1144/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1144/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αρ. καταθ. …/11.07.2011 έφεση του ενάγοντος κατ' ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνωρίσθηκε ότι οι ως άνω εναγόμενες εταιρείες υποχρεούνται κατ' ισομοιρία να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 227.613,72 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1144 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1144/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Μονοχάρτζη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Γ. Π., ο οποίος απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 31/7/2015 κλήση και κληρονομήθηκε από τους καλούντες, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη. Των καλούντων: 1)Φ. χήρας Μ. Π., το γένος Σ. Π., 2)Γ. Π. του Μ., 3)Α. Π. του Μ., 4)Α. Π. του Μ., κατοίκων ... και 5)Ε. Π. του Μ. και Β. - Ε. συζ. Ε. Π., το γένος Χ. Κ., κατοίκων ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Π. - Μ., και 6)Μ. - Τ. Π. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αθανασόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2010 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2766/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 3/3/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 11/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 03.03.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών για παροχή εργασίας, 2766/2014 τελεσίδικη απόφαση του Tριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσία την από …/11.07.2011 έφεση του ενάγοντος κατά της 50/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η από 16.06.2010 αγωγή του ενάγοντος με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρεία "...
Α.Ε" (και ήδη αναιρεσείουσα) και η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" υποχρεούνται να του καταβάλουν κατ' ισομοιρία το συνολικό ποσό των 941.309,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως υπόλοιπο αμοιβής και εξόδων για τις παρασχεθείσες από αυτόν υπηρεσίες ως Επιδιαιτητή.
Με την εφετειακή απόφαση, απορρίφθηκαν: α) η από 28.04.2011 με αυξ. αρ. καταθ. …/02.05.2011 έφεση της πρώτης εναγόμενης εταιρείας "... Α.Ε" (ήδη αναιρεσείουσας) και β) η από 15.04.2011 και με αυξ. αρ. καταθ. …/18.04.2011 έφεση της δεύτερης εναγομένης εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και έγινε δεκτή η από 08.07.2011 και με αυξ.
αρ. καταθ. …/11.07.2011 έφεση του ενάγοντος κατ' ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και αναγνωρίσθηκε ότι οι ως άνω εναγόμενες εταιρείες υποχρεούνται κατ' ισομοιρία να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 227.613,72 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης της πρώτης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε" ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Εξάλλου μετά τον επισυμβάντα κατά την 31.01.2014 θάνατο του ενάγοντος Μ. Π., νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη με την από 31.07.2015 κλήση οι: 1) Φ.
χήρα Μ. Π., το γένος Σ. Π., 2) Γ. Π. του Μ., 3) Α. Π. του Μ., 4) Α. Π. του Μ., κάτοικοι ..., 5) Ε. Π. του Μ. και Β. - Ε. συζ. Ε. Π., το γένος Χ. Κ., κάτοικοι ..., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Π. - Μ., 6) Μ. - Τ. Π. του Μ., κάτοικος .... Oι ανωτέρω είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Μ. Π. του Γ. και της Α., ο οποίος απεβίωσε κατά την 31 Ιανουάριου 2014 στην … (βλ.
υπ' αριθμ. …, τομ. … έτος 2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου …), χωρίς να αφήσει διαθήκη. Ειδικότερα , η πρώτη από τους παραπάνω είναι σύζυγος του ως άνω αποβιώσαντος, ενώ οι 2ος, 3η, 4η και 6η τέκνα του. Ο 5ος από αυτούς του οποίου ασκούν τη γονική μέριμνα οι γονείς του Ε. Π. του Μ. και Β. - Ε. συζ. Ε. Π., το γένος Χ.
Κ., είναι εγγονός του θανόντος, νόμιμα εκπροσωπούμενος ως ανήλικος (γεννημένος 08.02.2013) από τους εν λόγω γονείς του και υπεισήλθε στη κληρονομική διαδοχή, κατόπιν αποποίησης από τους τελευταίους της κληρονομιάς του εν λόγω αποβιώσαντος. Προς πιστοποίηση της κληρονομικής ιδιότητας των παραπάνω, ως κληρονόμων του ως άνω θανόντος, έχει εκδοθεί και η υπ' αριθμ.
…/2014 Διάταξη της Ειρηνοδίκη Κορωπίου. Η υπόθεση είχε προσδιορισθεί αρχικά προς συζήτηση κατά την 23.02.2016, κατά την οποία λόγω της αποχής των δικηγόρων η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παραπάνω δικάσιμο (25.10.2016). Από το συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4, 216 παρ. 1 και 680 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής που εισάγεται κατά τη διαδικασία των διαφορών από παροχή εργασίας (άρθρ. 678 - 681 ΚΠολΔ) πρέπει να περιέχει, εκτός από άλλα, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, η οποία συντελείται με την έκθεση εκείνων των πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος που με αυτή ασκείται (AΠ 101/2006 ΤΝΠ Νόμος).
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).
Tο ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το εν λόγω δικαστήριο αξίωσε στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα εκτιθέμενα στην αγωγή, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. (AΠ 443/2011 Νόμος).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 217/2005). Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (Ολ.
ΑΠ 2/01, ΑΠ 12/00, ΑΠ 2001/09). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τόπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 373/2004), δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ (ΑΠ 17/2000). Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010, βλ.
και Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1697/2013 Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, με την από 16.06.2010 και με αρ. καταθ. .../21.062010 αγωγή, ο ενάγων, δικαστικός λειτουργός, αφού δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της προγενέστερης από 05.05.2010 με αριθμό καταθέσεως .../2010 ομοίας αγωγής, που είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της πρωτης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ" και ήδη αναιρεσείουσας καθώς και της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 7076/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί της από 3-9-1997 αίτησης της Α.Ε. με την επωνυμία "...
Α.Ε", καθολική διάδοχος της οποίας από συγχώνευση με απορρόφηση είναι η τώρα πρώτη εναγόμενη με την επωνυμία "... Α.Ε.", σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. .../29.01.1998 Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών ορίσθηκε, με την ιδιότητά του τότε ως …, Επιδιαιτητής για την επίλυση της διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ 1) αφενός μεν της Α.Ε με την επωνυμία "...
Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας από συγχώνευση με απορρόφηση είναι η τώρα πρώτη εναγόμενη Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε.", 2) αφετέρου δε της Α.Ε με την επωνυμία "... Α.Ε.", [μετέπειτα "... Α.Ε.Β.Ε " και, μετά την .../2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών με καταχώρηση στο Μητρώο Α.Ε. την 29-5-2007 και δημοσίευση στο ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε.) .../1-6-2007, ήδη Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε"] (τώρα εναγόμενων), που προέρχονταν από την μεταξύ των ως άνω εταιρειών υπογραφείσα στις 25.09.1996 συμφωνία, που περιείχε ρήτρα διαιτησίας, διεπόμενη από τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 17 της ως άνω συμβάσεως. 'Ότι μετά τον κατά τα προαναφερθέντα διορισμό του, συγκροτήθηκε το διαιτητικό δικαστήριο, αποτελούμενο από τον ενάγοντα, Δικαστικό λειτουργό, ως επιδιαιτητή και από τους διαιτητές δικηγόρους Αθηνών Κ.
Π., που είχε διορίσει η Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε.", και Γ. Η., που είχε διορίσει η Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε". Ότι μετά την προαναφερόμενη συγκρότηση του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου συζητήθηκε την 18.03.1998 η μεταξύ των ως άνω προσφευγουσών Α.Ε. υπόθεση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ότι δεν περατώθηκε η συζήτηση σε μια συνεδρίαση, ότι διατάχθηκαν εμμάρτυρες και λοιπές αποδείξεις, μετά την περάτωση των οποίων, κατά την 3.6.1999, άρχισαν οι διασκέψεις του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου προς έκδοση αποφάσεως.
Ότι, ενώ οι διασκέψεις του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου συνεχίζονταν, το μέλος του διαιτητικού Δικαστηρίου διαιτητής Γ. Η., που είχε διοριστεί από την Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε.", αποχώρησε αυτοβούλως στις 21.04.2000, ημέρα διασκέψεως του ως άνω διαιτητικού Δικαστηρίου, κατά τα στην υπό κρίση αγωγή ιστορούμενα, στη θέση του δε η ως άνω Α.Ε. (δεύτερη εναγόμενη) διόρισε ως Διαιτητή τον …, Β.
Κ., Ότι επακολούθησε ανασυζήτηση της υποθέσεως, διατάχθησαν νέες αποδείξεις, μετά την περάτωση των οποίων, κατά τις αρχές Μαΐου 2001, άρχισαν οι διασκέψεις του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου. Ότι οι ως άνω διασκέψεις, αφού διακόπηκαν, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή, επαναλήφθηκαν κατά την 23-12-2002, και συνεχίστηκαν μέχρι την 4-2-2003, οπότε εκδόθηκε η υπ' αρ. 8/2003 παρεμπίπτουσα απόφαση του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου να διεξαχθεί η με την ίδια απόφαση διαταχθείσα λογιστική οικονομολογική πραγματογνωμοσύνη, από τον διορισθέντα με την απόφαση πραγματογνώμονα Η.
