1144/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1144/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 § 2 του ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1144 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1144/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδρονίκη Μαυρομάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4920/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4920/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δεχόμενη την από 18-3-2015 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα υπ' αριθμ. 152/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την από 20-4-2012 αγωγή του, αίτημα της οποίας ήταν να υποχρεωθεί εκείνη να του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ως οφειλόμενο βάσει συμβάσεως δανείου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§ 1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 §§ 1&3 ΚΠολΔ). 2.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 § 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο που δίκασε ως εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ήδη προ του έτους 2008 δραστηριοποιείτο ως έμπορος στον τομέα της εμπορίας και μεταφοράς υγρών καυσίμων και είχε από ετών φιλικες και οικογενειακές σχέσεις με την οικογένεια της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) αλλά και με την ίδια.
Ο προαναφερθείς (πέραν της ανωτέρω επαγγελματικής ενασχόλησής του), μαζί με την μητέρα της εναγομένης, Μ. Λ. από το έτος 1996 ίδρυσαν εταιρία περιορισμένης ευθύνης με το διακριτικό τίτλο "...", που σκοπό της είχε την παρασκευή και εμπορία ειδών ζαχαροπλαστικής και συναφών ειδών. Στην παραπάνω εταιρία, απασχολήθηκε ως εργαζόμενη η εναγομένη, η οποία παρά το νεαρό της ηλικίας της (γεννηθείσα το 1986), από το έτος 2003 εργάστηκε στην άνω εταιρία, επίσης δε, εργάστηκε και στη συνέχεια κατά τα έτη 2005, 2006, 2007 έως και 3-4-2008, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αναγγελίες πρόσληψης αλλά και καταγγελίες συμβάσεων αορίστου χρόνου, ενώ περαιτέρω στο επόμενο χρονικό διάστημα ομοίως εργάστηκε κατά τα έτη 2010 και 2011 και δη έως 30-4-2011, οπότε έληξε η υπογραφείσα μεταξύ της ανωτέρω και της εργοδότριας εταιρίας σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.
Για όσο χρονικό διάστημα η εναγόμενη εργάστηκε στην άνω εταιρία, η καταβολή του μισθού της γινόταν με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που η ίδια τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (αριθμός λογαριασμού …..88), στον οποίο όμως δεν ήταν η μοναδική δικαιούχος, καθώς ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε ως κοινός, με συνδικαιούχους τη μητέρα αυτής Μ.
και τον αδελφό της Ε.. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η μητέρα της εναγόμενης, Μ. Λ., τηρούσε επίσης στην ίδια Τράπεζα και έτερο λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό ….89 (κοινό με το σύζυγό της Γ. Λ.), επιπλέον δε, η συσταθείσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης τηρούσε ομοίως στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος λογαριασμό όψεως, δοθείσης της αδυναμίας των εμπορικών εταιριών να τηρούν απλούς καταθετικούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου.
Με βάση τα παραπάνω ... αποδεικνύεται η ύπαρξη αυτού (καταθετικού λογαριασμού) στο όνομα της Μ. Λ. (κοινού με το σύζυγό της), που σαφώς και ήταν δυνατό να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των εταίρων, αν ανέκυπτε ζήτημα κατάθεσης χρηματικού ποσού. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη κατά το έτος 2008 (μετά την απόλυσή της κατά την 3η- 4-2008) δεν εργάστηκε στην άνω εταιρία συμφερόντων (και) της μητέρας της, αλλά σε σχολή πληροφορικής.
Η προρρηθείσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας η διαχείριση των υποθέσεων είχε ανατεθεί και στους δύο εταίρους (ενάγοντα και μητέρα της εναγομένης), ενεργούντων είτε από κοινού είτε ο καθένας τους χωριστά στο όνομα της εταιρίας, συνέχισε την παραγωγική λειτουργία της έως το έτος 2011, χρόνο κατά τον οποίο έπαψε να εμφανίζει κέρδη και για το λόγο αυτό λίγο αργότερα διέκοψε κάθε εμπορική δραστηριότητα και έκλεισε.
Μάλιστα κατά το έτος 2012 η μητέρα της εναγόμενης, Μ. Λ., κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αίτησή της, με την οποία ζητούσε να της επιτραπεί η έξοδός της από την εταιρία, όπως και πράγματι έγινε, εκδοθείσας της υπ' αριθ. 29321/2012 απόφασης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι μέχρι το έτος 2011 οι σχέσεις των διαδίκων αλλά και του ενάγοντος με ολόκληρη την οικογένεια της εναγομένης (ιδίως τη μητέρα της, Μ.) ήταν καλές (....).
