Legislator Case Law & Legislation
1145/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property compensation, ruling evidence sufficient and no procedural errors found.

Case Number 1145/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by partners against a lower court's decision awarding property compensation to heirs. The appellants argued the lower court erred in accepting claims lacking proof of independent land parcels and committed procedural violations by citing contradictory provisions. The court rejected these claims, stating the lower court correctly relied on sufficient evidence and that the alleged contradictions existed only in the reasoning section, not the operative part of the judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the alleged contradictions concern only the reasoning section rather than the operative part, and the lower court's decision stands when evidence supports the claim despite the appellant's lack of proof for the opposite assertion.

Keywords

AI generated
property compensation burden of proof inadmissible appeal contradictory provisions heirs rights operative part civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 17 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1145 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1145/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ατομικά και με την ιδιότητα του εκκαθαριστή της λυθείσας και τελούσας υπό εκκαθάριση Ομόρρυθμης Εταιρείας με τη επωνυμία "...", 2) Θ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Σαράντη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Α. συζύγου Η. Π., το γένος Λ. Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Ο. χήρας Λ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κάππο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2007 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5792/2011 μη οριστική και 3130/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2087/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/9/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά Δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι: "1. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων.2. Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο και με έγγραφο της που περιέχει τα στοιχεία που αναγράφονται στην παράγραφο 1.3. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.",3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, 4) στο άρθρο 576 παρ. 1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι και 5) στο άρθρο 576 παρ. 2 ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία για κάποιο από τους διαδίκους παρίσταται στον Άρειο Πάγο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, ο διάδικος αυτός, είτε επισπεύδει τη συζήτηση είτε όχι, δικάζεται ερήμην, αν έχει κληθεί νομίμως, ενώ αν δεν έχει κληθεί νομίμως, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 280/2019, ΑΠ 75/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, για τους αναιρεσίβλητους παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο της 10ης Ιανουαρίου 2022, ο δικηγόρος Ιωάννης Κάππος του Γεωργίου, στον οποίο όμως δεν είχε χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη, αφού τα ...

και ... ειδικά πληρεξούσια ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοφάνη Σταματιάδη, που προσκομίσθηκαν, έχουν συνταχθεί στις 11 Ιανουαρίου 2022, δηλαδή μετά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση και δεν παρέχουν στον παραπάνω δικηγόρο δικαίωμα εκπροσωπήσεως στη δίκη των ως άνω αναιρεσιβλήτων. Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 7084 Β'/14-9-2021,7059 Β'/10-9-2021 και 7117 Β'/17-9-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Π.

Ρ., και οι τρεις αναιρεσίβλητοι έχουν κληθεί με επίσπευση των αναιρεσειόντων να παραστούν κατά την παραπάνω δικάσιμο και, επομένως, η συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση πρέπει να προχωρήσει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παρά την δικονομική απουσία τους.

Με την από 03.09.2018 και με ειδ. αριθ. κατάθ. 686/14.09.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2087/27.04.2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακού ή μη χαρακτήρα ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με την αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, ωστόσο, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος (ΑΠ 1480/2017). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, που συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ), απαιτούνται:

α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, ως τέτοια δε νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μείωσής της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον λόγω εμπλοκής σε δαπανηρό δικαστικό αγώνα (ΑΠ 318/2011).

Ειδικότερα η απατηλή συμπεριφορά συνίσταται είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφωτίσεώς του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος ή επιχειρούντος την πράξη και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή του ωφελούμενου από την πράξη (ΑΠ 201/2021, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 2149/2014, ΑΠ 541/2012, ΑΠ 895/2011,ΑΠ 715/2011, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 41/2010,ΑΠ 342/2009).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά τον χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 316/2018, ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Εξάλλου, λόγω της μη αναγκαίας ταύτισης του προσώπου που απατήθηκε και εκείνου που υπέστη τη βλάβη, η απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή που δικάζει σε πολιτική δίκη, που αποτελεί ειδικότερη μορφή της απάτης του άρθρου 386 του ΠΚ, η οποία (απάτη) στοιχειοθετείται όταν ο διάδικος σε πολιτική δίκη όχι μόνο προβάλλει ψευδή πραγματικό ισχυρισμό, αλλά ταυτόχρονα προσκομίζει προς υποστήριξή του, εν γνώσει του ψευδή αποδεικτικά μέσα, όπως η εν γνώσει προσκόμιση και επίκληση πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν, ανακριβών όμως κατά περιεχόμενο, με τα οποία παραπλανά το δικαστήριο και εκδίδει δυσμενή για την περιουσία του αντιδίκου του δικαστική απόφαση, οπότε η απάτη στο Δικαστήριο είναι τετελεσμένη.

