1145/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτην από 13-12-2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 175719/5201/2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων Σ. Ε. ιστορούσε ότι, κατόπιν της επιτυχούς συμμετοχής του στον προκηρυχθέντα με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ) και διενεργηθέντα στις 17 και 18-3-1990 διαγωνισμό για την πρόσληψη, μεταξύ άλλων και, τεχνιτών δικτύου, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε ως έκτακτος τεχνίτης δικτύου, ότι η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως εργασίας, την οποία αμφισβητούσε η εναγομένη, αναγνωρίστηκε, μετά από προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια, αμετακλήτως με την 8133/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης υφίσταται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, ότι αν και ακολούθησε και η κατάρτιση πρακτικού συμβιβασμού, με το οποίο η μεν εναγομένη αναγνώρισε την ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, εκείνος δε παραιτήθηκε των αξιώσεών του για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 μέχρι 22-4-1999, η εναγομένη δε συμμορφώθηκε προς την ως άνω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και τον επακολουθήσαντα συμβιβασμό, αλλά τον προσέλαβε την 16-6-1999 και ότι, ενώ κατά τις σχετικές διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ καθώς και των οικείων ΕΣΣΕ από 14-3-1985 και 21-3-1989, που υπεγράφησαν μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, έπρεπε αυτή να τον κατατάξει διαδοχικά στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια (τα οποία προσδιορίζονται) και να υπολογίσει το καταβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12 Γ1 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, χρονοεπίδομα με εναρκτήριο χρονικό σημείο την 1-8-1994, που θεωρείται ως συντελεσθείσα η πρόσληψή του, τον κατέταξε σε μικρότερο μισθολογικό κλιμάκιο και υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα, λαμβάνοντας υπόψη ως χρόνο προσλήψεως αυτού την 1-1-1999 και όχι, όπως έπρεπε, την 1-8-1994, ζήτησε, μετά σχετικό περιορισμό του αιτήματος κατά ένα μέρος σε αναγνωριστικό, να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει ακόμη 8.032 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών που προκύπτει από τη μη ένταξή του στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια και το μη ορθό υπολογισμό του χρονοεπιδόματος του χρονικού διαστήματος από 23-4-1999 έως 31-12-2004.
Legislator headnote
AI generated1145/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 1456/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία την έκανε δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε την από 25-7-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1552/2007 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ενώ ο ενάγων άσκησε αντέφεση με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση της εφέσεως.
Full text
Απόφαση 1145 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1145/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 26η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία, "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" ΑΕ (Ο.Τ.Ε.) που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σουμπάση και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : Σ. Ε. του Β., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Κουφογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή του ήδη καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση: 1456/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5468/2008 του Εφετείου Αθηνών, 321/2010 του Αρείου Πάγου Β1 Τμήματος, με την οποία αναιρέθηκε η τελευταία και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η απόφαση 5393/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη καλών με την από 31-10-2013 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 2225/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5393/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά την επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 2-2-2015 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίστηκε Εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Στην από 13-12-2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 175719/5201/2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων Σ. Ε. ιστορούσε ότι, κατόπιν της επιτυχούς συμμετοχής του στον προκηρυχθέντα με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ) και διενεργηθέντα στις 17 και 18-3-1990 διαγωνισμό για την πρόσληψη, μεταξύ άλλων και, τεχνιτών δικτύου, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε ως έκτακτος τεχνίτης δικτύου, ότι η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως εργασίας, την οποία αμφισβητούσε η εναγομένη, αναγνωρίστηκε, μετά από προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια, αμετακλήτως με την 8133/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης υφίσταται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, ότι αν και ακολούθησε και