Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to procedural inadmissibility and lack of contradictory rulings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the insurers' appeal against a final judgment and a non-final decision regarding the same case. The appellants argued for retrial based on procedural errors and contradictory rulings, but the court found no grounds for appeal. The court ruled that the appeal was inadmissible because it targeted a final judgment and failed to meet the strict requirements for challenging non-final decisions or proving contradictory provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 558, 559, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against final judgments or non-final judgments with specific grounds, and contradictory provisions must exist in the operative part of the judgment to justify an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1144 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1144/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:
(1) Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «EUROLIFE LIMITED», που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα με την επωνυμία «ΚΥΠΡΟΥ ΖΩΗΣ» και εκπροσωπείται νόμιμα,
(2) Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», πρώην με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ», που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα,
οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλκαίο – Παναγιώτη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
(1) Σ. Μ. του Μ.,
(2) Μ. Μ. του Ν., κατοίκων ... Αττικής,
οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαϊωάννου, που ανακάλεσε την από 01.09.2021 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.01.2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4070/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 746/2016 μη οριστική και 4862/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30.10.2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρείται συμπροσβληθείσα και η μη οριστική, που έχει εκδοθεί προηγουμένως, αρκεί να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ’ αυτής (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 558/2017, ΑΠ 109/2016, ΑΠ 1720/2013). Μη οριστική είναι η απόφαση, με την οποία το δικαστήριο, αφού κρίνει παραδεκτή την έφεση, στη συνέχεια, ερευνώντας αυτήν κατ’ ουσία, διατάσσει επανάληψη της συζήτησης, κατ’ άρθρο 254 του ΚΠολΔ, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1723/2017, ΑΠ 385/2009, ΑΠ 306/2008).
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος και μάλιστα, όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς, οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και είναι δυνατή, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1002/2015).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 και 120 και να αναφέρει, εκτός των άλλων και τους λόγους της αναίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να γίνεται επίκληση ενός τουλάχιστον λόγου αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ και να καθορίζονται σ’ αυτό τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 290/2017).
Αν η αναίρεση δεν περιέχει έναν τουλάχιστον λόγο, το αναιρετήριο είναι αόριστο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο. Επίσης, στην περίπτωση, κατά την οποία η αναίρεση στρέφεται κατά περισσότερων αναιρεσιβλήτων και οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιον εξ αυτών, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν, αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο, ακόμη και αν ευδοκιμήσουν οι προταθέντες λόγοι (ΑΠ 932/2018, ΑΠ 47/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 30.10.2018 (9643/798/30-10-2018) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 4862/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αφ’ ενός μεν απορρίφθηκε κατ’ ουσία η έφεση της δεύτερης των εναγουσών – εκκαλουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 4013/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφ’ ετέρου έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, ως προς την πρώτη εξ αυτών, ως προς την οποία εξαφανίστηκε η ως άνω εκκληθείσα απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, εξάλλου, συμπροσβάλλεται και η προηγούμενη μη οριστική 746/2016 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου. Πλην όμως, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει ότι δεν περιέχονται λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται πλημμέλειες της ανωτέρω μη οριστικής απόφασης και, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως βάλλει και κατ’ αυτής.
Επιπροσθέτως, στο εν λόγω αναιρετήριο δεν διατυπώνονται αιτιάσεις κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, σε σχέση με την απόρριψη της έφεσης ως προς τη δεύτερη των εναγουσών και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου υπόψη, εξάλλου, ότι οι αναιρεσείουσες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την ως άνω απόφαση ως προς την ηττηθείσα ως άνω διάδικο (δεύτερη αναιρεσίβλητη).
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και πρέπει ν’ απορριφθεί ως προς αυτήν. Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564. 566 παρ.1 του ΚΠολΔ ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς εκείνες των άρθρων 297, 298, 299 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή της παραλείψεως, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και (δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά, αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομής τάξης, Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή, η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της παραλείψεως, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές και συναλλακτικές αντιλήψεις από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 του ΑΚ (ΑΠ 1734/2013).
Τέλος, η αθέτηση της συμβάσεως καθ’ εαυτή δεν συνιστά άνευ ετέρου αδικοπραξία. Βεβαίως, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως, οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται, όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση ενοχής εν γένει. Μερικές φορές, όμως, είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, τόσο της αθετήσεως της συμβάσεως, όσο και της αδικοπραξίας. Αυτό συμβαίνει, όταν το βιοτικό γεγονός και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομο, ως αντίθετο προς το γενικό καθήκον, που επιβάλει το άρθρο 914 του ΑΚ, της μη προκλήσεως, δηλαδή, υπαιτίως ζημίας σε άλλον, ή εφόσον, θα ήταν καθ’ εαυτό αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, κατ’ άρθρο 919 του ΑΚ (ΑΠ 215/2017, ΑΠ 15/2015, ΑΠ 1145/2003).
Την ευθύνη αυτή (αδικοπρακτική), ως προς ορισμένα ειδικά θέματα καλύπτει και η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή υπηρεσιών» (παρ. 1), ότι, «δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, η παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας» (παρ.2), ότι «ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» (παρ.3), ότι «ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας» (παρ. 4 εδ.
α'), ότι «για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος της παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος» (παρ. 4 εδ.