Κ., ορκωτό Ελεγκτή - Λογιστή της ... Α.Ε. Ότι ο ανωτέρω πραγματογνώμων συνέταξε την από 30-4-2003 πραγματογνωμοσύνη, την οποία κατέθεσε στο Γραμματέα του διαιτητικού δικαστηρίου κατά την 15.05.2003. Ότι μετά την προαναφερόμενη διεξαγωγή της ως άνω λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, επαναλήφθηκε κατά την 6-6-2003 η συζήτηση της υποθέσεως, που συνεχίστηκε στις συνεδριάσεις του διαιτητικού δικαστηρίου στις 18-6-2003 και στις 30-6-2003 στο ακροατήριό του, προς υποβολή διευκρινιστικών ερωτήσεων από τα μέλη του διαιτητικού δικαστηρίου, τους διαδίκους και τους τεχνικούς συμβούλους αυτών, στον ως άνω πραγματογνώμονα σε σχέση με το περιεχόμενο της ως άνω εκθέσεώς του και του πορίσματος αυτής.
Ότι παρασχέθηκε ακολούθως στους διαδίκους προθεσμία προς κατάθεση προτάσεων και των επ' αυτών προσθηκών - αντικρούσεων, η οποία έληξε κατά την 18.09.2003. Ότι το διαιτητικό δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη στις 16.10.2003, που διεκόπη αρχικά για την 11.11.2003, προκειμένου τα μέλη του διαιτητικού δικαστηρίου να μελετήσουν το αποδεικτικό υλικό, ο δε ενάγων, ως Επιδιαιτητής, να ετοιμάσει την "Εισήγησή" του, εν συνεχεία για την 25.11.2003 και τελικά για την 05.12.2003, οπότε ο ενάγων εξέθεσε τις απόψεις του επί των αποδεικτέων θεμάτων, επί των οποίων και άρχισαν αμέσως οι διασκέψεις του διαιτητικού δικαστηρίου, με την προβολή των παρατηρήσεων - απόψεων των λοιπών μελών αυτού, που συνεχίστηκαν μέχρι την 30.03.2004, οπότε ερωτηθέντων των διαιτητών από τον ενάγοντα - επιδιαιτητή εάν ήσαν έτοιμοι να προσέλθουν για την τελική κρίση των, ο διαιτητής της εναγόμενης ζήτησε να ακολουθήσει μία ακόμη συνεδρίαση, προκειμένου να προετοιμαστεί, ορίσθηκε δε για τον σκοπό αυτό η 20.04.2004, οπότε η διάσκεψη διαδοχικά αναβλήθηκε με αιτήματα των διαιτητών για την 27.04-2004, την 4-5.2004 και τελικά για την 11.05.2004, οπότε αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντος του ενάγοντος - Επιδιαιτητή) η έκδοση νέας παρεμπίπτουσας απόφασης, με την οποία διατασσόταν η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διευκρινιστούν τα αναφερόμενα στην αγωγή θέματα, τα οποία κρίθηκαν κατά την άποψη της πλειοψηφίας, απαραίτητα για τη μόρφωση δικανικής πεποιθήσεως.
Ότι ο ενάγων διαφώνησε με την ως άνω απόφαση, ότι μετά ταύτα, για τους αναλυτικά αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, υπέβαλε την από 06.07.2004 αίτηση αυτοεξαίρεσής του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ζητώντας να του χορηγηθεί η άδεια να αποχωρήσει από την ως άνω διαιτητική διαδικασία, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 5030/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι με την υπ' αρ. 167/10.1.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορίστηκε νέος Επιδιαιτητής ο … Α. Κ., υπό την προεδρία του οποίου το Διαιτητικό Δικαστήριο συνήλθε σε συνεδρίαση κατά την 01.04.2005, ότι τελικά εκδόθηκε η υπ' αρ. 30/2006 οριστική Διαιτητική απόφαση στην οποία αναφερόταν, εκτός των άλλων, ότι η συγκεκριμένη υπόθεση έφερε στοιχεία αλλοδαπότητας, τα οποία ήταν επαρκή για τον χαρακτηρισμό της ένδικης διαιτησίας ως διεθνούς, και τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στην ένδικη αγωγή.
Ότι με την ως άνω απόφαση το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο υποχρέωσε την τότε εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 30.667.644,90 ευρώ και όριζε οριστικά την αμοιβή και τα έξοδα εκάστου των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου με την νέα του σύνθεση στα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Ιστορούσε ακολούθως ο ενάγων ότι αξίωση για ανάλογη αμοιβή έχουν και οι διαιτητές των οποίων δεν εκπληρώθηκε απολύτως η δικαιοδοτική αποστολή, και συνακόλουθα και ο ενάγων, που αποχώρησε αυτοβούλως, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου από την διαιτητική διαδικασία, η οποία έπρεπε να καθοριστεί, ανάλογη με τον όγκο της υπ' αυτού καταβληθείσας εργασίας, καθόσον επρόκειτο για διεθνή διαιτησία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αγωγή.
Ότι η αμοιβή και τα έξοδα, που αναλογούν σ' αυτόν, ως επιδιαιτητή, ο οποίος παρείχε τις διαιτητικές υπηρεσίες του α) για μεν την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως επί χρονικό διάστημα 25 μηνών, β) για δε την δεύτερη συζήτηση της υποθέσεως επί χρονικό διάστημα 53 μηνών, πρέπει να ορισθούν τουλάχιστον α) στο ποσό των 340.000 ευρώ ως αμοιβή και σε 150.000 ευρώ ως έξοδα για την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως και β) στο ποσό των 460.000 ευρώ ως αμοιβή και σε 200.000 ευρώ ως έξοδα για την δεύτερη συζήτηση της υποθέσεως, ποσά τα οποία ανταποκρίνονται, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης, της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας στην έκταση, τον όγκο και την σπουδαιότητα της καταβληθείσας εκ μέρους του ενάγοντος εργασίας, την οποία αναλυτικά έχει προσδιορίσει στην υπό κρίση αγωγή, το δε ύψος των εξόδων είναι δίκαιο και εύλογο, καθόσον πρέπει να καλύπτει, εκτός των συνηθισμένων εξόδων και την απώλεια του χρόνου των εξήμισυ ετών, που αφιερώθηκε εκ μέρους του ενάγοντος στην προσφορά των εν λόγω διαιτητικών υπηρεσιών.
Ότι από το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 1.150.000 ευρώ για αμοιβή και έξοδα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 167.278,06 ευρώ και των 32.608,22 ευρώ, τα οποία έλαβε έναντι της αμοιβής και των εξόδων του, εναπομένοντος προς καταβολή του υπολοίπου ποσού των 632.721,94 ευρώ για αμοιβή και των 317.311,78 ευρώ για έξοδα, ήτοι συνολικά 950.113,12 ευρώ.
Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζήτησε, αφού περιόρισε παραδεκτά σε έντοκο αναγνωριστικό το αρχικά καταψηφιστικό αίτημά του, και διόρθωσε το αίτημα της αγωγής από το συνολικό ποσό των 950.113,12 ευρώ στο (έλασσον του αρχικά αιτούμενου) ποσό των 941.309,62 ευρώ, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενες εταιρίες να του καταβάλλουν κατ' ισομοιρίαν, για τις αναφερόμενες στο ιστορικό της αγωγής αιτίες το συνολικό ποσό των 941.309,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως υπόλοιπο αμοιβής και εξόδων των υπ' αυτού παρασχεθεισών υπηρεσιών ως Επιδιαιτητή, άλλως επικουρικώς, εάν ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση παροχής υπηρεσιών που κατήρτισε με τους εναγόμενους δεν ήταν έγκυρη, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, επειδή οι εναγόμενες κατέστησαν χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερες κατά το ως άνω ποσό, επί ζημία του ενάγοντος, το οποίο θα κατέβαλαν οπωσδήποτε σε άλλον Επιδιαιτητή, που θα είχε τα ίδια με τον ενάγοντα προσόντα και ο οποίος θα παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες με τον ενάγοντα, προς επίλυση της διαιτητικής τους διαφοράς.