Επομένως, απάτη στο δικαστήριο διαπράττει και εκείνος, ο οποίος σε πολιτική δίκη, όπως είναι και η της αναγνωρίσεως δικαιούχων αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, προσάγει και επικαλείται προς υποστήριξη ψευδών ισχυρισμών τους οποίους ο δικαστής υποχρεούται και αυτεπάγγελτα να ελέγξει, αποδεικτικά μέσα με τα οποία διαμορφώνεται στο δικαστήριο πλανημένη κρίση που μπορεί να βλάψει τρίτους.

Τούτο δε γιατί και στην περίπτωση αυτή υπάρχει παράσταση ψευδών γεγονότων αφού μπορεί να εξαπατηθεί ο δικαστής από τα στοιχεία που προσάγονται για την απόδειξη των γεγονότων αυτών [ΑΠ 1392/2012, ΑΠ 991/2010, ΑΠ (ποιν.) 747/1987,ΑΠ (ποιν.) 187/1986].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την Δ12/0/030842/23.2.1998 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε... κηρύχθηκε ως κατεπείγουσας ανάγκης και επισπεύσθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, σε εφαρμογή....

διαταγμάτων ρυμοτομίας, η διαπλάτυνση της λεωφόρου Κηφισού από την οδό Κωνσταντινουπόλεως έως την οδό Πειραιώς στους Δήμους Αγίου Ιωάννη Ρέντη και Μοσχάτου Αττικής. Ακολούθως, με την 1025291/2142/0010/19.3.2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Πολιτισμού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα...

και μεταγράφηκε στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Πειραιά, κηρύχθηκε για λόγους δημοσίας ωφέλειας, ως κατεπείγουσας ανάγκης, η αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω ρυμοτομίας και ειδικότερα για την παραπάνω διεύρυνση της λεωφόρου Κηφισού στο τμήμα της από τις οδούς Κοντώνη - Κοτζιά έως την οδό Κωνσταντινουπόλεως, συνολικής έκτασης 3.517,25 τ.μ.

Η ως άνω συνολική έκταση που ρυμοτομήθηκε για τον παραπάνω σκοπό, μαζί με τα επικείμενά της, βρίσκεται στην τοπική περιφέρεια των προαναφερόμενων δήμων και εμφαίνεται με κλίμακα 1:500 στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της …/1996 πράξης αναλογισμού που συνέταξε ο μελετητής Δ.

Μ. και θεώρησε ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ 12) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ. Δ.. Μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία με αριθμό … στο κτηματολογικό διάγραμμα, η οποία έχει έκταση 485,50 τ.μ. και εμφαίνεται με τα στοιχεία ....

Στο ανωτέρω τμήμα υπήρχε ασφαλτόστρωση 483 τ.μ. και μάντρα από μπετόν 0,60 μ. και μήκους 2 μ., ενώ με τις 549/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5056/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, καθορίστηκε η οριστική τιμή του εν λόγω τμήματος στο ποσό των 140.000 δραχμών για την έκταση, 6.000 δραχμών ανά τ.μ.

για την ασφαλτόστρωση και 7.000 δραχμών ανά μέτρο μήκους για το μαντρότοιχο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το .../28.7.1965 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβ/φου Πειραιά Νικολάου Κορδώση, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς... περιήλθε στην αρχική ενάγουσα, λόγω προίκας που συνέστησε υπέρ αυτής και του συζύγου της Λ.

