1145/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2783/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5015/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-12-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1145/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 και 2 εδ.β' της ίδιας σύμβασης, ο Ο.Δ.Ε.Π. καταργείται και τη ρευστοποιητέα αστική και απομένουσα στις Μονές, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή, αγροτολιβαδική και δασική περιουσία, θα διοικεί και θα διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά ως προς την περιουσία αυτή, υπεισερχόμενη στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταργούμενου Ο.Δ.Ε.Π.
Full text
Απόφαση 1145 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1145/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φαρμάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Αργύριος Πετρόπουλος και Βασίλειος Σούζας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2783/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5015/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 25-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1045, 1094 ΑΚ και εκείνων των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14 ), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ.( 23.3) του προϊσχύσαντος Βρ. Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση της κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, καθώς και εκείνων των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής:
Ο κύριος ακινήτου δικαιούται με διεκδικητική αγωγή στρεφομένη κατά του νομέα ή του κατόχου του ακινήτου κατά την άσκησή της, να ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ακίνητο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει. Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος, με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα του ακινήτου.
Τέτοιος τρόπος κτήσης κυριότητας μπορεί να είναι εκείνος της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Συνίσταται δε ο εν λόγω τρόπος στο ότι ο ενάγων έχει στη νομή του, δηλαδή στη φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου, το ακίνητο για μία συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το Βρ. Δίκαιο, που ίσχυε μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ στις 23-2-1946, ο τρόπος αυτός συνίστατο στο ότι το ίδιο πρόσωπο είχε στην νομή του με καλή πίστη το ακίνητο για μία συνεχή τριακονταετία.
Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής σ' αυτήν την περίπτωση πρέπει ο ενάγων στο ως άνω δικόγραφό του να αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις του στο ακίνητο, όπως τέτοιες είναι η εκμίσθωση, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου και η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο χρησικτησίας, καθώς και η αναφορά του προσώπου έναντι του οποίου ασκείται η φυσική εξουσίαση του ακινήτου προς απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της "σύμβασης παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή", η οποία κυρώθηκε με το νόμο 1811/1988, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ 231 Α/13-10-1988, και έχει ισχύ νόμου οι αναφερόμενες στον πρσοσαρτημένο, κατά το άρθρο 1 του παρόντος, πίνακα Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος παραχωρούν συμβατικά στο Δημόσιο την αγροτολιβαδική και δασική περιουσία τους υπό τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους και συμφωνίες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 και 2 εδ.β' της ίδιας σύμβασης, ο Ο.Δ.Ε.Π. καταργείται και τη ρευστοποιητέα αστική και απομένουσα στις Μονές, που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή, αγροτολιβαδική και δασική περιουσία, θα διοικεί και θα διαχειρίζεται η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά ως προς την περιουσία αυτή, υπεισερχόμενη στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταργούμενου Ο.Δ.Ε.Π.
Όπως φαίνεται στο συνημμένο στην ως άνω σύμβαση πίνακα, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο παραπάνω φύλλο της εφημερίδας της Κυβέρνησης, στις Ιερές Μονές, που εξουσιοδοτούν την Ιερά Σύνοδο για την παραχώρηση της αναφερόμενης περιουσίας τους, περιλαμβάνεται και η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (είναι δεύτερη κατά σειρά).