β') και ότι «μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα» (παρ. 5). Τέλος, κατά το άρθρο 6 παρ. 7 του ίδιου νόμου η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη, λόγω θανάτου (ΑΠ 1734/2013, ΑΠ 878/2011, ΑΠ 1832/2009).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 5 παρ. 2 εδάφ. β` του ν. 2496/1997, που αφορά «στην ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις» και άρχισε να ισχύει από τις 16.05.1997, συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση ο συμβαλλόμενος ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο λήπτη της ασφάλισης ή σε τρίτο το ασφάλισμα, δηλαδή, την αποζημίωση έως το τυχόν συμφωνημένο ανώτατο όριο (ασφαλιστικό ποσό), όταν επέλθει ο ζημιογόνος κίνδυνος, από τον οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστικός κίνδυνος ή ασφαλιστική περίπτωση), κατά την τυχόν συμφωνημένη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης. Επισημαίνεται ότι στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ίδιου νόμου χρησιμοποιείται ο διεθνώς δόκιμος όρος «λήπτης της ασφάλισης», αντί του όρου «ασφαλισμένος», που χρησιμοποιεί ο ΕμπΝ, αφού το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή μπορεί να μην είναι ο ίδιος ασφαλισμένος. Για να καλυφθεί δε και αυτή η περίπτωση, αντί του περιγραφικού «προσώπου του ενεργούντος την ασφάλιση», που χρησιμοποιεί ο ΕμπΝ (άρθρο 203) και του αόριστου όρου «αντισυμβαλλόμενος», προτιμήθηκε ο πιο πάνω όρος του «λήπτη της ασφάλισης» (βλ. Εισηγητική Έκθεση του ως άνω νόμου).
Στην ασφάλιση προσώπων ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα, η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα. Στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με περισσότερους ασφαλισμένους σε μια ασφάλιση προσώπων, με την οποία ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε, να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι, κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Το είδος αυτό ονομάζεται ομαδική ασφάλιση, θεσμός των συναλλαγών, για τον οποίο ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ΑσφΝ, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ασφάλισης επί ομαδικής ασφάλισης ζωής. Η ομαδική ασφάλιση αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, που διέπεται από τα άρθρα 410 επ.
του ΑΚ, καθ’ ο μέρος δεν τροποποιούνται από ειδικές διατάξεις του ν. 2496/1997 (ΑΠ 1895/2008). Σε αυτήν μετέχουν, κατά κανόνα, τρία πρόσωπα, ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος), ο οποίος μπορεί να συνάψει ασφάλιση για λογαριασμό άλλου (του ασφαλισμένου), που είτε κατονομάζεται, είτε δεν κατονομάζεται στη σύμβαση (άρθρο 9 παρ. 1 του ΑσφΝ).
Αυτός δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος του ασφαλισμένου, αφού εδώ έχουμε ειδική ρύθμιση, διάφορη της αντιπροσωπείας του ΑΚ, αλλά στο όνομά του, γι’ αυτό και στο πρόσωπό του, κρίνεται η ικανότητα για δικαιοπραξία, ο δόλος, η πλάνη, η συμφωνία με τον ασφαλιστή, ενώ, παράλληλα, βαρύνεται με διάφορα καθήκοντα, όπως το καθήκον πληρωμής του ασφαλίστρου, το καθήκον αποφυγής ή μείωσης της ζημίας κλπ (άρθρο 9 παρ. 2 εδάφ.
α` του ως άνω νόμου). Ο ασφαλισμένος δεν είναι μεν ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, αλλά είναι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίστηκε στην ασφαλιστική σύμβαση ότι πλήττεται από την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου. Ο προσδιορισμός του ως άνω δικαιούχου έχει σημασία, γιατί μόνον αυτός νομιμοποιείται να ζητήσει την πληρωμή του ασφαλίσματος και να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά του ασφαλιστή.
Αν ο ασφαλισμένος δεν είναι ο ίδιος με το λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος μπορεί να ασκήσει αγωγή με αίτημα την καταβολή στον ασφαλισμένο.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2496/1997 «κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα, τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση, με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή».
Κατά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου «Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή».
Έτσι, επικειμένης της κατάρτισης ασφαλιστικής σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή τα απαραίτητα για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου στοιχεία, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Εάν η σύμβαση συναφθεί, με βάση έντυπες ερωτήσεις του ασφαλιστή, τότε τα στοιχεία αυτά, για τα οποία τίθενται οι ερωτήσεις, θεωρούνται τα κρίσιμα για τον ασφαλιστή, ως προς την εκτίμηση του ασφαλιστέου κινδύνου και δεν μπορεί αυτός μεταγενεστέρως να προβάλει τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη υπό στοιχεία α, β και γ` πλημμέλειες. Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρέωσής του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση είτε να καταγγείλει την σύμβαση, εντός της οριζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, επιφέροντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ , προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος – υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' του ΚΠολΔ , νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας, χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστούν απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014).
Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής, με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ «σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του [...]».
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία της αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη), καθορίζει, στη συνέχεια, το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, δηλαδή, επιδικάζει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη) και καθορίζει το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί η αναφορά του ποσού, το οποίο απαιτείται. Οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση καθώς και οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο τυχόν ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου κ.λ.π., αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων, που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος) είτε περιστατικά, που λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος.
Δηλαδή, δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι’ αυτά, κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 1663/2017).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον τέταρτο λόγο και το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται, αντίστοιχα, ότι τυγχάνουν αόριστα, αφενός μεν το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο δεν εξειδικεύεται η ηθική βλάβη, με την παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών ούτε αναφέρεται από ποια συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη ποίου εξ αυτών ζημιώθηκαν ούτε παρατίθενται στοιχεία, βάσει των οποίων να προσδιορίζεται η έκταση της ηθικής βλάβης, αφετέρου δε το αίτημα της αγωγής, με το οποίο διώκεται να υποχρεωθούν αυτές να καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 55,77 ευρώ και 154,91 ευρώ για καθεμία από τις μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις από 14.04.2008 μέχρις εξοφλήσεως των στο ιστορικό δανείων.
