1145/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1145/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι: "Με την υπ' αριθμ. 33072/2005 (ΦΕΚ Β' 249/2005) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καταρτίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20§§1 και 15 του Ν. 2639/98 και το άρθρο 32§2 του Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004, πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) στις υπηρεσίες διαφόρων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1145 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1145/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευφροσύνης Σύρμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ι.-Β. Π. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 573/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5264/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1061/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. .../8-5-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Κ. ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 5264/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, το οποίο προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου, της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης της στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 12 την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η ανωτέρω αναιρεσίβλητη κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ. α, 128 παρ. 1-4, 230 παρ. 2, 498 παρ. και 2,568 ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, για τον λόγο δε αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (αρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1,115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 96/2020, 201/2017).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ η απόφαση είναι αναιρετέα "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας και ως προς το εάν ορθά έκρινε την αγωγή της ορισμένη ή αόριστη (ΑΠ 441/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας του δικογράφου της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως τον ανωτέρω ισχυρισμό, ούτε ότι επανέφερε το λόγο αυτό ενώπιον του Εφετείου, νομίμως, καθορίζοντας και τον τρόπο της νόμιμης επαναφοράς του.
Εν προκειμένω η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι, στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (stage), υπέγραψε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΟΑΕΔ) το από 22-12-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο τοποθετήθηκε στο Τμήμα Οικογενειακών Επιδομάτων του Τ.Υ. ...
και απασχολήθηκε για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών αυτού επί 18μηνο, υπό συνθήκες προσωπικής και νομικής εξάρτησης, εργαζόμενη κατά πλήρες ημερήσιο και εβδομαδιαίο ωράριο και αμειβόμενη από το αναιρεσείον με τα συμφωνηθέντα για κάθε ημέρα ποσά, τα οποία ήταν κατώτερα του νομίμου μισθού που προβλέπεται από το Ν. 3205/2003, η εφαρμογή του οποίου έχει επεκταθεί, από 1-1-2004, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου και αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και χωρίς να λαμβάνει επιδόματα εορτών και αδείας.
Ότι μετά τη λήξη του 18μηνου η σύμβασή της ανανεώθηκε σιωπηρά και συνέχισε να απασχολείται με τους ίδιους όρους έως τις 7-8-2008 και ακολούθως, στις 9-9-2008, υπέγραψε νέο ιδιωτικό συμφωνητικό με το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον δυνάμει του οποίου απασχολήθηκε σ' αυτό υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες έως τις 17-4-2010, οπότε το τελευταίο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της.
Και ότι οι συμβάσεις της με το εναγόμενο αναιρεσείον που κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μαθητείας, στην πραγματικότητα συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε ακύρως (χωρίς έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης). Με βάση αυτό το ιστορικό και μετά από τον παραδεκτό περιορισμό, κατά τη συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των καταψηφιστικών αιτημάτων της αγωγής σε αναγνωριστικά ζήτησε:
α) Να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο από τις 2-1-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 17-4-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, γ) Να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει το ποσόν των 27.474 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 18-4-2010 έως 18-2-2012, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μισθού και επικουρικά, το ποσόν των 3.374 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από την 17-4-2010 και δ) Να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει, βάσει της σύμβασης εργασίας και του νόμου, άλλως βάσει της αρχής της ισότητας, άλλως βάσει του άρθρου 7 του ΠΔ 164/2004, άλλως βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, το ποσόν των 27.043 Ευρώ, για διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών και επιδόματα αδείας των ετών που παρείχε τις υπηρεσίες της (από 2-1-2006 έως 17-4-2010), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσόν κατέστη απαιτητό και επικουρικά, από την επίδοση της αγωγής.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της, κατόπιν, δε ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε απορριπτέα την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς τα υπό στοιχεία α, β και γ αιτήματα αυτής, κατά τα ανωτέρω, και μη νόμιμη επίσης ως προς το υπό στοιχείο δ' αίτημα αυτής περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 27.043 ευρώ για διαφορές αποδοχών μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών για το διάστημα από 2-1-2006 έως 17-4-2010 ως προς όλες τις βάσεις των πλην αυτής βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακολούθως, αφού απέρριψε ως παραγεγραμμένες τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης των ετών 2006 και 2007, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως νόμιμη κατά την προεκτεθείσα βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και ως βάσιμη κατ' ουσίαν για τις αξιώσεις των ετών 2008 έως 2010. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα:
"Όσον αφορά, όμως, το αίτημα διαφορών αποδοχών κατά την επικουρική θεμελίωσή του στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, καθώς και τα αιτήματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας, που οφείλονται ευθέως εκ του νόμου και επί ακύρου συμβάσεως εργασίας, η αγωγή είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 904επ. του ΑΚ, 9 του Ν. 3205/2003, 1 παρ. 2 του Ν. 3833/2010 (για τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας) και 70 του ΚΠολΔ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως μη νόμιμα τα ως άνω αιτήματα της αγωγής, κατά την επικουρικώς προβληθείσα βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα με τους πρώτο και πέμπτο λόγους της έφεσης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Πρέπει, συνεπώς, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που απέρριψε την αγωγή ως προς τα αιτήματά της για διαφορές αποδοχών της ενάγουσας, κατά την θεμελίωσή τους στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για δώρα εορτών και για επιδόματα αδείας. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση, κατ' ουσίαν, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η εξαφάνιση, από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι: "Με την υπ' αριθμ. 33072/2005 (ΦΕΚ Β' 249/2005) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, καταρτίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 20§§1 και 15 του Ν. 2639/98 και το άρθρο 32§2 του Ν. 3232/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004, πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) στις υπηρεσίες διαφόρων Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης.
