Legislator Case Law & Legislation
1145/2018 AI generated

1145/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1145/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5396/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1818/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24/10/2016 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1145/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Keywords

AI generated
banking law withdrawal of debt enforcement public lending right bank resolution government bond treasury bill
AI generated
1607/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1388/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1284/2017
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
416/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
952/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1145 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1145/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ.-Μ. Γ. (Y.) του Π. (P.), κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως ανήλικη από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της Π. (P.) Κ. ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Φωτοπούλου και κατέθεσε προτάσεις και Μ. Ο., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Φωτοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5396/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1818/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24/10/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της, την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.10.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1818/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 5396/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η από 11.6.20098 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού, περί καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας, εξαφάνισε ακολούθως την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ο παραπάνω λόγο αναίρεσης, για να είναι ορισμένος πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να καθορίζονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 652/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή, εφόσον προσδιορίζεται, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 914 και 922 ΑΚ, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι οι μετοχές καλώς αγοράστηκαν στο όνομα της ανήλικης και όχι των γονέων της, ότι αντικειμενικά δεν μπορούσαν να πωληθούν την ημέρα που έδωσε εντολή για την πώλησή τους η μητέρα της αναιρεσίβλητης, ακόμη και αν ο υπάλληλός της έδινε στην ασκούσα τότε τη γονική μέριμνα μητέρα της την πληροφορία ότι για την πώληση των μετοχών που θα αγοραστούν στο όνομα της ανήλικης θυγατέρας της, είναι αναγκαία η άδεια του δικαστηρίου, ότι δεν υπάρχει στη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που καταρτίστηκε μεταξύ τους όρος με βάση τον οποίο η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση παροχής νομικών συμβουλών προς την αντισυμβαλλόμενη πελάτισα αυτής, και ούτε εκ του νόμου είχε υποχρέωση ενημέρωσης της μητέρας της σχετικά με την απαιτούμενη άδεια του δικαστηρίου για εκποίηση των μετοχών της ανήλικης.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον για την εκ του αρ. 1 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια δεν εξειδικεύει το νομικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των εκτιθέμενων διατάξεων του ουσιαστικού νόμου, ως προς το μέρος του αρ. 1 περ.

β' του ίδιου άρθρου δεν εκτίθεται ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβίασε το Εφετείο, και ως προς το μέρος εκ του αρ. 19 του ανωτέρω άρθρου, δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση του νόμου, ούτε εξειδικεύονται τα σφάλματα του Εφετείου, αφού ουδόλως αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας ή περιέχει ενεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπό την επίφαση δε των ως άνω λόγων, η αναιρεσείουσα, στην πραγματικότητα, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τον οποίο επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σ' αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο.

Αν τα γεγονότα, που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ένστασης, είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται με πληρότητα, η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1190/2007). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 658/2015).

Στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται το περιεχόμενο της ένστασης, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 192/2015, ΑΠ 791/2015).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 300 εδ. α' ΑΚ "εάν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση.

Προκειμένου περί αγωγής αποζημιώσεως η οποία στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914 επ. ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής.

Ο ισχυρισμός αυτός, που δεν περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, πρέπει να προβάλλεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά και με σχετικό αίτημα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 131/2013).

Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ συνάγεται ότι, προϋποθέσεις μειώσεως του ποσού της οφειλόμενης αποζημιώσεως ή και μη επιδικάσεώς της είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση. β) Συμπεριφορά του ζημιωθέντα θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας.

γ) Πταίσμα του ζημιωθέντα από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντα και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του (ΑΠ 1630/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσβάλλοντας την αιτιολογία της προσβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη, η προς απόκρουση της αγωγής προβληθείσα ένστασή τους από το άρθρο 300 ΑΚ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι ενώ προέβαλαν επικουρικά τον ισχυρισμό (αιτιολογημένη άρνηση, άλλως ένσταση) περί μειώσεως της αιτούμενης αποζημίωσης, αναφέροντας μεταξύ άλλων την τιμή της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας κατά το χρονικό διάστημα των 60 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης που χορήγησε την άδεια εκποίησης των μετοχών της ανήλικης και ότι και αν ακόμη υπήρξε πλημμελής εκ μέρους τους ενημέρωση της αναιρεσίβλητης ως προς τις διαδικασίες πώλησης των μετοχών αυτής, η ζημία που επικαλείται δεν οφείλεται σ' αυτή την έλλειψη ενημέρωσης, αφού θα μπορούσε να εκποιήσει τις μετοχές στην ορισθείσα με την απόφαση τιμή, η προσβαλλόμενη παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση αυτή.

Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ενστάσεως που είχε προτείνει, παρά μόνο ως προς την τιμή της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας, ανεξαρτήτως του ότι ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειουσών ήταν πραγματικά αόριστος, καθόσον δεν εκτίθεται συγκεκριμένα η ημερομηνία κατά την οποία η μετοχή αυτή εμφανίστηκε στα δελτία κλεισίματος του ΧΑΑ με την τιμή των 35 ευρώ ανά μετοχή, και επιπλέον δεν διαλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα για την πληρότητα της ένστασης στοιχεία, ήτοι ότι η ζημία της αναιρεσίβλητης οφείλεται σε πταίσμα, ήτοι δόλο ή αμέλεια αυτής, το οποίο συντέλεσε στην πρόκληση της ζημίας της ή την έκταση αυτής, αρκεσθείσα στην αναφορά ότι θα μπορούσε να εκποιήσει τις μετοχές στην καθορισθείσα με τη δικαστική απόφαση τιμή των 35 ευρώ ανά μετοχή.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 529/2015, ΑΠ 1233/2012). Εξάλλου, τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 εδαφ.

β' ΑΚ σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος ήτοι της περιγραφής των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το περιεχόμενο του δικογράφου της από 11.6.2009 αγωγής της αναιρεσίβλητης, όπως τούτο εκτιμήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή ιστορούσε ότι όντας ανήλικη, εκπροσωπούμενη από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα αυτής, γονείς της, Π. Κ. Γ. και Μ. Ο., απευθύνθηκε στο υποκατάστημα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ήταν προστηθείσα της δεύτερης τούτων, μέλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, προκειμένου να επενδύσει χρηματικό κεφάλαιο 60.000 ευρώ, μέσω της δημιουργίας χαρτοφυλακίου από μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι θα είχε τη δυνατότητα της άμεσης και χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις ρευστοποίησης των μετοχών, ώστε να αποτρεπόταν ο κίνδυνος μείωσης ή απώλειας του κεφαλαίου της.

Ότι η πρώτη εναγομένη, από πταίσμα των προστηθέντων υπαλλήλων της, διαβεβαίωσε ανακριβώς, ότι προκειμένου να πραγματοποιείτο η επένδυση αυτή, απαιτείτο το άνοιγμα ενός κοινού τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της ανήλικης και των γονέων της, μιας μερίδας επενδυτή στο Σύστημα Άϋλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) στο όνομα της ανήλικης και τέλος ενός χρηματιστηριακού κωδικού στο όνομα της ανήλικης, και ότι θα ήταν δυνατή η ρευστοποίηση των μετοχών άμεσα και χωρίς διατυπώσεις.

Ότι μετά την διαβεβαίωση αυτή, η μητέρα της ανήλικης αφού εξοπλίστηκε με το με αριθμό ….9.2006 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ε. Ε., με πληρεξουσιοδότη τον πατέρα της ανήλικης, αμερικανό υπήκοο και κάτοικο ..., το οποίο της παρείχε την εξουσιοδότηση να ενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές αντ' αυτού, για λογαριασμό της ανήλικης, πεισθείσα στις παραπάνω διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, της οποίας ήταν πελάτισσα από 15ετίας, προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για το άνοιγμα χρηματιστηριακού κωδικού στο όνομα της ανήλικης θυγατέρας της και για λογαριασμό της, δυνάμει δε σχετικής εντολής αγοράστηκαν στο όνομα της ανήλικης, 1.900 κοινές μετοχές της Ε.Τ.Ε., το κόστος αγοράς των οποίων μετά των πάσης φύσεως εξόδων, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 65.327,04 ευρώ.

