Legislator Case Law & Legislation
1145/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to absent defendants' failure to appear and substantive grounds regarding land ownership.

Case Number 1145/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding land ownership disputes. The appellants argued for the admission of the appeal, while the respondent maintained their rights based on long-standing possession and administrative approvals. The court rejected the appeal because the absent defendants failed to appear, violating procedural rules, and the substantive claim was barred by the principle of abuse of right due to a 45-year delay.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 K.Pol.D; Art. 281 A.C.: The Supreme Court must examine ex officio whether absent parties expedited the hearing; if not, the hearing is inadmissible. Furthermore, claims based on ownership are inadmissible if filed after a significant delay, constituting an abuse of right.

Keywords

AI generated
abuse of right procedural inadmissibility land ownership absence of parties ex officio examination statute of limitations administrative approval

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 K.Pol.D
Art. 281 A.C.
ac
Art. 24 para. 2 Agrarian Code
Art. 74 para. 2 Agrarian Code
Art. 79 Agrarian Code
Art. 17 Law 3194/1955
Art. 27 Decree 2185/1952
Arts. 281, 1045, 1051 A.C.
ac
Art. 559 K.Pol.D
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1145 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1145/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2.Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη, 5. Χ5, 6. Χ6 συζ. Φ, 7.Χ7, 8. Χ8 και 9. Χ9, κατοίκων ..., οι οποίοι 5, 6, 7, 8 και 9 δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, και 4.Ψ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Γραμματοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 18-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, β) με την από 12-12-2003 κύρια παρέμβαση των Ψ4, Ψ2 και Ψ3, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2006 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 25-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Aρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ...εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ..., καθώς και από τις 5919 και 5918/21-8-2009 εκθέσεις επιδόσεως της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας με τις κάτω από αυτές από 21-8-2009 και 24-8-2009 αποδείξεις παραλαβής εγγράφου και βεβαιώσεις, αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 εδαφ.

β' και γ' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της 229/23-6-2009 βεβαίωσης αναβολής της γραμματέας του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που είχε αρχικά οριστεί για τη δικάσιμο της 3-12-2008, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-3-2010, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με το συνημμένο επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την τελευταία ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια των τεσσάρων πρώτων των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στους πέμπτη, έκτη, έβδομο, όγδοο και ένατο των αναιρεσειόντων Χ5, Χ6 συζ.

Φ, Χ7, Χ8 και Χ9. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω πέντε αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου, καθώς και εκείνες των άρθρων 26, 74, 79, 180, 189, 193, 203, 207 και 208 του ίδιου Κώδικα, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 1 του α.ν. 431/1968, κατά την οποία, από την έναρξη της ισχύος τούτου, επιτρέπεται στους κατά την επικοιστική εν γένει νομοθεσία κληρούχους η με δικαιοπραξίες εν ζωή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε είδους κλήρων τους υπό μόνο τον περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει ότι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας που αφορά την κύρωση της οριστικής διανομής, η κυριότητα των κλήρων περιέρχεται αυτοδίκαια στους αναγραφόμενους στο κτηματολόγιο κληρούχους στο όνομα των οποίων εκδίδονται οι τίτλοι κυριότητας (παραχωρητήρια) και ότι η εγκατάσταση στον κλήρο θεωρείται γενόμενη από την παραχώρησή του, αφότου ο κληρούχος θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο παραχωρηθείς κλήρος είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας, αφού προς τούτο απαιτείται νομή, την οποία δεν μπορεί να έχει άλλος εκτός του κληρούχου, την ίδια δε πλασματική επί του κλήρου νομή του κληρούχου έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του, διότι με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης απέβλεψε και στην προστασία αυτών των προσώπων.

Μετά όμως την έναρξη ισχύος του άνω α.ν. 431/1968 (23-5-1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτο της νομής του κληροτεμαχίου που μπορεί, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για κάθε μία χρόνος από την ισχύ του ως άνω αναγκαστικού νόμου.

