Legislator Case Law & Legislation
1144/2022 AI generated

Appeal dismissed for violation of Rome Convention Article 6 as domestic court errors are reviewable via appeal.

Case Number 1144/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment awarding excessive compensation for moral damages. The appellants argued that the single-member court violated the right to a fair trial by exceeding its discretion without adequate reasoning. The court held that such legal errors and evidentiary assessments are reviewable through the standard appeal process, not via the Rome Convention provision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1, 560, 561, 577 §1, 577 §3, 179, 183 of the Code of Civil Procedure; The violation of Article 6(1) of the Rome Convention does not arise from domestic court errors reviewable via appeal.

Keywords

AI generated
Rome Convention Article 6 fair trial rights excessive compensation moral damages single-member court appeal review legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 6(1) of the Rome Convention

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1144 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1144/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. (ον) Μ. (επ) του Χ., 2) Χ. (ον) Μ. (επ) του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Καρδίμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Α. (επ) Μ. (ον) του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Χαντζάρα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/10/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 29-10-2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 27/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσιβλήτου-εκκαλούντος-ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 41/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, που είχε δεχθεί μερικά κατ` ουσίαν την από 2-11-2015 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, για ποσό 800,00 ευρώ, αναφορικά με τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω αδικοπραξίας, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλλουν στον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.000 ευρώ εις ολόκληρον ο καθένας και επί πλέον τον πρώτο εξ' αυτών το ποσό των 6.000 ευρώ για την παραπάνω αιτία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν απεδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Β'. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ (αντίστοιχης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα), αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.

ΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020 ) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Γ'. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, ερειδόμενη επί του άρθρου 25 § 1 (εδάφ. δ`) του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή αντίστοιχα του άρθρου 560 αριθμ 1 και 6) (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 184/2021, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχ. V, κατά τα Α' και Β' (α' μέρος) σκέλη αυτού, λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του KΠολΔ κατ` ορθή υπαγωγή, και όχι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), ισχυριζόμενοι ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημίωσης κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος, άλλως καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία (αυτοδικία από κοινού και εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη και εξύβριση), ποσά δυσανάλογα σε σχέση με τα μικρότερα τούτων που έπρεπε να του επιδικάσει και συγκεκριμένα τα ποσά των 1.000 ευρώ εις ολόκληρον σε βάρος και των δύο αναιρεσειόντων και επί πλέον το ποσό των 6.000 ευρώ σε βάρος του πρώτου από αυτούς, ενώ τα ποσά αυτά δεν έπρεπε να υπερβαίνουν το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 800,00 ευρώ.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ο δεύτερος εναγόμενος (αδελφός του) είναι συνιδιοκτήτες κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου ο πρώτος και 2/3 εξ' αδιαιρέτου ο δεύτερος-ενός οικοπέδου κειμένου στον οικισμό ...

Δημοτικής ... Περιφερειακής Ενότητας Ροδόπης, επί του οποίου αμφότεροι κατοικούν σε διαφορετικές αυτόνομες οικίες. Την 21η Νοεμβρίου έτους 2010 και περί ώρα 16.00 μμ. οι εναγόμενοι επιχειρούσαν από κοινού εργασίες ανέγερσης υποστέγου πλησίον της οικίας τους, προκειμένου αυτό να εξυπηρετεί τις ανάγκες εναπόθεσης και αποθήκευσης καυσόξυλων.

Για τις εργασίες αυτές ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε αναζητήσει την προηγούμενη συναίνεση ή τη συγκατάθεση του συνιδιοκτήτη του οικοπέδου ενάγοντος. Όταν ο ενάγων αντιλήφθηκε τις επιχειρούμενες εργασίες, διατύπωσε αντιρρήσεις και ζήτησε από τους εναγόμενους να παύσουν κάθε σχετική ενέργεια. Οι τελευταίοι δεν συμμορφώθηκαν με το αίτημά του με αποτέλεσμα ο ενάγων να καλέσει την αστυνομία προκειμένου να σταματήσει τις εργασίες που εκτελούσαν οι εναγόμενοι.