Mε αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή είναι κατά την κύρια βάση επαρκώς ορισμένη και νόμιμη εφόσον σ' αυτή αναφέρονται το περιεχόμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας, ο διορισμός του ενάγοντος ως Επιδιαιτητή, συνοπτικώς οι επί μέρους εργασίες που εκτέλεσε ο ενάγων στα πλαίσια της δοθείσας σ' αυτόν εντολής να διεξαγάγει με την ιδιότητα του Επιδιαιτητή την ως άνω διαιτησία, το αντικείμενο της διαιτητικής διαφοράς, η προσδιορισθείσα με την διαιτητική απόφαση για τους λοιπούς διαιτητές και τον έτερο Επιδιαιτητή οριστική αμοιβή και έξοδα, το επιδικασθέν με την διαιτητική απόφαση ποσό, η οφειλομένη αμοιβή του, καθώς και η υπ' αυτού ληφθείσα ως προκαταβολή αμοιβής και έξοδα διαιτησίας. Επομένως, το Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και δεν κήρυξε απαράδεκτο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 871 παρ.1 ΚΠολΔ, διαιτητές μπορούν να ορισθούν ένας ή περισσότεροι, καθώς και ολόκληρο δικαστήριο. Με το άρθρο 871 Α ΚΠολΔ ρυθμίζεται το θέμα του ορισμού δικαστικών λειτουργών ως διαιτητών ή επιδιαιτητών και ορίζεται μεταξύ άλλων ότι δικαστικός λειτουργός μπορεί να είναι μόνο μοναδικός διαιτητής (μονομελής διαιτητής) ή επιδιαιτητής (παρ. 2) και ότι καλούμενος κατά τις σχετικές περί διαιτησίας διατάξεις υποχρεούται να διεξαγάγει τη διαιτησία, η οποία αποτελεί μέρος των δικαστικών του καθηκόντων.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι δικαστές που έχουν ορισθεί διαιτητές δεν ενεργούν ως φορείς κρατικής εξουσίας, διότι την εξουσία για επίλυση της διαφοράς αντλούν από τη συμφωνία περί διαιτησίας (βλ.ΑΠ 1489/2009, ΑΠ 445/2002). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 882 ΚΠολΔ., οι διαιτητές και (για την ταυτότητα του λόγου) ο επιδιαιτητής δικαιούνται αμοιβής και στην πληρωμή των εξόδων τους, η οποία, αν δεν καθορίσθηκε δια της περί διαιτησίας συμφωνίας, ορίζεται στην διαιτητική απόφαση, αποφευγομένης έτσι της δημιουργίας μίας ακόμη δίκης για το αντικείμενο αυτό (ΑΠ 44/1999 ΤΝΠ Νόμος).
Οι ενδιαφερόμενοι όμως διάδικοι, αν διαφωνούν, έχουν δικαίωμα να προσφύγουν στο τακτικό δικαστήριο εναντίον της διατάξεως της διαιτητικής αποφάσεως που καθορίζει το ύψος της αμοιβής των διαιτητών και τα έξοδα, ώστε να μη στερούνται του φυσικού τους δικαστή (ΑΠ 44/1999 ΤΝΠ Νόμος ). Δικαιολογητικός λόγος του δικαιώματος του διαιτητή να λάβει αμοιβή από τους κατά την διαιτητική διαδικασία διαδίκους είναι η, με την αποδοχή του διορισμού του, συναπτομένη με αυτούς (και όχι μόνον με τον προκαλέσαντα εξ αυτών τον διορισμό του), συνήθως σιωπηρώς, σύμβαση, διάφορος της διαιτητικής συμφωνίας των διαδίκων, έχουσα τον χαρακτήρα της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών.
Πρόκειται περί ιδιωτικής δικαιοπραξίας με δικονομική ενέργεια, η δε καταβαλλομένη αμοιβή αποτελεί αποζημίωση για τον κόπον του διαιτητού. Για τον λόγο αυτόν οφείλεται αμοιβή και όταν δεν εκδοθεί τελικά διαιτητική απόφαση (ως στη περίπτωση συμβιβασμού των διαδίκων κατά την διάρκεια της διαιτητικής δίκης) ή όταν ακυρωθεί αυτή, εκτός αν η ακύρωση οφείλεται σε δόλο ή βαρεία αμέλεια του διαιτητή.
Πέραν όμως τούτων, η διαιτητική απόφαση, κατά την περί αμοιβής του διαιτητού διάταξή της, αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, εξ ου παρέπεται, ότι και σε περιπτωση ακυρώσεως αυτής για λόγο προβλεπόμενο από το άρθρο 897 του ΚΠολΔ δεν χάνει την ισχύ της ως εγγράφου, αποδεικνύοντος την μεταξύ διαδίκων και διαιτητού σύμβαση και τα εξ αυτής δικαιώματα του τελευταίου.
Η διαιτητική απόφαση με την οποία επιλύεται μόνον η διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων που υποβλήθηκαν στη διαιτησία και όχι η μεταξύ αυτών και των διαιτητών διαφορά, για την αμοιβή των τελευταίων, που δεν αποτελεί αντικείμενο της διαιτητικής δίκης, είναι, σε σχέση με την αμοιβή, ιδιωτικό απλώς έγγραφο, που παρέχει πλήρη για το περιστατικό αυτό απόδειξη όχι όμως και εκτελεστός τίτλος, οι δε αντιρρήσεις των υποχρέων, που δεν δεσμεύονται απ' αυτή, για το ύψος και την πληρωμή της, προβάλλονται στο αρμόδιο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που αναφέρεται στην αμφισβήτηση του ύψους της διαιτητικής αμοιβής ή στην επιδίκαση ή την αναγνώριση της σχετικής απαίτησης, οπότε κρίνεται η νομική και ουσιαστική της βασιμότητα (βλ.
ΑΠ 408/1996 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 455 του Α.Κ. ο δανειστής μπορεί, με σύμβαση, να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εκχώρηση είναι η σύμβαση μεταξύ δανειστή και τρίτου, με την οποίαν ο πρώτος μεταβιβάζει απαίτησή του στο δεύτερο.
Η εκχώρηση είναι σύμβαση διαθέσεως και αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία, μπορεί δε να γίνει και αντί καταβολής ή χάριν καταβολής. Η κατά τα άνω εκχώρηση της απαιτήσεως σε τρίτο, αποτελεί μεταβολή απλώς του προσώπου του δικαιούχου, δεν συνιστά αλλοίωση της ενοχής και η μεταβιβαζόμενη απαίτηση, παρά την αλλαγή του προσώπου του δανειστή παραμένει η ίδια ως και προηγουμένως.
Γι' αυτό και η ιδιαίτερη μεταχείριση της απαιτήσεως δεν παύει από την εκχώρησή της (ΑΠ 826/2001, Α.Π. 293/2001, Α.Π. 335/1999 ). Αντικείμενο εκχωρήσεως είναι μόνον οι απαιτήσεις του δανειστή κατά του οφειλέτη, δηλαδή οι ενοχικές αξιώσεις, είτε αυτές πηγάζουν από ενοχικό δικαίωμα, είτε από οποιοδήποτε άλλο τοιούτο και εφόσον οι τοιαύτες ενοχικές απαιτήσεις είναι αυτοτελείς και δεν είναι ανεκχώρητες ( ΑΠ 14/1993, ΑΠ 159/1984).
Με την εκχώρηση, μεταβιβάζονται κατά το άρθρο 458 του Α.Κ. και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και τα προνόμια τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με την φύση της απαιτήσεως ή της εγγυήσεως. Σημειωτέον ότι παρεπόμενα δικαιώματα, εκτός από το ενέχυρο, την υποθήκη και την εγγύηση, τα οποία ασφαλίζουν την απαίτηση και μεταβιβάζονται με αυτήν, είναι τα δικαιώματα εκείνα που τελούν σε σχέση εξαρτήσεως προς την απαίτηση και εξυπηρετούν τον σκοπό της, είτε ισχυροποιώντας την, είτε επεκτείνοντας το περιεχόμενό της, είτε διευκολύνοντας την πραγματοποίησή της (Α.Π. 1633/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε.", προέβαλε τον ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης. Ειδικότερα, αυτή ισχυρίστηκε ότι ως καθολική διάδοχος της Α.Ε. με την επωνυμία "... Α.Ε." (η οποία το έτος 1997 είχε προσφύγει στην επίδικη διαιτησία) πώλησε δυνάμει του από 11.9.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού και εκχώρησε την (περί ης διεξήχθη η επίδικη διαιτησία) απαίτησή της κατά της τώρα δεύτερης εναγόμενης - και ήδη εκκαλούσας - εφεσίβλητης Α.Ε.
με την επωνυμία ..., στην κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "... LTD", και ότι ανήγγειλε στην εταιρεία ... στις 15-9-2008 με την από 12-9- 2008 εξώδικη δήλωσή της την ως άνω μεταβίβαση (εκχώρηση). Ισχυρίστηκε δε στη συνέχεια ότι, λόγω της προαναφερθείσας εκχώρησης της απαίτησής της, επί της οποίας διεξήχθη η επίδικη διαιτησία, αυτή (πρώτη εναγόμενη) δεν νομιμοποιείται πλέον παθητικά στην υπό κρίση αγωγή, που αφορά την απαίτηση του ενάγοντος επιδιαιτητή από την (λαβούσα χώρα πριν την φερόμενη εκχώρηση) παροχή υπηρεσιών του, ως επιδιαιτητή, στην διαιτησία που διεξήχθη μεταξύ των εναγόμενων εταιρειών.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση επί του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης ισχυρισμό της πρώτης εναγόμενης δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η μετά την διεξαγωγή της διαιτησίας και την κατ' αυτήν παροχή υπηρεσιών του ενάγοντος ως Επιδιαιτητή εκχώρηση της απαίτησης, την οποία αφορά η διαιτητική συμφωνία των διαδίκων που προσέφυγαν στην διαιτησία και αληθής θεωρούμενη, ουδεμία ασκεί επιρροή στις απαιτήσεις που φέρονται ότι απορρέουν από την προγενέστερη και όλως διάφορη σύμβαση που συνήφθη σιωπηρά μεταξύ του ενάγοντος Επιδιαιτητή και των ως άνω εταιρειών, δια της αποδοχής του διορισμού του.