Κ. του Γεωργίου (κατά την ψιλή κυριότητα και την επικαρπία αντίστοιχα), ο πατέρας της Δ. Π. του Μ., οικόπεδο επιφάνειας 1.500 τ.μ., που βρίσκεται στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και του οποίου (οικοπέδου) η αρχική ενάγουσα απέκτησε στη συνέχεια την πλήρη κυριότητα, μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων του ν.1329/1983, με τις οποίες επήλθε κατάργηση της προίκας...

Στην αρχική ενάγουσα, ο πατέρας της, πέραν του ανωτέρω ακινήτου, παραχώρησε άτυπα ως προίκα και το απαλλοτριούμενο τμήμα του οικοπέδου αυτού, το οποίο δεν περιγράφεται στο προικοσύμφωνο συμβόλαιο, ήταν όμως στην κυριότητα, νομή και κατοχή του πατέρα της αρχικής ενάγουσας... Από την παραχώρησή του, η αρχική ενάγουσα το νέμεται και το κατέχει συνεχώς και αδιατάρακτα με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του, εμφανίζοντάς το μάλιστα ξεχωριστά σε κάθε τοπογραφικό διάγραμμα που από το 1965 και μετά συντάχθηκε σε σχέση με το παραπάνω οικόπεδο.

Η αρχική ενάγουσα το είχε εκμισθώσει και σε επιχείρηση πρατηρίου καυσίμων και είχαν εγκατασταθεί αντλίες, δεξαμενές και στέγαστρο στην επίδικη αυτή έκταση. Έτσι, κατέστη κυρία αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Σύμφωνα δε με το 43/96 κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα της ανωτέρω επίδικης έκτασης των 485,50 τ.μ., φέρονται ως κύριοι η αρχική ενάγουσα, ο Κ.

Α. και Ν. Μ.. Με την 815/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από σχετική αγωγή της εδώ αρχικής ενάγουσας τόσο κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και κατά των ανωτέρω φερόμενων με τον πίνακα ως κυρίων της επίδικης έκτασης, αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης η αρχική ενάγουσα...

η επίδικη έκταση των 485,50 τ.μ., που ρυμοτομήθηκε, δεν αποτελεί τμήμα της έκτασης που μεταβιβάστηκε με το .../65 συμβόλαιο στην αρχική ενάγουσα, αλλά τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης, που ανήκε στον άμεσο δικαιοπάροχο της αρχικής ενάγουσας. Για αυτό, εξάλλου, πλην των εναγομένων (και ήδη αναιρεσειόντων), κανείς άλλος εκ των ιδιοκτητών των αυτοτελών ιδιοκτησιών που βρίσκονται στο κτήριο που αναγέρθηκε στην έκταση που μεταβιβάστηκε με το .../65 συμβόλαιο, δεν ήγειρε απαιτήσεις από την απαλλοτρίωση του επίδικου τμήματος των 485,50 τ.μ.

και δεν ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος όλης ή μέρος της κατατεθείσας στο ΤΠΔ αποζημίωσης. Ειδικότερα, στο οικόπεδο που περιγράφεται στο ως άνω προικοσύμφωνο συμβόλαιο (.../1965), η αρχική ενάγουσα ανήγειρε μαζί με το σύζυγό της Λ. Κ., δυνάμει των σχετικών οικοδομικών αδειών, τριώροφη οικοδομή, ενώ στη συνέχεια με την .../1985 πράξη της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Νικολοπούλου - Μαζαράκη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών..., όπως επαναλήφθηκε σε ολόκληρο το περιεχόμενό της με την 1425/7.7.1988 πράξη της ίδιας ως άνω συμβ/φου, προέβη σε σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που δημιουργήθηκαν είναι και η με στοιχείο ... οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου, επιφάνειας 284,33 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 53,86/000, καθώς και η με στοιχείο ... οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου, επιφάνειας 99,78 τ.μ. και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 18,90/000 εξ αδιαιρέτου.

Τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες, η ως άνω αρχική ενάγουσα τις μεταβίβασε στην εταιρεία με την επωνυμία "...." με το .../1989 συμβόλαιο της ίδιας ανωτέρω συμβ/φου, η οποία στη συνέχεια με το .../7.6.2000 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευγενίας Αγγελοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, τις μεταβίβασε κατά ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...." και κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου στον δεύτερο εναγόμενο.