Ως προς τον τέταρτο αναιρετικό λόγο λεκτέα τα εξής:
Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 19.01.2009 (28922/2118/23-2-2009) αγωγής, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι γίνεται επίκληση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, συνισταμένη στο ότι η μεν πρώτη παράνομα και αντισυμβατικά αρνήθηκε να καταβάλει το ασφάλισμα, καίτοι είχε επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, η δε δεύτερη εξ αυτών δεν επεδίωξε την είσπραξη του ασφαλίσματος από την πρώτη, η οποία ανήκει στον επιχειρηματικό της όμιλο και είναι ιδίων συμφερόντων, ζητήθηκε δε η επιδίκαση, εις ολόκληρον, χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Με το περιεχόμενο αυτό, το αγωγικό δικόγραφο περιέχει τους απαιτούμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς, ενώ δεν είναι αναγκαίος περαιτέρω προσδιορισμός του ως άνω αιτήματος, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των αναιρεσειουσών, οι οποίου προβλήθηκαν τόσον πρωτοδίκως όσον και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Πρέπει, συνεπώς, ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά τις αιτιάσεις, που περιέχονται στο πρώτο σκέλος του τρίτου λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι πρότειναν τον ισχυρισμό αυτό στο δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα τόσον πρωτοδίκως, προς απόκρουση της αγωγής όσον και ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση της έφεσης των αντιδίκων τους ή ότι, σε περίπτωση μη επικλήσεως, συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων των προτάσεων του αναιρεσειουσών τόσον του πρώτου όσον και του δεύτερου βαθμού, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.
[IV] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ , ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Ο λόγος αυτός αφορά στην ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνων, που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις και δη την κτήση, αλλοίωση ή κατάργηση των δικαιωμάτων καθώς και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ , αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992).
Το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν ιδρύει η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως και η αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφόρων κεφαλαίων (ΑΠ 153/1988) ή και διαφόρων ενστάσεων (ΑΠ 1431/2015). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ιδίας αποφάσεως (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1431/2015).
Περαιτέρω, η έλλειψη της μείζονος πρότασης, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 403/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα ακόλουθα:
«Δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../21-3-2005 και .../11-3-2005 συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ της πρώτης ενάγουσας (στο εξής ενάγουσας) και της δεύτερης των εναγομένων τραπεζικής εταιρείας, η τελευταία χορήγησε στην ως άνω ενάγουσα δύο στεγαστικά δάνεια, ποσού 14.750,56 ευρώ και 40.249,44 ευρώ, αντίστοιχα. Τα ως άνω ποσά, που εκταμιεύθηκαν, συμφωνήθηκαν ενυπόθηκα και τοκοχρεωλυτικά, καταβλητέα τμηματικά σε 180 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, εκάστη ποσού 109,87 ευρώ και 299,80 ευρώ, αντίστοιχα.
Την αποπληρωμή των ως άνω δανειακών συμβάσεων εγγυήθηκαν η Μ. Μ., μητέρα της ενάγουσας (δεύτερη ενάγουσα στην αγωγή) και ο αποθανών ήδη Μ. Μ. του Σ., πατέρας της ενάγουσας, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες και εις ολόκληρον με την ενάγουσα-δανειολήπτρια. Ακολούθως, προς εξασφάλιση των ανωτέρω δανείων, η δεύτερη εναγομένη τραπεζική εταιρεία ενέταξε στις 11.05.2007 τους ως άνω δύο συνεγγυητές, ύστερα από την υποβολή από αυτούς, καθ’ υπόδειξη και προτροπή της, σχετικής αίτησης, στο υπ’ αριθμ. ...
ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας που είχε καταρτιστεί ανάμεσα στην ανωτέρω τράπεζα και στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ανήκουσα στον ίδιο όμιλο. Συγκεκριμένα, με το ομαδικό αυτό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η δανείστρια τράπεζα ασφάλισε τους πιο πάνω συνεγγυητές των δανειακών συμβάσεων στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία για τον κίνδυνο του θανάτου ή της μόνιμης ολικής ανικανότητάς τους.
Σύμφωνα με τους βασικούς όρους του ως άνω ομαδικού ασφαλιστηρίου, η ασφαλιστική κάλυψη από την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αφορούσε την αποπληρωμή του ημίσεως κάθε φορά υπολοίπου του δανείου σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα των ασφαλισμένων συνεγγυητών, δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίστηκε αποκλειστικά η δανείστρια τράπεζα, ενώ τα ασφάλιστρα θα καταβάλλονταν τμηματικά κάθε μήνα από τους άνω ασφαλισμένους μαζί με την πληρωμή κάθε δόσης.
Έτσι, ρητά ορίστηκε ότι, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, η ασφαλιστική αποζημίωση θα καταβαλλόταν από την πρώτη εναγομένη στην αντισυμβαλλόμενη τράπεζα. Προκύπτει, συνεπώς, από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ότι οι συμβαλλόμενοι δεν ήθελαν να αποκτήσει ο ασφαλισμένος, τον οποίο αφορά ο κίνδυνος, ίδιο δικαίωμα να απαιτήσει από την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία το ασφάλισμα και, ως εκ τούτου, πρόκειται για μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.
