Greece Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction, remands agrarian land rent dispute to local court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the second group of appellants, declaring the proceedings inadmissible due to lack of legal grounds. The court found that the dispute over rent losses from agrarian land fell within the exclusive jurisdiction of the local court in Karditsa, as the value did not exceed the 20,000 euro threshold. Consequently, the appeal was rejected for these parties, while the case was remanded to the first instance court for the remaining appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 6, 7, 9, 10, 74, 14(1) and 29 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must declare an appeal inadmissible if the lower court correctly determined that the dispute falls within the exclusive jurisdiction of a local court based on the value threshold and the nature of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1144 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1144/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 4 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 2. Φ. συζ. Ε. Ρ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 4, 3. Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 6Α2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 6, 4.
Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 6Α3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 6, 5. Ε. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 14 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 6. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των α) ΚΠ 23, β) ΚΠ 23Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 23 και γ) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 24 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 7.
Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του ΚΠ 23Α2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 23, 8. Σ. συζ. Χ. Σ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 24 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 9. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 32 ακινήτου, 10. Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη α) του ΚΠ 34Α4 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34, β) του ΚΠ 34Α2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34 και γ) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 34 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 11.
Λ. Κ. συζ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 34Α3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34 και συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 34 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 12. Θ. Μ. συζ. Ξ. του Χ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ 34Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34, 13.
Φ. Τ. συζ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του ΚΠ 42 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 14. Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 42Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 42, 15. Α. Φ. του Χ., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 42Α2 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 42, 16.
Ρ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 46, 17. Δ. συζ. Κ. Ρ., το γένος Ν. Θ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 46, 18. Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 47 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 19. Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 50 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 20.
Θ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των α) ΚΠ 58 και β) ΚΠ 59 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 21. Η. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 59Α1 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 59, 22. Β. Π. του Ι., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 65Α1 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 65, 23.
Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 72 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 24. Γ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του ΚΠ 72Α1 απαλλοτριούμενου ακινήτου (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 72, 25. Θ Ρ. του Μ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 93 απαλλοτριούμενου ακινήτου και συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 26 Γ.
χήρας Μ. Ρ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Μ. Ρ. του Θ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 27. Ρ. Θ. του Ο., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 28.
Α. χήρας Ο. Ρ., το γένος Ε. Γ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 29. Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Ο. Ρ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 30.
Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του ΚΠ 99 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 31. κληρονόμων του Κ. Κ. του Ι., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 102 απαλλοτριούμενου ακινήτου: α) Ι. Κ. του Κ. και β) Β. χήρας Κ. Κ., 32. Β. Κ. συζ. Κ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 102 απαλλοτριούμενου ακινήτου (αρ. αίτησης αντιδίκου 54), 33. Α. Γ. του Χ.
συζ. Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας των α) ΚΠ 109, β) ΚΠ 111 και γ) ΚΠ 161Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 161 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 34. Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 112 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 35. Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 115 και β) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 118 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 36.
Χ. συζ. Θ. Κ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 116Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 116 και ιδιοκτήτριας των ΚΠ 116 και ΚΠ 119 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 37. κληρονόμων του Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 116Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 116:
α) Χ. χήρας Θ. Κ., β) Δ. Κ., γ) Ε. Κ. και δ) Π. Κ., 38. Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 121, 39. Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ 121Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 40. Χ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 121Α3 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 41.
Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του ΚΠ 121Α4 (νέου ΚΠ), αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 42. Γ. συζ. Ι. Κ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ..., α) ως συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 118 και β) ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 121Α5 (νέου ΚΠ), αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 43.
Σ. συζ. Ε. Μ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 121Α2 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 44. Μ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη σε ποσοστό 65,75% εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 123, 45. Ε. χας Θ. Π., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας σε ποσοστό 34,25% εξ αδιαιρέτου του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 123, 46.
Π. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 124, 47. Π. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 124, 48. Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 126, 49. Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 137, 50.
Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 137, 51. Καλυψώς Γ. του Δ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 137, 52. Π. συζ. Ε. Ζ., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 138 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 53. Γ. ή Ι. συζ. Ι. Α., το γένος Σ. Ρ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 138 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 54.
Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 140, 55. Θ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 141, 56. Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των απαλλοτριούμενων ακινήτων α) ΚΠ 147 και β) ΚΠ 158 και συνιδιοκτήτη του ΚΠ 163 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 57. Β. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των α) ΚΠ 160 και β) ΚΠ 161 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 58.
Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ 163, 59. Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ 165, 60. Β. Κ. του Α., κάτοικος ..., ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 166, 61. Φ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ 166Α1 (νέου ΚΠ), ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 166, 62.
Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ 166Α2 ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 166, 63. Β. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του ΚΠ 176 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 64. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 178, 65. Ε. συζ. Δ. Δ., το γένος Χ. Β., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 178 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 66.
Π. ή Π. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 182, 67. Β Τ. του Α., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 194, 68. Β. Τ. του Σ., κατοίκου ..., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 194, 69. κληρονόμου της Γ. Γ. χας Δ. του Α., συνιδιοκτήτριας του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 212:
Π. Γ.,?70. Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 212 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 71. Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου ΚΠ 214, 72. Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ακινήτου ΚΠ 228, 73. Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη των απαλλοτριούμενων ακινήτων ΚΠ 232, ΚΠ 238, ΚΠ 241 και ΚΠ 243, 74.