Επομένως, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης δεν είναι η φερόμενη ως εκχωρηθείσα το έτος 2008 στην (τρίτη προς τους τώρα διαδίκους) κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "... LTD" απαίτηση της τώρα πρώτης εναγόμενης κατά της τώρα δευτέρας εναγομένης, αλλά (αντικείμενο της προκείμενης δίκης) είναι η (όλως διάφορη της εκχωρηθείσας υπό της πρώτης εναγόμενης) αξίωση του ενάγοντος σε αμοιβή για τις υπ' αυτού παρασχεθείσες υπηρεσίες ως Επιδιαιτητή συνεπεία της (προγενέστερης της φερόμενης εκχώρησης) σύμβασης που συνήψε σιωπηρά με τις τώρα εναγόμενες, η οποία εκτελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1998 έως και 2004, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά αναφερόμενα, την οποία ουδόλως ισχυρίζεται ότι εκχώρησε η πρώτη εναγομένη στην "...
LTD", και η οποία (σύμβαση που ο ενάγων, ως Επιδιαιτητής, συνήψε σιωπηρά με τις τώρα εναγόμενες) δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης προς την εκχωρηθείσα απαίτηση της πρώτης εναγομένης κατά της δεύτερης, ούτε εξυπηρετεί το σκοπό της εκχωρηθείσας απαίτησης, ισχυροποιώντας την ή επεκτείνοντας το περιεχόμενο της,....ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην επίδικη αγωγή που αφορά την (διάφορη της εκχωρηθείσας) απαίτηση του ενάγοντος σε αποζημίωση του κόπου του ως Επιδιαιτητή είναι μη νόμιμος..".
Το Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο τον περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά το πρώτο αυτής σκέλος, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 667 περ 3 επ. ΚΠολΔ, "Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 678 έως 681 ΚΠολΔ δικάζονται......3) οι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα των μαρτύρων ή διαιτητών........ και των προσώπων που έχουν την υποχρέωση καταβολής αυτών ή των καθολικών διαδόχων τους". Εξάλλου, κατά το άρθρο 882 παρ. 6 ΚΠολΔ, "Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει εναντίον της διάταξης της διαιτητικής απόφασης που καθορίζει το ύψος της αμοιβής των διαιτητών και τα έξοδα ή να ζητήσει τον καθορισμό τους, αν δεν έχουν οριστεί, Η προσφυγή ασκείται μέσα σε τρεις μήνες από την κατά το άρθρο 893 παρ. 2 κατάθεση της απόφασης και εκδικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των άρθρων 678 έως 681".
Από την προαναφερθείσα διάταξη, που αφενός κάνει διάκριση μεταξύ αφενός του προβλεπόμενου για κάθε ενδιαφερόμενο δικαιώματος να προσφύγει "εναντίον της διάταξης της διαιτητικής απόφασης που καθορίζει το ύψος της αμοιβής των διαιτητών και τα έξοδα", αφετέρου του (επίσης προβλεπόμενου για κάθε ενδιαφερόμενο) δικαιώματος "να ζητήσει τον καθορισμό τους, αν δεν έχουν οριστεί", αφετέρου ορίζει τρίμηνη (από την κατά το άρθρο 893 παρ. 2 κατάθεση της διαιτητικής απόφασης) αποσβεστική προθεσμία μόνο για την προαναφερθείσα "προσφυγή" και όχι για την "αίτηση" καθορισμού της αμοιβής των διαιτητών και των εξόδων που δεν έχουν οριστεί με την διαιτητική απόφαση, παρέπεται ότι η εν λόγω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία τάσσεται μόνον για την περίπτωση της (ταυτιζόμενης με ανακοπή του άρθρου 583 ΚΙΙολΔ) προσφυγής κατά της διαιτητικής αποφάσεως, όχι δε και δια την περίπτωση ασκήσεως αγωγής με αίτημα τον καθορισμό της (μη καθορισθείσας με την διαιτητική απόφαση) αμοιβής και των εξόδων διαιτητού ή επιδιαιτητού, για την οποία (αγωγή) δεν τάσσεται από τον νόμο αποσβεστική προθεσμία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το εκτιθέμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι με αυτήν (αγωγή) ο ενάγων δεν ασκεί προσφυγή, (ανακοπή) κατά της διάταξης της διαιτητικής απόφασης που καθορίζει το ύψος της αμοιβής και των εξόδων των μελών του διαιτητικού δικαστηρίου που εξέδωσε αυτήν (διαιτητική απόφαση), στους οποίους άλλωστε δεν περιλαμβάνεται ο ενάγων, αλλά ζητάει με αυτοτελή αγωγή να αναγνωριστεί ότι υποχρεούνται οι εναγόμενες εταιρίες, [προς επίλυση της διαφοράς των οποίων ο τώρα ενάγων παρείχε υπηρεσίες Επιδιαιτητή, κατά τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή, χωρίς όμως να εκδώσει την διαιτητική απόφαση], να του καταβάλλουν κατ' ισομοιρία, για τις αναφερόμενες στο ιστορικό της αγωγής αιτίες το συνολικό ποσό των 941.309,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως υπόλοιπο αμοιβής και εξόδων των υπ' αυτού παρασχεθεισών υπηρεσιών ως Επιδιαιτητή.
Επομένως, ενόψει του προαναφερόμενου περιεχομένου της, η ένδικη αγωγή δεν υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 882 παρ. 6 ΚΠολΔ τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία, που τάσσεται, όπως και ανωτέρω εκτέθηκε, μόνον για την περίπτωση της (ταυτιζόμενης με ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ) προσφυγής κατά της σχετικής διατάξεως της διαιτητικής αποφάσεως, αφού τέτοια προσφυγή δεν είναι η ένδικη αγωγή, ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως τοιαύτη, αφού δε στρέφεται κατά οιασδήποτε διατάξεως της διαιτητικής απόφασης.
Επομένως, το Εφετείο Αθηνών, που απέρριψε τον ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης από το άρθρο 882 παρ. 6 ΚΠολΔ τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το Νόμο και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, με τον οποίο αποδίδονται οι πλημμέλειες του αρθρου 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Όπως εκτέθηκε, δικαιολογητικός λόγος του δικαιώματος του διαιτητή να λάβει αμοιβή από τους κατά την διαιτητική διαδικασία διαδίκους είναι η, με την αποδοχή του διορισμού του, συναπτομένη με αυτούς (και όχι μόνον με τον προκαλέσαντα εξ αυτών τον διορισμό του), συνήθως σιωπηρώς, σύμβαση, διάφορος της διαιτητικής συμφωνίας των διαδίκων, έχουσα τον χαρακτήρα της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 248 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Επομένως, και οι αξιώσεις από παροχή υπηρεσιών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά παραγράφονται μετά εικοσαετία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 250 Α.Κ. "σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις.........12.
των προσώπων πού διορίζονται από κάποια αρχή και διεξάγουν ορισμένες υποθέσεις, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους .....14. των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων, για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τη στιγμή που η αξίωση γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά δε το άρθρο 253 Α.Κ. "Η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται από τα δύο προηγούμενα άρθρα".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι εάν δεν ορίζεται με ειδική διάταξη άλλως η παραγραφή μιας αξίωσης είναι εικοσαετής, και ότι, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται αφενός μεν να είναι γεννημένη η απαίτηση, δηλαδή να έχει επέλθει το δικαιοπρακτικό γεγονός από το οποίο πηγάζει και αφετέρου να είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως.
Στη προκειμένη περίπτωση, από την λήξη του έτους 2006, κατά το οποίο εκδόθηκε η υπ' αρ. 30/2006 διαιτητική απόφαση, μέχρι την άσκηση της ένδικης υπ' αρ καταθ. .../21-6-2010 αγωγής, η άσκηση της οποίας ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της στις εναγόμενες στις 13.07.2010 και 16.07.2010 αντίστοιχα, παρήλθε χρονικό διάστημα μόλις τριών και ημίσεως (3,5) ετών και επομένως η επίδικη αξίωση δεν έχει υποκύψει σε εικοσαετή παραγραφή.
Σημειώνεται ότι βάση της ένδικης αγωγικής αξίωσης αποτελούν οι διατάξεις της σύμβασης παροχής υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να ισχύει η εικοσαετής παραγραφή και, όχι η πενταετής (προβλεπόμενη για τις αξιώσεις των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων, ιδιότητες που δεν είχε ο ενάγων, διότι η αξίωση του ενάγοντος δεν ερείδεται στον διορισμό του από αρχή, αλλά στην σιωπηρή σύμβαση παροχής υπηρεσιών, που συνήψε με τους εναγόμενους.
Επομένως, το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλομενη απόφασή του. απέρριψε την ένσταση παραγραφής της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ορθά έκρινε κατά νόμο, και συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 869§2 ΚΠολΔ, η συμφωνία για τη διαιτησία διέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις, χωρίς ωστόσο να καθίσταται έτσι και σύμβαση του ουσιαστικού δικαίου, αφού οι κύριες συνέπειές της, που προσδιορίζουν τη νομική φύση της, δηλαδή η θεμελίωση της δικαιοδοσίας των διαιτητών για ορισμένη διαφορά και αντίστοιχα ο αποκλεισμός της δικαιοδοσίας των τακτικών δικαστηρίων για την ίδια διαφορά, εκδηλώνονται στο χώρο του δικονομικού δικαίου και της προσδίδουν συνεπώς το χαρακτήρα δικονομικής σύμβασης, στην οποία απλώς εφαρμόζονται οι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να καλυφθεί το σχετικό έλλειμμα στη ρύθμιση των δικονομικών συμβάσεων.