Το πρόγραμμα αφορούσε την τοποθέτηση 2.867 ανέργων, εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, ηλικίας 22 έως 40 ετών, στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα, για χρονική περίοδο 18 μηνών. Σκοπός του προγράμματος ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, TEL διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, TEA, ΕΠΑ, TEE Β' Κύκλου, καθώς και η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στη διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών.
Το κόστος του προγράμματος ανέλαβαν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, με κάλυψη από τον προϋπολογισμό τους και χωρίς αύξηση της κρατικής επιχορήγησης, ότι υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίσθηκε ο ΟΑΕΔ, ενώ δικαιούχοι φορείς υλοποίησης ορίσθηκαν οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι όφειλαν να μεταφέρουν τις σχετικές πιστώσεις στον ΟΑΕΔ, ότι μετά την έκδοση της ως άνω ΚΥΑ, ο ΟΑΕΔ προκήρυξε "Πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ (STAGE)", ότι η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση και επελέγη για συμμετοχή στο ως άνω πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου κατάρτισε με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΟΑΕΔ) έγγραφη σύμβαση, που τιτλοφορείται "συμφωνητικό συνεργασίας" και τοποθετήθηκε στο ΤΥ ..., όπου απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τις 2-1-2006 έως τις 2-7-2007 στο τμήμα Οικογενειακών Επιδομάτων.
Ότι, μετά τη λήξη του προγράμματος, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα συνέχισε ατύπως, όπως ισχυρίζεται αυτή, να απασχολείται από το εναγόμενο, αλλά αντίθετα, προέκυψε ότι ενεγράφη στο Ταμείο Ανεργίας, εκδοθέντος γι' αυτήν σχετικού δελτίου ανεργίας στις 18-8-2008. Εν συνεχεία, με την υπ' αριθμ. .../20/22-4-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ (ΦΕΚ Β 872/2008), αποφασίστηκε η υλοποίηση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) 1450 ανέργων ηλικίας από 22 έως 40 ετών.
εκ των οποίων 1200 σης υπηρεσίες του εναγόμενου (ΟΑΕΔ), για χρονική περίοδο 18 μηνών, με σκοπό την προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και ης ανάγκες της αγοράς εργασίας, στον τομέα της ειδίκευσης τους. ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ. ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, TEA, ΕΠΛ, TEE Β Κύκλου, ότι η ενάγουσα, ως πληρούσα τις προϋποθέσεις ανεργίας, υπέβαλε αίτηση και επελέγη για συμμετοχή στο ως άνω πρόγραμμα, στο πλαίσιο του οποίου κατάρτισε με το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΟΑΕΔ) έγγραφη σύμβαση, που τιτλοφορείται "συμφωνητικό συνεργασίας" και τοποθετήθηκε στο ΤΥ ..., όπου απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τις 8-9-2008 έως τις 7-3-2010 στο τμήμα Οικογενειακών Επιδομάτων, κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού, επί πέντε ημέρες κάθε εβδομάδα (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), αμειβομένη με το μικτό ποσόν των 25 ευρώ ημερησίως.
Το αντικείμενο της εργασίας της συνίστατο στην τηλεφωνική ενημέρωση των ασφαλισμένων σχετικά με το οικογενειακό επίδομα, στην παραλαβή των δικαιολογητικών τους. στη διεκπεραίωση της απαιτούμενης διαδικασίας για την υποβολή της αίτησής τους έως την έκδοση της απόφασης έγκρισης του διευθυντή και στη διευθέτηση οποιουδήποτε θέματος προέκυπτε αναφορικά με τα επιδόματα (οικογενειακό, οικοδομικά και εποχιακά επιδόματα του ΟΑΕΔ) σε συνεννόηση με τους υπαλλήλους της διοίκησης του εναγόμενου, ότι, καθ'όλο το ως άνω χρονικό διάστημα, παρείχε ης υπηρεσίες της στο εναγόμενο όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι του, εξυπηρετώντας πάγιες ανάγκες του, υπέκειτο δε στον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, τα οποία καθόριζαν δεσμευτικά γι' αυτήν τον τόπο.
