Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling five-year period applies to public hospital debts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject her claim for unpaid wages. The appellant argued the statute of limitations was two years, but the court found the five-year period under Article 250 of the Civil Code applied to these public hospital debts. Consequently, the court held the claim was not time-barred and rejected the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 250 and 48 of the Civil Code; The five-year statute of limitations applies to claims against public hospitals for wages, overriding the two-year period for general civil claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1145 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1145/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 29-10-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1094/2000 μη οριστική, η 2514/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4927/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-12-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας, ανέγνωσε την από 13-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως, κατά τους πρώτο και δεύτερο λόγους της και την απόρριψη, όσον αφορά τον τρίτο αυτής λόγο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με την 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16.170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αντίστοιχα (ΦΕΚ Β'472/1981 και ΦΕΚ Α' 731/1981) ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολουμένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίστηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας για εξάωρη απασχόληση, αυξομοιούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της 74/1982 απόφασης του Δ.Δ..Δ.Δ.
Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Α.Υ.Ε. 17663/1982 (ΦΕΚ Β' 501/1982 ), προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου των μισθωτών που υπάγονται στην απόφαση αυτή, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου, αντίστοιχα, της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας (απόφαση 1/1982 του Δ.Δ.Δ.Δ.
Αθηνών). Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α Υ Ε 17853/1989 (ΦΕΚ Β' 741/1989) και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την Ε.Σ.Σ.Ε. αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ.
Α.Π. 10/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. Κ.Πολ.Δ.),προκύπτει ότι ο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β'του Κ.Πολ.Δ. παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να μεταβάλει τη βάση της αγωγής ή να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος ισχυρισμούς.
Μπορεί δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διατάξεως (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ), να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1852|2006,1601|2006,842/2005,ΑΠ 1510/1992).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ. Δικ., προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ` αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.
Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη (Ολ.
Α.Π. 10/2002). Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.Α.Π. 10/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι το 1982 προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί σ' αυτό ως καθαρίστρια, βάσει των διατάξεων του Ν. 1057/1980, με αποδοχές καθοριζόμενες από το νόμο και τις σχετικές ΣΣΕ και διαιτητικές αποφάσεις, πραξαυξημένες κατά 30%.
Ότι η σχέση αυτή εργασίας από 10-11-1987 μετετράπη σε αορίστου χρόνου, την δε 1-5-1998 η ενάγουσα απεχώρησε από την εργασία της, λόγω συνταξιοδότησής της. Ότι το εναγόμενο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 μέχρι 30-4-1998, λόγω μη υπολογισμού στον βασικό της μισθό του εκάστοτε κατώτατου ορίου ημερομισθίου (ημερομισθίου ασφαλείας) των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
και του 8ώρου της εργασίας της και λόγω μη χορηγήσεως των επιδομάτων τριετιών εκ ποσοστού 10% για κάθε τριετία υπηρεσίας και προϋπηρεσίας της και της αμοιβής των δύο ωρών ημερησίως, που προβλέπεται από το Ν. 201/1975, το εναγόμενο της οφείλει ως διαφορά το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό. Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2514/2002 οριστική απόφαση, με την οποία η αγωγή αυτή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και ειδικότερα καθόσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 και μετά, για δε το από 1-7-1994 μέχρι 31-12-1994 διάστημα απορρίφθηκε, ως παραγεγραμμένη.
Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, καθόσον αφορά το νομικό καθεστώς υπολογισμού των αποδοχών της ενάγουσας, συντρέχει περίπτωση δεδικασμένου, καθόσον με δύο τελεσίδικες αποφάσεις, ήτοι την υπ' αριθμ. 4417/1996 του Εφετείου Αθηνών και την υπ' αριθμ. 3106/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναντίον έφεση της οποίας απορρίφθηκε, ως εκπρόθεσμη, με την υπ' αριθμ. 6387/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι το μισθολογικό καθεστώς, που ρύθμιζε την εργασία της ενάγουσας τόσον όσον αφορά κατά το προηγούμενο της αγωγής, όσον και το ένδικο χρονικό διάστημα νομικό καθεστώς ήταν το ίδιο, που ρύθμιζε την αμοιβή της και πριν την από 22-12-1988 Σ.Σ.Ε.
και την 24/1988 Δ.Α., δηλαδή κρίθηκε ότι το ύψος των εν γένει αποδοχών της ενάγουσας καθορίζεται από την υπ' αριθμ. 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά και το Ν.201/1975. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση τόσο από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. όσο και από την ενάγουσα, καθόσον αφορά ειδικότερα την απόρριψη της αγωγής ως παραγεγραμμένης, κατά ένα μέρος.
Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4927/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η μεν έφεση της ενάγουσας απορρίφθηκε, ως αβάσιμη, η δε έφεση του εναγομένου έγινε δεκτή και, στη συνέχεια, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, ως μη νόμιμη. Ειδικότερα το Εφετείο, δέχθηκε ότι με το προεκτεθέν περιεχόμενο και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη, η υπό κρίση αγωγή, δεν είναι νόμιμη, κατά το μέρος της που αφορά τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 30-4-1998 και ειδικότερα για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-95 έως 30-4-98, για διαφορές αμοιβών για νυκτερινή εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-97 έως 30-4-98, για διαφορές αμοιβών για υπερωριακή απασχόληση για το χρονικό διάστημα από 1-1-95 έως 31-12-97 και για διαφορά αποζημίωσης για αποχώρηση, λόγω συνταξιοδότησης.