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", προκύπτει, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχόμενου της, ότι με αυτήν το ενάγον ισχυρίσθηκε τα εξής: Η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη κατείχε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το 1830 και έκτοτε συνεχώς μέχρι το 1930 το περιγραφόμενο στην αγωγή επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλης του ..., ασκώντας σ' αυτό τις αναφερόμενες υλικές πράξεις νομής, όπως εκμίσθωση, επίβλεψη και καταμέτρησή του με σύνταξη σχεδιαγραμμάτων, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσίασής του βούλησή της και έτσι έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα του ..., έκτασης 6.000 στρεμμάτων περίπου, που είχε υπαχθεί, με το από 25-1-1933 Π.Δ/γμα (ΦΕΚ 39/14-2-1933), στην εκποιητέα περιουσία της ως άνω Μονής, τη διαχείριση και διοίκηση της οποίας διενεργούσε ο Ο.Δ.Ε.Π από την ίδρυσή του (1930) και μέχρι την κατάργησή του με το Ν. 1811/1988, ασκώντας τις αναφερόμενες ως άνω διακατοχικές πράξεις και ότι από το 1988 η διοίκηση και διαχείριση εν λόγω ακινήτου περιήλθε, σε εκτέλεση της σχετικής με το Δημόσιο σύμβασης, (που κυρώθηκε με τον εν λόγω Ν. 1811/1987), στο ενάγον νομικό πρόσωπο.
Ότι, τέλος, ο εναγόμενος κατέλαβε παράνομα κατά το έτος 1988 το επίδικο ακίνητο, στο οποίο εγκατέστησε προκατασκευασμένο οίκημα, και το κατείχε έκτοτε μέχρι την άσκηση της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό το ενάγον νομικό πρόσωπο ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητα της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη επί του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε απόδοσή του.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την νομική θεμελίωση και τη δικαστική της εκτίμηση, καθόσον καθορίζεται σ' αυτήν με σαφή έκθεση των γεγονότων, ο τρόπος κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο εκ μέρους της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη με έκτακτη χρησικτησία, και ειδικότερα αναφέρεται η διενέργεια, με καλή πίστη, συγκεκριμένων πράξεων νομής επί του επίδικου ακινήτου επί τον απαιτούμενο (τόσο κατά το Βρ.Δ όσο και κατά τον ΑΚ) χρόνο, (χωρίς, όπως προαναφέρθηκε, να είναι απαραίτητος ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο χρησικτησίας και η αναφορά του προσώπου έναντι του οποίου ασκείται η φυσική εξουσίαση του ακινήτου), ενώ, όσον αφορά στο είδος του επίδικου ακινήτου, η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι πρόκειται για οικοπεδική έκταση, ενταγμένη στο εγκεκριμένο σχέδιο του ..., περιλαμβάνεται στο ..., το οποίο και έχει υπαχθεί στην εκποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, με βάση το από 25-1-1933 Προεδρικό Διάταγμα (Φ.Ε.Κ.
τ.Α'39/14-2-1933). Τέλος, η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία, που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος νομικού προσώπου, αφού αναφέρεται σ' αυτήν ότι μετά την κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π., η διοίκηση και διαχείριση του επίδικου ακινήτου περιήλθε, με βάση τη σύμβαση, που κυρώθηκε με το νόμο 1811/1988, στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ, όπως δε προαναφέρθηκε στη ανωτέρω δεύτερη μείζονα σκέψη η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη περιλαμβάνεται στον, κατά το άρθρο 1 του ν. 1811/1988, προσαρτημένο στη σχετική σύμβαση πίνακα.
Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει την ένδικη αγωγή (ως μη νόμιμη και απαράδεκτη), όπως όφειλε κατά τον αναιρεσείοντα, μετ' αποδοχή της σχετικής ένστασης αοριστίας (νομικής, ποσοτικής και ποιοτικής) που πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε, με τις προτάσεις του και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ, 1. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που διατυπώνεται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, ότι η αγωγή πάσχει από αοριστία, διότι, ενώ το ενάγον επικαλείται και νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας δεν προσδιορίζει τον τίτλο αυτόν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το ενάγον αναφέρει ως μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη την έκτακτη χρησικτησία, για την οποία και δεν απαιτείται (τόσο κατά το ΒρΔ, όσο και κατά τον ΑΚ) νόμιμος τίτλος. 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου:
Το επίδικο οικόπεδο έχει επιφάνεια 1228,72 τετρ. μέτρων, βρίσκεται στο εγκεκριμένο σχέδιο του ..., στο με αριθμό … οικοδομικό τετράγωνο, όπου φέρει τον αριθμό …, εμφαίνεται δε στο από ... με αριθμό Α.Σ … τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογραφικής υπηρεσίας του Ο.Δ.Ε.Π. και συνορεύει βόρεια: με το με αριθμό … οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου σε πλευρά γ-ζ μήκους 42,76 μέτρων, νότια με εγκεκριμένη οδό ...