η κατάρτιση πρακτικού συμβιβασμού, με το οποίο η μεν εναγομένη αναγνώρισε την ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, εκείνος δε παραιτήθηκε των αξιώσεών του για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 μέχρι 22-4-1999, η εναγομένη δε συμμορφώθηκε προς την ως άνω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και τον επακολουθήσαντα συμβιβασμό, αλλά τον προσέλαβε την 16-6-1999 και ότι, ενώ κατά τις σχετικές διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ καθώς και των οικείων ΕΣΣΕ από 14-3-1985 και 21-3-1989, που υπεγράφησαν μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, έπρεπε αυτή να τον κατατάξει διαδοχικά στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια (τα οποία προσδιορίζονται) και να υπολογίσει το καταβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12 Γ1 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, χρονοεπίδομα με εναρκτήριο χρονικό σημείο την 1-8-1994, που θεωρείται ως συντελεσθείσα η πρόσληψή του, τον κατέταξε σε μικρότερο μισθολογικό κλιμάκιο και υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα, λαμβάνοντας υπόψη ως χρόνο προσλήψεως αυτού την 1-1-1999 και όχι, όπως έπρεπε, την 1-8-1994, ζήτησε, μετά σχετικό περιορισμό του αιτήματος κατά ένα μέρος σε αναγνωριστικό, να καταδικασθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι του οφείλει ακόμη 8.032 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών που προκύπτει από τη μη ένταξή του στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια και το μη ορθό υπολογισμό του χρονοεπιδόματος του χρονικού διαστήματος από 23-4-1999 έως 31-12-2004.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 1456/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία την έκανε δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε την από 25-7-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1552/2007 έφεσή της ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ενώ ο ενάγων άσκησε αντέφεση με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση της εφέσεως.
Με την 5468/2008 απόφασή του, το Εφετείο Αθηνών, απέρριψε την αντέφεση, έκανε δεκτή την έφεση κατ’ ουσίαν και απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Αθηνών, ο ηττηθείς ενάγων - εφεσίβλητος άσκησε την από 5-3-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 248/2009 αίτηση αναιρέσεως. Επ’ αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 321/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5468/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Το Εφετείο Αθηνών, μετά την εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως, με την 5393/2012 απόφασή του, απέρριψε κατ’ ουσίαν την αντέφεση, που άσκησε εκ νέου με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά τη νέα της υποθέσεως συζήτηση ο εφεσίβλητος - ενάγων, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης και απέρριψε την αγωγή. Κατά της άνω 5393/2012 αποφάσεως του Εφετείου ο ηττηθείς εφεσίβλητος - ενάγων άσκησε την από 31-10-2013 νέα αίτηση αναίρεσης.
Με την 2225/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, αναιρέθηκε στο σύνολό της η απόφαση του Εφετείου για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι δεν είχε ληφθεί υπόψη ο νομίμως προταθείς ισχυρισμός του ενάγοντος - αναιρεσείοντος περί δεδικασμένου, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το χρόνο καταρτίσεως της μεταξύ αυτού και της εναγομένης συμβάσεως εργασίας και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.
2. Με την από 2-2-2015 κλήση του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, φέρεται για νέα συζήτηση, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, που δικάζει ως δικαστήριο ουσίας, η ως άνω από 25-7-2007 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1552/2007 έφεση της εναγομένης. Στην εν λόγω κλήση, αφού παρατίθεται το ανωτέρω ιστορικό της πορείας της, ζητείται να οριστεί νέα δικάσιμος της υποθέσεως, που άνοιξε με την προαναφερόμενη αγωγή του καλούντος, στην οποία καλείται να παραστεί η εκκαλούσα.
Με αυτό το περιεχόμενο η κλήση είναι παραδεκτή, αφού με αυτή, χωρίς βεβαίως τη χρήση πανηγυρικών ή τυποποιημένων εκφράσεων, αλλά κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο ζητείται η επίσπευση της νέας συζητήσεως της εφέσεως της καθ’ ης η κλήση - εκκαλούσας κατά της 1456/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατάσταση άλλωστε στην οποία, σύμφωνα με τη ρητή ρύθμιση του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανέρχονται οι διάδικοι, μετά την αναίρεση της αποφάσεως του Εφετείου, απορριπτομένων ως αβασίμων των αιτιάσεων της εκκαλούσας, περί απαραδέκτου της συζητήσεως, λόγω αοριστίας της κλήσεως.
Η ένδικη έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 27-7-2007, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, δεν παρήλθε δε τριετία από τη δημοσίευση της τελευταίας κατά την 21-6-2007 - (ΚΠολΔ 495 παρ.1, 2, 511, 513 παρ.1 β, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.2).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 533).