Ότι λόγω της διαφαινόμενης μετά διετία περίπου, διεθνούς χρηματιστηριακής κρίσης η ενάγουσα νομίμως εκπροσωπούμενη από τη μητέρα της, επικοινώνησε στις 23.1.2008 με υπάλληλο της πρώτης εναγομένης και του έδωσε την εντολή προς εκποίηση του συνόλου των μετοχών του χαρτοφυλακίου της, τις επόμενες ημέρες, στην εφικτή τότε, ελάχιστη τιμή των 41 ευρώ ανά μετοχή.

Ότι η δεύτερη εναγομένη στην οποία η πρώτη εναγομένη διαβίβασε αρμοδίως την επόμενη ημέρα, την εντολή για την πραγματοποίηση της χρηματιστηριακής παραγγελίας, επικαλέστηκε αδυναμία εκτέλεσής της, εξαιτίας έλλειψης της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας του δικαστηρίου για την εκποίηση των μετοχών της ανήλικης.

Ότι η μητέρα της ενάγουσας υπέβαλε αμελλητί σχετική αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο εξέδωσε στις 21.3.2008 τη με αριθμό 100/2008 απόφασή του, η οποία επέτρεπε την εκποίηση των μετοχών της ανήλικης με ελάχιστο τίμημα 35 ευρώ ανά μετοχή, εντός χρονικού διαστήματος 60 ημερών από την έκδοσή της, όροι που όμως, δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθούν, εξαιτίας της εν τω μεταξύ κατακόρυφης πτώσης της χρηματιστηριακής τιμής των εν λόγω μετοχών, οι οποίες κατά το χρόνο σύνταξης της ένδικης αγωγής, κατέληξαν να έχουν χρηματιστηριακή αξία 39.140 ευρώ, δηλαδή 20,60 ευρώ ανά μετοχή.

Ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της πρώτης εναγομένης, για την οποία ευθύνεται αντικειμενικά η προστήσασα αυτήν, δεύτερη εναγομένη χρηματιστηριακή εταιρεία, η ενάγουσα υπέστη ζημία και ηθική βλάβη. Συγκεκριμένα ότι, παρόλο που είχε καταστεί σαφές από την ενάγουσα νομίμως εκπροσωπουμένη, ότι δεν επρόκειτο να προβεί στην ανωτέρω επένδυση, αν δεν υπήρχε η δυνατότητα άμεσης εκποίησης των μετοχών της χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις, η πρώτη εναγομένη δια του αρμοδίου υπαλλήλου της, διαβεβαίωσε αυτή, ότι υπήρχε αυτή η δυνατότητα.

Τούτο δε παρόλο που οι εναγόμενες και ο προστηθείς υπάλληλος, γνώριζαν όντας ενήμεροι της σχετικής νομοθεσίας, σε κάθε δε περίπτωση, ο υπάλληλος όντας υποχρεωμένος να είναι ενήμερος, ενόψει του ότι οι εναγόμενες διατηρούσαν οργανωμένη νομική υπηρεσία, για το γεγονός ότι με βάση τις υφιστάμενες διατάξεις του νόμου για τους ανηλίκους επενδυτές, ήταν αναγκαία η έκδοση δικαστικής απόφασης για την παροχή άδειας εκποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων.

Ότι επιπλέον η πρώτη εναγομένη στην οποία απευθύνθηκε η ενάγουσα, παρέλειψε να την ενημερώσει, παρότι ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη και το γενικό πνεύμα των κανόνων που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, σχετικά με τις διατυπώσεις στις οποίες θα υπέκειτο τυχόν μελλοντική εκποίηση μετοχών ανηλίκου, ότι υπήρχε στο άμεσο μέλλον δυνατότητα κατάρτισης κοινών χρηματιστηριακών λογαριασμών, ώστε με την εντολή για εκποίηση μετοχών κυριότητας της ανήλικης, να ήταν σε θέση να δώσουν μόνοι οι γονείς της ενάγουσας, παρακάμπτοντας έτσι τη διαδικασία που απαιτείτο κατά νόμο εξ αιτίας της ανηλικότητας της θυγατέρας τους, καθώς και ότι μέχρι την ενεργοποίηση των διατάξεων για τους κοινούς χρηματιστηριακούς λογαριασμούς, το προφανές συμφέρον της ανήλικης ήταν οι μετοχές να αγοράζονταν από τους γονείς της και όχι από την ίδια.