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι κατά το έτος 2008, οι σχέσεις των διαδίκων ήταν αρμονικές και ουδόλως είχαν διαταραχθεί, ο δε ενάγων λόγω των οικογενειακών σχέσεών του με την οικογένεια της εναγομένης (ιδίως λόγω του ότι η σύζυγός του διατηρούσε μακρά φιλική σχέση με τη Μ. Λ., η δε στενή σχέση τους υπήρξε ένας από τους λόγους της ίδρυσης μεταξύ τους της ΕΠΕ), γνώριζε την εναγομένη, Φ.
Λ., από πολύ μικρή (νηπιακή) ηλικία και μεταξύ τους είχαν αναπτυχθεί σχέσεις εμπιστοσύνης. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η εναγομένη στα μέσα Δεκεμβρίου 2008 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ενάγοντα και του εξέθεσε ότι είχε ανάγκη ποσού 15.000 ευρώ, χωρίς ωστόσο να του αναφέρει το λόγο. Ο ενάγων, προκειμένου να βοηθήσει την εναγομένη και ενόψει των ιδιαίτερα αρμονικών σχέσεων τους σε συνδυασμό με την τότε υφιστάμενη οικονομική ευχέρεια αυτού, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά του σημειώματα (...), απευθύνθηκε στην αδελφή του Ν.
Π. (εξετασθείσα μάρτυρα απόδειξης) και της ζήτησε να μεταβεί σε Τράπεζα όπου ο ίδιος τηρούσε λογαριασμό (κοινό ομοίως με την αδελφή του), να αναλάβει το ποσό αυτό και στη συνέχεια να το καταθέσει στο λογαριασμό μισθοδοσίας της εναγομένης στην Εμπορική Τράπεζα. Πράγματι, η Ν. Π. μετέβη στην Τράπεζα Millenium Bank, από όπου ανέλαβε το ποσό των 15.000 ευρώ και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα (μισής ώρας περίπου) κατέθεσε το ποσό αυτό στο λογαριασμό με αριθμό …..88 της Εμπορικής Τράπεζας, που η Φ.
Λ. τηρούσε από κοινού με την μητέρα της και τον αδελφό της. Οι ανωτέρω κινήσεις εμφαίνονται από το έγγραφο ανάληψης του άνω ποσού και το καταθετήριο της Εμπορικής Τράπεζας, σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη φωτοτυπία του βιβλιαρίου της εναγομένης, όπου εμφανίζεται η κατάθεση υπό την ένδειξη ΚΑΒ [Κ(ατάθεση) Α(νευ) Β(ιβλιαρίου)].
Σημειώνεται, ότι στην ίδια σελίδα του βιβλιαρίου εμφανίζεται ακόμη μια κατάθεση, ομοίως 15.000 ευρώ (με την ένδειξη ΚΤΘ) και προσκομίζεται το αντίστοιχο γι' αυτήν καταθετήριο, όπου υπάρχει υπογραφή του καταθέτη και χειρόγραφη επ' αυτού σημείωση (πάνω από την υπογραφή) του ονόματος "Μ.". Για το ληφθέν αυτό δάνειο δεν υπογράφηκε κάποιο έγγραφο, εξαιτίας των παραπάνω σχέσεων των διαδίκων, της μεταξύ τους δημιουργηθείσας σχέσης εμπιστοσύνης και τη συνακόλουθη ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, το οποίο θα αποδείκνυε τη σύμβαση δανείου και το περιεχόμενό της (άρθρο 394 § 1 στοιχ.
β ΚΠολΔ). Η εναγομένη, αποδεχόμενη την κατάθεση του ως άνω ποσού στο βιβλιάριό της, αρνείται την κατάρτιση της σύμβασης δανείου ισχυριζόμενη ότι: α) κατά το έτος 2008 ήταν μόλις 22 ετών εργαζόμενη σε σχολή πληροφορικής και χαμηλά αμειβόμενη, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για να λάβει δάνειο από τον ενάγοντα, β) τα χρήματα που κατατέθηκαν στο λογαριασμό της ουσιαστικά δεν αφορούσαν την ίδια αλλά τη συνδικαιούχο του λογαριασμού μητέρα της, γ) η συναλλαγή με την μητέρα της ουδόλως αφορούσε δάνειο αλλά το κατατεθέν ποσό των 15.000 ευρώ αποτελούσε οφειλή του ενάγοντος προς την εταιρία περιορισμένης ευθύνης "...", καθώς ο παραπάνω είχε προεισπράξει το ποσό αυτό για κάλυψη προσωπικών του αναγκών, η δε κατάθεση ήταν το αποτέλεσμα συμφωνίας των εταίρων, έγινε δε το κρίσιμο χρονικό διάστημα καθώς η μητέρα της είχε ανάγκη των χρημάτων αυτών προς κάλυψη προσωπικών της επιταγών που επρόκειτο να εμφανιστούν προς είσπραξη και τέλος δ) οι σχέσεις των διαδίκων ήταν εκρηκτικές από το 2008, γεγονός που οδήγησε τη μητέρα της να εξέλθει της εταιρίας το 2012.