Παράλληλα, προκύπτει, με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, η δημιουργία παρεπόμενης υποχρέωσης της τράπεζας έναντι τόσο της πρώτης ενάγουσας, η οποία είχε λάβει τα δύο δάνεια, που εγγυήθηκαν οι γονείς της, όσον και των δύο αυτών συνεγγυητών, να επιδιώξει, όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, την είσπραξη του ασφαλίσματος από την ασφαλιστική εταιρεία, αφού η ικανοποίηση της τράπεζας θα είχε ως συνέπεια την απαλλαγή της ενάγουσας από την αντίστοιχη οφειλή της έναντι της τελευταίας.
Όπως αναφέρθηκε, οι δύο συνεγγυητές αποφάσισαν να προβούν στην πιο πάνω ασφάλιση κατόπιν προτροπής και παρότρυνσης της δεύτερης εναγομένης, με επιμέλεια της οποίας μάλιστα πραγματοποιήθηκε η διαδικασία ασφάλισης. Προς τούτο αμφότεροι οι συνεγγυητές συμπλήρωσαν και υπέγραψαν ένα τυποποιημένο έντυπο, που εγχείρισε σ' αυτούς, για κάθε δάνειο ξεχωριστά, η δεύτερη εναγομένη τράπεζα, το οποίο εμπεριείχε την αίτηση, προκειμένου να περιληφθούν στο παραπάνω υπ’ αριθμ. ...
ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το οποίο, σύμφωνα με τους ορισμούς του, αποτελούσε παράλληλα το προβλεπόμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης. Το εν λόγω έντυπο περιελάμβανε ερωτηματολόγιο για το ιστορικό της υγείας του ασφαλισμένου, τα στοιχεία του δανείου που αφορούσε η ασφάλιση, τα στοιχεία της ασφάλισης καθώς και τη συγκατάθεση του ασφαλισμένου στη συλλογή και επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, επισυναπτόταν δε σε αυτό και η περίληψη των βασικών όρων του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Σύμφωνα, λοιπόν, με το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ως «ασφαλισμένοι» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που έχουν υπογράψει ως πιστούχοι ή εγγυητές δανειακή σύμβαση με τη συμβαλλόμενη δανείστρια τράπεζα και έχουν υποβάλει το σχετικό έντυπο αίτησης/πιστοποιητικό ασφάλισης στην ασφαλιστική εταιρεία, ενώ «δικαιούχος» ορίστηκε η δανείστρια τράπεζα.
Ειδικότερα, προς ασφάλιση των δύο δανείων και ένταξή του στο υπ’ αριθμ. ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ο Μ. Μ., ο οποίος ήταν ιατρός (χειρούργος), υπέβαλε στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία τις υπ’ αριθμ. ... και 78316 από 11.05.2007 αιτήσεις, τις οποίες συμπλήρωσε απαντώντας στο ειδικό έντυπο ερωτηματολόγιο της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που αφορούσε στην κατάσταση της υγείας αυτού ως ασφαλιζομένου και περιελάμβανε συγκεκριμένα τις εξής ερωτήσεις:
«Ιστορικό Υγείας: Παρακαλούμε απαντήστε με ειλικρίνεια
Α. Έχει μεταβληθεί σημαντικά το βάρος σας πρόσφατα;
Β. Έχετε, κατά τα τελευταία 5 χρόνια, υποφέρει από κάποια ασθένεια ή υποφέρετε από κάποια αυτή τη στιγμή ή λαμβάνετε οποιασδήποτε μορφής φαρμακευτική αγωγή;
Γ. Έχετε λάβει ποτέ θεραπεία από ιατρό ή είχατε ποτέ εισαχθεί σε νοσοκομείο ή κλινική για εξετάσεις, θεραπείες ή επεμβάσεις;».
Και στις τρεις ανωτέρω ερωτήσεις ο Μ. Μ. απήντησε αρνητικά. Από το περιεχόμενο του πιο πάνω ερωτηματολογίου προκύπτει ότι οι ερωτήσεις ήταν γενικές, όπως γενικές ήταν και οι απαντήσεις του ασφαλιζόμενου, ο οποίος απλώς προέβη στη σημείωση με την ένδειξη «ΌΧΙ». Μετά την υποβολή της ως άνω αίτησης και τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου, η πρώτη εναγομένη ενέταξε τον Μ.
Μ. στην ομαδική ασφάλιση για τον κίνδυνο ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας. Στις 14 Απριλίου 2008 ο ανωτέρω ασφαλισμένος Μ. Μ. απεβίωσε, σε ηλικία 62 ετών, με αιτία θανάτου, σύμφωνα με το από 15.04.2008 πιστοποιητικό της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, «πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου, πρόσφατη αποφρακτική θρόμβωση δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας, στεφανιαία νόσος».
Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα και η μητέρα της Μ. Μ., οι οποίες τυγχάνουν και οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος ασφαλισμένου, ενημέρωσαν για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου τόσο την τράπεζα όσο και την ασφαλιστική εταιρεία και παράλληλα υπέβαλαν αίτημα προς καταβολή του ασφαλίσματος στην δανείστρια τράπεζα, ήτοι το ήμισυ του ανεξόφλητου κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ποσού των δύο δανείων.
Ο αρμόδιος ιατρός της ασφαλιστικής εταιρείας, κατά τον έλεγχο των σχετικών εγγράφων και ειδικότερα του ατομικού βιβλιαρίου ασθενείας του ως άνω ασφαλισμένου, διαπίστωσε ότι σ’ αυτό περιέχονταν οι υπ’ αριθμ. … και … εντολές υγειονομικής περίθαλψης με ημερομηνία 08.06.2006, σύμφωνα με τις οποίες ο ιατρός – καρδιολόγος Γ.