Β. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ακινήτου ΚΠ 239, 75. Θ. χας Σ. Π., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 371 απαλλοτριούμενου ακινήτου και 76. Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 373 απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Οι υπό στοιχ. 1η, 3η έως και 14ος, 18η, 19ος, 20ος, 22ος έως και 26η, 30ος έως και υπό στοιχ. 37α, β, γ, δ, 40ος, 42η, 43η, 44ος, 46ος, 48ος, 49ος, 50η, 51η, 53η έως και 64ος, 67ος, 68η, 70ος, 72ος, 73ος και 74η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο. Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 4 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 2. Φ. συζ. Ε. Ρ., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 4 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 3. Β. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 6Α2 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 6, 4.
Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη α) του ΚΠ 6Α3 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 6 και β) του ΚΠ 140 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 5. Ε. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 14 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 6. Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 23 απαλλοτριούμενου ακινήτου και του ΚΠ 23Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 23 και β) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 24 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 7.
Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 23Α2 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 23, 8. Σ. συζ. Χ. Σ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 24 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 9. Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 32 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 10.
Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη α) του ΚΠ 34Α4 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34 και του ΚΠ 34Α2 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34 και γ) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 34 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 11.
Λ. Κ. του Φ., συζ. Κ., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 34Α3 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34 και β) ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 34 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 12. Θ. Μ. του Χ., συζ. Ξ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 34Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 34, 13.
Φ. Τ. του Χ., συζ. Γ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 42 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 14. Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 42Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 42, 15. Β. Φ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της αποθανούσης Α.
Φ. του Χ., συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 42Α2 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 42, 16. Χ. Φ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της αποθανούσης Α. Φ. του Χ., συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 42Α2 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 42, 17.
Κ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 46 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 18. Δ. συζ. Κ. Ρ., το γένος Ν. Θ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 46 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 19. Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 47 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 20. Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 50 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 21.
Θ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των ΚΠ 58 και ΚΠ 59 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 22. Η. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 59Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 59, 23. Β. Π. του Ι., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 65Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 65, 24.
Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 72 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 25. Γ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 72Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 72, 26. Θ Ρ. του Μ., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 93 απαλλοτριούμενου ακινήτου και β) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 27 Γ.
χήρας Μ. Ρ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Μ. Ρ. του Θ., συνιδιοκτήτη του ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 28. Θ. Ρ. του Ο., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 29.
Α. χήρας Ο. Ρ., το γένος Ε. Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 30. Α. συζ. Ν. Μ., το γένος Ο. Ρ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 93Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 93, 31.
Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 99 απαλλοτριούμενου ακινήτου και β) ως κληρονόμου του αποθανόντος Κ. Κ. του Ι., συνιδιοκτήτη του ΚΠ 102 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 32. Β. χήρας Κ. Κ., κατοίκου ..., α) ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 102 απαλλοτριούμενου ακινήτου και β) ως κληρονόμου του αποθανόντος Κ. Κ. του Ι., συνιδιοκτήτη του ΚΠ 102 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 33.
Α. Γ. του Χ., συζ. Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας των ΚΠ 109 και ΚΠ 111 απαλλοτριούμενων ακινήτων και του ΚΠ 161Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 161, 34. Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτη των ΚΠ 112, ΚΠ 147 και ΚΠ 158 απαλλοτριούμενων ακινήτων και β) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 163 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 35.
Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., α) ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 115 απαλλοτριούμενου ακινήτου και β) ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 118 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 36. Χ. χας Θ. Κ., το γένος Θ. Δ., κατοίκου ..., α) ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 116Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 116, β) ως ιδιοκτήτριας των ΚΠ 116 και ΚΠ 119 απαλλοτριούμενων ακινήτων και γ) ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ.
Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του ΚΠ 116Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 116, 37. Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του ΚΠ 116Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 116, 38.
Ε. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του ΚΠ 116Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 116, 39. Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Θ. Κ. του Δ., συνιδιοκτήτη του ΚΠ 116Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 116, 40.
Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 121 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 41. Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 121Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 42. Χ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ιδιοκτήτη του ΚΠ 121Α3 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 43.
Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 121Α4 (νέου ΚΠ), αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 44. Γ. συζ. Ι. Κ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ..., α) ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 118 απαλλοτριούμενου ακινήτου και β) ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 121Α5 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, αυτοτελούς και ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 45.
Σ. συζ. Ε. Μ., το γένος Χ. Τ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 121Α2 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 121, 46. Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 123 απαλλοτριούμενου ακινήτου, σε ποσοστό συνιδιοκτησίας 65,75% εξ αδιαιρέτου, 47. Ε. χας Θ. Π., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 123 απαλλοτριούμενου ακινήτου, σε ποσοστό συνιδιοκτησίας 34,25% εξ αδιαιρέτου, 48.
Κ. Π. του Β., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη και ως κληρονόμου της αποθανούσης Σ. Π. του Θ., συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 124 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 49. Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 126 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 50. Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 137 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 51. Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 137 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 52.