Η κατάσταση αυτή δεν αλλάζει από το γεγονός ότι στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ως άνω αν. νόμου 431/1968 ορίζεται ότι κατά τη μεταβίβαση των γεωργικών κλήρων πρέπει απαραιτήτως, α) να έχει εκδοθεί και μεταγραφεί το οριστικό παραχωρητήριο του κλήρου στο οποίο αναφέρεται η δικαιοπραξία και β) να είναι πλήρως εξοφλημένο το τυχόν προς το Δημόσιο οφειλόμενο τίμημα του κλήρου, διότι η συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων είναι απαραίτητη, όχι για την άρση της ιδιότητας του κληρούχου ως πλασματικού νομέα εκ του κλήρου, η οποία άρση, όπως προαναφέρθηκε, επέρχεται με την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, αλλά μόνο για το έγκυρο της εκ μέρους του κληρούχου εκποιήσεως ή διαθέσεως εν ζωή του κλήρου στον αντίστοιχο ειδικό διάδοχό του.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις χήρες καλλιεργητών, για τις οποίες το άρθρο 155 του Αγροτικού Κώδικα, του οποίου οι διατάξεις που καταργήθηκαν με το ν.δ. 2185/1952 εξακολουθούν να ισχύουν (άρθρο 62 παρ. 3 αυτού) ως προς τα κτήματα της τέως ΕΑΠ, όπως τα επίδικα, όριζε ότι <<αποκαθίστανται γεωργικώς...β) χήραι καλλιεργητών μετ' ανηλίκων αρρένων ή αγάμων θηλέων τέκνων κατ' ισομοιρίαν...>>, σύμφωνα δε με το άρθρο 24 παρ. 2 εδάφ.

α' ίδιου Κώδικα <<η αληθής έννοια της ανωτέρω περιπτώσεως ββ και της παραγράφου 1 του άρθρου 155 είναι ότι ο παραχωρούμενος κλήρος εις χήραν καλλιεργητού μετ' ανηλίκων τέκνων ή μετ' ενηλίκων αγάμων θυγατέρων παραχωρείται κατ' ισομοιρίαν εις ταύτην και τα τέκνα της>>, ενώ, εξάλλου, με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 3194/1955 ορίστηκε, ότι <<προκειμένου περί θηλέων κληρούχων, δι' ας δεν αναγράφονται εις τους κτηματολογικούς πίνακας, η ιδιότης υφ' ην αύται αποκατεστά-θηκαν, δύνανται όπως οι οριστικοί τίτλοι κυριότητος εκδίδονται επ' ονόματί των, αφιεμένου του καθορισμού της ως άνω ιδιότητος και των συνδικαιούχων, εις τον μετά την εκδοσιν του τίτλου χρόνον>>.

Ο καθορισμός αυτός των συναποκαταστα-θέντων με χήρα καλλιεργητού τέκνων, κατά το άρθρο 24 του Αγροτικού Κώδικα, γινόταν (άρθρο 77 παρ. 2 ν.δ. 2185/1952) με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ο οποίος μπορούσε με την απόφασή του, μη υποκείμενη στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων (άρθρο 273 παρ. 2 Αγροτικού Κώδικα), χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, να καθορίζει με διόρθωση ή συμπλήρωση των αποφάσεων των Επιτροπών Απαλλοτριώ-σεων, το τέκνο του καλλιεργητή που συναποκαθίστανται με τη χήρα του τελευταίου.