Μ., έχοντας συμπληρώσει την ένδειξη «ΌΝΟΜΑΣΙΑ ΝΟΣΟΥ» τη διάγνωση ότι ο ασφαλισμένος έπασχε από υπερλιπιδαιμία, υπέρταση και περιφερειακή αγγειοπάθεια, είχε δώσει εντολή διενέργειας εξετάσεων αίματος, καθώς και Triplex καρωτίδας, σπονδυλικών, κοιλιακής αορτής και λαγωνίου. Κατόπιν αυτού, η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε την καταβολή ασφαλίσματος, επικαλούμενη ότι ο άνω ασφαλισμένος υπέβαλε ψευδή δήλωση αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, καθόσον απέκρυψε ότι έπασχε από υπέρταση και αγγειοπάθεια και ενημέρωσε την αντισυμβαλλομένη και δικαιούχο του ασφαλίσματος τράπεζα, με την από 30.05.2008 επιστολή της.
Όμως, η ενάγουσα και η μητέρα της συνέχισαν να απαιτούν την καταβολή του ασφαλίσματος και με την από 09.09.2008 εξώδικη δήλωσή τους, επικαλούμενες παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων, κάλεσαν αφενός μεν την ασφαλιστική εταιρεία να συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις της καταβάλλοντας άμεσα στο δικαιούχο της ασφάλισης την ασφαλιστική αποζημίωση, αφετέρου δε τη δανείστρια τράπεζα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την είσπραξη από την ασφαλιστική εταιρεία της ανωτέρω αποζημίωσης και να αναπροσαρμόσει το ανεξόφλητο ποσό των δανείων, αφαιρώντας το ποσό της αποζημίωσης και το ποσό των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων αυτών, αντίστοιχα και επιστρέφοντας στην ενάγουσα οφειλέτιδα του δανείου το υπερβάλλον ποσό κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης που είχε ήδη καταβάλει.
Ωστόσο, η ασφαλιστική εταιρεία ενέμεινε στην πιο πάνω θέση της περί απαλλαγής της από τη σχετική υποχρέωση, λόγω απόκρυψης από το θανόντα ασφαλισμένο των αναγραφόμενων στο βιβλιάριο ασθενείας παθήσεων. Επιπλέον, η ασφαλιστική εταιρεία ισχυρίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, ο θανών, απαντώντας στην τρίτη ερώτηση του τεθέντος ερωτηματολογίου, απέκρυψε με δόλο ότι είχε παραπεμφθεί για τη διενέργεια των πιο πάνω εξετάσεων.
Όμως, από το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ερώτησης:
«Γ. Έχετε λάβει ποτό θεραπεία από ιατρό ή είχατε ποτέ εισαχθεί σε νοσοκομείο ή κλινική για εξετάσεις, θεραπείες ή επεμβάσεις», προκύπτει ότι με αυτή δεν ρωτήθηκε ο ασφαλισμένος, αν ποτέ είχε υποβληθεί και γενικά αν είχε παραπεμφθεί για οποιουδήποτε είδους ιατρικές εξετάσεις, αλλά όφειλε να απαντήσει, αν αυτός είχε εισαχθεί σε νοσοκομείο ή κλινική για τέτοιες εξετάσεις.
Ωστόσο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο Μ. Μ. είχε εισαχθεί πριν από την ως άνω αίτηση σε νοσοκομείο ή κλινική για εξετάσεις, επιπλέον δε δεν αποδείχθηκε ότι αυτός υποβλήθηκε, πράγματι, ακόμη και στις ανωτέρω εξετάσεις. Επομένως, ο ανωτέρω αποβιώσας κατά την υποβολή της αιτήσεως για την ένταξή του στο ομαδικό ασφαλιστήριο, ουδέν απέκρυψε αλλά αντίθετα απήντησε ειλικρινά στο υπό στοιχ.
Γ ερώτημα του ως άνω ερωτηματολογίου. Εξάλλου, ενόψει του ότι το ανωτέρω ερώτημα τέθηκε γραπτώς και με τον προαναφερόμενο γενικό τρόπο, όπου η υποχρέωση δήλωσης των εξετάσεων συνδυάστηκε με εισαγωγή του ασφαλισμένου σε νοσοκομείο ή κλινική, τεκμαίρεται ότι μόνον το στοιχείο αυτό επηρέαζε την από μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου και, συνεπώς, δεν δημιουργήθηκε περαιτέρω υποχρέωση του θανόντος να αναφέρει αυτά καθεαυτά τα παραπεμπτικά για τη διενέργεια των αναγραφόμενων στο βιβλιάριο υγείας εξετάσεων ως περιστατικό, που οδηγεί, με βάση τους κανόνες της ιατρικής και κοινής πείρας, σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της υγείας του από νόσημα του καρδιαγγειακού συστήματος ούτε και η ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να επικαλεστεί ότι δεν ανακοινώθηκαν από τον ασφαλιζόμενο οι ανωτέρω εξετάσεις, αφού δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ερώτησης.
Περαιτέρω, σχετικά με την ανακρίβεια της απάντησης του ασφαλιζόμενου στο δεύτερο ερώτημα, η πρώτη εναγομένη επικαλείται αποκλειστικά την από 08.06.2006 διάγνωση του ιατρού – καρδιολόγου Γ. Μ. ότι ο εν λόγω ασφαλισμένος έπασχε από υπερλιπιδαιμία, υπέρταση και περιφερειακή αγγειοπάθεια, ότι για την ακρίβεια μιας διάγνωσης θα πρέπει ο ιατρός να εξετάσει τον ασθενή και επί πλέον να δει και τις εξετάσεις, εφόσον δε επιβεβαιωθεί ότι κάποιος είναι υπερτασικός θα πρέπει να του χορηγηθεί από τον ιατρό και η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Μ.