Καλυψώς Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 137 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 53. Π. συζ. Ε. Ζ., το γένος Ι. Α., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 138 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 54. Γ. ή Ι. συζ. Ι. Α., το γένος Σ. Ρ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 138 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 55. Θ. Γ. του Α., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 141 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 56.
Β. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των ΚΠ 160, ΚΠ 161 και ΚΠ 176 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 57. Κ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 163 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 58. Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 165 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 59. Β. Κ. του Α., κάτοικος ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 166 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 60.
Φ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 166Α1 (νέου ΚΠ) απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 166, 61. Β. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 166Α2 απαλλοτριούμενου ακινήτου, ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί τμήμα του ΚΠ 166, 62. Δ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 178 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 63.
Ε. συζ. Δ. Δ., το γένος Χ. Β., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 178 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 64. Π. ή Π. Ι. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 182 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 65. Β Τ. του Α., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτη του ΚΠ 194 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 66. Β. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ως συνιδιοκτήτριας του ΚΠ 194 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 67.
Π. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 212 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 68. Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 214 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 69. Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη του ΚΠ 228 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 70. Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτη των ΚΠ 232, ΚΠ 238, ΚΠ 241 και ΚΠ 243 απαλλοτριούμενων ακινήτων, 71.
Β. Α. του Σ., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 239 απαλλοτριούμενου ακινήτου, 72. Θ. χας Σ. Π., κατοίκου ..., ως ιδιοκτήτριας του ΚΠ 371 απαλλοτριούμενου ακινήτου και 73. Χ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του αποθανόντος Γ. Α. του Θ., ιδιοκτήτη του ΚΠ 373 απαλλοτριούμενου ακινήτου.
Οι υπό στοιχ. 1η, 3ος έως και 7η, 9ος έως και 14ος, 19η, 20ος, 21ος, 23ος έως και 27η, 31ος έως και 39ος, 42ος, 44η, 45η, 46ος, 48ος έως και 52η, 54η έως και 62ος, 65ος, 66η, 67ος, 69ος, 70ος και 71η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) η Ε. συζ. Δ. Δ., το γένος Χ. Β., 63η των αναιρεσειόντων, απεβίωσε στις 30-11-2017 και η δίκη διακόπτεται βιαίως ως αυτήν και β) δυνάμει της 114/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, αναγνωρίστηκε ότι η Γ. Ρ. του Ε., 1η των αναιρεσειόντων, είναι δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την 349/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ως προς το απαλλοτριούμενο ακίνητο με αριθμό ΚΑΔΕ ...04 και διατάχθηκε η διόρθωση του ΚΠ ως προς τα στοιχεία του ιδιοκτήτη στο ορθό "Γ. Ρ. του Ε. 100%". Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση οφείλει να διακοπεί ως προς την Φ. συζ. Ε. Ρ., 2η των αναιρεσειόντων και να συνεχιστεί από την Γ. Ρ. του Ε., ως μοναδική ιδιοκτήτρια του ως άνω ακινήτου. Οι λοιποί των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και ήδη Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2013 αίτηση - αγωγή, για τον καθορισμό και την καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας προσόδου απαλλοτριούμενων ακινήτων, των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 18/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 13-1-2017 αίτησή του και οι υπό Β αναιρεσείοντες με την από 11-11-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς αντίθετες από 11.11.2016 (αρ. καταθ. 46/2016) και 13.1.2017 (αρ. καταθ. 1/19. 1.2017) αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 18/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε με την ειδική διαδικασία που καθορίζεται για τις απαλλοτριώσεις στα άρθρα 18 - 21 του Ν. 2882/2001 την κατά του Ελληνικού Δημοσίου από 3-4-2013 και αριθμό κατάθεσης 241/2013 αγωγή πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης επέρχεται μείωση των εξόδων και αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει, ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 39/2005, Ολ.ΑΠ 9/2003, Ολ.ΑΠ 9/1992).
Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.
β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση, όσον αφορά την από 13.1.2017 των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως, παραστάθηκαν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο νομίμως εκπροσωπούμενο από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του ΝΣ του Κράτους και οι υπό στοιχ. 1η, 3ος, 4ος, 5ος 6ος, 7η, 8η, 9ος, 10ος, 11η, 12η, 13η, 14ος, 18η, 19ος, 20ος, 22ος, 23ος, 24η, 25ος, 26η, 30ος, 31α, β, 32η, 33η, 34ος, 35ος, 36η, 37α, β, γ, δ, 40ος, 42η, 43η, 44ος, 46ος, 48ος, 49ος, 50η, 51η, 53η, 54ος, 55η, 56ος, 57ος, 58η, 59ος, 60η, 61η, 62ος, 63ος, 64ος, 67ος, 68η, 70ος, 72ος, 73ος και 74η από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Άτσιο, ενώ οι υπό στοιχ. 2η, 15η, 16ος, 17η, 21ος, 27ος, 28η, 29η, 38ος, 39ος, 41ος, 45η, 47η, 52η, 65η, 66η, 69ος, 71ος, 75η και 76η αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, αλλά ούτε και κατέθεσαν δήλωση ότι θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ 2 ΚΠολ.Δ.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο ίδιος ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα για την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκπροσώπησή της, μη παριστάμενης 8ης αναιρεσίβλητης Σ. συζ. Χ. Σ., το γένος Γ. Γ., για την οποία δεν προσκομίζεται αντίστοιχο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Τόσο όμως για την αναιρεσίβλητη αυτή, όσο και για τους λοιπούς που δεν παραστάθηκαν, δεν αποδεικνύεται η από μέρους του αντιδίκου τους, αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως που υπάρχει στη δικογραφία, επισπεύδει τη συζήτηση, κλήτευση αυτών προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα, αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει, λόγω της σχέσης απλής ομοδικίας που έχουν προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τους ίδιους, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους, πρέπει ο Άρειος Πάγος να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 335/2018).