Τούτο διότι η ένδικη σχέση εργασίας της ενάγουσας δεν διέπεται από τις Διαιτητικές Αποφάσεις με αρ. 42/1981 ΔΔΔΔ Πειραιώς και 74/1982 ΔΔΔΔ Αθηνών μετά την 1-7-1988, οπότε άρχισε να ισχύει η από 22-12-1988 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της ΠΟ.Ε.Δ.Η.Ν. "Περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσια Νοσοκομεία που είναι μέλη της ΠΟΕΔΗΝ".
Έτσι, η ενάγουσα η οποία εργάζεται ως καθαρίστρια στο εναγόμενο Νοσοκομείο από τις 25-10-1982 με σχέση εργασίας, ιδιωτικού δικαίου και είναι μέλος της Π.Ο.Ε.Δ.Η.Ν., δεν δικαιούται, κατά νόμο, τις ένδικες αξιώσεις, τις οποίες αξιώνει με βάση τις ως άνω Διαιτητικές Αποφάσεις καθώς και με βάση τις ισχύουσες, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-95 έως 30-4-1998, Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, στις οποίες οι ως άνω Διαιτητικές Αποφάσεις παραπέμπουν και ειδικότερα:
α) την από 17.1.95 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (Κοινή Συμφωνία με αρ. πράξης κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 7/24-1-95, για την οποία εκδόθηκε η υπ' 11551/Β '328/1995 Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας), με ισχύ από 1-1-95 (ΑΠ 844/2003 και 922/2003 αδημοσίευτες σε νομικά περιοδικά) β) την από 2-4-96 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (πράξη καταθ. στο Υπουργείο Εργασίας 9/3-4-96 , με ισχύ από 1-1-96 και γ) την από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ με ισχύ από 1-1-98, καθόσον από την 1-7-1988 και εφεξής οι αποδοχές της ενάγουσας προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης, όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 1810/1988.
Εξάλλου, η ενάγουσα δεν επικαλείται, με την υπό κρίση αγωγής ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας που έχει καταρτίσει με το εναγόμενο, έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους των Εθνικών Γενικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας ή Διαιτητικών Αποφάσεων, μέχρι την 1-7-1988. Περαιτέρω, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα -εκκαλούσα - εφεσίβλητη υπ' αριθμ. 3106/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη, ύστερα από την έκδοση της υπ' αριθμ. 6387/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση προκύπτει ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο, για τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας του χρονικού διαστήματος από 1-1-95 έως 30-4-98, καθόσον έχει μεταβληθεί, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, το προηγούμενο νομοθετικό μισθολογικό καθεστώς, με βάση το οποίο έκρινε η ως άνω 3106/95 τελεσίδικη απόφαση για τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-89 έως 31-5-1994, αφού κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-95 έως 30-4-98) ίσχυσαν οι προαναφερθείσες νεώτερες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τις οποίες επικαλείται και η ενάγουσα για τον προσδιορισμό του μισθού της, κατά το ως άνω επίδικο διάστημα και οι οποίες προσδιορίζουν όχι μόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και επιδομάτων του εργαζομένου για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο που ισχύουν.
Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι οι ως άνω Διαιτητικές Αποφάσεις 42/81 και 74/82 παραπέμπουν στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, που καθορίζεται από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., καθόσον η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη, με τις νέες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων, που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση, έννομες συνέπειες (ΑΠ 1397/2002).
Με βάση αυτά, το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή, ως μη νόμιμη, αφενός μεν ως μη στηριζόμενη στις επικαλούμενες από την ενάγουσα διατάξεις, αλλά σε αυτές της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, σε συνδυασμό με το Ν. 1505|1984, αφετέρου δε, λόγω μη υπάρξεως δεδικασμένου, καθόσον αφορά τις αξιώσεις της, για το μετέπειτα της 1-1-1995 χρονικό διάστημα, δοθέντος ότι, για το μεταγενέστερο της 31-12-1994 χρονικό διάστημα, μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, που ρύθμιζε τις αποδοχές αυτής και ειδικότερα διότι εκδόθηκαν κατά τα έτη 1995 έως 1998 η από 17-1-1995, η από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ και η από 18-5-1998, επίσης, ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες προσδιορίσθηκαν εφεξής οι αποδοχές των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, για το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι, συνεπώς, αυτή δεν δικαιούται να επικαλείται δεδικασμένο, προκύπτον από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, για τον υπολογισμό των αποδοχών της και για το επίδικο χρονικό διάστημα, εφόσον έχομε μεταβολή του διέποντος την επίδικη σχέση νομικού καθεστώτος και οι οποίες (αποδοχές), συνεπώς, ρυθμίζονται από το Ν. 1505/1984, σε συνδυασμό με τον Ν. 1810|1988 και την από 22-12-1988 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας της ΠΟΕΔΗΝ, "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων (πλην ιατρών) στα δημόσια Νοσοκομεία", ορθά έκρινε και τις ως άνω διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε καθώς και ορθά δέχθηκε την μη ύπαρξη δεδικασμένου, σύμφωνα και με τα όσα πάγια γίνονται δεκτά, σχετικά με το νομικό αυτό ζήτημα, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 10/2002 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου δε 559, περ. 1 και 19 Κ.