σε πρόσωπο ε-δ μήκους 47,55 μέτρων, ανατολικά με το με αριθμό … οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου σε πλευρά 27,29 μέτρων και δυτικά με εγκεκριμένη και μη διανοιγμένη ακόμη προέκταση της οδού ... σε πρόσωπο ε-ζ μήκους 23,50 μέτρων. Το οικόπεδο αυτό αποτελεί τμήμα του μοναστηριακού κτήματος με την ονομασία "..." έκτασης περίπου 6.000 στρεμμάτων, το οποίο ανήκει στην εκποιητέα περιουσία της Ιεράς Μονής Πετράκη.
Την έκταση αυτή, μαζί και το επίδικο τμήμα, κατείχε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη η Ιερά Μονή Πετράκη από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους μέχρι το έτος 1930, ασκώντας όλες τις εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση της και συγκεκριμένα φύλασσε και επέβλεπε αυτήν με τους φυλακές της, εκμίσθωνε αυτήν σε τρίτους, καταμετρούσε και αποτύπωνε αυτήν σε σχεδιαγράμματα.
Έτσι η Ιερά Μονή Πετράκη, εφόσον νεμήθηκε το επίδικο και ολόκληρη την παραπάνω έκταση με τα προαναφερόμενα προσόντα, για διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών πριν από το έτος 1926, έγινε κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις σχετικές διατάξεις του προϊσχύοντος Βρ. δικαίου. Από τότε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του v.5. 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.
λ. π.", η νομή της δεν μπορούσε να απολεσθεί. Από το έτος 1930, συνέχισε την ίδια καλόπιστη νομή στο επίδικο και στην ευρύτερη έκταση, για λογαριασμό της Ιεράς Μονής Πετράκη, ο Οργανισμός Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο. Δ. Ε. Π.), ο οποίος ιδρύθηκε και ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας της Μονής, ασκώντας επ' αυτής τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις και μάλιστα για περισσότερο από είκοσι (20) χρόνια από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (1946).
Έτσι η Ιερά Μονή Πετράκη έγινε κυρία του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία και υπό την ισχύ του εν λόγω Κώδικα. Περαιτέρω, με το από 25-1-1933 προεδρικό διάταγμα "περί διαχωρισμού της ακινήτου περιουσίας της Ι. Μονής Πετράκη" (ΦΕΚ 39/14-2-1933 τεύχος Α'), η όλη έκταση των 6.000 στρεμμάτων υπήχθη στην εκποιητέα περιουσία της Ιεράς.
Μονής. Στη συνέχεια, κατά το έτος 1951, υπογράφηκε η από 21-2-1951 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του Ο.Δ.Ε.Π. και του Εκκλησιαστικού Ορφανοτροφείου Βουλιαγμένης, σχετικά με την εφαρμογή του σχεδίου ρυμοτομίας Βουλιαγμένης, η οποία καταρτίστηκε με το με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Ν.
Κατσαφαρόπουλου και κυρώθηκε με το από 20-4-1951 Β. Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 121 Φ.Ε.Κ. τεύχος Α 7 24-4-1951. Με τη σύμβαση αυτή ο ΟΔΕΠ παραιτήθηκε χωρίς αποζημίωση από τα εμπράγματα δικαιώματα εκτός από αυτό της ψιλής κυριότητας σε τμήματα της παραπάνω έκτασης, που ορίζονταν για πλατείες, οδούς, κήπους και άλλους κοινόχρηστους χώρους, με βάση το νέο ρυμοτομικό σχέδιο, που εγκρίθηκε με το ίδιο παραπάνω διάταγμα.