Με το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή διαλαμβάνει με επάρκεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την πλήρη συγκρότηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, αφενός μεν περιγράφοντας με σαφήνεια την καταρτισθείσα μεταξύ της ενάγουσας, εκπροσωπούμενης λόγω της ανηλικότητάς της από τους γονείς της, και της δεύτερης εναγόμενης, δια της προστηθείσας υπ' αυτής πρώτης εναγόμενης, σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας, αφετέρου εκθέτει με την απαιτούμενη πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο απαιτούνται προς θεμελίωση της επικαλουμένης ως προκληθείσας σε βάρος της από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων ζημίας, ήτοι τα στοιχεία που προσδιορίζουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων εταιρειών στην οποία στηρίζεται η ευθύνη για την αποκατάσταση της ζημίας που εξαιτίας αυτής υπέστη η ενάγουσα, τις συγκεκριμένες ενέργειες και παραλείψεις του αρμοδίου υπαλλήλου με τον οποίο ως προστηθέντα τούτων έγινε η συναλλαγή, και οι οποίες προκάλεσαν τη ζημία της ενάγουσας, χωρίς να είναι αναγκαίο να έχει τελέσει και αδίκημα, κατά την έννοια του ποινικού νόμου, για να θεμελιωθεί αδικοπραξία, την υπαιτιότητα του προστηθέντος υπαλλήλου, προσδιοριζόμενης σε αμέλεια αυτού ως προς την τήρηση των υποχρεώσεων, την επέλευση της συγκεκριμένης ζημίας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.

Έτσι, το Εφετείο που έκρινε ότι με επάρκεια αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά της αδικοπραξίας και της ευθύνης προς αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα από αυτήν και έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος για την ιστορική βάση της αγωγής, Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, από το αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.

Σχέση πρόστησης κατά την ανωτέρω διάταξη δημιουργείται από την τοποθέτηση, διορισμό ή χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (ήτοι τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού (ήτοι του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση, διαρκή ή μεμονωμένη εργασία που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.

Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του.

Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.

Στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι ή, τέλος, αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή, ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης μόνο πράξης.

Η κατά τα προαναφερόμενα πρόστηση δεν προϋποθέτει σχέση πλήρους εξάρτησης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, δεδομένου ότι ούτε από την έννοια της πρόστησης ούτε από το σκοπό της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει τέτοιος περιορισμός, δεν απαιτείται δηλαδή η παροχή εργασίας, αλλά αρκεί ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή τις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε.

Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ' αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003).

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το ενδιαφέρον τον τέταρτο λόγο αναίρεσης: "Η ενάγουσα Μ. - Μ.

Γ. είναι ανήλικη, γεννηθείσα στις 22.8.2002, και εκπροσωπείται νομίμως από τους συνασκούντες τη γονική μέριμνα επ' αυτής γονείς της, Π. Κ. Γ., κάτοικο ... και Μ. Ο., κάτοικο Αθηνών. Κατόπιν επιθυμίας του παππού της ανήλικης από τη μητρική γραμμή, να δωρίσει στην εγγονή του το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ για να αγοραστούν στο όνομά της μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, η μητέρα της ανήλικης, απευθύνθηκε τον μήνα Σεπτέμβριο 2006, στο υποκατάστημα Μυτιλήνης, της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, της οποίας ήταν από χρόνια πελάτισσα, η οποία (πρώτη εναγομένη) ενεργούσε ως προστηθείσα της δεύτερης εναγομένης θυγατρικής της πρώτης, όπως για την ιδιότητα της πρώτης εναγομένης ως μητρικής εταιρείας και της δεύτερης ως θυγατρικής, ρητώς καταθέτει ο μάρτυρας των εναγομένων, συνάγεται όμως, και από τη προσκομιζόμενη έγγραφη αλληλογραφία της πρώτης εναγομένης με τη μητέρα της ανήλικης ενάγουσας, που αφορά στο άνοιγμα χρηματιστηριακού λογαριασμού της τελευταίας στην δεύτερη εναγομένη εταιρεία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, κατέχουσα άδεια να διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές επί αξιών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο ΧΑΑ, αλλά και από το περιεχόμενο της προσιτής σε όλους ιστοσελίδας στο διαδίκτυο της δευτέρας εναγομένης, όπου δίδονται οδηγίες προς τους ενδιαφερόμενους, προκειμένου να ενημερωθούν για τους όρους και τις προϋποθέσεις συνεργασίας με αυτή (δεύτερη εναγομένη), να απευθύνονται σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης.