Ήδη η, για τον παραπάνω λόγο, διόρθωση ή συμπλήρωση του οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητη-ρίου) γίνεται σε κάθε περίπτωση με απόφαση του οικείου Νομάρχη (άρθρ. 6 παρ. 3, 9 ν.δ. 1189/1972, όπως αντικαταστά-θηκε με το ν.δ. 174/1974 και άρθρ. 20 παρ. 1 ν. 1644/1986). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, κύριος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία γίνεται εκείνος που έχει το ακίνητο στη νομή του για μια εικοσαετία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπερι-φορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως αλλά δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί και στην άσκηση δικαιώματος που πηγάζει επίσης από διατάξεις δημοσίας τάξεως, όπως είναι εκείνες του Αγροτικού Κώδικα για παραχώρηση της κυριότητας γεωργικών κλήρων και οικοπέδων σε ακτήμονες καλλιεργητές για γεωργική τους αποκατάσταση, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραβίαση των με το άρθρο αυτό καθιερουμένων αρχών, είναι τέτοια, ώστε για αποφυγή αφορήτων συνεπειών, επιβάλλεται να ισχύσει ο επιτασσόμενος από αυτό περιορισμός της άσκησης του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 7/2002, Ολ. ΑΠ 7/1991). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, αν δηλαδή για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, διότι το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλό-μενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ο λόγος όμως αυτός δεν ιδρύεται όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα:

Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος ... που κυρώθηκε με την 6.300/16-1-1933 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στο 8/31-1-1933 ΦΕΚ, παραχωρή-θηκε γεωργικός κλήρος, που περιλάμβανε εννέα (9) ακίνητα, συνολικής έκτασης 66.305 τμ., στην Ε χήρα Ψ2, δυνάμει του άρθρου 189 του Αγροτικού Κώδικα και των 19/1928 και 146634/1928 αποφάσεων της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Παραμυθιάς, και του Υπουργού Γεωργίας, αντίστοιχα.

Στη συνέχεια, εκδόθηκε το 116801/19-11-1957 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, την 1-7-1960, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Παραμυθιάς, στο οποίο αναφέρεται ότι περιήλθε, στην κυριότητα, κατά τα αναφερόμενα σ' αυτό και παραπάνω, της άνω κληρούχου "και των μετ' αυτής τυχόν συναποκατασταθέντων κατ' ισομοιρίαν τέκνων της κατά το άρθρο 24 του Αγροτικού Κωδικός καθορισθησομένων δι' ιδιαιτέρας διοικητικής πράξεως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 3194/1955", γεωργικός κλήρος, αποτελούμενος από εννέα (υπ' αριθ. 544, 171, 955, 961, 907, 803, 223, 102, 30) τεμάχια.

Η Ε, από το έτος 1933, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας για την κύρωση της οριστικής διανομής, απέκτησε αυτοδικαίως πριν την έκδοση και μεταγραφή του παραχωρητηρίου την κυριότητα των αποτελούντων τον αγροτικό κλήρο κληροτεμαχίων, τα οποία είχε από τότε στην καλόπιστη νομή της, ασκώντας τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις (καλλιέργεια συγκομιδή καρπών, βόσκηση ζώων) μέχρι το θάνατό της που συνέβη το έτος 1968.

Με την ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε στον Συμβολαιογράφο Παραμυθιάς Αλεξ. Βαλασκάκη και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 19/1969 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, εγκατέστησε κληρονόμους της, εκτός άλλων, και στα εν λόγω κληροτεμάχια: α) το γιο της Ψ2 (πατέρα του εναγομένου), στα με αριθμό 955, 961 και 223 κληροτεμάχια (3°, 4°, 6° των επιδίκων), β) το γιο της, Π (πατέρα των τεσσάρων πρώτων από τους ενάγοντες), στα με αριθμό 30 και 903 κληροτεμάχια, (τα οποία δεν είναι επίδικα), γ) τη νύφη της Ν (σύζυγο του Ψ2 και μητέρα του εναγομένου), στα υπ' αριθ. 907 και 171 κληροτεμάχια (5° και 2° των επιδίκων) και δ) τον εγγονό της Ψ1 (εναγόμενο), στα υπ' αριθ. 544 και 102 κληροτεμάχια (1° και 7° των επιδίκων).

Την κληρονομιά της Ε, αποδέχθηκαν οι προαναφερόμενοι πρώτος, τρίτη και τέταρτος, με τις νόμιμα μεταγραμμένες ... πράξεις αποδοχής των συμβολαιογράφων Παραμυθιάς Αλεξ. Βαλασκάκη, Λουκίας Αθανασίου και Αικατερίνης Γκόγκου, αντίστοιχα, και έγιναν κύριοι των κληρονομιαίων ακινήτων. Από το θάνατο δε της διαθέτιδας, οι προαναφερόμενοι Ψ2, Ν και Ψ1 (εναγόμενος), παρέλαβαν στη νομή τους τα επίδικα και συνέχισαν να ασκούν, με διάνοια κυρίου, τις άνω διακατοχικές πράξεις.