Στη συνέχεια και κατά τη στιγμή που οι αστυνομικοί ήλεγχαν όντες εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας των ανωτέρω αναφερομένων διαδίκων, τις γενόμενες οικοδομικές εργασίες ο πρώτος εναγόμενος εξύβρισε τον ενάγοντα που ακολουθούσε τους αστυνομικούς στον έλεγχο απευθύνοντάς του τις φράσεις "άντε γαμήσου" και "να γαμήσω τη μητέρα σου".

Ακολούθως ο ίδιος (1ος εναγόμενος) επιτέθηκε στον ενάγοντα, χτυπώντας τον στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει με πρόθεση ελαφρές σωματικές βλάβες. Προσερχόμενος δε ο τελευταίος αυθημερόν στο ...", διαπιστώθηκε ότι εξαιτίας των χτυπημάτων που δέχθηκε είχε υποστεί κάκωση άνω χείλους, τραύμα δέρματος άνω χείλους, αιμάτωμα εσωτερικής επιφάνειας άνω χείλους, κάκωση γναθοκροαταφικής άρθρωσης δεξιά, εκχυμώσεις προσώπου, κάκωση ρινός και ρινορραγία.

Για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος αμφότερων των εναγομένων, οι οποίοι παραπέμφθηκαν να δικαστούν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Σαπών, για τα αδικήματα της αυτοδικίας από κοινού, της από κοινού πρόκλησης ελαφρών σωματικών βλαβών και της εξύβρισης (μόνον ο πρώτος εναγόμενος).

Κατά τη συνεδρίαση της 30ης Ιανουαρίου 2012, το άνω δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 7/2012 απόφασή του, κήρυξε ένοχο το δεύτερο εναγόμενο για την πράξη της αυτοδικίας και αθώο για την πράξη της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης, ενώ κήρυξε ένοχο τον πρώτο εναγόμενο για τις πράξεις της αυτοδικίας, της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και της εξύβρισης.

Επέβαλε δε στο δεύτερο εναγόμενο ποινή φυλάκισης δύο μηνών και στον πρώτο εναγόμενο συνολική ποινή φυλάκισης δύο μηνών και είκοσι ημερών, αναστέλλοντας τις άνω επιβληθείσες για καθέναν ποινές επί τριετία, κατά της οποίας δεν προέκυψε ότι ασκήθηκαν ένδικα μέσα. Επί πλέον δυνάμει της ανωτέρω απόφασης υποχρεώθηκε καθένας από τους εναγόμενους να καταβάλει στον ενάγοντα (που παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων στην ποινική δίκη) το ποσό των τριάντα ευρώ (30.00), με επιφύλαξη, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα σε βάρος του διαπραχθέντα αδικήματα.

Εξαιτίας των παραπάνω πράξεων των εναγομένων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της διατάραξης της ψυχικής του ηρεμίας, της πρόκλησης σε αυτόν ανησυχίας και της προσβολής της τιμής του. Λαμβανομένων δε υπόψη όλων των καθοριστικών για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στοιχείων, ιδίως των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας (η εξύβριση και η επίθεση συνέβησαν παρουσία των αστυνομικών οργάνων), του είδους της προσβολής που υπέστη ο ενάγων, τον οποίο ο 1ος εναγόμενος εξύβρισε βαρύτατα, πρασβάλλοντάς τον καθώς του απηύθυνε τις φράσεις "άντε γαμήσου" και "να γαμήσω την μητέρα σου", χωρίς να σεβαστεί επιπλέον την ηλικία του ενάγοντος (62 ετών τότε) αλλά ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων είναι θείος του (αδελφός του πατέρα του) δηλαδή στενώτατο συγγενικό του πρόσωπο, των τραυμάτων που του προξένησε η επίθεση του πρώτου εναγομένου που είναι κατά πολύ νεότερος και εύρωστος, της ψυχικής ταλαιπωρίας την οποία αυτός (ενάγων) υπέστη λόγω και της αναγκαιότητας να επισκεφθεί το ...