Στους αρμοδίους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, η μητέρα της ανήλικης εξέφρασε την επιθυμία της να επενδύσει μέσω της δεύτερης εναγομένης, το χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ σε μετοχές της Εθνικής Τράπεζας για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της, έχοντας γι' αυτό τη σύμφωνη γνώμη του συνασκούντος τη γονική μέριμνα της τελευταίας, πατέρα της ανήλικης, ......με την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, την οποία ρητώς εξέφρασε, να υπήρχε η δυνατότητα άμεσης και σε οποιοδήποτε χρόνο, με απλή εντολή και χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις, εκποίησης των μετοχών αυτών, σε περίπτωση που πληροφορείτο καθοδική πορεία της τιμής τους, προκειμένου να αποτραπεί μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου της ανήλικης θυγατέρας της και εντεύθεν ζημία της.......

Ο αρμόδιος υπάλληλος της πρώτης εναγομένης, Τ., με τον οποίο ήρθε σε επαφή για να την ενημερώσει σχετικώς, τη διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν αναγκαία η παροχή άδειας από το δικαστήριο προκειμένου να εκποιηθούν οι μετοχές ανηλίκου, λέγοντας χαρακτηριστικά "Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα σ' αυτό", ακολούθως δε παρέθεσε τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσει για την υπόψη επένδυση, η οποία προϋπέθετε τη λήψη ενός πληρεξουσίου από το σύζυγό της προκειμένου να διαχειρίζεται τις μετοχές της ανήλικης αντ' αυτού.

Ειδικότερα την ενημέρωσε ότι αρκούσε να ανοίξει ένα κοινό τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα το δικό της, του πατέρα της ανήλικης και της ανήλικης ατομικώς, μία μερίδα επενδυτή στο Σ.Α.Τ. (Σύστημα Άϋλων Αξιών) και τέλος, ένα χρηματιστηριακό λογαριασμό στο όνομα της ανήλικης. Εν συνεχεία, της παρέδωσε μία τηλεομοιοτυπία (φαξ) προερχόμενη από τη δεύτερη εναγομένη, με περιεχόμενο έντυπο σχέδιο για το αναγκαίο περιεχόμενο του συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου που έπρεπε να προμηθευθεί από τον πατέρα της ανήλικης, με βάση το οποίο καταρτίστηκε το με αριθμό ..060/1.9.2006 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ε.

Ε.. Μετά από τις διαβεβαιώσεις που έλαβε και την ενημέρωση που της έγινε αρμοδίως, η μητέρα της ανήλικης προχώρησε κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2006 σε άνοιγμα του με αριθμό …-243421 κοινού τραπεζικού λογαριασμού της πρώτης εναγομένης με συνδικαιούχους την ίδια, το σύζυγό της και πατέρα της ανήλικης και την ανήλικη θυγατέρα τους, στις 7.9.2006 υπέβαλε αίτηση, συμπληρώνοντας συμβατικά έντυπα της δευτέρας εναγομένης στο κατάστημα Μυτιλήνης της πρώτης εναγομένης (σχετ.