3.Κατά την έννοια του άρθρου 579 ΚΠολΔ, μετά την αναίρεση της απόφασης καταργείται κατά την αυτή έκταση και η συζήτηση κατά την οποία είχε εκδοθεί η αναιρεθείσα απόφαση και ως εκ τούτου οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατ’ αυτήν, όταν ανάγονται σε διατάξεις για τις οποίες εχώρησε η αναίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και αν ακόμη έγινε νόμιμη επίκληση αυτών κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ. Επομένως, δεν λαμβάνεται υπόψη η ασκηθείσα με τις προτάσεις αυτές αντέφεση, αν ανάγεται σε κεφάλαιο για το οποίο εχώρησε η αναίρεση (ΑΠ 1070/2008, 1606/2007, 107/1987). Αντέφεση δεν ασκεί με τις παρούσες προτάσεις του ο εφεσίβλητος ενάγων, αφού σ’ αυτές δεν περιέχεται λόγος αντεφέσεως, αλλ’ απλώς γίνεται αναφορά στις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τις προηγούμενες συζητήσεις, οι οποίες όμως μετά την αναίρεση δεν λαμβάνονται υπόψη και συνεπώς δεν θα ερευνηθεί και η αντέφεση, που άσκησε με τις προτάσεις κατά την προηγούμενη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, ως προς το χρόνο της τοκοφορίας των ποσών που του επιδικάσθηκαν και τα δικαστικά έξοδα, κεφάλαια που αναγκαία συνέχονται, με το κεφάλαιο για το οποίο ασκήθηκε η έφεση και εχώρησε η αναίρεση.
4. Mε την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εξέθετε όσα ήδη αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ. σκέψη αρ.1 της παρούσας) και ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει ακόμη 8.032 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών που προκύπτει από τη μη ένταξή του στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια και το μη ορθό υπολογισμό του χρονοεπιδόματος του χρονικού διαστήματος από 23-4-1999 μέχρι 31-12-2004. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή. Κατά της αποφάσεώς του αυτής στρέφεται η έφεση, με σκοπό την εξαφάνισή της και την απόρριψη ακολούθως της αγωγής.
5. Ο ΓΚΠ/ΟΤΕ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ’ του α.ν 301/1968, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β/568/8-9-1969, κυρώθηκε µε το άρθρο 54 παρ.1 του ν.δ. 165/1973 και, τέλος, τροποποιήθηκε µε την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ), ορίζει α) στο άρθρο 7 παρ.1 και 2 ότι η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (ΓΥΑ) του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο της υπό δοκιμή προσλήψεώς του στον Οργανισμό, προσμετράται δε σ’ αυτήν και ο χρόνος τυχόν προϋπηρεσίας του µε σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ΟΤΕ, β) στο άρθρο 8 παρ.2, ότι το προσωπικό από την ημερομηνία της μονιμοποιήσεώς του εντάσσεται στον εισαγωγικό βαθμό που αντιστοιχεί στον τίτλο σπουδών που απαιτείται κατά την πρόσληψή του, ως εξής:
α. [...] ε. Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως (ΔΕ) στο βαθμό Δ στον οποίο πρέπει να παραμείνει επί επτά (7) έτη, γ) στο άρθρο 12 Β’ ότι το προσωπικό εντάσσεται και εξελίσσεται σε Μισθολογικές Βαθμίδες µε σύστημα και όρους που καθορίζονται µε EΣΣΕ. Οι προαγωγές του προσωπικού στην επόμενη Μισθολογική Βαθμίδα διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ημερομηνία το προσωπικό έχει συμπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούμενο για την ένταξη στην επόμενη Μισθολογική Βαθµίδα ελάχιστο χρόνο.