Ακολούθως, με βάση το από 17-1-1953 Β. διάταγμα (ΦΕΚ 141 Α/22-1-1953), τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο Βουλιαγμένης και καταρτίστηκαν διαγράμματα, με τα οποία έγινε εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου και ορίστηκαν τα οικοδομικά τετράγωνα Βουλιαγμένης. Επίσης, με τον από ... κτηματολογικό πίνακα έγινε διανομή οικοπέδων, μέσα στα οποία περιλαμβάνεται και το οικοδομικό τετράγωνο ….
Στη συνέχεια, συντάχθηκε το από ..., με αριθμό Α. Σ. …, τοπογραφικό διάγραμμα από την τοπογραφική υπηρεσία του Ο.Δ.Ε.Π, μετά τη γενομένη τροποποίηση με τα από 11-5-1973 και 21-1-1976 διατάγματα (Φ..Ε.Κ. 40Δ /4-2-76) και την εφαρμογή των ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών, με το από 6-3-86 διάγραμμα εφαρμογής, με βάση τα οποία το 13 Ο.Τ διασπάστηκε σε τρία (3) Ο.Τ., το 13, το 13Α και το 13Β και έγινε ανακατάτμηση των οικοπέδων του Ο.Τ. 13.
Περαιτέρω, μετά την κατάργηση του Ο.Δ.Ε.Π με το Ν. 1811/1988, η διοίκηση και διαχείριση του παραπάνω κτήματος περιήλθε με την ως άνω σύμβαση στο ενάγον νομικό πρόσωπο, το οποίο συνέχισε να ενεργεί τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που προαναφέρθηκαν, για λογαριασμό της Ιεράς. Μονής Πετράκη. Τον Ιανουάριο του έτους 1978 η μητέρα του εφεσιβλήτου-εναγομένου Ε.
σύζ. Α. Π., κατέλαβε παράνομα το επίδικο οικόπεδο.. Ο Ο.Δ.Ε.Π με την από 3-3-1978 αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών, ζήτησε την προστασία της νομής του με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Το Ειρηνοδικείο με την 696/1978 απόφασή του αναγνώρισε τον αιτούντα Ο.Δ.Ε.Π νομέα της επίδικης έκτασης και διέταξε την αποβολή της Ε.
Π. από αυτή. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση αυτής της απόφασης, συντάχθηκε η με αριθμό ... έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης από το δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Ζ.,. Κατ ακολουθίαν, ο εναγόμενος το έτος 1988, παράνομα και χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο και προέβη αρχικά στην κατασκευή πρόχειρου παραπήγματος, το οποίο, περί το Μάιο του 1996, το αντικατέστησε με προκατασκευασμένο οίκημα και διαμένει σ αυτό με την οικογένειά του..
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο είναι οικόπεδο, δεν περιλαμβάνεται στους χώρους που αφέθηκαν για κοινή χρήση με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη, εξακολουθεί δε να ανήκει κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή Πετράκη και δεν περιήλθε στο Δήμο Βουλιαγμένης ή στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως αβάσιμα, υποστηρίζει ο εναγόμενος με τις προτάσεις του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε τις εκ μέρους του εναγομένου- αναιρεσείοντος ενστάσεις παραγραφής και ιδίας κυριότητας ως μη νόμιμες, καθώς και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την παρακάτω αναφερόμενη αιτιολογία, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη κυρία του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο σε απόδοσή του.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προ το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που αφορούν την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ειδικότερα σαφής και πλήρης είναι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη νομή (με καλή πίστη) του επιδίκου ακινήτου από την Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη επί τον απαιτούμενο (τόσο κατά τον ΑΚ, όσο και κατά το προϊσχύσαν Βρ Δίκαιο) χρόνο με την ενέργεια των αναφερόμενων εμφανών υλικών πράξεων νομής (επίβλεψη, φύλαξη, εκμίσθωση, καταμέτρηση και αποτύπωση σε σχεδιαγράμματα) με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούλησή της να το εξουσιάζει.