προσκ. Με αριθμό πρωτοκόλλου …/29.4.2009 έγγραφο της δευτέρας εναγομένης υπογεγραμμένο από τους Μ. Π. και Ε. Π.), για δημιουργία στο όνομα της ανήλικης μερίδας στο Σ.Α.Τ. με αριθμό …61508-4 και αριθμό λογαριασμού …818-1 και στις 13.9.2006 υπέβαλε προς τη δεύτερη εναγομένη, δια μέσου της πρώτης, έγγραφο με τα στοιχεία της ανήλικης ως επενδυτή, εξουσιοδότηση προς τη δεύτερη εναγομένη για τη χρεοπίστωση του παραπάνω τραπεζικού λογαριασμού με το προϊόν των χρηματιστηριακών συναλλαγών και εξουσιοδότηση για την είσπραξη μερισμάτων.

Τις ενέργειες αυτές της μητέρας της ανήλικης, επακολούθησε το άνοιγμα στη δεύτερη εναγομένη, του με αριθμό 763747 χρηματιστηριακού λογαριασμού και με εντολή της, αγοράστηκαν το επόμενο χρονικό διάστημα, στο όνομα και για λογαριασμό της ανήλικης, 1900 κοινές, ονομαστικές μετοχές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.....

Στις 23 Ιανουαρίου 2008 η μητέρα της ανήλικης που παρακολουθούσε την πορεία των διεθνών αλλά και του ελληνικού χρηματιστηρίου, διαβλέποντας μεγάλη πτώση στις τραπεζικές μετοχές λόγω της διεθνούς χρηματιστηριακής κρίσης, επικοινώνησε τηλεφωνικά από την κατοικία της στην Αθήνα με τον υπάλληλο του καταστήματος Μυτιλήνης της πρώτης εναγομένης, Τ., ο οποίος την είχε ενημερώσει κατά τα προεκτεθέντα, και ζήτησε να εκποιηθεί άμεσα το σύνολο των μετοχών του χαρτοφυλακίου της ανήλικης στην τιμή των 41 ευρώ ανά μετοχή.

Ο παραπάνω υπάλληλος της είπε να του τηλεφωνήσει την επομένη. Την αμέσως επομένη ημέρα (24.1.2008) ο ίδιος υπάλληλος ενημέρωσε την μητέρα της ανήλικης ότι η εκποίηση των μετοχών του χαρτοφυλακίου της δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί άμεσα, καθόσον απαιτείτο η χορήγηση στη δεύτερη εναγομένη δικαστικής απόφασης που να παρείχε τη σχετική άδεια εκποίησης και ότι "δυστυχώς, έκανε λάθος", όταν τη διαβεβαίωσε περί του αντιθέτου.

Την αδυναμία δε, άμεσης εκποίησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου της ανήλικης, εξ αιτίας της άνω έλλειψης επιβεβαίωσε αργότερα, η πρώτη εναγομένη, μέσω της υπηρεσίας πελατών της, με την προσκομιζόμενη με επίκληση από 24.3.2008 επιστολή της προς τη μητέρα της ανήλικης, υπογεγραμμένη από τους Ε. Κ. και Ε. Π.. Αποδείχθηκε συνεπώς, ότι η πρώτη εναγομένη, προστηθείσα της δεύτερης, δια του ως άνω υπαλλήλου της που ενεπλάκη στην υπόψη επένδυση, απρέσχε όλως εσφαλμένη ενημέρωση στην μητέρα της ανήλικης, διαβεβαιώνοντάς τη μάλιστα, ότι ουδόλως απαιτείτο δικαστική απόφαση παροχής άδειας εκποίησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου της ανήλικης, παρόλο που για το ζήτημα αυτό, υφίστατο η ορθή ενημέρωση προς τα στελέχη και τους υπαλλήλους της τράπεζας από τη νομική υπηρεσία της δεύτερης εναγομένης, όπως τούτο συνάγεται στην ένδικη περίπτωση, από την από 26.9.2006 επιστολή της νομικής συμβούλου της τελευταίας, Ά.

Κ.-Π., Δικηγόρου, που αφορά σε εσωτερική αλληλογραφία των εναγομένων, με την οποία αυτή ενημερώνει αρμοδίως ότι "..η εντολοδόχος Μ. Ο. δικαιούται να χορηγεί εντολές στην ... για τη χρηματιστηριακή αγορά ΜΟΝΟΝ, μετοχών, ενώ για τη χρηματιστηριακή πώληση χρειάζεται άδεια του δικαστηρίου".