Πολ. Δικ. λόγοι της ενδίκου αιτήσεως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η έκδοση των ως άνω ΕΓΣΣΕ δεν αποτελεί "νομοθετική μεταβολή", κατά την απαιτούμενη από το νόμο έννοια, ώστε να θεμελιωθεί ισχυρισμός ότι, μετά την έκδοση των ως άνω τελεσιδίκων αποφάσεων, δεν καταλύθηκε το από αυτές παραχθέν δεδικασμένο και πάλι η κρινόμενη αίτηση, είναι απορριπτέα, κατά τους ως άνω λόγους της, ως αλυσιτελής, δοθέντος ότι, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, αυτή στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι δεν έχει επέλθει αλλαγή στο νομικό καθεστώς, που διέπει τις οικονομικές σχέσεις της με το εναγόμενο, με την ως άνω νομοθετική μεταβολή, η οποία επήλθε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή και με την οποία, από 1-7-1988, επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988 στους εργαζομένους, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δημόσια Νοσοκομεία της Χώρας (πλην των ιατρών) και όχι στον περί δεδικασμένου ισχυρισμό, ο οποίος προβλήθηκε μεταγενέστερα, με τις προτάσεις της ενάγουσας, γεγονός το οποίο συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι νομικά επιτρεπτό, τα ελλείποντα στοιχεία, για τη νομική θεμελίωση του αξιουμένου δικαιώματος, να συμπληρωθούν με τις προτάσεις του ενάγοντα είτε στην πρωτόδικη, είτε στην έκκλητη δίκη, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 224 παρ. 1 και 527 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή, κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974, "περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά Ν.Π.Δ.Δ. είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως από τον παρόντα νόμο, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων κατά Ν.Π.Δ.Δ., άσχετα με το νομικό καθεστώς, με το οποίο εργασιακά συνδέονται με αυτό, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι δύο ετών και αρχίζει από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους.
Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται βραχύτερη παραγραφή, για τις ως άνω απαιτήσεις, των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, σε σχέση με την παραγραφή των αξιώσεων των λοιπών πιστωτών αυτών, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το Σύνταγμα και η οποία απαιτεί όμοια ρύθμιση, ομοίων περιπτώσεων, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφενός και αφετέρου η διαφορετική αυτή ρύθμιση δικαιολογείται από τη φύση των πιο πάνω αξιώσεων και την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών υποχρεώσεων των Ν.Π.Δ.Δ.
Εξάλλου, η πρόβλεψη διαφορετικού χρόνου παραγραφής, για διαφορετικές περιπτώσεις αξιώσεων, δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο εν γένει, όπως π. χ. η προβλεπόμενη από το άρθρο 250 Α.Κ. πενταετής παραγραφή των αναφερομένων σ' αυτό αξιώσεων, η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ διετής παραγραφή της αξίωσης, για συμμετοχή στα αποκτήματα κ.λπ.
Ούτε, επίσης, αντίκειται στη Σύμβαση της Ρώμης και ειδικότερα στο άρθρο 6 αυτής και στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν μεν τον νομοθέτη να καταργεί, μεταξύ άλλων, ενοχικά δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζει κανόνες "τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους, προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων" και, επομένως, δεν εμποδίζεται ένα κράτος να θεσπίζει κανόνες, οι οποίοι θα καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής, αξιώσεων, που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος των διατάξεων αυτών.
Τέλος, η ως άνω διάταξη του άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974 δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία, η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως κατ' αποφάσεως, που δεν επιδόθηκε είναι τριών ετών από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, με συνέπεια, όταν ασκείται η έφεση, με την εξάντληση της τριετούς προθεσμίας, να έχει ήδη η σχετική αξίωση υποκύψει σε παραγραφή, αφού η διάταξη αυτή είναι δικονομικής φύσεως και ρυθμίζει διαφορετικό από το ένδικο δικαίωμα, που καθορίζει τον χρόνο , μέσα στον οποίο μπορεί, παραδεκτά, να ασκηθεί η ως άνω αξίωση και η οποία είναι διάταξη του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 38/2005, 22/2005, Α.Π. 844/2003).
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 περ. 1 Κ. Πολ. Δικ. λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρεβίασε τις περί παραγραφής διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον δέχθηκε ότι ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξίωσης είναι δύο ετών, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι είναι πέντε ετών, σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, απορρίπτοντας έτσι την ένδικη αγωγή, ως παραγεγραμμένη, κατά το μέρος που κρίθηκε ως νόμιμη και ειδικότερα καθόσον αφορά τα αιτήματα για το χρονικό διάστημα από 1-6-1994 έως 31-12-1994, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση της ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4927/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