O θεσμός της διαιτησίας, εσωτερικής ή διεθνούς, είναι διφυής, με την έννοια ότι ρυθμίζεται από διατάξεις δικονομικού, αλλά και ουσιαστικού δικαίου (ΠρΑν V 279, 286), με προέχοντα πάντως το δικονομικό χαρακτήρα της διαιτησίας (ΑΠ 329/1977), αφού κύριο γνώρισμά της αποτελεί η άσκηση δικαιοδοτικού έργου. Κατά τη δικαιοδοτική λοιπόν θεωρία, που είναι σήμερα η περισσότερο αποδεκτή, η διαιτησία έχει συμβατική αφετηρία και δικαιοδοτικό τέλος.
Έτσι κυρίαρχος είναι ο συμβατικός χαρακτήρας της ίδιας της συμφωνίας για τη διαιτησία, ο οποίος μειώνεται όσο η διαιτησία οδηγείται προς την απόφαση, που αποτελεί καθαρά δικαιοδοτική λειτουργία προς επίλυση ιδιωτικών διαφορών. Όμως οι υπαγόμενες στη διαιτησία διαφορές δεν επιλύονται από πολιτειακά όργανα, έστω και αν ως διαιτητές ορίστηκαν Δικαστικοί Λειτουργοί, γι` αυτό και οι σχέσεις μεταξύ των μερών, αλλά και μεταξύ αυτών και των διαιτητών, δεν εκδηλώνονται σε περιβάλλον δημόσιου δικαίου (ΑΠ 1219/2014 ΤΝΠ Νόμος).
Ο εννοιολογικός προσδιορισμός της Διεθνούς Διαιτησίας γίνεται στο άρθρο 1 III του Προτύπου νόμου που ψήφισε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 11.12.1985, γνωστού ως πρότυπου νόμου της UNCITRAL, κατά το οποίο η διαιτησία είναι διεθνής όταν οι διάδικοι που τη συνομολόγησαν είχαν την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη κατά το χρόνο κατάρτισης της διαιτητικής συμφωνίας.
Ο νόμος ψηφίστηκε και από την Ελλάδα. Με το άρθρ. 1 του ν. 2735/1999, με τον οποίο υιοθετήθηκε, με μικρές διαφοροποιήσεις, ο ως άνω Πρότυπος Νόμος που κατάρτισε η Επιτροπή του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο του Διεθνούς Εμπορίου (UNCITRAL), τίθενται τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό μιας διαιτησίας ως διεθνούς και ορίζεται ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στη διεθνή εμπορική διαιτησία, εφόσον ο τόπος της βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια, με μόνη επιφύλαξη αυτή των άρθρ. 8, 9 και 36 του ίδιου νόμου που έχουν γενική εφαρμογή, δηλαδή εφαρμόζονται από τα ελληνικά δικαστήρια σε κάθε περίπτωση που αυτά καλούνται να δικάσουν διαφορά, για την οποία έχει συμφωνηθεί η διαιτητική επίλυσή της, έστω και αν η διαιτησία ορίστηκε να διεξαχθεί εκτός της ελληνικής επικράτειας.
Σημειώνεται ότι το άρθρο 1 παρ.2 του Ν.2735/1999 (με τον οποίο έχει υιοθετηθεί ο Πρότυπος Νόμος της UNCITRAL) καθορίζει ειδικότερα την έννοια της διεθνούς διαιτησίας. Σύμφωνα με αυτό, " 2. Διεθνής είναι η διαιτησία όταν : α) τα μέρη έχουν, κατά τη σύναψη της συμφωνίας διαιτησίας, την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη, ή β) ένας από τους ακόλουθους τόπους δεν βρίσκεται στο κράτος στο οποίο τα μέρη έχουν την εγκατάστασή τους:
αα) ο τόπος της διαιτησίας, αν αυτός καθορίζεται από τη συμφωνία διαιτησίας ή προκύπτει από αυτήν, ββ) οποιοσδήποτε τόπος στον οποίο πρόκειται να εκπληρωθεί σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εμπορική σχέση ή ο τόπος με τον οποίο συνδέεται στενότερα το αντικείμενο της διαφοράς ή γ) τα μέρη ρητά συμφώνησαν ότι το αντικείμενο της συμφωνίας διαιτησίας σχετίζεται με περισσότερες χώρες" (βλ.ΑΠ 1219/2014 οπ).
Περαιτέρω, το άρθρο 882 παρ. 7 του ΚΠολΔ, όπως κατά τα δύο πρώτα εδάφιά του αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν.1816/1988, στη συνέχεια με την παράγραφο 18 του άρθρου 9 του ν. 2145/1993 και τέλος με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 2331/1995, περιελάμβανε ένα μόνο περιορισμό της διαιτητικής αμοιβής (αυτόν που αφορούσε το ΤΑΧΔΙΚ), γι' αυτό, στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής (882 παρ. 7 ΚΠολΔ) αναφερόταν ότι ο (μοναδικός) περιορισμός της αμοιβής των διαιτητών ή επιδιαιτητών δεν ισχύει στις διεθνείς διαιτησίες.
Όμως, με το άρθρο 882 Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5 του ν. 2331/1995 ορίστηκε (παρ. 2 του άρθρου) ότι από το ποσό της αμοιβής ο δικαστικός λειτουργός λαμβάνει ποσοστό 35%, 25% καταβάλλεται σε ειδικό λογαριασμό του ΤΑΧΔΙΚ το δε υπόλοιπο κατατίθεται σε έντοκο λογαριασμό και περιέρχεται σε κοινό Ταμείο.
Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 3 (εδ. τελευταίο) του ίδιου Νόμου (2331/1995) ορίζεται ότι η διάταξη του άρθρου 882 Α ΚΠολΔ για το ύψος και την κατανομή της αμοιβής εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις αυτές χωρίς παρέκκλιση. Δηλαδή, η διάταξη του άρθρου 882 Α ΚΠολΔ (όσον αφορά το ύψος και την κατανομή της αμοιβής) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά το άνω άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 2331/1995.
Οι περιπτώσεις τις οποίες αφορά το άνω άρθρο (18 παρ. 3 του ν. 2331/1995), όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, αναφέρονται όχι σε όλες τις διεθνείς διαιτησίες, αλλά στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό με διαδίκους το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Νομικά Πρόσωπα του Δημόσιου Τομέα και τρίτο. Επομένως, στις λοιπές διεθνείς διαιτησίες, στις οποίες δεν είναι διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Νομικό Πρόσωπο του Δημόσιου Τομέα, ισχύει, όσον αφορά την αμοιβή των διαιτητών ή επιδιαιτητών δικαστικών λειτουργών το άρθρο 882 παρ. 7 ΚΠολΔ (εφαρμοζόμενο και στη διαιτητική αμοιβή των δικαστικών λειτουργών κατ' άρθρο 882 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά το οποίο, ο περιορισμός της αμοιβής των διαιτητών ή επιδιαιτητών ισχύει και στις διεθνείς διαιτησίες.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίθετη άποψη ότι δηλαδή ο περιορισμός της αμοιβής των διαιτητών ή επιδιαιτητών των εχόντων την ιδιότητα των δικαστικών λειτουργών ισχύει και στις διεθνείς διαιτησίες έρχεται σε αντίθεση προς την επιτασσόμενη με το άρθρ. 4 παρ 1 και 2 Σ αρχή της ισότητας, γιατί εισάγει άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων.
Ειδικότερα, η ιδιότητα του Διαιτητή ή επιδιαιτητή ως δικαστικού λειτουργού δεν διαφοροποιεί την παροχή, την οποία αυτός προσφέρει στους προσφεύγοντες στη διαιτητική διαδικασία διαδίκους, έναντι της παροχής των λοιπών διαιτητών, οι οποίοι δεν έχουν την ανωτέρω ιδιότητα. Εξάλλου, η ανάληψη και διεξαγωγή της διαιτησίας δεν περιλαμβάνεται στις υπηρεσιακές υποχρεώσεις του Δικαστικού Λειτουργού, αφού αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 880 παρ 1 ΚΠολΔ, δεν είναι υποχρεωμένο να δεχθεί το διορισμό του.
Σημειώνεται ότι η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση.
Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους (βλ. ΟλΣτΕ 2398/2004, ΟλΣτΕ 2396/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΟλΑΠ 5/1988 ΕλΔ 29 1576). Περαιτέρω, η παραπάνω άποψη είναι αντίθετη και προς το άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου Ν.
Υόρκης (Ν. 2462/1997), κατά το οποίo "όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου. Ως προς αυτό το ζήτημα, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης.." και προς το άρθρο 20 του Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ε.Ε που έγινε δεσμευτικό κείμενο για τα Κράτη - Μέλη με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας (ΕΕ C 202 της 7.6.2016, σ. 389-405).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη, αν και προτάθηκαν ή ελήφθησαν υπόψη, χωρίς να προταθούν, με συνέπεια να ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από την ως άνω διάταξη, λόγος αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες, στο δικαστήριο της ουσίας, πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός του αντιδίκου του.