Με όλα τα παραπάνω, συμπλέει και η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος ωστόσο δεν είχε γνώση των εταιρικών υποθέσεων, η δε κατάθεση του ουσιαστικά στηρίζεται στις αναφορές που έχουν γίνει στον ίδιο από την ξαδέλφη του Μ. Λ. (μητέρα της εναγόμενης). Αναφορικά με τα παραπάνω, ήδη αναφέρθηκε ότι έως το 2011 οι σχέσεις τόσο των διαδίκων όσο και του ενάγοντα με ολόκληρη την οικογένεια της εναγόμενης υπήρξαν πολύ καλές και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η κατά το έτος 2012 έξοδος της εταίρου Μ.
Λ. είχε δρομολογηθεί από το έτος 2008, αφενός λόγω του απομακρυσμένου χρονικού διαστήματος (2008 -2012) και αφετέρου λόγω της ανυπαρξίας αναφοράς συγκεκριμένων γεγονότων (αναγόμενων στο έτος 2008) που θα υποδείκνυαν διάσπαση των σχέσεων τους. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι ο μάρτυρας της εναγομένης ισχυρίζεται ότι η καταβολή του ποσού των 15.000 ευρώ στον καταθετικό λογαριασμό της εναγομένης ήταν συνέπεια "εσωτερικού διακανονισμού" μεταξύ του ενάγοντος και της συνδικαιούχου αυτού Μ.
Λ., τούτο δεν αποδεικνύεται βάσιμο. Ειδικότερα, ο παραπάνω μάρτυρας ανέφερε γενικά (σελ. 10-11 των πρακτικών) ότι "...πολλοί μέτοχοι λένε "ας πάρω κάποια λεφτά από το ταμείο και θα τα επιστρέψω", έτσι γίνεται πολλές φορές, είναι συνήθης η τακτική των εταίρων", ακολούθως κατέθεσε ότι η εξαδέλφη του, του είπε ότι "ο Π.
οφείλει λεφτά στην εταιρία", χωρίς ωστόσο να γνωρίζει περαιτέρω οποιεσδήποτε οικονομικές διαφορές ή δοσοληψίες των εταίρων. Τα ανωτέρω κατατεθέντα, πέρα από τις αοριστίες τους, ανατρέπονται από τις προσκομιζόμενες από την πλευρά του ενάγοντος δύο βεβαιώσεις του λογιστή της εταιρίας με την επωνυμία "...", Μ.
Μ., ο οποίος βεβαιώνει ότι, όπως προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία αυτής, ο ενάγων ουδέποτε είχε χρεωστικό υπόλοιπο προς την εταιρία, ενώ η εταιρία επίσης ουδέποτε είχε οφειλή προς την Μ. Λ..... Άλλωστε, η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα δεν κρίνεται αξιόπιστη ακόμη και στο σημείο της όπου γίνεται αναφορά του λόγου για τον οποίο επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός (με όνομα πρώτης δικαιούχου της Φ.
Λ.) για την κατάθεση των χρημάτων (ακόμη και υπό την αναληθή προϋπόθεση ότι επρόκειτο για οφειλή του ενάγοντος προς την εταιρία) αντί για το λογαριασμό όψεως της εταιρίας, που τηρείτο ομοίως στην ίδια Τράπεζα. Ως προς τα ανωτέρω, ο ίδιος μάρτυρας αναφέρει ότι από την πλευρά του ενάγοντος έγινε η κατάθεση του ποσού των 15.000 ευρώ (που κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης αφορά οφειλή του προς την εταιρία) στον λογαριασμό ταμιευτηρίου της εναγομένης και όχι στο λογαριασμό όψεως της εταιρίας, γιατί ο λογαριασμός "του ταμιευτηρίου έχει πάντα υψηλότερους τόκους".
Ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ισχυρισμού περί υψηλότερου επιτοκίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Μ. Λ. (εταίρος) στην ίδια τράπεζα διατηρούσε καταθετικό λογαριασμό στο δικό της όνομα αλλά και του συζύγου της (που χρησιμοποιείτο και για εταιρικές υποθέσεις), όπου σαφώς με τις ίδιες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να γίνει κατάθεση ποσού, εάν πραγματικός σκοπός ήταν η επιστροφή οφειλομένων στην εταιρία και η επίτευξη μεγαλύτερου επιτοκίου (ισχυρισμό που ωστόσο δεν προβάλει ούτε η ίδια η εναγόμενη, η οποία επικαλείται μόνο την ανάγκη ύπαρξης διαθέσιμου υπολοίπου στο λογαριασμό όψεως για κάλυψη επιταγών της μητέρας της στο αμέσως προσεχές διάστημα).
Πλέον τούτων, ο ανωτέρω μάρτυρας, αναφερόμενος στον τρόπο κατάθεσης του ετέρου ποσού των 15.000 ευρώ την ίδια ημέρα στο λογαριασμό της εναγομένης και, προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό της τελευταίας ότι η ίδια δεν είχε ανάγκη λήψης δανείου, αλλά αντίθετα η μητέρα της ήταν αυτή που προκάλεσε τελικά την κατάθεση των σχετικών ποσών που φαίνονται στο λογαριασμό της, ισχυρίστηκε ότι η ίδια η Μ.
Λ. κατέθεσε στον επίδικο λογαριασμό το έτερο ποσό των 15.000 ευρώ. Ο ισχυρισμός περί κατάθεσης από την παραπάνω αναφερόμενη, ουδόλως αποδεικνύεται βάσιμος, αν ληφθεί υπόψη η - ακόμη και με γυμνό μάτι - διαφορετικότητα της υπογραφής επί του αντιγράφου του από 17-12-2008 καταθετηρίου στη θέση του καταθέτη σε σχέση με την υπάρχουσα υπογραφή (και εμφανιζόμενη ως προερχόμενη από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τη Μ.
Λ.) στο αντίγραφο του από 19-12-2008 εγγράφου, που απευθύνεται στην Εμπορική Τράπεζα και αφορά εντολή της για ανάληψη ποσού 31.800 ευρώ από το λογαριασμό 58981788 σε λογαριασμό όψεως με αριθμό ….47. Και είναι μεν αλήθεια ότι μετά το ανωτέρω από 19-12-2008 έγγραφο, το χρηματικό ποσό των 31.800 ευρώ μεταφέρθηκε στον λογαριασμό όψεως που τηρούσε η ΕΠΕ "..." στην Εμπορική Τράπεζα, από το αντίγραφο κίνησης του οποίου (εξτρέ) προκύπτει η κάλυψη δύο επιταγών (ποσού 16.800 ευρώ στις 19-12-2008 και ποσού 10.000 ευρώ στις 22-11-2008, όπως άλλωστε και ανάληψη χρηματικού ποσού 4.990 ευρώ ομοίως στις 22-12-2008), τα ανωτέρω όμως, που αφορούν μεταγενέστερη της σύναψης του δανείου πορεία του χρηματικού ποσού των 15.000 ευρώ, με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, δεν μπορούν να οδηγήσουν στην κρίση ότι υπήρχε οφειλή από τον ενάγοντα και όχι κατάρτιση δανείου, ούτε άλλωστε ότι, ακόμη και αν ελήφθη δάνειο, αυτό αφορούσε τη Μ.
Λ. και όχι την εναγομένη. Τέλος, το γεγονός ότι η εναγομένη επικαλείται ότι ήταν ιδιαίτερα νέα και χαμηλά αμειβόμενη από την εργασία της, δεν σημαίνει ότι δεν είχε λόγο να καταρτίσει σύμβαση δανείου με τον ενάγοντα, δοθέντος μάλιστα ότι η παραπάνω κατά το 2008 είχε σημαντική και τουλάχιστον πενταετή εργασιακή εμπειρία, η δε επιστροφή του δανείου ουδόλως εμφανιζόταν επισφαλής κατά το χρόνο σύναψής του, καθώς ήδη από τα προγενέστερα έτη, η εναγομένη διατηρούσε σταθερή απασχόληση στην εταιρία συμφερόντων και της μητέρας της (προσλαμβανόμενη από την ΕΠΕ, απολυόμενη για διαστήματα και επαναπροσλαμβανόμενη ανάλογα με τις ανάγκες της εταιρίας), η οποία (εταιρία) εκείνο το διάστημα απασχολούσε και συντηρούσε πολλά μέλη των οικογενειών των εταίρων.