προκειμένου να περιποιηθούν τα τραύματά του, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων, της αρχής της αναλογικότητας που καθιερώνει την ύπαρξη αντιστοιχίας μεταξύ του επιβαλλόμενου μέσου σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης όλων των διαδίκων (του μεν ενάγοντος και δεύτερου εναγόμενου όντων συνταξιούχων του ΟΓΑ,του δε πρώτου εναγόμενου πολιτικού μηχανικού) το Δικαστήριο κρίνει ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης που υπέστη εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων λόγω της από κοινού τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως της αυτοδικίας πρέπει να καθοριστεί στο συνολικό ποσό των 1.000 ευρώ, για την οποία ευθύνονται εις ολόκληρον, ενώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του 1ου εναγομένου ανιψιού του λόγω της τελέσεως εκ μέρους του των αξιοποίνων πράξεων της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και της εξυβρίσεως πρέπει να καθοριστεί στο συνολικό ποσό των 6.000 ευρώ, για την οποία ευθύνεται αυτός μόνος, τα οποία κρίνονται εύλογα κατ' άρθρο 932 ΑΚ, έπειτα από τη στάθμιση των προαναφερθέντων στοιχείων, καθώς και το γεγονός ότι ο ενάγων δεν προκάλεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο τους εναγομένους, - το ότι κάλεσε την αστυνομία προκειμένου να εμποδίσει τις εργασίες των εναγομένων που γίνοντας χωρίς την άδειά του ως συνιδιοκτήτη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόκληση εκ μέρους του- αλλά και ότι δεν επετέθη ούτε καν λεκτικώς στους εναγομένους, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο.

Τούτο δεν αναιρείται από τα όσα αντίθετα κατέθεσε ο 1ος εναγόμενος εξετασθείς ως διάδικος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον δεν κρίνονται πειστικά, αφού δεν συνάδουν και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα δε κατέθεσε ότι δεν επετέθη και δεν χτύπησε τον ενάγοντα θείο του ωστόσο από την βεβαίωση των ιατρών του ανωτέρω αναφερομένου νοσοκομείου αποδεικνύεται το αντίθετο αφού ο ενάγων υπέστη κακώσεις στο πρόσωπο όπως παραπάνω αναφέρονται. ...

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στον εκκαλούντα ως χρηματική ικανοποίηση ποσό μικρότερο του ανωτέρω, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός λόγος της κρινομένης εφέσεως πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση αυτού, επιπλέον δε ο 1ος εναγόμενος να υποχρεωθεί για τον λόγο που αναφέρεται παραπάνω, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση αυτού ...".

Με την προαναφερθείσα κρίση του το ως Εφετείο δικάσαν ως άνω δικαστήριο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης, στα παραπάνω ποσά, ήτοι στο ποσό των 1.000 ευρώ λόγω της από κοινού τέλεσης της αξιόποινης πράξης της αυτοδικίας (για την καταβολή του οποίου υποχρεούνται εις ολόκληρον οι αναιρεσείοντες), και στο ποσό των 6.000 ευρώ, λόγω της τέλεσης των αξιόποινων πράξεων της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης και της εξύβρισης (για την καταβολή του οποίου υποχρεούται ο 1ος αναιρεσείων), δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, συνιστάμενα κατά τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω παραδοχές της:

α) στις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και δη στο γεγονός ότι η εξύβριση και η επίθεση συνέβησαν παρουσία των αστυνομικών οργάνων, β) στο είδος της προσβολής που υπέστη ο ενάγων, και στο γεγονός ότι ο 1ος εναγόμενος τον εξύβρισε βαρύτατα, πρασβάλλοντάς τον καθώς του απηύθυνε τις φράσεις "άντε γαμήσου" και "να γαμήσω την μητέρα σου", χωρίς να σεβαστεί επιπλέον την ηλικία του ενάγοντος (62 ετών τότε) αλλά ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων είναι θείος του (αδελφός του πατέρα του) δηλαδή στενότατο συγγενικό του πρόσωπο, γ) στον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας της επίθεσης του πρώτου εναγομένου που είναι κατά πολύ νεότερος και εύρωστος, και δη κάκωση άνω χείλους, τραύμα δέρματος άνω χείλους, αιμάτωμα εσωτερικής επιφάνειας άνω χείλους, κάκωση γναθοκροαταφικής άρθρωσης δεξιά, εκχυμώσεις προσώπου, κάκωση ρινός και ρινορραγία, εξαιτίας των οποίων αναγκάστηκε να επισκεφθεί το ...

προκειμένου να περιποιηθούν τα τραύματά του, δ) στη βαρύτητα του πταίσματος των εναγομένων και στην τήρηση της αρχής της αναλογικότητας που καθιερώνει την ύπαρξη αντιστοιχίας μεταξύ του επιβαλλόμενου μέσου σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ε) στην παντελή έλλειψη πταίσματος του δικαιούχου για το συγκεκριμένο επεισόδιο, και στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (του μεν ενάγοντος και δεύτερου εναγόμενου όντων συνταξιούχων του ΟΓΑ, του δε πρώτου εναγόμενου πολιτικού μηχανικού).

Επομένως, ο υπό στοιχ. V, κατά τα Α' και Β' (α' μέρος) σκέλη αυτού, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα, υπέρμετρα μεγάλα ποσά, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι προβαλλόμενες με το δεύτερο μέρος του υπό στοιχ.

Β' σκέλους του άνω λόγου αναίρεσης, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 932 ΑΚ, κατά το προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, από την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι απαράδεκτες, καθόσον, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

ΙV. Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 KΠολΔ (αντίστοιχης έννοιας μ' εκείνη του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα) ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, και αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2020).

Με τον υπό στοιχ. V' λόγο της αναίρεσης, κατά το Γ' σκέλος αυτού, προβάλλεται η από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αιτίαση, κατ` ορθή υπαγωγή, και όχι από το άρθρο 559 αρ. 8 (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), ότι δηλαδή το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:

α) δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (έγγραφη καταγγελία του ενάγοντος κατά του εναγομένου αδελφού του, έγγραφο Αστυνομικού Τμήματος ... που επέχει θέση μήνυσης του ενάγοντος κατά του αδελφού του, από 18-5-2018 έγγραφο έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας του Δήμου Κομοτηνής για ανακατασκευή στέγης οικίας, βεβαίωση Δημάρχου περί μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας, έγγραφο καρδιολόγου ιατρού Θ.

Κ., τα εκκαθαριστικά σημειώματα του 1ου αναιρεσείοντος, κ.α.), από τα οποία προέκυπταν, οι τεταμένες, αν όχι εχθρικές σχέσεις, των διαδίκων, η βεβαρημένη κατάσταση υγείας του 2ου αναιρεσείοντος, καθώς και η δύσκολη οικονομική κατάσταση των αναιρεσειόντων, και β) δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αγωγή ασκήθηκε πέντε ημέρες πριν την παραγραφή, ότι μεταξύ των δύο αδελφών υπήρχε μακροχρόνια διαμάχη καθώς και μακροχρόνια κακή πίστη εκ μέρους του ενάγοντος, τα οποία αν λάμβανε υπόψη, θα έπρεπε να προσδιορίσει την καταβλητέα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 800,00 ευρώ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το υπό στοιχ. α' μέρος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα παραπάνω, καθόσον ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών, ούτε οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων σε απόδειξη των οποίων προσκομίστηκαν τα ως άνω έγγραφα, οι οποίοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το υπό στοιχ. β' μέρος αυτού, δεν ιδρύεται, καθόσον το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, που προτάθηκε από τους εναγόμενους στηριζόμενο στα ως άνω περιστατικά, και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, διαλαμβάνοντας ρητά στην απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος επειδή αυτός περίμενε να ασκήσει την ένδικη αγωγή λίγες ημέρες προ της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής της αξίωσής του, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι καίτοι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από το χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν-λιγότερο πάντως από το χρόνο παραγραφής, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων με τη συμπεριφορά του δημιούργησε της εύλογη πεποίθηση στους εναγομένους ότι δεν θα ασκήσει την αξίωσή του δεδομένων μάλιστα των συνεχών και επί πολλά έτη αντιπαραθέσεων και ερίδων μεταξύ τους εξ' αφορμής του κοινού οικοπέδου τους.