Δεν αποτελούν όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών (αγωγής κ.λ.π.), αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κ.λ.π., ενώ εξάλλου ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό.
Για το ορισμένο του εν λόγω αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη του, παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν αν "τα πράγματα" ήσαν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη ή την παρά το νόμο λήψη υπόψη των πραγμάτων.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 3του Συντάγματος συνάγεται ότι ο προβαλλόμενος, από αυτήν, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά ( έλλειψη αιτιολογίας ) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ( ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.
Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Α.Π. 622/1983). Εξάλλου το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της αποφάσεως κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 413/1993).
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στην στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Ολ. ΑΠ 861/1984 ). Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ. 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση τω αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν αιτιολογία της αποφάσεως, επιδεχόμενη μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ( Α.Π. 365/2010 ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Άλλωστε, κατά την έννοια της περιπτώσεως γ του προαναφερομένου άρθρου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων, με επίκληση, αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. ( Ολ.
Α.Π. 2/2008 ). Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου ( μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π. ) χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα, με επίκληση, αποδεικτικά μέσα ( Α.Π. 455/2014, Α.Π. 1115/2013 ). Για την πληρότητα όμως του παραπάνω λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, ο οποίος επίσης πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά, ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 12/2013, ΑΠ 374/2012).
Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμ. 20 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος, με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ( λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 - 465 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο, για το διάδικο - αναιρεσείοντα, αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 15/2014).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Μεταξύ των εταιρειών α) "... Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος από συγχώνευση με απορρόφηση είναι η πρώτη εφεσίβλητη και εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." και β) "... ΑΕΒΕ", της οποίας η επωνυμία άλλαξε αρχικά σε "...
ΑΕΒΕ" και ακολούθως σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήδη δεύτερης εφεσίβλητης και εκκαλούσας, καταρτίστηκε έγγραφη συμφωνία εμπορικής συνεργασίας, που υπεγράφη από τους νομίμους εκπροσώπους των ανωτέρω εταιρειών την 25.09.1996, και με βάση την οποία η πρώτη (...) ανέλαβε την εγκατάσταση, οργάνωση και λειτουργία στο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της δεύτερης (...) συστήματος παροχής προπληρωμένων υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας.
Στη προαναφερθείσα και καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 25-9-1996 έγγραφη συμφωνία εμπορικής συνεργασίας για την παροχή υπηρεσιών καρτοκινητής τηλεφωνίας στο καταναλωτικό κοινό περιελήφθη διαιτητική ρήτρα, κατά την οποία α) οποιαδήποτε διαφορά σχετιζόμενη με την εν λόγω συμφωνία θα επιλύεται με διαιτησία διεξαγόμενη στην Αθήνα με χρήση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ελληνικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 867 έως 903), β) κάθε ένα από τα μέρη θα ορίζει από ένα διαιτητή και γ) οι διαιτητές θα διορίζουν με κοινή απόφαση τον επιδιαιτητή.
Επίσης, οι ως άνω συμβαλλόμενες εταιρείες, με όρο περιεχόμενο στην ίδια σύμβαση, επεφύλαξαν δικαίωμα καταγγελίας αυτή, για τους λόγους που αναφέρονται στην σύμβαση αυτή, ορίζοντας και τις συνέπειες της παραβάσεως της συμβάσεως, καθώς και τις συνέπειες της καταχρηστικής ή αδικαιολόγητης καταγγελίας αυτής.
Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι η "... ΑΕΒΕ" [της οποίας η επωνυμία άλλαξε αρχικά σε "... ΑΕΒΕ" και ακολούθως σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ...... με την από 27.01.1997 επιστολή της προς την "... Α.Ε.", (της οποίας καθολική διάδοχος από συγχώνευση με απορρόφηση είναι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", ήδη πρώτη εφεσίβλητη και εκκαλούσα) στις 27-11-1997 κατήγγειλε την προαναφερθείσα συμφωνία εμπορικής συνεργασίας για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική καταγγελία. Την ανωτέρω καταγγελία η (... πρώτη εναγόμενη) "... Α.Ε." απέκρουσε ως παράνομη και καταχρηστική. Κατόπιν τούτου, η ανωτέρω, με την από -05.06.1997 εξώδικη δήλωση της προς την.... "...
ΑΕΒΕ", επικαλούμενη ότι από την καταγγελία της συμβάσεως υφίστατο θετική και αποθετική ζημία, προέβη στο διορισμό τον δικηγόρου Αθηνών Κ. Π., ως διαιτητή, προς επίλυση της ως άνω διαφοράς, και κάλεσε την "... ΑΕΒΕ" να ορίσει και αυτή διαιτητή μέχρι τις 15-6-1997. Η "... ΑΕΒΕ" δεν όρισε διαιτητή) μέχρι τις 15-6-1997, με αποτέλεσμα η "...
Α.Ε.", με την από 10.07.1997 αίτησή της να ζητήσει να προβεί το Δικαστήριο σε ορισμό διαιτητή για λογαριασμό της. Πριν την (προσδιορισθείσα για την 10.07.1997) συζήτηση της ως άνω αίτησης όμως, με την (επιδοθείσα αυθημερόν) από 25-6-1997 εξώδικη δήλωσή της, η ανωτέρω εταιρεία (τώρα δεύτερη εναγόμενη) "... ΑΕΒΕ" διόρισε, ως διαιτητή εκ μέρους της, τον δικηγόρο Αθηνών Γ.
Η.. Ακολούθως, η "... Α.Ε. " με τις από 11-7-1997 δύο εξώδικες δηλώσεις της, που επέδωσε στους προαναφερθέντες διαιτητές γνωστοποίησε τα στοιχεία του διαιτητή που είχε ορίσει κάθε πλευρά στην ετέρα, και καλούσε τους προαναφερθέντες διαιτητές να ορίσουν, εντός προθεσμίας 15 ημερών, τον επιδιαιτητή. Οι ανωτέρω διαιτητές όμως δεν συμφώνησαν στον ορισμό επιδιαιτητή, γεγονός που ο εξ αυτών Κ.
Π. γνωστοποίησε στην εναγόμενη "... Α.Ε." με την από 1-8-1997 επιστολή του. Μετά ταύτα η πρώτη εναγόμενη "... Α.Ε." με την απευθυνόμενη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 03-09-1997 αίτηση της, ζήτησε την από το εν λόγω δικαστήριο τον διορισμό του επιδιαιτητή "από τον κατάλογο που τηρεί, κατά το άρθρο 879 του Κ.Πολ.Δ.".
Το ανωτέρω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 7076/1997 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δέχθηκε την ως άνω αίτηση ως νόμιμη και βάσιμη, έκρινε περαιτέρω ότι ο επιδιαιτητής έπρεπε να είναι δικαστικός λειτουργός, "εν όψει της φύσεως της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που ανέκυψε από την εκτέλεση της μεταξύ τους συμβάσεως ο οποίος ως εκ της ιδιότητάς του παρέχει εχέγγυα αμεροληψίας και αντικειμενικότητας" και όρισε ως επιδιαιτητή "τον κατά την ημέρα της καταθέσεως της αιτήσεως που αναφέρεται στο σκεπτικό εκ περιτροπής καλούμενο κατά την σειρά αρχαιότητας μεταξύ των υπηρετούντων στο Δικαστήριο τούτο προέδρων και δικαστών".
Ακολούθως, αφού υποβλήθηκε από την " ... Α.Ε. " η από 14-1-1998 αίτηση, με την υπ' αριθμ. .../29-1-1998 πράξη του τότε Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, διορίσθηκε επιδιαιτητής στην προαναφερομένη διαιτητική διαφορά ο ενάγων, ο οποίος τότε ήταν …. Ο ενάγων αποδέχθηκε τον διορισμό του, συναφθείσας έτσι σιωπηρώς συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ αυτού και των τώρα εναγόμενων, διαδίκων στην ως άνω διαιτησία, συγκροτήθηκε δε το Διαιτητικό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 871 και επομ.
του ΚΠολΔ. και κατ' εφαρμογή της επίσης προαναφερθείσας διαιτητικής ρήτρας του άρθρου 17 της συναφθείσας από 25-09-1996 εμπορικής συμβάσεως μεταξύ των τώρα εναγόμενων εταιρειών αποτελούμενο από τον ενάγοντα δικαστικό λειτουργό ως επιδιαιτητή και από τους Κ. Π. και Γ. Η., δικηγόρους Αθηνών, ως διαιτητές, που είχαν ορισθεί αντιστοίχως, κατά τα προαναφερθέντα από τα διάδικα μέρη.
Ενώπιον του ως άνω διαιτητικού δικαστηρίου η ( τώρα πρώτη εναγόμενη ) "... Α.Ε." είχε ασκήσει την από 26-2-1998 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να της επιδικασθεί το χρηματικό ποσό των 27.191.658.988 δραχμών ( ήδη 79.456.750 ευρώ ), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία, που, όπως ισχυριζόταν, υπέστη εξαιτίας της ανωτέρω καταγγελίας.