Δεν απαιτείτο δε για την νομική πληρότητα της απόφασης και η αναφορά των προσώπων έναντι των οποίων η ανωτέρω νομέας ασκούσε τις πιο πάνω πράξεις νομής. Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη με έκτακτη χρησικτησία.
3-. Επειδή, η έννοια των ζητημάτων, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συμπίπτει με την έννοια των πραγμάτων που διαλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και συνεπώς ζητήματα συνιστούν και τα γεγονότα που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
Επομένως, και ο λόγος από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, διότι, ενώ δέχεται ότι η μητέρα του τον Ιανουάριο 1978 κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, χωρίς μάλιστα να αναφέρει οποιοδήποτε προσδιοριστικό στοιχείο της ταυτότητας αυτού, στη συνέχεια δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο (που αυτός κατέλαβε) ταυτίζεται κατά ένα μέρος με εκείνο που η μητέρα του είχε καταλάβει (κατά το 1978).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ακριβής έκταση του ακινήτου που είχε καταλάβει η μητέρα του αναιρεσείοντος και, συνακόλουθα, η ταυτότητα του επίδικου ακινήτου με αυτό που κατέλαβε ο αναιρεσείων δεν αποτελεί "ζήτημα", κατά την προαναφε-ρόμενη έννοια, και μάλιστα ουσιώδες και δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, η οποία (έκβαση) θεμελιώνεται στις παραδοχές, ότι η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και ότι αυτό το κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα ο εναγόμενος- αναιρεσείων κατά το 1988 και έκτοτε (και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής) το κατέχει. 4.- Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, ρητώς ορίζεται ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους...".
Επίσης, στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων" ορίζεται ότι οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, κατά δε το άρθρο 17 παρ.3 του ν.δ.3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ο.Δ.Δ.Ε.Π. νομοθεσίας", εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των Ιερών Μονών η διάταξη της παραραγρ.3 του άρθρου 6 του ν.4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσης της κυριότητας αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο και τέλος, κατά το άρθρο 62 παραγρ.4 του ν. 590/1977 "περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" , όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι Μονές.
Η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, ανεστάλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, μέχρι του έτους 1930 και η αναστολή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις Κωδ. 1.2.23, Ν. 111, Β. 5-2-14 του προϊσχύσαντος β.ρ.δ, σύμφωνα με τις οι οποίες, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα παραγωγικά γεγονότα για την απόκτησή της έγιναν όσο αυτές ίσχυαν, προκύπτει, ότι για να θεμελιωθεί δικαίωμα χρησικτησίας σε μοναστηριακά ακίνητα χρειαζόταν αρχικά παρέλευση 100 ετών, μεταγενέστερα δε ο χρόνος ορίστηκε σε 40 έτη και ακολούθως, με το άρθρο 1 ν.ΓΧΞ/1910 σε 30 έτη.
Λόγω της διαχρονικής αρχής, κατά την οποία εάν με νεότερο νόμο ορισθεί βραχύτερος χρόνος παραγραφής και χρησικτησίας, εφόσον ο υπολειπόμενος κατά τον παλαιότερο νόμο χρόνος είναι βραχύτερος από το χρόνο που προβλέπει ο νεότερος, εφαρμόζεται ο παλαιότερος νόμος, έπεται ότι για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία σε μοναστηριακό ακίνητο, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 12-9-1915, χρόνος νομής 40 ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζεται ότι "Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη δεύτερη ως άνω παράγραφο, τα Κράτη διατηρούν το δικαίωμα να θέτουν τους κανόνες (διατάξεις) που κρίνουν αναγκαίους για τον έλεγχο (ρύθμιση) της χρήσης της ιδιοκτησίας, έτσι ώστε η χρήση της να εναρμονίζεται με το δημόσιο συμφέρον. (ΟλΑΠ 35/2007). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύεται ο νομοθέτης, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (Ολ.