Περαιτέρω, η ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι εναγόμενοι και ο δεύτερος εξ αυτών ατομικά(και ήδη αναιρεσείοντες), με την από 20.11.2011 αίτησή τους, που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αναγνωρίστηκαν, προφανώς εκ παραδρομής, οι αμέσως ανωτέρω δικαιούχοι ολόκληρου του απαλλοτριωθέντος τμήματος, επιφάνειας 485,50 τ.μ.

Στη συνέχεια με βάση την απόφαση αυτή, οι εναγόμενοι εισέπραξαν από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση που αφορούσε το ως άνω απαλλοτριωθέν τμήμα των 485,50 τ.μ., η οποία ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 208.017,61 ευρώ, εκ των οποίων, σύμφωνα με τον .../22.7.2003 πίνακα κατάταξης της συμβ/φου Αθηνών Λένας Λεμπέση - Βαρδουλάκη, ποσό 64.438,36 ευρώ αποδόθηκε στην εταιρεία "....", ποσό 42.558,90 ευρώ αποδόθηκε στον δεύτερο εναγόμενο και ποσό 100.620,35 ευρώ αποδόθηκε στην Τράπεζα E.F.G EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., η οποία, την 1.12.2000, είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο παραπάνω ακίνητο σε βάρος της ως άνω εταιρείας και του δευτέρου εναγομένου.

Στη συνέχεια, με το από 7.7.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό οι εναγόμενοι, ως μοναδικοί εταίροι της ως άνω εταιρείας, συμμετέχοντας στο κεφάλαιο αυτής κατά ποσοστό 50% ο καθένας, συμφώνησαν τη λύση της εταιρείας και την έθεσαν υπό εκκαθάριση με εκκαθαριστή τον πρώτο εναγόμενο, ενώ με το από .../5.11.2004 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ευγενίας Αγγελοπούλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, προέβησαν σε μεταβίβαση των ακινήτων της εταιρείας σε αυτούς σε ποσοστό 50% στον καθένα.

Παράλληλα... και η αρχική ενάγουσα, με αίτησή της, πέτυχε την έκδοση της 815/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης, που καθορίστηκε οριστικά δυνάμει της προαναφερόμενης 5056/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και αφορά στην ίδια ως άνω ιδιοκτησία με τα επικείμενά της, στην οποία...

είχαν ήδη αναγνωριστεί δικαιούχοι και οι εναγόμενοι. Όταν η αρχική ενάγουσα ζήτησε να εισπράξει την καθορισθείσα αποζημίωση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, πληροφορήθηκε ότι αυτή είχε ήδη εισπραχθεί από τους εναγόμενους, δυνάμει της παραπάνω απόφασης. Επομένως... αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι, ενεργούντες από κοινού και με σκοπό να αποκομίσουν τόσο οι ίδιοι όσο και η ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ήταν ομόρρυθμα μέλη, παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την αθέμιτη παρασιώπηση αληθινών γεγονότων και ειδικότερα αν και γνώριζαν ότι δεν ήταν κύριοι της απαλλοτριωθείσας επίδικης έκτασης των 485,50 τ.μ., αλλά κύριοι η μεν εταιρεία κατά ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου, ο δε δεύτερος εναγόμενος κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου των Υ3 και Υ4 οριζόντιων ιδιοκτησιών της παρακείμενης οικοδομής, με επιφάνειες 284,33 τ.μ.