Μ. ελάμβανε φάρμακα ως υπερτασικός, καθόσον δεν προσκομίστηκε στην ασφαλιστική εταιρεία το συνταγολόγιο. Αντιθέτως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο πατέρας της Μ. Μ., κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο υποβολής της αίτησης για την ένταξή του στο ομαδικό ασφαλιστήριο, δεν έπασχε από κάποια ασθένεια, η δε από 08.06.2006 εντολή υγειονομικής περίθαλψης δόθηκε προκειμένου ο ανωτέρω ασφαλισμένος να προβεί σε συνήθεις προληπτικές εξετάσεις για την ηλικία του, τις οποίες μάλιστα ουδέποτε πραγματοποίησε.
Προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της, η ενάγουσα επικαλείται, μεταξύ άλλων, την από 08.05.2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας –νεκροτομής, όπου αναγράφεται ως αιτία θανάτου «πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου, πρόσφατη αποφρακτική θρόμβωση δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας, στεφανιαία νόσος» καθώς επίσης και το συνταγολόγιο του αποβιώσαντος, στο οποίο δεν αναφέρεται συνταγή χορήγησης φαρμάκων στον θανόντα και την από 5-1-2006 Ιατροδικαστική Γνωμάτευση της ιατροδικαστή Α.
Π., στην οποία, αφού αναφέρονται και οι παρακάτω επισημάνσεις, ήτοι α) ότι από το ιατρικό ιστορικό του θανόντος δεν προέκυψε η λήψη φαρμακευτικής αγωγής για οποιαδήποτε διαγνωσθείσα νόσο, β) ότι οι αναγραφόμενες στο βιβλιάριο επίμαχες αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις συνιστούν τον τυπικό και πλέον διαδεδομένο έλεγχο που γίνεται στο πλαίσιο εξετάσεων ρουτίνας και ότι σε άτομα ώριμης ηλικίας ή άτομα με οικογενές ιστορικό κάποιας νόσου, μπορεί να γίνει ένας ενδελεχέστερος προληπτικός έλεγχος κάποιου οργάνου ή συστήματος, γ) ότι η παραπομπή κάποιου για τη διενέργεια εξετάσεων, εργαστηριακών ή απεικονιστικών, γίνεται στο πλαίσιο δυσλειτουργίας κάποιου οργάνου και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη ότι το άτομο νοσεί, δ) ότι προκειμένου να διενεργηθεί κάθε είδους και τύπου εξέταση, εργαστηριακή ή απεικονιστική, είναι υποχρεωμένος ο εντολέας ιατρός να αναγράψει μια ένδειξη για τη διενέργεια των διαγνωστικών αυτών εξετάσεων και ότι αυτό γίνεται, προκειμένου να δικαιολογείται από τους ελεγκτές αρμόδιους φορείς η οικονομική κάλυψη από το εκάστοτε ασφαλιστικό ταμείο, ε) ότι αποτελεί πρωταρχικό στα χρονικά φαινόμενο η αναγραφή μιας ένδειξης για τη διενέργεια εξετάσεων να μεταφράζεται αυτομάτως ότι το άτομο που πρόκειται να υποβληθεί σε αυτές πάσχει από κάποια νόσο, χωρίς να υπάρχουν τα αποτελέσματα των διενεργηθεισών εξετάσεων και, επίσης, εφόσον το άτομο πάσχει από οποιαδήποτε νόσο, να μην υπάρχουν επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ή καταγεγραμμένα αποτελέσματα και ακόμη να μην υπάρχει ουδεμία μεταγενέστερη σχετική καταγραφή, είτε από επίσκεψη σε ιατρό συναφούς ειδικότητας είτε από επανάληψη εξετάσεων στα πλαίσια παρακολούθησης των υποτιθέμενων νοσημάτων, είτε οδηγίες των ιατρών ως προς τη διαχείριση της όποιας παθολογικής κατάστασης έφερε και στ) ότι στην ιατροδικαστική έκθεση...
ουδεμία μνεία ή υπόνοια γίνεται αναφορικά με την ύπαρξη έτερων παθήσεων που αναγνωρίστηκαν κατά την εξέταση στα όργανα, που μελετήθηκαν, ακολούθως, η ως άνω ιατροδικαστής καταλήγει, μεταξύ άλλων, και στα εξής συμπεράσματα:
(1) ότι ο θανών απεβίωσε λόγω πρόσφατου εμφράγματος του μυοκαρδίου, συνεπεία θρόμβωσης αθηρωματικής πλάκας της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας,
(2) ότι από τα ευρήματα της ιατροδικαστικής έκθεσης, ουδεμία έτερη παθολογική οντότητα, πλην της αθηρωματικής νόσου δεν είχε επιφέρει μακροσκοπικές αλλοιώσεις στα εξετασθέντα όργανα, ειδικότερα δε προέκυψε ότι ο θανών δεν έπασχε από αγγειοπάθεια των καρωτίδων, σπονδυλικών και λαγόνιων αρτηριών (περιφερειακή αγγειοπάθεια), εφόσον καμία μακροσκοπική παθολογοανατομική αλλοίωση δεν διαπιστώθηκε σε αυτές, οι νεφροί ουδεμία παθολογοανατομική αλλοίωση συμβατή με βλάβη λόγω υπέρτασης εμφάνιζαν, το οποία θα ήταν τα πλέον αναμενόμενα ευρήματα.
Ως εκ τούτου, ο θανών δεν έπασχε από τα νοσήματα που αναγράφονται στο βιβλιάριο υγείας του. Από όλα τα παραπάνω ουδόλως προέκυψε ότι ο θανών Μ. Μ. έπασχε από υπέρταση και αγγειοπάθεια, πολύ δε περισσότερο ότι γνώριζε κάτι τέτοιο και το απέκρυψε δολίως, απαντώντας στο σχετικό ερωτηματολόγιο της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας.