Ως προς την αντίθετη από 11.11.2016 και αριθ. καταθ. 46/2016 αίτηση αναίρεσης, κατά τη συζήτηση παραστάθηκαν οι υπό στοιχ. 1η, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7η, 9ος, 10ος, 11η, 12η, 13η, 14ος, 19η, 20ος, 21ος, 23ος, 24ος, 25η, 26ος, 27η, 31ος, 32η, 33η, 34ος, 35ος, 36η, 37ος, 38ος, 39ος, 42ος, 44η, 45η, 46ος, 48ος, 49ος, 50ος, 51η, 52η, 54η, 55η, 56ος, 57η, 58ος, 59η, 60η, 61ος, 62ος, 65ος, 66η, 67ος, 69ος, 70ος και 71η των αναιρεσειόντων και το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο νομίμως εκπροσωπούμενο από την ίδια ως άνω πάρεδρο του Ν.Σ.
Αντιθέτως, δεν εμφανίστηκαν οι από τους αναιρεσείοντες 2η, 8η, 15ος, 16ος, 17ος, 18η, 22ος, 28ος, 29η, 30η, 40ος, 41ος, 47η, 53η, 63η, 64η, 68ος, 72η και 73ος. Δεν αποδεικνύεται δε ότι οι αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες (που δεν εμφανίστηκαν) έχουν διορίσει νομίμως, κατά την διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., τον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως, δικηγόρο Βασίλειο Άτσιο, ο οποίος, άλλωστε, δεν τους εκπροσώπησε κατά την εκφώνηση, ως πληρεξούσιος αυτών, με την εντολή να παρίσταται και να εκπροσωπεί αυτούς κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε ότι αυτοί έχουν κλητευθεί από το αντίδικό τους αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ή από τους, εμφανισθέντες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και επισπεύδοντες την συζήτηση, παραπάνω αναφερομένους ομοδίκους τους.
Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην μείζονα πρόταση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας.
Περαιτέρω επειδή σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 - ΚΑΑΑ δεν εφαρμόζονται στην παρούσα ειδική διαδικασία οι διατάξεις των άρθρων 286 έως 292 ΚΠολΔ περί βίαιης διακοπής δίκης (ΑΠ 1259/2017), η με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συζήτησης γνωστοποίηση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αιτούντων Βασίλειο Άτσιο του θανάτου της εκ των αιτούντων Ε.
συζ. Δ. Δ., το γένος Χ. Β., η οποία απεβίωσε στις 30.11.2017 μετά την άσκηση και των δύο αναιρέσεων, δεν επιφέρει τη διακοπή δίκης. Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι ως προς αυτήν, η οποία στην πρώτη των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως φέρεται ως αναιρεσίβλητη με αυξ. αριθμό 65 και στη δεύτερη τούτων ως αναιρεσείουσα με αυξ.
αριθμό 63, δεν υπάρχει δήλωση συνέχισης της δίκης από μέρους νομίμως δικαιουμένων προς τούτο, εχόντων ικανότητα διαδίκου προσώπων, ούτε αποδεικνύεται η κλήτευσή της, πρέπει η διεξαχθείσα και για τις δύο συνεκδικαζόμενες αναιρέσεις συζήτηση να κηρυχθεί και γι' αυτήν απαράδεκτη. Τέλος η καταχωρηθείσα στα πρακτικά δήλωση του ίδιου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου ότι, η επί της διεξαγομένης στο στάδιο αυτό δίκη της υπό κρίση αίτησης οφείλει να διακοπεί ως προς την Φ.
συζ. Ε. Ρ., 2η των αναιρεσειόντων και να συνεχιστεί από την Γ. Ρ. του Ε., ως αναγνωρισθείσας, δυνάμει της 114/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, μοναδικής ιδιοκτήτριας του με αριθμό ΚΑΔΕ ...04 ακινήτου και κατ' επέκτασιν δικαιούχου της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την 349/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, δεν έχει ουδεμία εν προκειμένω έννομη επιρροή όχι μόνο διότι δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, αλλα και διότι δεν συνιστά διακοπτικό κατά νόμο γεγονός της δίκης.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά για δημόσια ωφέλεια... και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση". Στέρηση της ιδιοκτησίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αποτελεί όχι μόνο η αφαίρεση της κυριότητας αλλά και ο ουσιώδης περιορισμός των εξουσιών του ιδιοκτήτη που απορρέουν από αυτή, αφού χωρίς αυτές η ιδιοκτησία καθίσταται αδρανής και κενή ουσιαστικού περιεχομένου (Ολ.ΑΠ 226/1999).