που αντιστοιχεί σε ποσοστό συνιδιοκτησίας 53,86/000 και 99,78 τ.μ. που αντιστοιχεί σε ποσοστό συνιδιοκτησίας 18,90/000, με την από 20.11.2001 αίτησή τους ζητούσαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι κατά τα ανωτέρω ποσοστά της προκαθορισθείσας με την 5056/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν τμήμα επιφάνειας 485,50 τ.μ., εκμεταλλευόμενοι δε και το γεγονός ότι η 3424/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά εκ παραδρομής τους αναγνώριζε δικαιούχους της κατατεθείσας στο ΤΠΔ αποζημίωσης του συνόλου του ως άνω απαλλοτριωθέντος τμήματος, προσκόμισαν την απόφαση αυτή αφενός μεν στη συμβ/φο Αθηνών Αλίκη Λεμπέση - Βαρδουλάκη που συνέταξε τον πίνακα κατάταξης και κατέταξε προκειμένου να λάβουν η εταιρεία το ποσό των 64.438,36 ευρώ, ο δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 42.958,90 ευρώ και η ενυπόθηκος δανείστρια τράπεζα το ποσό των 100.620,35 ευρώ, αφετέρου δε στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΤΠΔ προς είσπραξη των ανωτέρω ποσών, αποσιωπώντας το αληθές γεγονός ότι αφενός δεν ήταν κύριοι του επίδικου απαλλοτριωμένου τμήματος των 485,50 τ.μ., αφετέρου η ανωτέρω απόφαση ήταν εσφαλμένη και ως εκ παραδρομής εκδοθείσα και στην πραγματικότητα δεν ήταν δικαιούχοι της αποζημίωσης ούτε και μέρους αυτής, καίτοι είχαν νομική υποχρέωση ανακοίνωσης του γεγονότος αυτού με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Αποτέλεσμα της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας πράξης τους ήταν να λάβουν όλη την αποζημίωση που ανερχόταν στο ποσό των 208.017,61 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 100.620,35 ευρώ που εισέπραξε η... τράπεζα, προς εξόφληση απαίτησής της σε βάρος τους, βλάπτοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία της αρχικής ενάγουσας κατά το ανωτέρω ποσό των 208.017,61 ευρώ.

Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, το είδος της βλάβης της αρχικής ενάγουσας, το βαθμό πταίσματος των εναγομένων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, η αρχική ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο.

Τέλος, μετά το θάνατο της αρχικής ενάγουσας Ο. Κ...., δικαιούχοι τυγχάνουν τα τέκνα και νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής (και ήδη αναιρεσίβλητοι)..., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας του καθενός, ήτοι κατά το 1/3 ο καθένας, λόγω προαποβίωσης του συζύγου της κληρονομουμένης, Λ.

Κ....". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε μεν τυπικά, αμφότερες τις ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε δε κατ' ουσία την έφεση των εκκαλούντων - εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώ έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση των εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 3130/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το κονδύλι της ηθικής βλάβης και κάνει δεκτή, εν μέρει, κατ' ουσίαν την αγωγή αποζημίωσης των εναγόντων, υποχρεώνοντας τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 9.957,88 ευρώ, νομιμότοκα, καθώς, επίσης, και τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 23.235,04 ευρώ, νομιμότοκα, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αφενός υποχρεώνοντας αμφοτέρους τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, ως αποζημίωση από αδικοπραξία, σε καθένα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, το ποσό των 69.339,20 ευρώ, αφετέρου αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων-αναιρεσειόντων να καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης τους, σε καθένα από τους ενάγοντες αναιρεσίβλητους, και το ποσό των 1.000 ευρώ.

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, θεμελιώνοντας το δικαίωμα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων από την προπεριγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους αναφερθέντες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 914 επ., 932, 297, 298, 299 ΑΚ και 386 ΠΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση.

Συνακόλουθα, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη νομοθεσία που διέπει και ρυθμίζει τα θέματα της απαλλοτρίωσης και ειδικότερα το άρθρο 26 παρ. 1-12 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων, που ρυθμίζει τα της διαδικασίας της δικαστικής αναγνώρισης των δικαιούχων της αποζημίωσης, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αυτό εφάρμοσε τις εν λόγω, επικαλούμενες, προς θεμελίωσή του, από τους αναιρεσείοντες διατάξεις περί απαλλοτριώσεων, ενώ δεν τους εφάρμοσε γιατί εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ του ΠΚ που ήταν εφαρμοστέες, στην προκείμενη περίπτωση.