Το προαναφερόμενο Διαιτητικό Δικαστήριο, κατά την πρώτη συνεδρίαση αυτού, γενομένη στις 18-3- 1998, με την περιληφθείσα στο (μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο) υπ' αριθμ. … Πρακτικό αυτού, όρισε ότι θα τηρηθεί η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μη αποκλεισμένης και της εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, όρισε προθεσμία 15 ημερών για την κατάθεση προτάσεων εκατέρωθεν, αφού έλαβε δε υπόψη την φύση της διαφοράς "η οποία άπτεται πληθώρας νομικών και τεχνικών ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προϋποθέτει τον έλεγχο σωρείας εγγράφων στοιχείων και το αντικείμενο αυτής υπερβαίνει τα είκοσι επτά δισεκατομμύρια ( 27.000.000.000 ) δραχμές" όρισε ότι, έναντι της τελικής αμοιβής των μελών του, που θα καθορισθεί με την απόφαση, και ως προκαταβολή αυτής, δέον να κατατεθεί στην Γραμματέα του Δικαστηρίου ποσό 8.000.000 δραχμών για τον επιδιαιτητή, ποσό 7.500.000 δραχμών για καθένα των διαιτητών και για έκαστο των Γραμματέων ποσοστό 15% της αμοιβής του επιδιαιτητή, ήτοι ποσό 1.200.000 δραχμών.
Με την από 2-4-1998 ανταίτησή της ( ενσωματωμένη σε δικόγραφο με τον τίτλο ΥΠΟΜΝΗΜΑ - ΑΝΤΑΙΤΗΣΗ ) που άσκησε ενώπιον του ίδιου Διαιτητικού Δικαστηρίου, η τότε εναγομένη (ήδη δεύτερη εναγόμενη) "... Α.Ε.Β.Ε." ζητούσε, για τους στην ανταίτηση αυτή αναφερομένους λόγους, να ακυρωθεί η τότε ένδικη σύμβαση, άλλως να αναγνωρισθεί ότι λύθηκε.
Όπως προκύπτει ιδιαίτερα από το υπ' αριθμ. …/28-5-1998 πρακτικό του προαναφερομένου Διαιτητικού Δικαστηρίου ένας εκ των πληρεξουσίων Δικηγόρων της τότε εναγόμενης "... Α.Ε.Β.Ε." ζήτησε "το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι η εναγόμενη έχει έδρα και στο εξωτερικό και πρέπει να ενημερώνεται έγκαιρα", γνωστοποιώντας έτσι ότι ένα (τουλάχιστον) των διαδίκων μερών είχε έδρα στο εξωτερικό (γεγονός κρίσιμο, όπως και κατωτέρω, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσης, θα εκτεθεί για τον χαρακτηρισμό της προκειμένης διαιτησίας ως διεθνούς).
Το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο διέταξε εμμάρτυρες και λοιπές αποδείξεις ( έγγραφα κ.λπ. ), όρισε τον αριθμό των μαρτύρων σε τρεις ( 3 ) για κάθε πλευρά, όρισε ότι οι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν και ένορκες βεβαιώσεις (βλ. και το υπ' αριθμ. …/28-5-1998 πρακτικό του) και στην συνέχεια έλαβε χώρα η ανώμοτη κατάθεση του πρόεδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας ( ... ) S. P. F., που κατέθεσε με διερμηνέα της Αγγλικής γλώσσης.
Μετά την περάτωση των εμμαρτύρων αποδείξεων άρχισαν, στις 03-06-1999, οι διασκέψεις του Δικαστηρίου για την έκδοση της αποφάσεως. Ενώ οι τελευταίες ευρίσκοντο σε εξέλιξη, τον Απρίλιο 2000, ο προαναφερόμενος και ορισθείς από την τότε εναγομένη "... Α.Ε.Β.Ε." διαιτητής Γ. Η. παρέδωσε στα άλλα δύο μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου επιστολή, με την οποίαν αρνήθηκε να συμμετάσχει στην περαιτέρω Διαιτητική Διαδικασία.
Με έγγραφό του, της 22-04-2000, ο Πρόεδρος του Διαιτητικού Δικαστηρίου γνωστοποίησε στους δικηγόρους των δύο τότε διαδίκων εταιρειών την άρνηση του διαιτητή Γ. Η. να συμμετάσχει στην περαιτέρω Διαιτητική Διαδικασία. Ενισχυτικά των ανωτέρω είναι ιδία τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 9/2003 αποφάσεως του κατά το άρθρο 99 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου κακοδικίας.
Μετά ταύτα, η τότε εναγομένη " ... Α.Ε.Β.Ε. " διόρισε, στις 17-05-2000, στην θέση του υπ' αυτής ορισθέντος Διαιτητή Γ. Η., τον ... Β. Κ., ο οποίος απεδέχθη τον διορισμό του. Μετά την συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου με τη νέα του προαναφερθείσα σύνθεση, κατά την γενομένη, στις 14-6-2000 συνεδρίασή του, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, όπως προκύπτει ιδία από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.
…/14-6-2000 πρακτικό του, έλαβε υπόψη του ότι " μετά την αποχώρηση του εκ των μελών του διαιτητή Γ. Η., Δικηγόρου Αθηνών, η οποία έλαβε χώρα την 21-4-2000, ήτοι μετά την συζήτηση της επί των από 26-2-1998 και 2-4-1998 αιτήσεως (αγωγής) και ανταιτήσεως (ανταγωγής) υποθέσεως των διαδίκων υφίσταται αδυναμία εκδόσεως αποφάσεως επ' αυτής και παρίσταται αναγκαία η επανάληψη της συζητήσεως ( ανασυζήτηση ) της υποθέσεως, κατ' άρθρο 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει ορισθεί για την 29-6-2000 .... ".
Στη συνέχεια, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, όπως προκύπτει ιδία από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. …/14-6- 2000 πρακτικό του, όρισε την αμοιβή των μελών του Δικαστηρίου και των γραμματέων του για τη νέα αυτή συζήτηση της υποθέσεως ως ακολούθως : "1) Για την αίτηση ( αγωγή ) σε 15.000.000 δραχμές για τον επιδιαιτητή και στο ίδιο ποσό για καθένα των διαιτητών, σε 2.250.000 δραχμές για τον τακτικό γραμματέα και σε 1.200.000 δραχμές για τον αναπληρωματικό από την οποία πρέπει το ήμισυ αυτής να προκαταβληθεί από την αιτούσα ( ενάγουσα ) κατ' άρθρο 882 παρ. 1 εδ.
α του Κ.Πολ.Δ. μέχρι της ανωτέρω δικασίμου στο γραμματέα του δικαστηρίου τούτου, ήτοι τα ποσά των 7.500.000 δραχμών για καθένα των μελών του Δικαστηρίου ( Επιδιαιτητή και Διαιτητών ) των 1.125.000 δραχμών για τον τακτικό γραμματέα και των 600.000 δραχμών για τον αναπληρωματικό γραμματέα. 2) Για την ανταίτηση ( ανταγωγή ) προσδιοριζομένη ( η αμοιβή ) κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου ( άρθρο 882 παρ. 2 εδ.
β του Κ.Πολ.Δ. ) σε 10.000.000 δραχμές για καθένα των Διαιτητών, σε 12.000.000 δραχμές για τον Επιδιαιτητή ( άρθρο 882α παρ. 1 εδ. β και δ του Κ.Πολ.Δ. ), σε 1.800.000 δραχμές για τον τακτικό γραμματέα και σε 950.000 δραχμές για τον αναπληρωματικό, από την οποίαν πρέπει το ήμισυ αυτής να προκαταβληθεί από την ανταιτούσα (αντενάγουσα) κατ' άρθρο 882 παρ. 1, εδ.
β του Κ.Πολ.Δ. μέχρι της ανωτέρω δικασίμου, στο γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι τα ποσά των 5.000.000 δραχμών για καθένα των Διαιτητών, των 6.000.000 δραχμών για τον Επιδιαιτητή, των 900.000 δραχμών για τον τακτικό γραμματέα και των 475.000 δραχμών για τον αναπληρωματικό γραμματέα. Όπως προκύπτει εξάλλου ιδία από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.
…/14-6-2000 πρακτικό του, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, επιφυλάχθηκε "να ορίσει την αμοιβή των μελών του και των γραμματέων που αντιστοιχεί στην αρχική συζήτηση της ανταιτήσεως ( ανταγωγής ), ως και να κρίνει εάν η αμοιβή του για την ίδια ( αρχική ) συζήτηση της αιτήσεως ( αγωγής ) που καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από την αιτούσα ( ενάγουσα ) αντιστοιχεί εν όλω ή εν μέρει, και στην τελευταία περίπτωση σε ποιο βαθμό με την εργασία που είχε γίνει μέχρι της ημερομηνίας της αποχωρήσεως ( 21-4-2000 ) του εκ των μελών του Γ.
Η., Δικηγόρου Αθηνών, μετά την οποία ανέκυψε η ανάγκη της ανασυζητήσεως της υποθέσεως. Επιφυλάσσεται επίσης το Δικαστήριο να αποφανθεί για το ύψος των εξόδων της διαιτησίας τα οποία βαρύνουν τους διαδίκους και αντιστοιχούν στη νέα αυτή συζήτηση και τα οποία θα καθορισθούν αργότερα με ιδιαίτερο πρακτικό, όπως επίσης, τέλος, με άλλο πρακτικό θα ορισθούν τα έξοδα της διαιτησίας που αντιστοιχούν στην αρχική συζήτηση της υποθέσεως".