Και δ) στο ίδιο άρθρο περ. Γ’ ότι στο προσωπικό χορηγείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα) το οποίο κλιμακώνεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, ανάλογα με το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθοριστεί με τις εκάστοτε ΕΣΣΕ, ως ακολούθως: 1 έτους πραγματικής υπηρεσίας, ποσοστό 10%, 3 ετών 18%, 5 ετών 26%, 7 ετών 34%, 10 ετών 42% κοκ.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι τόσο για την ένταξη του προσωπικού σε μισθολογικά κλιμάκια όσο και για τον καθορισμό του χρονοεπιδόματος, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του μισθωτού, δηλαδή η γενική υπηρεσιακή του αρχαιότητα, η οποία προσδιορίζεται από το χρόνο προσλήψεώς του στον ΟΤΕ και στην οποία προσμετράται και ο χρόνος προϋπηρεσίας του στον Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ως εκτάκτου, καθώς και αυτός της υπό δοκιμή.
Χρόνο δε πραγματικής υπηρεσίας του εργαζομένου αποτελεί και αυτός, κατά τον οποίο ο εργοδότης τελεί σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του. Περαιτέρω, η από τον ΟΤΕ μη ένταξη του μισθωτού στο αρμόζον μισθολογικό κλιμάκιο, για την οποία (ένταξη) απαιτείται, κατά τα προαναφερόμενα, η συνδρομή μόνο τυπικών προϋποθέσεων (δηλ.
η παρέλευση ορισμένου χρόνου), καθώς και ο εσφαλμένος υπολογισμός του χρονοεπιδόματος, συνιστά παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία (AΠ 321/2010). Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών, καθώς και οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, κατά δε τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ, η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους (ΑΠ 695/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: α) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ενάγοντα ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής, β) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, γ) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 269 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, που τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001 από 1-1-2002 και πριν την εκ νέου αντικατάστασή του από το άρθρο 27 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α’ 65/25-7-2011), σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 72 παρ.2 και 4 του ν. 3994/2011 και έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, ως εκ του χρόνου εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (21-6-2007) και της ασκήσεως κατά την 27-7-2007 της εφέσεως (ΑΠ 1248/2014) ορίζεται ότι: 1.
Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. 2. Μέσα επίθεσης και άμυνας είναι παραδεκτά έως και τη συζήτηση με τις προτάσεις ή προφορικά α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
6. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο εφέσεως, η εκκαλούσα προτείνει για πρώτη φορά ένσταση παραγραφής της κατ’ αυτής ένδικης αξιώσεως του εφεσιβλήτου, διατεινόμενη ότι αυτή αποδεικνύεται εγγράφως, χωρίς, όμως, περαιτέρω να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ύπαρξη του εγγράφου. Επομένως, ο προτεινόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός είναι απορριπτέος προπαντός ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται παραδεκτά, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με την αγωγή, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο, προβάλλονται αξιώσεις πηγάζoυσες, κατά τα προαναφερόμενα, από παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως της εκκαλούσας ΟΤΕ ΑΕ, στηρίζεται δηλαδή ευθέως η αγωγή στις διατάξεις του ως άνω ΓΚΠ/ΟΤΕ και όχι σ’ αυτές περί αδικοπραξιών και όπως προκύπτει από την ...20-12-2004 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ε. Κ. - Φ., η αγωγή, με την οποία αξιώνονται αποδοχές του εφεσιβλήτου κατά της εκκαλούσας, από σύμβαση εργασίας και αναφέρονται στο χρονικό διάστημα των ετών 1999 - 2004, επιδόθηκε στην τελευταία την ως άνω ημερομηνία (20-12-2004), δηλαδή πριν παρέλθει πενταετία από το τέλος του έτους στο οποίο γεννήθηκαν και, ως εκ τούτου, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή.
7. Από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το Διοικητικό Συμβούλιο της εκκαλούσας κατά τις συνεδριάσεις των 4-10-1989 και 11-10-1989, με τις 2141 και 2142/1989 αποφάσεις του, αποφάσισε την διενέργεια έξη (6) Γενικών και τριών (3) Ειδικών διαγωνισμών για την εισαγωγή και εκπαίδευση στη Σχολή Προσωπικού του ΟΤΕ, ατόμων προοριζομένων για την κάλυψη αναγκών του τεχνικού κλάδου σε ορισμένες περιοχές της χώρας.