Ειδικότερα, στο υπ' αριθ. 223 κληροτεμάχιο (6° των επιδίκων) ο Ψ2 (πατέρας του εναγομένου) κατασκεύασε επί πλέον περίφραξη, φύτεψε ελαιόδενδρα, και μετά το έτος 1975 που παρέδωσε τη νομή του στον εναγόμενο, ο τελευταίος, που συνέχισε την νομή του, φύτεψε και νέα ελαιόδενδρα και κατασκεύασε σταυλαπο-θήκη, στο πρώτο δε από αυτά (υπ' αριθ. 544 κληροτεμάχιο) που βρίσκεται στον οικισμό ..., ο εναγόμενος, αφού το περιέφραξε, κατασκεύασε, με βάση τις ...

οικοδομικές άδειες, διώροφη οικοδομή, εμβαδού 200 τμ. και το ισόγειο αυτής εκμεταλλεύονταν από τότε ως καφενείο, και τον όροφο χρησιμοποιούσαν ως κατοικία, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα, και ιδίως από τους ενάγοντες, οι οποίοι έβλεπαν τα παραπάνω - αφού όλοι είναι, όπως και στην αγωγή αναφέρεται, κάτοικοι ... - και έγιναν κύριοι αυτών και με έκτακτη χρησικτησία.

Με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Α. Βαλασκάκη, ο Ψ2, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον εναγόμενο τα υπ' αριθ. 955 και 961 κληροτεμάχια (3° και 4° των επιδίκων). Ο τελευταίος, με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Παραμυθιάς Αικατερίνης Γκόγκου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, στον τρίτο από τους κυρίως παρεμβαίνοντες, Ψ4, το υπ' αριθ. 102 κληροτεμάχιο (7° των επιδίκων), η δε Ν, μητέρα του εναγομένου, με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

συμβόλαιο της Συμβολαιο-γράφου Παραμυθιάς Λουκίας Αθανασίου, μεταβίβασε λόγω δωρεάς εν ζωή, τα υπ' αριθ. 907 και 171 κληροτεμάχια (5° και 2° των επιδίκων) στους κυρίως παρεμβαίνοντες Ψ2 και Ψ3, αντίστοιχα. Έτσι, συνεχίζει το Εφετείο, ο εναγόμενος και οι κυρίως παρεμ-βαίνοντες, έγιναν αποκλειστικοί κύριοι των επίδικων κληροτεμα-χίων, με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά, γονικές παροχές, δωρεά εν ζωή), αφού απέκτησαν από τους παραπάνω αληθινούς κυρίους ο καθένας, στους οποίους είχαν περιέλθει κατά νόμιμο τρόπο, επιπλέον δε ο εναγόμενος, και με έκτακτη χρησικτησία (δοθέντος ότι δεν επικαλείται τα στοιχεία της τακτικής χρησικτησίας), με την άσκηση υπερεικοσαετούς νομής ο ίδιος στο υπ' αριθ. 223 ακίνητο (6° των επιδίκων) και με συνυπολογισμό της νομής των δικαιοπαρόχων του στα υπόλοιπα, και μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2002 (αρθρ. 1041, 1045, 1051 ΑΚ).