Ακολούθως με το άρθρο 18 παρ. 3 και 5 του Συντάγματος προβλέπεται το μέτρο της επίταξης και το μέτρο της προσωρινής στέρησης της χρήσης και κάρπωσης της ιδιοκτησίας ως εναλλακτική μορφή περιορισμού της ιδιοκτησίας, ελάσσονος επάχθειας σε σχέση με την απαλλοτρίωση. Τα σχετικά με την επίταξη ρυθμίζονται από διαφόρους νόμους.
Έτσι με το άρθρο 6 παρ. 20 εδ. α' του ν. 2052/1992, όπως αντικ. με το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 2366/1995, ορίστηκε ότι: "Για τα έργα διαπλατύνσεων οδών ή μεγάλων κυκλοφοριακών αρτηριών (αυτοκινητοδρόμων), καθώς και κυκλοφοριακών κόμβων... τα οποία χρηματοδοτούνται και από κοινοτικά προγράμματα περιορισμένου χρόνου και εφόσον έχει κηρυχθεί απαλλοτρίωση για την απόκτηση των αναγκαίων εκτάσεων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 1838/1951 προς εκτέλεση των έργων μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης".
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2052/1992 καταργήθηκαν με το άρθρο 7Α παρ. 8 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2882/2001 Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων και στη συνέχεια επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο 38 παρ. 1 του ν. 3016/2002. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 2576/1998 ορίστηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις περί επιτάξεων χώρων για την εκτέλεση συγκοινωνιακών έργων, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για την εκτέλεση όλων των άλλων μεγάλων δημοσίων έργων εθνικού επιπέδου, για τα οποία συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών.
Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 2 και 3 του ν. 1838/ 1951 ορίζεται άτι: "2. Επιτρέπεται η επίταξις υπό του Υπουργού Δημοσίων Έργων χώρων ή πραγμάτων αμέσως αναγκαιούντων εις την εκτέλεσιν των έργων υπό όρους και αποζημιώσεις κανονιζομένους και εγκρινομένους υπό του Υπουργού μετά γνώμην τού κατά το άρθρον 3 Συμβουλίου. 3.
Εν τοις περιπτώσεσιν επιτάξεων η αποζημίωσις καταβάλλεται αμέσως, επιτρεπομένης της περαιτέρω διεκδικήσεως διά της δικαστικής οδού κατά τας κειμένας διατάξεις...". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι επίταξη είναι η με αναγκαστικές διατάξεις στέρηση χρήσης κάποιου πράγματος από τον κύριό του, έναντι αποζημίωσης, για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης, που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη και υγεία.
Η επίταξη διαφέρει από την αναγκαστική απαλλοτρίωση γιατί, ενώ η τελευταία επιφέρει διαρκή στέρηση της χρήσης του πράγματος και μετάθεση της κυριότητάς του σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η επίταξη περιορίζεται στην προσωρινή αφαίρεση της χρήσης του πράγματος. Ο καθού η επίταξη εξακολουθεί να έχει την κυριότητα και τη νομή, ενώ την κατοχή αποκτά η διοίκηση ή ο υπέρ ου η επίταξη.
Η επίταξη διέπεται κατ' αρχήν από τις διατάξεις των ειδικών νόμων και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί μίσθωσης, εφόσον συμβιβάζονται με την ιδιαίτερη φύση της επίταξης (ΑΠ 480/2011). Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 2882/2001 "Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων ή προσοδοφόρων ιδιωτικών δασών ή προσοδοφόρων αστικών ακινήτων, που κατελήφθησαν νομίμως μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, όποιος έχει εμπράγματο δικαίωμα επί τούτων δύναται να ζητήσει αποζημίωση από το βαρυνόμενο με τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου, από την κατάληψή του μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης, εφόσον η καθυστέρηση της είσπραξης δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στον ίδιο ή σε υπαιτιότητα τρίτου.