τον χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω, ο προέχων σκοπός της ως άνω σύμβασης ήταν η παροχή της εργασίας της ενάγουσας προς το εναγόμενο και σ αυτόν πρωτίστως απέβλεψαν τα μέρη, συνιστά δε αυτή, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, λόγω μη τήρησης των νομίμων προϋποθέσεων για την κατάρτιση έγκυρης τέτοιας σύμβασης.
Ότι η ενάγουσα αμειβόταν με το ποσό που παραπάνω αναφέρθηκε (25 ευρώ ημερησίως και 550 ευρώ μηνιαίως), το οποίο υπολειπόταν εκείνου που το εναγόμενο θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, τον οποίο θα απασχολούσε για τις ίδιες εργασίες και υπό τους αυτούς όρους και συνθήκες, με έγκυρη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ωφεληθέν έτσι χωρίς νόμιμη αιτία, επί ζημία της.
Το ποσόν δε, που θα κατέβαλλε το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, είναι οι αποδοχές που προβλέπονται από τον Ν. 3205/2003, η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε, από την 1-1-2004, με την ΚΥΑ 2/7093/002 (ΦΕΚ Β' 215/5-2-2004), στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου και ορισμένου χρόνου, που απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, χωρίς προσαυξήσεις προϋπηρεσίας που δεν θα καταβάλλονταν αναγκαίως, ήτοι ο βασικός μισθός του εισαγωγικού της κατηγορίας ΔΕ, στην οποία ανήκε η ενάγουσα, μισθολογικού κλιμακίου (18ου), πλέον κινήτρου απόδοσης, οι οποίες ανέρχονται για το χρονικό διάστημα από τις 8-9-2008 έως τις 30-9-2008 στο ποσόν των 878 ευρώ μηνιαίως (814 ευρώ ο βασικός μισθός + 64 ευρώ το κίνητρο απόδοσης) και για το χρονικό διάστημα από 1-10-2008 έως 7-2-2010 στο ποσόν των 894 ευρώ μηνιαίως (830 ευρώ ο βασικός μισθός + 64 ευρώ το κίνητρο απόδοσης).
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων αποζημίωση για τις διαφορές των μηνιαίων αποδοχών της και ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 9 του Ν. 3205/2003) δώρα εορτών και επιδόματα αδείας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι αξιώσεις της ενάγουσας κατά του εναγομένου, από τις παραπάνω αιτίες, είναι οι ακόλουθες.....και ανέρχονται στο ποσό των 8.370,02 ευρώ.
1. Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα ή άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη (πρβλ. ΚΠολΔ 575). Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου εκκρεμεί.
Επί του ανωτέρω νομικού θέματος κρίθηκε με αποφάσεις του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου ότι οι αγωγές με το προαναφερόμενο αίτημα (διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών) ήταν νόμιμες στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιονδήποτε λόγο για την αμοιβή του εργαζόμενου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, κατά την επικουρική των βάση επί των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας, καθόσον, εάν ήθελε κριθεί ότι οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας ήταν άκυρες, το εναγόμενο κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων - εργαζομένων, κατά τα εν λόγω ποσά τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιοδήποτε άλλο μισθωτό που θα απασχολούσε στην ίδια θέση και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες με αυτούς υπηρεσίες υπό τις αυτές συνθήκες απασχόλησης.
Κατ' άλλη όμως άποψη, η οποία υποστηρίζεται από σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Β1 αναιρετικού Τμήματος η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 του ΑΚ) βάση αυτής, καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο, με την επιφύλαξη των αξιώσεων των εργαζομένων για την επιδίκαση των επιδομάτων εορτών και αδείας, όπου για την γέννηση των σχετικών αξιώσεων που οφείλονται ευθέως από τις πιο πάνω διατάξεις αρκεί η ύπαρξη απλής σχέσης εργασίας (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 109/2017).
Τέλος, λόγω της ως άνω διαφωνίας με την υπ' αριθ. 186/2019 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου το ανωτέρω ζήτημα έχει παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει εύλογη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού πρέπει να αναβληθεί (ανασταλεί) η έκδοση απόφασης επί της ενδίκου αιτήσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως για το ως άνω ζήτημα από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει την συζήτηση επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την υπ' αριθ. 186/2019 απόφαση του Β2 Τμήματος αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