ΑΠ 46/2005 και 22/2005). Με τα δεδομένα αυτά οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με την 24/1926 Συντακτική Απόφαση και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝ.ΑΚ (και του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938), με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου και των Ιερών Μονών επί των κτημάτων τους, από της 16ης Μαϊου 1926 και εφεξής, καθώς και οι διατάξεις του ν.
ΔΞΗ'/1912 και των αλλεπάλληλων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό, με τα οποία ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών από τις 12.2.1915 και εφεξής και πέραν της 16ης Μαϊου 1926, από τις οποίες προκύπτει, ότι επί δημόσιων κτημάτων και κτημάτων των Ιερών Μονών η χρησικτησία τρίτων έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, γιατί μετά την πιο πάνω χρονολογία δεν επιτρέπεται πλέον ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων αυτών (Δημοσίου και των Ιερών Μονών), δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς και στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, με την έννοια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζεται η συνταγματική αρχή (από το άρθρο 17 του Συντάγματος) της προστασίας των ελλήνων πολιτών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και των Ιερών Μονών, αφού οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις έχουν ως δικαιολογητικό λόγο την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας, καθώς και εκείνης των Ιερών Μονών, η οποία (περιουσία) απετέλεσε ανέκαθεν αντικείμενο καταπατήσεων και, συνακόλουθα, την ασφάλεια των συναλλαγών και την ανάγκη της αξιοποίησης των οικονομικών αγαθών και, άρα, την ικανοποίηση του γενικού, ή, κατ' άλλη έκφραση, του δημοσίου συμφέροντος.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι, με το να απορρίψει τις ενστάσεις του περί παραγραφής και ιδίας κυριότητας ως μη νόμιμες, με την αιτιολογία, ότι τα δικαιώματα της Ιεράς Μονής στο επίδικο ακίνητο δεν υπόκεινται σε παραγραφή και το επίδικο, ως μοναστηριακό κτήμα, είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας (μετά την 15-9-1915), παραβίασε ευθέως το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς και τα άρθρα 4 παρ. 1 και 17 του Συντάγματος.
5.- Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ. 690/1948 "περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων" οι κοινόχρηστοι χώροι (πλατείες, οδοί, άλση, κήποι κ.λ.π.), που καθορίζονται από τα σχέδια ρυμοτομίας συνοικισμών, τα οποία εγκρίθηκαν μέχρι την έναρξη της ισχύος του νομοθετικού αυτού διατάγματος με επίσπευση των ιδιοκτητών ή εκείνων οι οποίοι ανέλαβαν την εκμετάλλευση των οικείων εκτάσεων, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην κοινή χρήση από την έγκριση του σχεδίου του συνοικισμού που τους καθόρισε, είτε επιβλήθηκε στους πιο πάνω επισπεύσαντες την έγκριση η υποχρέωση της παραιτήσεώς τους από την κυριότητα, νομή και κατοχή των χώρων αυτών, ασχέτως αν εκπληρώθηκε αυτή ή όχι, είτε δεν επιβλήθηκε μεν τέτοια υποχρέωση, η επιδιωχθείσα όμως από αυτούς έγκριση του σχεδίου είχε ως αναγκαίο, κατ' αμάχητο τεκμήριο, επακολούθημα την, κατά την ελεύθερη βούληση τους, παραίτησή τους από την κυριότητα, νομή και κατοχή των γηπέδων που καταλαμβάνονται από τους πιο πάνω χώρους, χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η έγκριση του σχεδίου και η διάθεση των ορισθέντων από αυτό οικοδομήσιμων χώρων για οποιονδήποτε σκοπό.