Και είναι αλήθεια, συνεχίζει το Εφετείο, ότι στο 116801/1957 παραχωρητήριο, αναγράφεται, όπως έχει εκτεθεί, ότι ο αγροτικός κλήρος περιήλθε στην κυριότητα της Ε χήρας Ψ2 "και των τυχόν συναποκατασταθέντων τέκνων της κατ' ισομοιρίαν, κατά το άρθρο 24 Αγροτ. Κώδικα, καθορισθησομένων με ιδιαίτερη διοικητική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 17 Ν. 3194/1955", και πράγματι, κατόπιν υποβολής από τους ενάγοντες της από 31-7-2002 αίτησης, με την 8043/20-9-2002 απόφαση του Νομάρχη ..., έγινε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο καθορισμός των "συναποκατασταθέντων κατ' ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου", τέκνων της, Π (πατέρα των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτης από τους ενάγοντες), Μ (μητέρας των λοιπών) και Ψ2 (πατέρα του εναγομένου), την οποία, όπως και τις σχετικές δηλώσεις αποδοχής της κληρονομιάς των δικαιοπαρόχων τους, μετέγραψαν νόμιμα οι ενάγοντες.

Όμως, και αν γίνει δεκτό ότι η συναποκατάσταση των εν λόγω τέκνων της Ε έγινε αυτοδικαίως από το νόμο ή αναδρομικώς μετά την έκδοση και μεταγραφή της απόφασης του Νομάρχη Θεσπρωτίας, δεν αναιρούνται τα παραπάνω, γιατί, ανεξάρτητα από το ότι αυτή δεν ασκεί έννομη επιρροή στα δικαιώματα που απέκτησαν ο εναγόμενος και οι κυρίως παρεμβαίνοντες πριν από την έκδοση και μεταγραφή της, εφόσον, όπως αποδείχθηκε και από τις καταθέσεις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των μαρτύρων και των δύο πλευρών και δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι (αρθρ. 261 ΚΠολΔ) αυτοί, οι οποίοι από την ισχύ του α.ν. 431/1968, δεν θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου (κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό) αν δεν τον κατέχουν πραγματικά, ουδέποτε άσκησαν νομή ή οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στα επίδικα κληροτεμάχια, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε, ότι ασκούσαν νομή κατά τα προαναφερόμενα, τουλάχιστον από το έτος αυτό (1968), ο εναγόμενος και οι δικαιοπάροχοι του ίδιου και των κυρίως παρεμβαινόντων, με τη συμπλήρωση δε του νόμιμου χρόνου, απέκτησαν αυτοί την πλήρη κυριότητα ολόκληρων των κληροτεμαχίων, με έκτακτη χρησικτησία.

Όλες δε οι προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις των τελευταίων, που έλαβαν χώρα στο μακρύ χρονικό διάστημα των τελευταίων 34 ετών τουλάχιστον, και ήταν εμφανείς και, ορισμένες από αυτές, - όπως η καλλιέργεια, η φύτευση ελαιοδένδρων, η ανέγερση σταυλαποθήκης και κυρίως, η ανέγερση από τον εναγόμενο, σε δύο στάδια και σε απέχοντα μεταξύ τους χρονικά σημεία, (1976 και 1980) διώροφης οικοδομής αξίας τουλάχιστον 60.000.000 δραχμών, που χρησιμοποιούσαν όπως παραπάνω αναφέρεται - ήταν ιδιαίτερα ενδεικτικές της "διάνοιας κυρίων", αυτών που τις ενεργούσαν, ήταν σε γνώση των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, που γνώριζαν και το περιεχόμενο του παραχωρητηρίου για τη συναποκατάσταση των ίδιων και την ύπαρξη και το περιεχόμενο της άνω διαθήκης της Ε με την οποία, εκτός άλλων, διέθεσε τα ακίνητα που αποτελούσαν τον κλήρο και δεν τα αμφισβήτησαν, ούτε και τη νομή του εναγομένου και των δικαιοπαρόχων του στα επίδικα, στο οποία η τελευταία τους εγκατέστησε με την εν λόγω διαθήκη.

Αντίθετα μάλιστα, οι τρεις πρώτοι από τους ενάγοντες, αποδεχόμενοι τόσο το περιεχόμενο της διαθήκης, όσο και την πραγματική αυτή κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί, το υπ' αριθ. 30 κληροτεμάχιο του παραχωρητηρίου, στο οποίο η άνω διαθέτιδα (μαζί με το υπ' αριθ. 903 κληροτεμάχιο) είχε εγκαταστήσει ως κληρονόμο τον δικαιοπάροχό τους Π, και δεν φέρονται ως επίδικα, ακριβώς επειδή αποδεχόμενοι τα παραπάνω, τα είχαν στη δική τους νομή, με το ...