Τέλος με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, ενώ γνώριζαν ότι δεν είχαν δικαίωμα στην απαλλοτριωθείσα έκταση, αποσιώπησαν το γεγονός αυτό και κατόρθωσαν, παραπλανώντας το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, να υφαρπάσουν την υπ' αριθμ. 3424/2002 απόφασή του, η οποία, εκ παραδρομής, τους αναγνώρισε δικαιούχους ολόκληρου του απαλλοτριωθέντος επιδίκου τμήματος, επιφάνειας 485,50 τ.μ., και εκμεταλλευόμενοι την τελευταία αυτή απόφαση, να εξαπατήσουν, στη συνέχεια, και τους υπαλλήλους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, και να εισπράξουν παράνομα την αποζημίωση, εκ συνολικού ποσού 208.017,61 ευρώ, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν στην αρχική ενάγουσα και πραγματική κυρία της απαλλοτριωθείσας έκτασης και συνακόλουθα δικαιούχου της αποζημίωσης, τόσο θετική ζημία, ανερχόμενη στο ανωτέρω ποσό που παράνομα και υπαίτια εισέπραξαν αυτοί (αναιρεσείοντες), όσο και ηθική βλάβη.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της θεμελίωσης της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειόντων, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Συνεπώς, και ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ έβδομος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης οποιασδήποτε αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις.

Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 116/2018). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη(ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 356/2002). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 881/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την 5792/2011 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι ...Επίσης...

και από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 8.11.2014 τεχνική πραγματογνωμοσύνη-διερεύνηση διαφοράς ιδιοκτησιών του πραγματογνώμονα Η. Σ., που διατάχθηκε με την 32/2014 διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και διορισμού πραγματογνώμονα της ανακρίτριας του 3ου τακτικού ανακριτικού τμήματος του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο πλαίσιο διενεργηθείσας για την ίδια υπόθεση τακτικής ανάκρισης, κατόπιν άσκησης ποινικής δίωξης κατά των εναγομένων... ".

Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον αγωγικό ισχυρισμό της αρχικής ενάγουσας ότι το δικαίωμα αποζημίωσής της εδράζετο στο πραγματικό γεγονός ότι υπήρξε αυτοτελές ακίνητο επιφανείας 485,50 τ.μ.

πέραν και ανεξάρτητο από το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων, μέρος της οποίας αποτελεί η με αριθμό 50 ιδιοκτησία της επίμαχης πράξης απαλλοτρίωσης, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα της αρχικής διαδίκου από άτυπη προίκα του πατέρα της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση που το εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία έχει αντλήσει την απόδειξη, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή, αφενός, το εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, αποδείκνυαν δε τόσο την ανυπαρξία οποιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας της αρχικής ενάγουσας, όσο και την ύπαρξη δικών τους δικαιωμάτων αποζημίωσης λόγω της πραγματοποιηθείσας απαλλοτρίωσης του επιδίκου τμήματος, χωρίς, ωστόσο, περαιτέρω να εξειδικεύουν αυτά, αφετέρου επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε ορθά και τη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη.

Ο λόγος, όμως, αυτός κατά μεν το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, επειδή δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια ειδικώς ποιά είναι τα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος, αφού το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι, δηλαδή, δεν εκτίμησε ορθά τη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, με βάση την οποία κατέληξε στην κρίση του ότι η επίδικη έκταση των 485,50 τ.μ., που ρυμοτομήθηκε και αποζημιώθηκε, δεν αποτελούσε τμήμα της έκτασης που μεταβιβάστηκε με το .../65 συμβόλαιο στην αρχική ενάγουσα, αλλά τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης, που ανήκε στον άμεσο δικαιοπάροχο της αρχικής ενάγουσας, και το οποίο της είχε παραχωρήσει άτυπα, και το νεμόταν η τελευταία συνεχώς από το έτος 1938, είναι, επίσης, απαράδεκτος, διότι η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό.

Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.

και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).

Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/2016, ΑΠ 677/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος.

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 2305/2009, ΑΠ 319/2009). Τέλος, για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση ανάμεσα στις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεση της.