Η σχετική αγωγή ασκείται ενώπιον του Εφετείου κατά τη διαδικασία του άρθρου 19, χωρίς όμως να αποκλείεται η έκδοση προδικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση υπαιτιότητας τρίτου, η κατ' αυτού αγωγή του δικαιούχου της αποζημίωσης ασκείται κατά την αυτή διαδικασία". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η εκδίκαση της αγωγής για την απωλεσθείσα πρόσοδο των καλλιεργουμένων αγροτικών ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά κατά την ειδική διαδικασία καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως (άρθρα 18 § 1, 19 §§ 5, 7 έως 9, 20 § 1 Ν. 2882/ 2001), προϋποθέτει κατάληψη των ακινήτων μετά την, προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2882/2001 συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Έτσι, λαμβανομένης υπόψη και της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 17 Συντάγματος ότι "Νόμος ορίζει τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ικανοποίησης των δικαιούχων για την πρόσοδο, την οποία έχασαν από το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε έως το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης", οι παραπάνω, περί παραπομπής στην αποκλειστική καθύλη αρμοδιότητα του Εφετείου διατάξεις, λόγω της έλλειψης ειδικής νομοθετικής προς τούτο πρόβλεψης, δεν έχουν εφαρμογή στην από μέρους των δικαιούχων αγωγική επιδίωξη των προσόδων που απωλέσθηκαν λόγω της κατάληψης των ήδη απαλλοτριωθέντων, πλην όμως, εξ αιτίας της μη συντέλεσης απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 6 § 20 εδ.
α' του ν. 2052/ 1992, όπως αντικ. με το άρθρο 6 § 4 του ν. 2366/1995, υπό επίταξη ευρισκομένων καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων. Δεδομένης συνεπώς, σύμφωνα με την διάταξη 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1406/1983, της υπαγωγής των διαφορών ουσίας που δημιουργούνται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιοκτητών των επιταχθέντων ακινήτων, και οι οποίες ως αντικείμενο έχουν τις έναντι αυτού (του Δημοσίου), αστικές αξιώσεις των τελευταίων που προέρχονται από την κατάληψη των ακινήτων τους λόγω νόμιμης ή παράνομης παράτασης της επίταξης, μέχρι την συντέλεση της απαλλοτρίωσης στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (ΣτΕ Ολομ. 3456/1998, ΑΠ 480/2011, ΑΠ 71/1987), δυναμένων επιπλέον να κρίνουν παρεμπιπτόντως αν υπάρχει ή όχι νόμιμη επίταξη, αφού ο έλεγχος αυτός δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο (ΑΠ 71/1987), η καθύλην αρμοδιότητα για την εκδίκαση των διαφορών αυτών προσδιορίζεται από τις γενικές περί καθορισμού καθύλην αρμοδιότητας διατάξεις των άρθρων 13 έως και 16 του ΚΠολΔ, αναλόγως ποσού, ενώ η σχετική δίκη διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την ειδική των απαλλοτριώσεων.
Περαιτέρω από τις διατάξεις α) του άρθρου 12 ΚΠολΔ που ορίζει στην παρ. 1 ότι "Δύο μόνο βαθμοί δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχουν, των οποίων την τήρηση το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως", στην παρ. 2 ότι "Αυτοτελής αίτηση δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά", β) του άρθρου 13 του ίδιου κώδικα, κατά το οποίο "για την εκδίκαση των υποθέσεων που υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια σε πρώτο βαθμό τα ειρηνοδικεία, τα μονομελή πρωτοδικεία και τα πολυμελή πρωτοδικεία" και τέλος γ) του άρθρου 19 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "Στην αρμοδιότητα των εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών και μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους", συνάγεται ότι η παράκαμψη του πρώτου βαθμού και υποβολή απευθείας αυτοτελούς αιτήσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκλείεται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με νόμο.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10, 11, 14 και 18 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης καθορίζεται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής. Ο καθορισμός γίνεται από το Δικαστήριο με ελεύθερη κρίση για τη διαμόρφωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1535/2018), ενώ στην περίπτωση απλής ενεργητικής ομοδικίας για τον προσδιορισμό της καθύλην αμοδιότητας του δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη το αίτημα κάθε ενάγοντος και αν οι απαιτήσεις υπάγονται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα διαφόρων δικαστηρίων, αρμόδιο είναι το ανώτερο από αυτά.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ όπως ίσχυε κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
Κατά τα άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.
Στην ένδικη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες με την απευθείας εισαχθείσα προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας από 3.4.2013 και με αριθμό κατάθεσης 241/2013 αίτηση - αγωγή τους, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, ισχυρίσθηκαν, ότι οι αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) ιδιοκτησίες τους απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου αναιρεσείοντος στην από 13-1-2017 και ήδη αναιρεσιβλήτου στην από 11-11-2016 των ως άνω συνεκδικαζομένων αιτήσεων για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή στο Ν.
Καρδίτσας του έργου "Άξονας Κεντρικής Ελλάδος Ε-65" στο τμήμα Χ.Θ. 63+21 έως Χ.Θ. 77+723, που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου …. του Νομού …. και με τη με αριθμό 297/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας καθορίσθηκε η προσωρινή τους αποζημίωση, ενώ εκκρεμεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας η από 11.3.2011 και με αριθ.
κατάθ. 248/2011 αίτησή τους, με την οποία ζητούν τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ως άνω αναγκαστικά απαλλοτριούμενα ακίνητά τους, μετά των υφισταμένων εντός αυτών επικειμένων - συστατικών - παραρτημάτων, την αναγνώριση της μείωσης της αξίας αυτών, καθώς και τη σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος.
