, εκτός από τη διαφορά που προκύπτει από την υποχρέωση της ΕΤΒΑ για παροχή πυροσβεστικής αρωγής, και οι διαφορές που προκύπτουν μεταξύ αυτής και των εγκατεστημένων βιομηχανιών: 1) από δαπάνες καθαριότητας φωτισμού και ευπρεπισμού των κοινόχρηστων χώρων και 2) από δαπάνες αποθηκευτικών χώρων Για τις διαφορές όμως αυτές, έχει κριθεί ότι αρμόδια για την εκδίκασή τους είναι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια με την σαφή αιτιολογία ότι οι διαφορές αυτές δεν ανάγονται στην ερμηνεία και την εφαρμογή του Κανονισμού, ώστε να επιλύονται από Διαιτητικό Δικαστήριο.
Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία αυτή η ένσταση που είχε υποβάλει άλλη εναγομένη κατά τη συζήτηση υπόθεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και επανέφερε ως εκκαλούσα πλέον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως. Ενόψει όλων αυτών και εφόσον το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς δεν ανάγεται στην ερμηνεία και την εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού, ώστε σύμφωνα με τον σχετικό όρο αυτού να επιλύεται με διαιτησία, το Διαιτητικό Δικαστήριο ώφειλε να απορρίψει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας και ειδικότερα επειδή δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας ( άρθρου 901 περ.
α'ΚΠολΔ) και όχι, προσδίδοντας διαφορετική ερμηνεία στον Κανονισμό, να δεχθεί "ότι έχει τούτο δικαιοδοσία". Ακολούθως τούτων το Εφετείο έκρινε ότι εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν ανάγεται στην ερμηνεία και εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού, ώστε σύμφωνα με τον σχετικό όρο αυτού να επιλύεται με διαιτησία, το Διαιτητικό Δικαστήριο ώφειλε να απορρίψει την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας και ειδικότερα επειδή δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας (άρθρο 901 περ.
α' ΚΠολΔ) και όχι, προσδίδοντας διαφορετική ερμηνεία στον Κανονισμό, να δεχθεί ότι έχει τούτο δικαιοδοσία. Σύμφωνα με τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη κατά το κύριο αίτημά της και αναγνώρισε την ανυπαρξία της προσβαλλομένης διαιτητικής αποφάσεως. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από τις διατάξεις των άρθρων 867 και 869 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εφόσον η συμφωνία περί διαιτησίας διέπεται από τις σχετικές με τις συμβάσεις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, η έκταση της εξουσίας των διαιτητών προσδιορίζεται από τη θέληση εκείνων που συνομολόγησαν τη διαιτητική συμφωνία όπως εκφράσθηκε στο συστατικό της έγγραφο.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έκταση της εξουσίας των διαιτητών είναι κρίση περί πραγμάτων, εφόσον συνέχεται με την εκτίμηση του εγγράφου που ενσωματώνεται η διαιτητική συμφωνία και ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο όταν το δικαστήριο παραβίασε κατά την εκτίμησή του κανόνες δικαίου ή παραμόρφωσε το έγγραφό της συμφωνίας ή , όταν, ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο εκτιμώντας τη συμφωνία περί διαιτησίας του Κανονισμού που περιέχεται στο άρθρο 16 του Β.Δ 649/1970 και ορίζει ότι υπάγονται στη διαιτησία οι διαφορές που ανάγονται στην ερμηνεία και εφαρμογή του Κανονισμού ή σε ενδεχόμενα κενά αυτού, σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη σε άλλη, διάταξη του Κανονισμού υποχρέωση ετοιμότητας της ΕΤΒΑ για παροχή πυροσβεστικής αγωγής, έκρινε ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω καταστροφής του εργοστασίου της από πυρκαγιά που επεκτάθηκε επειδή η ΕΤΒΑ αθέτησε την υποχρέωση που είχε με βάση τον Κανονισμό, να προσφέρει πυροσβεστική αρωγή, εκφεύγει της διαιτητικής ρήτρας, καθόσον δεν συνιστά διαφωνία ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του Κανονισμού.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εξέφρασε κρίση περί πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης, πλην άλλων περιπτώσεων, και αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας.
Με τις ανωτέρω δυο διατάξεις θεσπίζεται αφ' ενός μεν η ακυρωσία και αφ' ετέρου η ανυπαρξία διαιτητικής αποφάσεως, όταν η διαφορά για την οποία αποφάνθηκαν οι διαιτητές δεν έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους. Το πότε η διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, σύμφωνα με την πρώτη από τις δυο περιπτώσεις που ορίζει το άρθρο 897 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, και πότε ανύπαρκτη εξαρτάται από τη συνομολόγηση της συμφωνίας για διαιτησία.
Έτσι, αν οι διαιτητές στηρίζουν την εξουσία τους σε ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία, τότε η απόφασή τους είναι και αυτή ανύπαρκτη. Αν αντίθετα, οι διαιτητές αντλούν την εξουσία τους από υπαρκτή συμφωνία, τα όρια της οποίας απλώς υπερβαίνουν, επεκτείνοντάς την στην επίλυση διαφορών που με το συνυποσχετικό δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, τότε η απόφασή τους είναι όχι ανύπαρκτη αλλ' ακυρώσιμη.
Οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία και η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη αναγνωρίσθηκε η ανυπαρξία διαιτητικής αποφάσεως, εκ του λόγου ότι αποφάνθηκε για διαφορά η οποία απορρέει από έννομη σχέση για την οποία οι διάδικοι δεν είχαν συνομολογήσει διαιτησία. Ειδικότερα το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση διέγνωσε ότι το διαιτητικό δικαστήριο άντλησε την εξουσία του από ανύπαρκτη συμφωνία για διαιτησία και έτσι οι διαιτητές υπερέβησαν την εξουσία τους. Η υπέρβαση αυτή συνιστά λόγο για να αναγνωρισθεί ως ανύπαρκτη η απόφαση των διαιτητών.
Συνεπώς με το να αποφανθεί ομοίως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε απ' ευθείας τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1β στοιχ. α' ΚΠολΔ και για το λόγο αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, που υποστηρίζει ότι η απόφαση των διαιτητών έπρεπε να ακυρωθεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του με το οποίο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση με τις αναφερόμενες αιτιολογίες της αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 901 παρ. 16 ΚΠολΔ ευθέως παραβαίνουσα τη διάταξη αυτή αλλά και εκ πλαγίου παραβιάζουσα την παραπάνω διάταξη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ένδικη διαφορά εκφεύγει της διαιτητικής ρήτρας, καθόσον δεν συνιστά διαφωνία ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του Κανονισμού.
Τέλος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ύπαρξη της διαιτητικής συμφωνίας είχε ενταχθεί, με παραπομπή στον Κανονισμό, (άρθρο 16 αυτού) στην σύμβαση πωλήσεως και είχε καταστεί συμβατικός όρος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η τελευταία έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν, τον οποίο και δεν δέχθηκε.
Ακολούθως τούτων, η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεση πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 29-11-2006 αίτηση και τους από 7-12-2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 376/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9-5-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2-6-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