Οι ανωτέρω κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται στην κοινή χρήση ελεύθεροι από κάθε βάρος, υποθήκη ή προσημείωση, τα τυχόν δε εγγεγραμμένα σ' αυτούς βάρη κ.λ.π. περιορίζονται στα λοιπά ακίνητα εκείνων που επέσπευσαν την έγκριση του σχεδίου". Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "η προηγούμενη παράγραφος (1) ισχύει και για τους κοινόχρηστους χώρους που καθορίστηκαν με μεταγενέστερη τροποποίηση σχεδίου και καταλαμβάνουν γήπεδα που ανήκαν κατά το χρόνο της τροποποιήσεως στους επισπεύσαντες την έγκριση του σχεδίου, εφόσον η τροποποίηση έγινε μετά από αίτησή τους ή διαφορετικά έγινε αποδεκτή σε οποιονδήποτε χρόνο, έστω και σιωπηρά, χωρίς να εκδηλωθεί εγγράφως μέχρι την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω Νομ.
Διατάγματος οποιαδήποτε αντίθεση ή επιφύλαξή τους. Στην περίπτωση της παραγράφου αυτής οι τυχόν καταργούμενοι από την τροποποίηση κοινόχρηστοι χώροι, καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι, περιέρχονται στην κυριότητα, νομή και κατοχή εκείνων που επέσπευσαν την έγκριση του σχεδίου κατά το ποσό που δεν υπερβαίνει το εμβαδόν των χώρων που έγιναν κοινόχρηστοι σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο".
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί του αν το επίδικο ακίνητο κατέστη ή μη κοινόχρηστο, κατ' εφαρμογή του ν.δ 690/1948.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι το επίδικο είναι οικόπεδο, δεν περιλαμβάνεται στους χώρους που αφέθηκαν για κοινή χρήση με την υπ αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη, εξακολουθεί δε να ανήκει κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη και δεν περιήλθε στο Δήμο Βουλιαγμένης ή στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και σαφής, αφού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτείτο για τη νομική πληρότητα της απόφασης ο περαιτέρω προσδιορισμός των επί μέρους εκτάσεων (οικοπέδων) του όλου Μοναστηριακού Κτήματος της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη (6.000 στρεμμάτων) σε χώρους κοινόχρηστους ή μη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
6.- Επειδή, ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο για παραβίαση του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω ν.δ 690/1945, με την εσφαλμένη μη εφαρμογή του, διότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν στους κοινόχρηστους χώρους του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου, και ότι μετά την κατάργησή τους με τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του ρυμοτομικού σχεδίου το επίδικο, παρότι κατέστη οικοδομήσιμο, εξακολουθεί να παραμένει στην κυριότητα του Δήμου Γλυφάδας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν στους κοινόχρηστους χώρους του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου. 7. - Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς όμως να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, οι από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμοι.
8.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 524 παρ. 1, 346, 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως είναι και εκείνος της αναφοράς στο περιεχόμενο του προσκομιζόμενου εγγράφου προς απόδειξη ισχυρισμού, αρκεί από τα εκτιθέμενα, για το σκοπό αυτό, να συνάγεται η επίκληση του αποδεικτικού μέσου με σαφήνεια.
Περαιτέρω, η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης που προσκομίζονται, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ, η οποία, παρά το ότι αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", εν τούτοις έχει εφαρμογή και αναφορικά με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.
Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση αποδεικτικού μέσου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα κ.λ.π.) που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλ-λόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 9/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τα αναφερόμενα έγγραφα των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από το τελευταίο κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, εφόσον τέτοια νόμιμη επίκληση δεν συνιστούν οι φράσεις των προτάσεων αυτών "προσάγουμε και επικαλούμαστε την αγωγή και όλα τα σχετικά έγγραφα της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο των προτάσεών μας οι οποίες αποτελούν αναπόστατο μέρος των εδώ εκτιθεμένων".
Ειδικότερα έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς νόμιμη επίκληση: α) Το από 25-1-1993 Διάταγμα (ΦΕΚ 39/33 Τ. Α'), β) την 951/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου, γ) την ... πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Κατσαφορόπουλου με τον κτηματολογικό πίνακα διανομής οικοπέδων, δ) το τοπογραφικό διάγραμμα του ΟΔΕΠ αρ. 320 από Δεκεμβρίου 1986, ε) την 9865/18-11-2005 βεβαίωση του ..., στ) την 1429/2001 απόφαση του ΔΕΑ, ζ) την ...