Τέλος, αναφορικά με το ποια ήταν η ακριβής αιτία του δανεισμού της, ήτοι ο σκοπός χρησιμοποιήσεως του δανείσματος, δεν αποτελεί εν προκειμένω το κρίσιμο ζήτημα και δεν έχει καμία νομική σημασία, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η εναγομένη πράγματι δανείσθηκε από τον ενάγοντα, κατά τα ανωτέρω, το ποσό των 15.000 ευρώ, το δε γεγονός ότι τα χρήματα που έλαβε η προαναφερθείσα προορίζονταν ακολούθως για κάλυψη των επιταγών της μητέρας της, που τα χρειαζόταν, δεν αναιρεί την άμεση ανάγκη προς δανεισμό της από τον ενάγοντα του παραπάνω ποσού....
Ενόψει όλων όσων προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει πειστική την προαναφερόμενη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος αναφορικά με την κατάρτιση του δανείου προς την εναγομένη, το Δεκέμβριο του έτους 2008 για ποσό 15.000 ευρώ, με την συμφωνία να του επιστραφεί αυτό άτοκα έως την 30-11-2011. Τελικά, όμως, αποδείχθηκε ότι το δανεισθέν ποσό δεν επιστράφηκε από την εναγόμενη κατά τον συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων χρόνο, αφού η εναγόμενη αδιαφόρησε και δεν το επέστρεψε.
Μετά την πάροδο της μεταξύ τους συμφωνηθείσας δήλης ημέρα, ο ενάγων ζήτησε επανειλημμένα την επιστροφή του δανεισθέντος ποσού, όμως η εναγόμενη αρνήθηκε να του το αποδώσει. Για το λόγο αυτό απέστειλε στην εναγόμενη σχετική εξώδικη δήλωσή του, στην οποία και η παραπάνω αντέδρασε, με σχετική αρνητική απάντησή της αλλά και με την υποβολή έγκλησης σε βάρος του ενάγοντος.
Για το λόγο αυτό, ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή, με την οποία ζήτησε την επιστροφή του δανεισθέντος ποσού, ενώ ήδη οι σχέσεις των διαδίκων είχαν ενταθεί, ιδίως λόγω των κακών σχέσεων που δημιουργήθηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της μητέρας της εναγομένης, εξαιτίας της κακής πορείας των εταιρικών υποθέσεων, από την έναρξη του έτους 2011.
Με βάση όλα τα προεκτεθέντα έπρεπε η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη...". Με τις παραδοχές αυτές το μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, ερευνώντας κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε αυτήν υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το αιτούμενο ποσό των 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 1ης-12-2011.
Κρίνοντας έτσι το ως άνω δικαστήριο, μετ' εκτενή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, γιατί οι πιο πάνω αιτιολογίες είναι σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 806 - 808 ΑΚ, που εφάρμοσε.
Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, γιατί περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες όμως δεν αναφέρονται στις άνω ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως και το σαφές αποδεικτικό πόρισμα που διαλαμβάνεται σ' αυτήν, αλλά στην ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την ίδια απόφαση, το δικαστήριο δεν προέβη σε ερμηνεία δικαιοπραξίας και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, παραπονείται για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. 3.
Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφιο β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την σε αυτούς υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνος δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε την ανάγκη συνάψεως δανείου ενός τόσο μεγάλου ποσού, ο δε αναιρεσίβλητος είχε τη βούληση να της το παράσχει, αν και αυτή ήταν ιδιαίτερα νέα και αμειβόμενη με χαμηλές αποδοχές από την εργασία της, διαθέτοντας μόνο πενταετή εργασιακή εμπειρία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δι' αυτού πλήττονται τα όσα ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε το ως εφετείο δικάσαν δικαστήριο. 4.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ προσβάλλεται η ως άνω απόφαση διότι έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα ισχυρισμό περί πλαστότητας του από 17-12-2008 καταθετηρίου τραπέζης της μητέρας της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός ερείδεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, καθόσον, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου για πλαστότητα του ως άνω εγγράφου, ήτοι κατάρτιση αυτού από κάποιον με σκοπό την παραπλάνηση άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, αλλ' απλώς εκτίμηση του δικαστηρίου ότι η επίμαχη υπογραφή δεν είχε τεθεί από τη μητέρα της αναιρεσείουσας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Μαΐου 2017 αίτηση της Φ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4920/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