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Παραμυθιάς Αλ. Βαλασκάκη, που προσκομίζεται με επίκληση από τον εναγόμενο, πώλησαν στον Α, στο τοπογραφικό δε διάγραμμα του υπομηχανικού ... που έχει προσαρτηθεί σ' αυτό, αναφέρεται με τον αριθμό 30, ως αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Ε. Με τα δεδομένα αυτά, σε κάθε περίπτωση, η αδράνεια, αρχικά των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και μετέπειτα των ίδιων, στην επιδίωξη του επικαλούμενου και ασκούμενου ήδη με την κρινόμενη αγωγή δικαιώματος τους, δημιούργησαν οπωσδήποτε, τόσο στους δικαιοπαρόχους του εναγομένου όσο και στον ίδιο, την εύλογη πεποίθηση ότι και αν υπήρχε, δεν πρόκειται να ασκηθεί, και για το λόγο αυτό, προέβησαν, υποβαλλόμενοι σε σημαντικές δαπάνες και κόπους, στην αξιοποίηση των επιδίκων και τις άνω κατασκευές, ώστε, η μετά πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος επιδίωξή του και η ανατροπή της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώ-θηκε και παγιώθηκε, θα έχει δυσμενείς συνέπειες γι' αυτόν, με την παραδοχή της αγωγής, με συνέπεια να αντιβαίνει προ-φανώς στις θεσπιζόμενες από το άρθρο 281 ΑΚ αρχές και να είναι, για το λόγο αυτό, απαγορευμένη.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς απόκρουση των ενστάσεων του εναγομένου για κτήση κυριό-τητας αυτού στα αναφερόμενα κληροτεμάχια με έκτακτη χρησι-κτησία και για καταχρηστική άσκηση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος και επαναφέρεται για ενίσχυση των σχετικών με την απόρριψή του, λόγων έφεσης, ότι δηλαδή, οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους, πριν να εκδοθεί και να μεταγραφεί η 8043/20-9-2002 απόφαση του Νομάρχη ...

με την οποία έγινε ο καθορισμός των συναποκατασταθέντων με την Ε τέκνων της κατά την πρόβλεψη του εκδοθέντος στο όνομά της παραχω-ρητηρίου, δεν είχαν τη νομική δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα της κυριότητας, είναι αλυσιτελής και για τους ίδιους λόγους απορριπτέος, διότι, εφόσον η διαδικασία για τη συμπλήρωση, διόρθωση κλπ.

του παραχωρητηρίου, με απόφαση πριν του Υπουργού Γεωργίας και ήδη του οικείου Νομάρχη, δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει και με αίτηση των ενδιαφερομένων και θιγομένων από τις ελλείψεις ή τις ανακρίβειες αυτού (παραχωρητηρίου), οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώξουν, με αίτησή τους, τη συμπλήρωση του 116801/1957 παραχωρη-τηρίου, οποτεδήποτε, και δεν το έπραξαν, παρά μόνο στις 31-7-2002, ήτοι μετά πάροδο 45 ετών από την έκδοση του και λίγους μήνες πριν την άσκηση της κρινόμενης αγωγής.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές και κατόπιν παραδοχής και ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης του εναγόμενου περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, απέρριψε την αγωγή, έκανε δε περαιτέρω δεκτή και την κύρια παρέμβαση αναγνωρίζοντας τους κυρίως παρεμβαίνοντες ως κυρίους των αναφερόμενων κληροτεμαχίων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 2, 74 παρ. 2, 79 του Αγροτικού Κώδικα, άρθρου 17 του ν. 3194/1955, άρθρου 27 ν.δ. 2185/1952, άρθρων 281, 1045 και 1051 ΑΚ, δεν στέρησε δε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανόμενων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2007 αίτηση των 1) Χ1 κ.λ.π. για αναίρεση της 114/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