έκθεση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Ζ. περί βιαίας αποβολής της μητέρας αυτού (αναιρεσείοντος) από το επίδικο ακίνητο και εγκατάστασης σ' αυτό του αναιρεσιβλήτου και η) την 1341/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης όσον αφορά τα υπό στοιχεία β, γ', δ' και ζ' αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες από 24-11-2008 προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε γίνει νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών από το ίδιο κατά την εν λόγω συζήτηση στο Εφετείο.
Ας σημειωθεί ότι ως προς το τελευταίο έγγραφο, δηλαδή την ... έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης, ναι μεν δεν αναφέρεται στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, στο δεύτερο βαθμό, ο αριθμός αυτής (έκθεσης) και ο χρόνος σύνταξής της, πλην όμως γίνεται αναφορά στο περιεχόμενό της με τη μνεία της αποβολής της μητέρας του αναιρεσιβλήτου από το επίδικο ακίνητο δυνάμει της 696/1978 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, προσκομίζεται δε το σχετικό έγγραφο και κατά συνέπεια υπάρχει η απαιτούμενη επίκληση, αφού δε γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλουμένου και προσκομιζομένου εγγράφου.
Ο ως άνω λόγος όσον αφορά το υπό στοιχείο α' Προεδρικό Διάταγμα είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 λόγος, όταν δεν πρόκειται περί εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, αλλά περί Π. Δ/τος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και περιέχει ουσιαστικές διατάξεις, η μη εφαρμογή των οποίων ή η εσφαλμένη εφαρμογή τους μπορεί να ιδρύσει λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ.11 του ίδιου άρθρου.
Σε κάθε πάντως περίπτωση, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις ως άνω προτάσεις του αναιρεσιβλήτου, γίνεται επίκληση του εν λόγω Π. Δ/τος, Τέλος, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όσον αφορά τα ανωτέρω υπό στοιχεία ε' , στ' και η' αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση δεν προκύπτει ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη από το Εφετείο για το σχηματισμό του προδιαληφθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.
9. - Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/1995).
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να άσκηση το δικαίωμά του. Επιπλέον, απαιτείται, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος, που ο αναιρεσείων είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκρινε ότι η ένσταση αυτή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, δεδομένου ότι, με βάση τα αναφερόμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, από την παράλειψη του ενάγοντος νομικού προσώπου να ασκήσει την αξίωσή του για μακρό χρονικό διάστημα δεν δημιουργήθηκε στον εναγόμενο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι το ενάγον δεν θα ασκήσει το δικαίωμα της παραπάνω Μονής.
Εξάλλου, δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ της όλης συμπεριφοράς του ενάγοντος και των επαχθών επιπτώσεων που δημιουργούνται στον εναγόμενο από την παραδοχή της αγωγής, εξαιτίας και των κατασκευών που ο τελευταίος έχει κάνει στο επίδικο. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι το επίδικο ταυτίζεται κατά ένα μέρος με το ακίνητο που κατέχει η μητέρα του εναγόμενου, και από το οποίο η τελευταία αποβλήθηκε με ενέργειες του τότε διαχειριστή Ο.Δ.Ε.Π., όπως βεβαίωσε ο μάρτυρας του ενάγοντος Μ.
Κ., ο οποίος έχει άμεση γνώση λόγω της ιδιότητάς του ως τοπογράφου μηχανικού του ΟΔΕΠ και της ενασχόλησής του με τη συγκεκριμένη περιοχή από το έτος 1954 μέχρι το έτος 1991. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, ενώ δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της απόρριψης της ένστασης αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου έβδομος αλλά (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-12-2009 αίτηση του Χ. Α. Π. για αναίρεση της 5015//2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