Οι διαγωνισμοί αυτοί προκηρύχθηκαν και διενεργήθηκαν σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ/ΟΤΕ) και συγκεκριμένα κατά τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 ,7 και 16. Στην συνέχεια, η εκκαλούσα, με την 42121/358/26-10-1989 απόφασή της, προκήρυξε διαγωνισμό για την πρόσληψη μεταξύ άλλων ειδικοτήτων και τεχνικών δικτύων.
Με την ανωτέρω απόφαση - προκήρυξη καθορίζονταν, μεταξύ άλλων, τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν για τους τεχνικούς δικτύων εκτός από τους τίτλους σπουδών και η άδεια οδήγησης αυτοκινήτου, η οποία σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση προκήρυξη μπορεί να προσκομίζεται και κατά το χρόνο πρόσληψης.
Ο εφεσίβλητος, αφού υπέβαλλε σχετική αίτηση, συμμετείχε επιτυχώς σε αυτόν στις 17 και 18-3-1990. Στα τέλη του 1990, η εκκαλούσα από τους 531 επιτυχόντες στο διαγωνισμό προσέλαβε τους 150 και τον Ιούλιο 1994 απέστειλε τηλεγραφήματα στους υπόλοιπους μη προσληφθέντες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και ο εφεσίβλητος, με τα οποία τους καλούσε να παρουσιαστούν, το συντομότερο δυνατό στα Κεντρικά Γραφεία στην Αθήνα για τη διοικητική και υγειονομική τακτοποίησή τους, προκειμένου να προσληφθούν ως έκτακτοι τεχνίτες δικτύου με σύμβαση αορίστου χρόνου, προσκομίζοντας και όλα τα απαραίτητα προς τούτο δικαιολογητικά.
Ενώ, όμως, ο εφεσίβλητος, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση της εκκαλούσας, κατέθεσε εμπροθέσμως όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, προσκλήθηκαν τελικά να υπογράψουν τις συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο οι 339 από τους 381 επιτυχόντες, οι δε υπόλοιποι 42, μεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος, δεν προσελήφθησαν με την αιτιολογία ότι δεν είχαν τα οριζόμενα από την προκήρυξη τυπικά προσόντα (τίτλους σπουδών).
Συγκεκριμένα, ως λόγος μη πρόσληψής τους προβλήθηκε από την εκκαλούσα ότι διέθεταν πτυχία διετών Τεχνικών Σχολών "νέου τύπου", αντί απολυτηρίου Τεχνικού Λυκείου ή Μέσων Τριετών Σχολών Εργοδηγών "παλαιού τύπου", που απαιτούνταν από την προκήρυξη. Στην συνέχεια, 18 από τους κληθέντες, μεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος, άσκησαν κατά της εκκαλούσας την από 4-11-1994 αγωγή τους (αριθ.
εκθ. καταθ. 5812/1994) επί της οποίας εκδόθηκε η 8133/1998 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει από 1-8-1994 καταρτισμένη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η εκκαλούσα υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ως έκτακτων τεχνικών δικτύου και επιπλέον υποχρεώθηκε να τους εισαγάγει προς εκπαίδευση και αποφοίτηση, μετά από επιτυχημένη δοκιμασία τους, στη Σχολή προσωπικού της.
Από την απόφαση αυτή του Εφετείου, η οποία, όπως συνομολογείται είναι τελεσίδικη, ακόμη και αν αυτή είναι εσφαλμένη, παράγεται δεδικασμένο, περί του ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση καταρτίσθηκε την ως άνω ημερομηνία (1-8-1994), όπως δέχθηκε και η 2225/2014 αναιρετική απόφαση. Παράγεται, επίσης, δεδικασμένο για το κύρος της συμβάσεως αυτής (ΑΠ 524/2015, 25/2014).
8. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: Σε εκτέλεση της ανωτέρω, 8133/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών υπογράφηκε μεταξύ της εκκαλούσας και 16 εργαζομένων, ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο εφεσίβλητος, το από 22-4-1999 πρακτικό συμβιβασμού με το οποίο συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "1.
Ο αφενός συμβαλλόμενος ΟΤΕ Α.Ε. δηλώνει ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες των αφ’ ετέρου συμβαλλομένων ως εκτάκτων τεχνιτών δικτύων, αναγνωρίζοντας ότι μεταξύ αυτών και του ΟΤΕ υπάρχει από 1-8-1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και θα τους εισαγάγει προς εκπαίδευση στην Σχολή Προσωπικού του.