Ότι με απόφαση του ΠΕΧΩΔΕ και κατόπιν ρητής έγγραφης συμφωνίας των διαδίκων, αποφασίσθηκε και έλαβε χώρα επίταξη και εξ αυτής κατάληψη των απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών τους, προκειμένου να εκτελεσθούν οι σχετικές εργασίες κατασκευής του έργου. Ότι η αρξαμένη κατά την καλλιεργητική περίοδο 2008-2009 επίταξη με σχετικές υπουργικές αποφάσεις παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι τις 21.2.2012, πλην όμως στους αιτούντες κατεβλήθησαν απ'το καθού η αίτηση και υπόχρεο προς τούτο Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει εκδοθέντων προς τούτο ενταλμάτων πληρωμής, αποζημιώσεις για την απώλεια της εσοδείας των καλλιεργητικών ετών 2008-2009, 2009 και 2010, έκτοτε δε και μέχρι την 21.2.2012 οπότε και συντελέσθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση σύμφωνα με το νόμο, στερήθηκαν την κατοχή και χρήση των επιταχθέντων, χωρίς το καθού να τους έχει καταβάλει την αποζημίωση για την στέρηση των καρπών των ιδιοκτησιών τους του έτους 2011 έως 21.2.2012 και σε μερικούς μέρος της αποζημιώσεως για την στέρηση των καρπών του έτους 2010.
Βάσει αυτών επικαλούμενοι την εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 17, 28 του Συντ/τος, 1 της ΕΣΔΑ, 17 § 1 του ΝΔ 979/1971, 914 και 298 ΑΚ και επικουρικά τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2882/2001, ζήτησαν, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο, τότε καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητο, αλλά και αναιρεσείον στην από 13-1-2017 των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων, να καταβάλει σε καθένα των αιτούντων το αναφερόμενο ποσό, νομιμοτόκως από την επομένη της λήξης εκάστης καλλιεργητικής περιόδου, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Ακολούθως το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, εξομοιώνοντας το αίτημα αποζημίωσης των ιδιοκτητών για τις απωλεσθείσες προσόδους από την λόγω επίταξης κατάληψη των αγροτικών ακινήτων τους, με το αίτημα καθορισμού οριστικής τιμής αποζημίωσης έκρινε εφαρμοστέα την διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2882/2001 σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 7Α του ίδιου Νόμου και υπήγαγε τη διαφορά στην ειδική διαδικασία καθορισμού τιμής μονάδος αποζημιώσεως, κρίνοντας εαυτό κατ' άρθρο 20 § 1 Ν. 2882/2001 αρμόδιο για την εκδίκασή της.
Με τις παραδοχές όμως αυτές η προσβαλλομένη υπέπεσε στην από το αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον η ως άνω εκδικασθείσα διαφορά αφορά απωλεσθείσες προσόδους απαλλοτριωθέντων αναγκαστικά καλλιεργούμενων αγροτικών ακινήτων, των οποίων όμως η απαλλοτρίωση δεν είχε εισέτι συντελεστεί, αποκλειομένης έτσι, κατά τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, της εφαρμογής του άρθρου 25 Ν. 2882/2001 όπως και της εφαρμογής του άρθρου 7Α του Ν. 2882/ 2001, επίκληση των οποίων γίνεται στην προσβαλλομένη για τη θεμελίωση της υπαγωγής της ένδικης υπόθεσης στην ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων.
Ειδικότερα είναι προφανές, ότι οι ρυθμίσεις των ως άνω διατάξεων περί υπαγωγής της ένδικης υπόθεσης στην ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και κατ' επέκταση στην καθύλη αρμοδιότητα του Εφετείου απευθείας με παράκαμψη του πρώτου βαθμού, δεν καταλαμβάνουν την ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η από μέρους των ιδιοκτητών των απαλλοτρωθέντων και προσωρινά επιταχθέντων ακινήτων, είσπραξη αποζημίωσης από την απώλεια των προσόδων των αγροτικών ακινήτων που, σύμφωνα με τις διατάξεις άρθρου 6 § 20 εδ.
α' του ν. 2052/1992, όπως αντικ. με το άρθρο 6 § 4 του ν. 2366/1995, έχουν καταληφθεί με επίταξη προκειμένου, στο χρόνο που διαμεσολαβεί από την κήρυξη μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, να εκτελούνται εργασίες κατασκευής του έργου για το οποίο κηρύχτηκε αυτή, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση και της αναλογικής εφαρμογής τους, ελλείψει ειδικής προς τούτο νομοθετικής πρόβλεψης.
Επομένως, ο από το άρθρ. 559 αρ. 5 του ΚΠολΔ πρώτος από την αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη ότι εσφαλμένα θεώρησε εαυτό καθύλην αρμόδιο είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συνακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της ίδιας αίτησης.
Εν συνεχεία, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά την οποία, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδιο", θα πρέπει, εκτός από τον κατά τα ως άνω προσδιορισμό του αρμοδίου καθύλην και τόπο δικαστηρίου στο οποίο θα δικαστεί σε πρώτο βαθμό η εν προκειμένω κατά παραπομπή υπόθεση, να καθορίσει και τη διαδικασία της εκδίκασής της.