Δεν μπορεί δε να αχθεί το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση από μόνο το γεγονός ότι στο βιβλιάριο ασθενείας του περιέχονται οι με αρ. … και … εντολές υγειονομικής περίθαλψης, με ημερομηνία 08.06.2006. Ούτε πείθει το Δικαστήριο η από 29.05.2017 έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εναγομένων, ο οποίος θέλοντας να αντικρούσει την άκρως εμπεριστατωμένη από 05.05.2016 έκθεση του πραγματογνώμονα, στηρίζεται και μόνο στα ως άνω δύο παραπεμπτικά.
Επομένως, οι εναγόμενες επικαλούμενες αβασίμως δόλια απόκρυψη εκ μέρους του ασφαλισμένου Μ. Μ. των παθήσεων από τις οποίες έπασχε τέλεσαν αδικοπραξία σε βάρος της πρώτης ενάγουσας – δανειολήπτριας. Ειδικότερα, παρέλειψαν δολίως η μεν πρώτη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει το ασφάλισμα στη δεύτερη τράπεζα (απαλλάσσοντας έτσι κατά το ποσό αυτό την πρώτη ενάγουσα), η δε δεύτερη να το αξιώσει δικαστικά από την πρώτη, αν και είχαν σχετική υποχρέωση προς τούτο από τη σύμβαση ασφαλίσεως.
Και τούτο επέβαλε και η καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, οι κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτική ευθύτητα, κατ’ άρθρα 178, 200, 281, 288, 914 και 919 ΑΚ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (14.04.2008) το συνολικό οφειλόμενο ποσό για το υπ’ αρ. ...
δάνειο ανερχόταν σε 12.478,39 ευρώ και για το υπ’ αρ. ... δάνειο σε 34.049,79 ευρώ.
Συνεπώς, το ασφαλισμένο κεφάλαιο των δύο αυτών δανείων από τον θανόντα Μ. Μ. ανερχόταν στο ήμισυ των ως άνω ποσών και συγκεκριμένα σε 6.239,19 και 17.024,89 ευρώ αντίστοιχα. Έτσι η μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση για το μεν πρώτο ως άνω δάνειο ανερχόταν σε 113,55 ευρώ και για το δεύτερο σε 309,83 ευρώ, όπως διαμορφώθηκαν με πρόσθετες πράξεις σταθερού επιτοκίου, εφόσον δε η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία είχε καταβάλει, ως όφειλε, στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα την αποζημίωση που προβλέπει η ασφαλιστική κάλυψη κάθε δανείου για την περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλιστικού κινδύνου, η μηνιαία δόση των δανείων έπρεπε να ανέρχεται στο ήμισυ των ως άνω ποσών και ειδικότερα σε (113,55 ÷ 2) 55,77 ευρώ για το με αρ. ...
και σε (309,83 ÷ 2) 154,91 ευρώ για το με αρ. ... δάνειο, καταβάλλοντας δε η πρώτη ενάγουσα τα ποσά αυτά εξ αιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων εταιρειών, υπέστη ισόποση ζημία, την οποία είναι υποχρεωμένες να αποκαταστήσουν οι εναγόμενες. Επίσης η πρώτη ενάγουσα εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της ζημίας, την οποία υπέστη, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών τελέσεως του αδικήματος, πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ [...] |».
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης (πρώτης των αναιρεσιβλήτων στο αναιρετήριο δικόγραφο), εξαφάνισε ως προς αυτήν, εν μέρει, την εκκληθείσα απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς αυτήν, επιδικάζοντας τα ανωτέρω ποσά. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, με βάση τα αποδειχθέντα και αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, ότι (α) με αφορμή τις από 08.06.2006 εντολές υγειονομικής περίθαλψης, που ήταν καταχωρημένες στο βιβλιάριο ασθενείας του εκ των συμβληθέντων στην ομαδική σύμβαση ασφαλίσεως, πατέρα της αναιρεσίβλητης, Μ.
Μ., ότι αυτός έπασχε από «υπερλιπιδαιμία, υπέρταση και περιφερειακή αγγειοπάθεια» και ως εκ τούτου έπρεπε να υποβληθεί σε αιματολογικές, βιοχημικές και απεικονιστικές εξετάσεις, χωρίς, όμως, να προκύπτει ότι αυτός, οποτεδήποτε, πριν από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως και μέχρι το θάνατό του (14.04.2008), υποβλήθηκε στις εξετάσεις αυτές ή σε οποιεσδήποτε άλλες ή ότι ελάμβανε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή ή ότι παρακολουθείτο από ιατρό, οποιασδήποτε ειδικότητας, αρνήθηκαν η μεν πρώτη να καταβάλει το οφειλόμενο ασφάλισμα στη δεύτερη, η δε τελευταία να το διεκδικήσει, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για εταιρείες των αυτών επιχειρηματικών συμφερόντων, με την πρόφαση ότι ο θανών, εσκεμμένως, παρέλειψε να δηλώσει τα ανωτέρω στο σχετικό ερωτηματολόγιο, που συμπλήρωσε, πριν από την κατάρτιση της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, (β) ότι οι αναιρεσείουσες αγνόησαν, εσκεμμένα, τις επισημάνσεις των ιατρών ότι, για να διαγνωστεί ότι κάποιος πάσχει από τις ως άνω ασθένειες, πρέπει, οπωσδήποτε, να έχει, προηγουμένως, υποβληθεί στις δέουσες ιατρικές εξετάσεις και, σε περίπτωση, που διαπιστωθεί η πάθησή του, να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, να παρακολουθείται από ιατρό της αντίστοιχης ειδικότητας και να επαναλαμβάνει τις σχετικές εξετάσεις, τέτοιες δε καταχωρήσεις δεν υφίσταντο στο βιβλιάριο ασθενείας του Μ.