Οι αφετέρου συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι ρητώς παραιτούνται του δικαιώματος να διεκδικήσουν αναδρομικά τις αποδοχές τους (μισθούς υπερημερίας) από 1-8-1994 μέχρι 22-4-1999. Με το εν λόγω συμφωνητικό, δηλαδή, η εκκαλούσα αποδέχθηκε ότι υπάρχει μεταξύ αυτής και του εφεσιβλήτου έγκυρα καταρτισμένη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994 και υποσχέθηκε ότι θα αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Σε αντιστάθμισμα προς τη θέση αυτή της εκκαλούσας, ο εφεσίβλητος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να αναζητήσει αποδοχές υπερημερίας για τον προηγούμενο της συμφωνίας αυτής χρόνο, δηλαδή από 1-8-1994 έως 22-4-1999. Παρά τα ανωτέρω, όμως, με την 421/Δ.20/7-1-2000 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εκκαλούσας εγκρίθηκε η πρόσληψη του εφεσιβλήτου από 2-6-1999 και όχι από 1-8-1994, με την αιτιολογία ότι κατά την ημερομηνία αυτή απέκτησε την προβλεπόμενη από την προκήρυξη άδεια οδήγησης.
Η άδεια, όμως, αυτή προβλεπόταν από την προκήρυξη ως προϋπόθεση συμμετοχής στο διαγωνισμό, στον οποίο κρίθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου και αποδέχθηκε η εκκαλούσα με το ανωτέρω συμφωνητικό ότι νομίμως και εγκύρως συμμετείχε ο εφεσίβλητος και θεωρήθηκε επιτυχών. Με την ίδια απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εκκαλούσας καθορίσθηκε ως χρόνος πρόσληψης και μισθοδοσίας του εφεσιβλήτου η 2-6-1999.
Ο προσδιορισμός, όμως, των αποδοχών που αυτός δικαιούταν για το διάστημα από 23-4-1999 μέχρι 31-12-2004 έγινε όσον αφορά το χρονοεπίδομα και την ένταξη στα μισθολογικά κλιμάκια όχι με αφετηρία την 1-8-1994, που με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε, συμφωνήθηκε δε και μεταξύ αυτού και της εκκαλούσας ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας του, κατά τα προαναφερόμενα, αλλά με βάση την κατά την απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της εκκαλούσας ημερομηνία πρόσληψης.
Έτσι ο εφεσίβλητος έλαβε μισθολογικές παροχές μικρότερες εκείνων που θα λάμβανε, αν εντασσόταν στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια και υπολογιζόταν το χρονοεπίδομα με ημερομηνία ενάρξεως την 1-8-1994, όπως έπρεπε. Σύμφωνα με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την από 21-3-1989 ΕΣΣΕ που υπογράφηκε μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ και ίσχυαν την 1-8-1994 που έπρεπε να προσληφθεί και όπως αυτές τροποποιήθηκαν με την από 10-6-1999 όμοια ΕΣΣΕ (όροι 4 και 8) έπρεπε να ενταχθεί στην ΔΕ κατηγορία με προσμέτρηση χρόνου υπηρεσίας από 1-1-1994.
Έτσι, ναι μεν η εκκαλούσα τον είχε εντάξει στην ΔΕ κατηγορία, πλην όμως προσμέτρησε το χρόνο προϋπηρεσίας του από 1-1-1999, με αποτέλεσμα να λαμβάνει βασικό μισθό από δύο έως τρεις μισθολογικές βαθμίδες χαμηλότερο από εκείνον που δικαιούταν. Εάν, λοιπόν, η εκκαλούσα τον είχε προσλάβει στις 1-8-1994, όπως είχε υποχρέωση και με δεδομένο ότι η κάθε μισθολογική βαθμίδα διανύεται ανά διετία και λαμβάνοντας σαν αφετηρία την πρώτη του έτους πρόσληψης, ο ενάγων θα εντασσόταν από 1-1-1994 στην 1η μισθολογική βαθμίδα, από 1-1-1996 στη 2η μισθολογική βαθμίδα, από 1-1-1998 στην 3η μισθολογική βαθμίδα, από 1-1-2000 στην 4η μισθολογική βαθμίδα, από 1-1-2002 στην 5η μισθολογική βαθμίδα και από 1-1-2004 στην 6η μισθολογική βαθμίδα της κατηγορίας ΔΕ.