Προς τούτο θα πρέπει να ληφθούν αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο: α) ο κατά τις διατάξεις άρθρα 6 έως 10 ΚΠολΔ υπολογισμός της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, β) όσον αφορά τις πολυπρόσωπες δίκες, το είδος της ομοδικίας που συνδέει τους διαδίκους, υφ' οιανδήποτε ιδιότητα φέρονται με την ένδικη αγωγή και στην περίπτωση που συντρέχει υποκειμενική κατ' άρθρο 74 ΚΠολΔ σώρευση αγωγών στο ίδιο δικόγραφο, (απλή ομοδικία), το παρ' εκάστου των εναγόντων ή το καθ' εκάστου των εναγομένων αιτούμενο ποσό και τέλος γ) τις κατ' άρθρ. 14 ΚΠολΔ επ.
γενικές και ειδικές για τον προσδιορισμό της καθύλη και κατά τόπον αρμοδιότητας διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες που καθορίζουν τη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η κατά παραπομπή υπόθεση. Στην υπό κρίσιν περίπτωση από την κατά τα παραπάνω επισκόπιση του δικογράφου της ένδικης από 3-4-2013 και υπ' αριθ.
κατάθ. 241/2013 αγωγής προκύπτει, ότι το παρ' εκάστου των συνδεομένων με απλή ομοδικία εβδομήντα τριών (73) εναγόντων που στρέφονται κατά του δημοσίου, αιτούμενοι την εξ αιτίας της κατάληψης του ακινήτου τους αποζημίωση για τις προσόδους που απώλεσαν λόγω της μη καλλιέργειας των επιταχθέντων αγροτικών εκτάσεων που βρίσκονται στο Νομό Καρδίτσας, δεν υπερβαίνει το ποσοτικό της καθύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου όριο των 20.000 €.
Ως εκ τούτου σύμφωνα με τα παραπάνω και κατ' εφαρμογήν α) των άρθρων 6, 7, 9, 10, 74 και 14 παρ. 1 ΚΠολΔ το οποίο ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής (2013) ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 Ν. 3994/2011 για τον καθορισμό της υλικής αρμοδιότητας και β) του άρθρου 29 ΚΠολΔ της αποκλειστικής δωσιδικίας ακινήτου, για τον καθορισμό της κατά τόπο αρμοδιότητας, στην οποία μεταξύ άλλων υπάγονται οι διαφορές από μίσθωση ακινήτου ή δικαιώματος που συνδέεται με την εκμετάλλευσή του, όπως εν προκειμένω συμβαίνει λόγω της απώλειας των προσόδων των καλλιεργητικά εκμεταλλεύσιμων εκτάσεων των εναγόντων, οι οποίες τελούσαν υπό επίταξη, αρμόδιο καθύλη και τόπο δικαστήριο, στο οποίο θα πρέπει να παραπεμφθεί για να δικαστεί σε πρώτο βαθμό η ένδικη αγωγή κατά την τακτική διαδικασία είναι το Ειρηνοδικείο Καρδίτσας.
Συνακολούθως της κατά τα ως άνω εν όλω αναίρεσης της προσβαλλόμενης και της παραπομπής της υπόθεσης στο καθύλην αρμόδιο δικαστήριο δεν υπάρχει πλέον δικονομικό έδαφος για την εκδίκαση της από 13.1.2017, δεύτερης των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης, η οποία, για τους παρισταμένους των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί.
Τα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Αρείου Πάγου κρίνονται συμψηφιστέα στο σύνολό τους και για τις δυο συνεκδικασθείσες αναιρέσεις, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 183, 179 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 11-11-2016 (αρ. κατ. 46/2016) και από 13-1-2017 (αρ. κατ. 1/2017) αιτήσεις αναιρέσεως.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13.1.2017 (αρ. καταθ. 1/19.1.2017) αίτησης για αναίρεση της 18/2016 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας ως προς τους 2η, 8η, 15η, 16ο, 17η, 21ο, 27ο, 28η, 29η, 38ο, 39ο, 41ο, 45η, 47η, 52η, 65η, 66η, 69ο, 71ο, 75η και 76η των αναιρεσιβλήτων.
Δικάζει ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους την αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 18/2016 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς τους παρόντες αναιρεσίβλητους.
Παραπέμπει την από 3-4-2013 και με αριθμ. κατάθ. 241/2013 αγωγή προς εκδίκαση σε πρώτο βαθμό στο καθύλη και κατά τόπο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 11.11.2016 (αρ. καταθ. 46/2016) αίτησης για αναίρεση της 18/2016 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας ως προς τους 2η, 8η, 15ο, 16ο, 17ο, 18η, 22ο, 28ο, 29η, 30η, 40ο, 41ο, 47η, 53η, 63η, 64η, 68ο, 72η και 73ο των αναιρεσειόντων.
Δικάζει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
Απορρίπτει αυτήν ως προς τους παρόντες αναιρεσείοντες.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου. Και
Συμψηφίζει στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων των ως άνω αναιρέσεων, τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