Εξάλλου σχετικά με τον ισχυρισμό των εναγομένων περί άσκησης της ένδικης αγωγής από πλευράς του ενάγοντος μόνον από κίνητρα κακοβουλίας, θα πρέπει ομοίως να απορριφθεί αφού δεν αποδείχθηκε πρόθεση του ενάγοντος να προκαλέσει βλάβη στους εναγόμενους δια της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, τουναντίον η επιδίωξή του ήταν η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το συμβάν, ανεξαρτήτως του ύψους της αιτηθείσας αποζημίωσης, το οποίο προσδιορίζεται αποκλειστικά κατ' ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που προαναφέρθηκαν.

Τέλος, ούτε η συγγενική σχέση μεταξύ των διαδίκων συνιστά γεγονός το οποίο αντικειμενικά μπορεί να θεμελιώσει αυτοτελώς καταχρηστική άσκηση δικαιώματος". Τα όσα δε επικαλούνται οι αναιρεσείοντες στο υπό στοιχ. VI τμήμα του δικογράφου της αναίρεσης, ισχυριζόμενοι ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την κρίση της περί της επαγγελματικής ιδιότητας του 1ου αναιρεσείοντος ως πολιτικού μηχανικού, δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε αποδείχθηκαν (άρθρ. 560 περ. 5 ΚΠολΔ), απαραδέκτως προτείνονται, σύμφωνα με τα παραπάνω, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί επιχείρημα και συμπέρασμα του δικαστηρίου, το οποίο συνήγαγε αυτό από την εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, και δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ.

Σε κάθε δε περίπτωση τα ως άνω προβαλλόμενα συνιστούν αιτιάσεις τους, που, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πορίσματα των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι από την ως άνω εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, δεν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε η εκτίμησή τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του KΠολΔ, και, επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".

Με το ανωτέρω άρθρο καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ή 560 αρ.1). Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ( ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. VIΙ λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατ` ορθή υπαγωγή, και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, επειδή το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, προέβη στον καθορισμό της οφειλόμενης εκ του άρθρου 932 ΑΚ εύλογης αποζημίωσης κατά παράβαση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας και χωρίς επαρκή αιτιολογία, επιδικάζοντας στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία, ποσά εξοντωτικά για τον 1ο αναιρεσείοντα και την οικογένειά του.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές, που αφορούν σε νομικά σφάλματα, ανεπαρκή αιτιολογία και σφάλμα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραβίαση της άνω διάταξης, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, όπως εν προκειμένω το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα.

Δηλαδή, με τη διάπραξη νομικών σφαλμάτων από το δικαστήριο δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης εν προκειμένω, ενώ η εκτίμηση των αποδείξεων δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο παραπάνω λόγος για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, δεν ιδρύεται και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει).

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 εδ. α', 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-10-2020 αίτηση των: 1) Μ. (ον) Μ. (επ) του Χ., και 2) Χ. (ον) Μ. (επ) του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 27/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