Αντί των ανωτέρω μισθολογικών βαθμίδων η εκκαλούσα τον ενέταξε την 1-1-1999 στην 1η μισθολογική βαθμίδα, την 1-1-2001 στη 2η μισθολογική βαθμίδα και την 1-1-2003 στην 3η μισθολογική βαθμίδα. Το χρονοεπίδομα, από 1-10-2001 έως 31-12-2002 και από 1-1-2003 έως 31-12-2004 ανερχόταν σε ποσοστό 18% και 26% αντίστοιχα, ενώ από 1-1-1995 θα έπρεπε να ανέρχεται με τη συμπλήρωση ενός έτους υπηρεσίας, τριών ετών υπηρεσίας, πέντε ετών υπηρεσίας, επτά ετών υπηρεσίας και δέκα ετών υπηρεσίας σε ποσοστά 10%, 18%, 26%, 34%, 42% αντίστοιχα.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται τις εξής μισθολογικές διαφορές για το διάστημα από 23-4-1999 έως 31-12-2004: 1) Για το διάστημα από 23-4-1999 έως 15-6-1999 δεν έλαβε μισθό, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 26%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 287.280 δρχ. και συνολικά για όλο το χρονικό διάστημα 476.884 δρχ.
δηλαδή 1399 ευρώ. 2) Για το διάστημα από 16-6-1999 έως 31-12-1999, ενταγμένος στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο έλαβε μισθό 215.000 δρχ. το μήνα, χωρίς χρονοεπίδομα, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 26%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 228.000 δρχ. μισθό και 59.280 δρχ. ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 72.280 δρχ.
το μήνα και συνολικά 542.100 δρχ. ή 1590 ευρώ. 3) Για το διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2000, ενταγμένος στο 2ο μισθολογικό κλιμάκιο έλαβε μισθό 220.000 δρχ. το μήνα, χωρίς χρονοεπίδομα, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 26%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 233.466 δρχ. μισθό και 60.701 δρχ.
ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 74.167 δρχ. το μήνα και συνολικά 1.011.920 δρχ. ή 2.969 ευρώ. 4) Για το διάστημα από 1-1-2001 έως 30-9-2001, ενταγμένος στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο, έλαβε μισθό 263.741 δρχ. το μήνα, χωρίς χρονοεπίδομα, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 26%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 279.450 δρχ.
μισθό και 95.013 δρχ. ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 110.722 δρχ. το μήνα και συνολικά 1.107.220 δρχ. ή 3.249 ευρώ. 5) Για το διάστημα από 1-10-2001 έως 31-12-2001, ενταγμένος στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο, έλαβε μισθό 263.741 δρχ. το μήνα και ως χρονοεπίδομα (18%), 47.473 δρχ., ενώ αν είχε ενταχθεί στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 34%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 279.450 δρχ.
μισθό και 95.013 δρχ. ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 63.244 δρχ. το μήνα και συνολικά 252.976 δρχ. ή 742 ευρώ. 6) Για το διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2002, ενταγμένος στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο, έλαβε μισθό 774 ευρώ και ως χρονοεπίδομα (18%), 139 ευρώ, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 5ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 34%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 838 ευρώ μισθό και 285 ευρώ, ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 210 ευρώ το μήνα και συνολικά 2.940 ευρώ. 7) Για το διάστημα από 1-1-2003 έως 31-7-2003, ενταγμένος στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο, έλαβε μισθό 774 ευρώ το μήνα και ως χρονοεπίδομα (26%), 201 ευρώ, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 5ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 34%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 838 ευρώ μισθό και 285 ευρώ, ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 148 ευρώ το μήνα και συνολικά 1184 ευρώ. 8) Για το διάστημα από 1-8-2003 έως 31-12-2003, ενταγμένος στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο, έλαβε μισθό 839,45 ευρώ το μήνα και ως χρονοεπίδομα (26%), 218 ευρώ, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 5ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 34%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 899,45 ευρώ μισθό και 305 ευρώ, ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 152 ευρώ το μήνα και συνολικά 912 ευρώ. 9) Για το διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2004, ενταγμένος στο 4ο μισθολογικό κλιμάκιο, έλαβε μισθό 877,62 ευρώ το μήνα και ως χρονοεπίδομα (26%), 245 ευρώ, ενώ αν είχε ενταχθεί στο 6ο μισθολογικό κλιμάκιο και λάμβανε χρονοεπίδομα 42%, όπως δικαιούταν, θα λάμβανε ανά μήνα 941,62 ευρώ μισθό και 395 ευρώ, ως χρονοεπίδομα, δηλαδή δικαιούται ακόμη 214 ευρώ το μήνα και συνολικά 2996 ευρώ.