Μ., (γ) ότι οι ανωτέρω αναγραφές γίνονται, παγίως, από τους ιατρούς, προκειμένου να δικαιολογηθεί η διενέργεια των αιματολογικών και βιοχημικών εξετάσεων ρουτίνας σε άτομα ώριμης ηλικίας, όπως ο θανών και η κάλυψή τους από τον ασφαλιστικό φορέα, (δ) ότι, οπωσδήποτε, δεν είναι δυνατόν η αναγραφή μιας ένδειξης για διενέργεια εξετάσεων να μεταφράζεται αυτομάτως ότι το άτομο, το οποίο πρόκειται να υποβληθεί στις εξετάσεις αυτές, πάσχει από κάποια νόσο, χωρίς καταχώρηση αποτελεσμάτων και μετρήσεων, επίσκεψη σε ιατρό, επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, λήψη φαρμακευτικής αγωγής ή επανάληψη των εξετάσεων, στα πλαίσια της παρακολούθησης, (ε) ότι, στην από 08.05.2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής και το από 15.04.2008 πιστοποιητικό θανάτου του Μ.
Μ., αναγράφεται ως αιτία θανάτου «πρόσφατο έμφραγμα μυοκαρδίου, πρόσφατη αποφρακτική θρόμβωση δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας, στεφανιαία νόσος», χωρίς να διαπιστώνονται ευρήματα άλλης παθολογικής οντότητας και δη ότι ο θανών έπασχε από αγγειοπάθεια ή από τα νοσήματα, που ανεγράφησαν στο βιβλιάριο ασθενείας του, ενώ η στεφανιαία νόσος είναι νόσημα σιωπηλό, το οποίο εξελίσσεται αθόρυβα και αποτελεί την αιτία του εμφράγματος και, συνεπώς, ο θανών, οπωσδήποτε, την αγνοούσε, κατά το χρόνο συμπληρώσεως του σχετικού ερωτηματολογίου της πρώτης αναιρεσείουσας, (στ) ότι, σε κάθε περίπτωση, η κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης δεν έγινε με πρωτοβουλία του θανόντος και της συζύγου του, συνεγγυητών στις συμβάσεις δανείου της θυγατέρας τους-αναιρεσίβλητης, αλλά με προτροπή της δανείστριας τράπεζας, δεύτερης των αναιρεσειουσών και (ζ) ότι, με βάση τα ανωτέρω, οι αναιρεσείουσες επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά, παραβαίνουσες την κοινωνικώς επιβεβλημένη και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσα υποχρέωση, με βάση την καταρτισθείσα σύμβαση, να αποφεύγουν την πρόκληση ζημίας στα έννομα αγαθά τρίτων, μετ' αυτών συμβληθέντων, συμπεριφορά, η οποία είναι παράνομη και υπαίτια, ανεξάρτητα από τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει, ως αντιβαίνουσα στο γενικό καθήκον, που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 914 του ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, απορριπτομένων ως αβάσιμων των αντίθετων αιτιάσεων των αναιρεσειουσών. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, καθόσον παρέθεσε εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά και, με πλήρη αιτιολογία, κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα περί του ότι οι αναιρεσείουσες επέδειξαν, πλέον της αντισυμβατικής και αδικοπρακτική συμπεριφορά, χωρίς να είναι απαραίτητη για τον αναιρετικό έλεγχο η επιπλέον παράθεση επιχειρημάτων, τα οποία δεν συνιστούν αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει, συνεπώς, ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή χωρίς το δικαστήριο να δέχεται, έστω και γενικώς, ότι την περί αποδείξεως πεποίθησή του σχημάτισε από κάποια αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα ή ότι πρόκειται για γεγονότα πασίγνωστα ή γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 1591/2007). Για το ορισμένο του λόγου αυτού απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η ανωτέρω πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως βάσιμο τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων (ήδη της πρώτης εξ αυτών) περί της αδικοπρακτικής ευθύνης τους, χωρίς απόδειξη, δεδομένου ότι από την όλη διαδικασία καταδείχθηκε το ιδιαίτερα δυσχερές της ιατρικής κατάστασης του ασφαλισμένου, η εύλογη αμφιβολία τους για την ύπαρξη ή μη υποχρεώσεως για αποζημίωση και η έλλειψη της πρόθεσής τους να αποφύγουν τις νόμιμες υποχρεώσεις τους.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι, πρωτίστως, απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην ουσιαστική περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, σε κάθε περίπτωση δε τυγχάνουν αβάσιμες. Και τούτο διότι, από το σύνολο των προαναφερόμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του για τη βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσειουσών, έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού του συλλογισμού, αλλά και αναλυτικά στο κείμενο των παραδοχών του.
Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της αποφάσεως, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (Ολ. ΑΠ 13/1995, ΑΠ 570/2020, ΑΠ 551/2020. ΑΠ 403/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 87/2013). Περαιτέρω, δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει μία μόνο διάταξη (ΑΠ 360/2016). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1506/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ , ήτοι αυτή της αντιφατικότητας της μίας και μοναδικής διατάξεως του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα και, συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
[VII] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 182, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.10.2018 (9643/798/30-10-2008) αίτηση των:
(1) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «EUROLIFE LIMITED» και
(2) αλλοδαπής τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ» για αναίρεση της 4862/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και της 746/2016 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