Για να είναι δε, ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως εξαιτίας της υπάρξεως στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικών διατάξεων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ίδια η απόφαση, αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφαση των διατάξεων αυτών, αντίφαση η οποία πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δη στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της αποφάσεως αυτής, και όχι στο αιτιολογικό της (ΑΠ 77/2009, ΑΠ 714/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις και από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "...Όταν υπάρχει σειρά ολόκληρη από επίσημα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, μάλιστα δε ιδιαίτερα ενισχυμένης ισχύος, όπως τα κτηματολογικά πιστοποιητικά για την απόδειξη ή μη της ύπαρξης δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, όπως η δικαστική απόφαση που απορρίπτει αίτημα αναγνώρισης δικαιωμάτων κυριότητας, όπως τα μεταγεγραμμένα συμβόλαια, όπως τα τοπογραφικά διαγράμματα που έχουν συνταχθεί σε βάθος χρόνου καθώς και πολλά άλλα, που δεν είναι δυνατόν να αντικρούονται από το τελείως έωλο εφεύρημα της ύπαρξης δεύτερου ανεξάρτητου ακινήτου επιφανείας 485,5 τ.μ.

το οποίο απέκτησε η αρχική μας διάδικος ¨από άτυπη προίκα¨ που κατάρτισε υπέρ αυτής ο πατέρας της, αυτός ο ίδιος που ούτως ή άλλως τις είχε δώσει ως προίκα και το επίμαχο οικόπεδο, στο οποίο - αν βέβαια υπήρχε - θα μπορούσε να συμπεριλάβει και το επί πλέον αυτό τμήμα, ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα. Αυτός δε ο ισχυρισμός ως επιχείρημα αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην μεταξύ μας διένεξη...".

Ο εν λόγω ερευνώμενος, όμως, λόγος με το προαναφερθέν περιεχόμενο κρίνεται απαράδεκτος, προεχόντος, ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν σωρευτικά: α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και, δ) η μνεία ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και στα δικαστήρια της ουσίας τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής τους.

Αλλά και διότι οι επικαλούμενες με αυτόν αιτιάσεις ότι από τα εν γένει αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ισχυριζόμενοι ότι, ενώ η αρχική αντίδικός τους ενάγουσα και μετέπειτα κληρονόμοι της (ήδη αναιρεσίβλητοι) όφειλαν να αποδείξουν την ύπαρξη ανεξάρτητου τμήματος οικοπέδου επιφανείας 485,50 τ.μ., το οποίο θα έπρεπε να είναι σε επαφή με το υπάρχον οικόπεδο, που περιλαμβάνει την ιδιοκτησία τους, και μολονότι η ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω αγωγικού τους ισχυρισμού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυπτε, εν τούτοις το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αντιδίκων τους, ενώ θα έπρεπε να την είχε απορρίψει ως αναπόδεικτη.

Ο λόγος αυτός είναι, αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την αρχικώς ενάγουσα και καθολικούς της διαδόχους (αναιρεσίβλητους) σχετικές αποδείξεις.

Τέλος, με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί διέλαβε αντιφατικές διατάξεις, επικαλούμενοι δήθεν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δε αμφισβητεί το πραγματικό γεγονός ότι αυτοί είναι συνιδιοκτήτες και άρα συνδικαιούχοι της αποζημίωσης, καταλήγει και τους υποχρεώνει να επιστρέψουν το σύνολο των χρημάτων της αποζημίωσης, δηλαδή ακόμα και αυτά που σε κάθε περίπτωση δικαιούνταν, αποδίδοντας την αποζημίωση στο σύνολό της στους αντιδίκους τους αναιρεσίβλητους.

Και ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται, καθόσον οι επικαλούμενες αντιφάσεις αναφέρονται στο αιτιολογικό της και όχι στο διατακτικό της. Σε κάθε περίπτωση, δε, είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ουδεμία αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της, με το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, αφενός επιδικάσθηκε σε κάθε αναιρεσίβλητο - ενάγοντα η οφειλόμενη αποζημίωση, κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδος ήτοι του 1/3 στον καθένα, από 69.339,20 ευρώ, και αφετέρου αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των ήδη αναιρεσειόντων να καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, στους ήδη αναιρεσίβλητους, ενάγοντες το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης του καθενός αυτών.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα, τέλος, δεν επιδικάζονται, γιατί δεν προηγήθηκαν τέτοια στους αναιρεσίβλητους, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03.09.2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2087/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