Για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δικαιούται ο εφεσίβλητος 17.981 ευρώ συνολικά. Των οφειλομένων αυτών αποδοχών του δεν παραιτήθηκε ο εφεσίβλητος, όπως προαναφέρθηκε.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας περί παραιτήσεως του εφεσιβλήτου από τις ένδικες αξιώσεις του, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή, όπως το αίτημά της διαμορφώθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιόν του, η οποία, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως αφορώσα συμβατική υποχρέωση της εκκαλούσας προς τον εφεσίβλητο, στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και όχι στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δεν έσφαλε, αλλά ορθά, κατ’ αποτέλεσμα, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, αντικαθισταμένων των σχετικών αιτιολογιών της, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της αγωγής (ΚΠολΔ 534), ορθά δε εκτίμησε τις αποδείξεις και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ελέγχονται ως αβάσιμοι.
9. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο ν’ ασκηθεί (ΑΠ 198/2015, 131/2015, 38/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση επί της έδρας, η εκκαλούσα πρότεινε ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής.
Ειδικότερα, προς θεμελίωση της ενστάσεώς της πρότεινε τα εξής "πράγματι η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι ο αντίδικος επί μακρόν, μέχρι την άσκηση της κρινομένης αγωγής, για πρώτη φορά ζητά την επιδίκαση των διαφορών μισθολογικού κλιμακίου και χρονοεπιδόματος, ασκώντας το δικαίωμά του αυτό αντίθετα προς τις επιταγές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς να έχει υποβάλει ποτέ άλλοτε καθ’ όλη τη διάρκεια που εργάζεται στον ΟΤΕ τέτοιο αίτημα.
Η αδράνεια αυτή του αντιδίκου δημιούργησε στον οργανισμό μας την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε περίπτωση προβολής τέτοιων αξιώσεων". Τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά, υποτιθέμενα αληθινά, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τη σχετική από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
10. Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος. Από τη διάταξη αυτή, που θεσπίσθηκε εκ λόγων δικαίου και επιεικείας προς το δανειστή, αφού επιρρίπτει τον κίνδυνο του δικαστικού αγώνα στον (και αναίτιο ακόμη) οφειλέτη, προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής που αναφέρεται σε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος, ο οφειλέτης χρεωστεί νόμιμους τόκους από της επιδόσεως σ’ αυτόν της καταψηφιστικής αγωγής, ανεξάρτητα από την υπερημερία ή υπαιτιότητά του για την καθυστέρηση (ΟλΑΠ 41/2002).
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, που επιδίκασε τόκους για τα επιδικασθέντα ποσά από της επιδόσεως της αγωγής, δεν έσφαλε και ο πέμπτος λόγος με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και συγκεκριμένα αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων με το να μη δεχθεί ότι λόγω εύλογης αμφιβολίας της εκκαλούσας για την ύπαρξη της οφειλής ήρθη η υπερημερία της και εξ αιτίας της άρσεως αυτής δεν οφείλονται δικονομικοί τόκοι, είναι αβάσιμος.
11.Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον απορρίπτονται ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι της, πρέπει ν’ απορριφθεί κατ’ ουσίαν η έφεση και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΟΜΕΝΟ τυπικά.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την έφεση. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στην πληρωμή πεντακοσίων (500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου κατά τον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Αυγούστου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