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, ο παραπάνω υπάλληλος της πρώτης εναγομένης, αφενός μεν, μπορούσε και όφειλε να γνωρίζει, και σε κάθε περίπτωση να είχε φροντίσει να ενημερωθεί για τη νόμιμη διαδικασία εκποίησης μετοχών ανηλίκου, πολύ περισσότερο αφού, το ζήτημα αυτό είχε τεθεί ως προϋπόθεση για τη σκοπούμενη επένδυση, μετά ρητή δήλωση της μητέρας της ανήλικης να μην προέβαινε σ' αυτή, αν ήταν αδύνατη η άμεση εκποίηση του χαρτοφυλακίου της θυγατέρας της, αφετέρου δε, ήταν σε θέση να γνωρίζει, καθόσον, όπως αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρος που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με πρόταση των εναγομένων, υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης, το θέμα αυτό ήταν "...γνωστό ανεξαρτήτως κλάδου ή χρηματιστηριακών εργασιών ή όχι...

και περί αυτού φυσικά ενημερώνουμε (τον πελάτη)...", η δε εναγομένη Τράπεζα, όπως μπορούσε και όφειλε, δεν προέστησε υπάλληλο που να είναι ενήμερος... Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι εξ αιτίας της έλλειψης από τον άνω προστηθέντα υπάλληλο της πρώτης εναγομένης, της επιβαλλόμενης ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής στην ενημέρωση και παροχή συμβουλών προς τη μητέρα της ανήλικης, δηλαδή εξ αιτίας της αμελούς συμπεριφοράς του, η οποία (συμπεριφορά) ήταν επιπροσθέτως αντίθετη προς τις συναλλακτικές υποχρεώσεις προστατευτικής και ασφαλούς διαχείρισης των οικονομικών συμφερόντων των πελατών μιας τραπεζικής εταιρείας, και συνεπώς παράνομη και υπαίτια, η ανήλικη υπέστη περιουσιακή ζημία".

Τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ νομική εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τις αναιρεσείουσες συνέδεε σχέση πρόστησης, με προστήσασα την δεύτερη και προστηθείσα την πρώτη τούτων, δεδομένου ότι η πρώτη είχε αναλάβει την υποχρέωση διεξαγωγής της υποθέσεως της αναιρεσίβλητης, εκπροσωπούμενης από τη μητέρα της, στα πλαίσια ένταξης στον επιχειρηματικό και επαγγελματικό κύκλο δράσης της δεύτερης αναιρεσείουσας, ενεργώντας και υπακούοντας, έστω και στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, σύμφωνα με τις σχετικές εντολές και οδηγίες εκείνης, στην επαφή, δια των υπ' αυτής προστηθέντων στα υποκαταστήματά της και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα Μυτιλήνης, με τους πελάτες της προστήσασας που είχαν σκοπό την ανάθεση της διενέργειας χρηματιστηριακών πράξεων που αποτελούσαν το αντικείμενο της δραστηριότητάς της, ως μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, όπως στην προκείμενη περίπτωση με την εκπροσωπούσα την ανήλικη αναιρεσίβλητη μητέρα της, την παράδοση των απαιτούμενων εγγράφων της σύμβασης, την υπογραφή αυτών ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσίουσας, τη διαβίβαση ακολούθως τούτων στη δεύτερη αναιρεσείουσα, καθώς και τη διαβίβαση των σχετικών εντολών.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο Εφετείο την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 922 ΑΚ χαρακτήρισε τη σχέση που συνέδεε τις αναιρεσείουσες ως σχέση πρόστησης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 24.10.2016 αίτηση για αναίρεση της 1818/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 888/24.10.2016 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, ενόψει της ως άνω έκβασης της δίκης, ήτοι της απόρριψης της αίτησης αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του υποβληθέντος με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες από 22-2-2018 προτάσεις των αναιρεσειουσών, κατά το άρθρο 579 ΚΠολΔ, αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, λόγω εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.10.2016 αίτηση των ανώνυμων εταιρειών με τις επωνυμίες "..." και "..." για αναίρεση της 1818/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