Επακολούθησε ανασυζήτηση της υποθέσεως, στις 29-06-2000. Όπως προκύπτει εξάλλου ιδία από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. …/22-9-2000 πρακτικό του, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο με την προαναφερθείσα νέα του σύνθεση, όρισε ότι το ύψος των εξόδων της διαιτησίας που αφορούν την παρούσα συζήτηση (ανασυζήτηση) ως εξής : 1) Για τον επιδιαιτητή στο ποσό των έξη εκατομμυρίων (6.000.000) δραχμών 2) για κάθε ένα από τους διαιτητές στο ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών 3) για τον τακτικό γραμματέα στο ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δραχμών.
Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. …/14-12-2000 πρακτικό του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου ορίσθηκαν, εκτός των άλλων, α) το ύψος της αμοιβής των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου για την πρώτη συζήτηση της ανταιτήσεως (ανταγωγής), εκτός των άλλων, σε 12.000.000 δραχμές για τον τώρα ενάγοντα επιδιαιτητή και β) κατ' εύλογη κρίση του, το ύψος των εξόδων της διαιτησίας που αφορούν την πρώτη συζήτηση για όλα τα μέλη του Δικαστηρίου πλην του αναπληρωματικού Γραμματέα και ειδικότερα για τον Επιδιαιτητή σε 6.000.000 δραχμές, γ) θεώρησε ότι έχουν αναλωθεί τόσο οι αμοιβές των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου που αφορούν την αίτηση και που ορίσθηκαν με το υπ' αριθμ.
… πρακτικό και κατεβλήθησαν εξολοκλήρου από την αιτούσα, όσα και αυτά που ορίζονταν με το παρόν πρακτικό και τα οποία οφείλονταν. Το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο διεξήγαγε με την προαναφερθείσα νέα του σύνθεση νέες αποδείξεις, μετά την περάτωση των οποίων, από τις αρχές Μαΐου του έτους 2001, άρχισαν οι διασκέψεις του Δικαστηρίου για την έκδοση της αποφάσεως.
Οι διασκέψεις όμως αυτές διεκόπησαν στις 20-09-2001, λόγω ασκήσεως, από μέρους της τότε εναγομένης "... Α.Ε.Β.Ε.", αιτήσεως εξαιρέσεως όλων των μελών του προαναφερομένου Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 8089/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι διασκέψεις επανελήφθησαν, διεκόπησαν όμως εκ νέου μετά την άσκηση εκ μέρους της ιδίας διαδίκου "...
Α.ΕΒ.Ε." στις 05-03-2002, εναντίον του ενάγοντος Επιδιαιτητή της από 04-03-2002 αγωγής κακοδικίας ενώπιον του, κατά το άρθρο 99 του Συντάγματος, Ειδικού Δικαστηρίου, που απερρίφθη με την υπ' αρ. 9/2003 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο σκεπτικό της υπ' αριθμ. 9/2003 απόφαση του, κατά το άρθρο 99 του Συντάγματος, Ειδικού Δικαστηρίου προς εκδίκαση αγωγών κακοδικίας αναφέρεται εκτός των άλλων, ότι σε σχέση και με την συνδέουσα τον τώρα ενάγοντα, ως Επιδιαιτητή, σχέση με τις τότε αντιδίκους στην διαιτησία και ήδη εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες: "Πράγματι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, ο εναγόμενος επιδιαιτητής δεν έχει ενεργήσει ως δικαστικός λειτουργός, φορέας δηλαδή της, κατά το Σύνταγμα, δικαστικής λειτουργίας του κράτους, αλλά ως πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί η επίλυση της διαφοράς κατά τους κανόνες της συμβατικής διαιτησίας.
Πρόκειται για διαδικασία, στη διεξαγωγή της οποίας ο ίδιος ο επιδιαιτητής έχει συναινέσει, ενώ θα μπορούσε και να την αρνηθεί, κατά το άρθρο 880 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Χωρίς δε να είναι ανάγκη να λάβει θέση το Δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα, αν ο διαιτητής είναι φορέας λειτουργήματος ή, αν παρέχει έμμισθη υπηρεσία προς τις δύο πλευρές, βέβαιο είναι ότι ο επιδιαιτητής δεν αποτελεί εδώ από θεσμική άποψη πολιτειακό δικαιοδοτικό όργανο, κατά την έννοια των άρθρων 87 και επόμ.
του Συντάγματος και επομένως δεν επιτελεί έργο δικαστικού λειτουργού, για το οποίο, κατά το Σύνταγμα, ενάγεται ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας, αλλά αντιθέτως, όπως κάθε άλλος επιδιαιτητής, υπάγεται στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του άρθρου 73 του Εισαγωγικού Νόμου του Κ.Πολ.Δ.". Στην συνέχεια συνεδρίασε πάλι το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθμ. 8/7-2-2003 παρεμπίπτουσα διαιτητική απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, διέταξε πραγματογνωμοσύνη και διόρισε πραγματογνώμονα τον Ορκωτό Λογιστή Η.
Κ. για να αποφανθεί επί των ταχθέντων, με την ως άνω απόφαση σ' αυτόν, θεμάτων. Όπως προκύπτει ιδία από τα υπ' αριθμ. …/30-3-2004 και …/11-5-2004 πρακτικά του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό ιδία και με την από 6-7-2004 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../12-7- 2004 αίτηση του τώρα ενάγοντος που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται μετά την διεξαγωγή της προαναφερομένης λογιστικής πραγματογνωμοσύνης επαναλήφθηκε στις 6-6-2003 η συζήτηση της υποθέσεως, έλαβαν χώρα δε οι συνεδριάσεις του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου κατά τις 18-6-2003 και κατά τις 30-6- 2003, κατά τις οποίες υποβλήθηκαν, προς τον παραπάνω πραγματογνώμονα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, διευκρινιστικές ερωτήσεις από τα μέλη του Δικαστηρίου, τους διαδίκους και τους τεχνικούς τους συμβούλους, ως προς το περιεχόμενο και τα πορίσματα της εκθέσεώς του.
Μετά ταύτα παρασχέθηκε στους διαδίκους προθεσμία για την κατάθεση των προτάσεών τους και των προσθηκών - αντικρούσεών τους, παρασχέθηκε στους τεχνικούς συμβούλους των διαδίκων προθεσμία για την κατάθεση των παρατηρήσεων τους, μετά την γενομένη δε στις 18-9-2003 λήξη των ως άνω προθεσμιών, το Δικαστήριο συνήλθε στις 16-10-2003 εκ νέου σε διάσκεψη, που διεκόπη για τις 11-11-2003, κατόπιν για τις 25- 11-2003 και στην συνέχεια για τις 5-12-2003, προκειμένου τα μέλη του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου να μελετήσουν τη δικογραφία και ο Επιδιαιτητής να ετοιμάσει την Εισήγησή του.
Κατά την λαβούσα χώρα, στις 5-12-2003, διάσκεψη του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, ο τώρα ενάγων Επιδιαιτητής εξέθεσε την εισήγησή του επί των αποδεικτέων θεμάτων, άρχισε δε μετά ταύτα η συζήτηση μεταξύ των μελών του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου και έκθεση των αναρρήσεων, παρατηρήσεων και επιχειρημάτων των μελών αυτού.
Οι διασκέψεις αυτές συνεχίσθηκαν μέχρι τις 30-3-2004, όπως προκύπτει ιδία από το υπ' αριθμ. …/30-3-2004 πρακτικό του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, οπότε, αφού προηγήθηκε συζήτηση επί διαφόρων επιμέρους θεμάτων της υποθέσεως, αφού ο τώρα ενάγων - Επιδιαιτητής υπέβαλε ερώτηση προς τα λοιπά μέλη του Δικαστηρίου εάν είναι έτοιμοι για ψηφοφορία ή επιθυμούν νέα συνεδρίαση προς τούτο, μετά από αίτημα του Διαιτητή της " ...
Α.Ε.Β.Ε. " και προκειμένου αυτός να προετοιμασθεί σχετικά, το Δικαστήριο διέκοψε την συνεδρίασή του για τις 20-4-2004, οπότε η διάσκεψη αναβλήθηκε με αντίστοιχα αιτήματα των διαιτητών του ως άνω Δικαστηρίου για τις 27-4-2004, για τις 4-5-2004 και τελικώς για τις 11-5-2004. Όπως προκύπτει ιδία από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.
…/11-5- 2004 πρακτικό του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, σε συνδυασμό και με την από 6-7-2004 και με αριθμό εκθέσεώς καταθέσεως .../12-7-2004 αίτηση του τώρα ενάγοντος που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται, ενώ ο ενάγων Επιδιαιτητής είχε την άποψη ότι η υπόθεση είχε καταστεί ώριμη προς έκδοση αποφάσεως, είχε δε εκπονήσει την σχετική εισήγηση και καλούσε τα λοιπά μέλη του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου σε ψηφοφορία, ώστε να εκδοθεί η απόφαση, τα άλλα δύο μέλη του Δικαστηρίου διατύπωσαν την άποψη, ότι έπρεπε να διαταχθεί εκ νέου η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να ζητήσει το Δικαστήριο από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείου ( άρθρο 3 παρ. 14 του Νόμου 2867/2000 ) πληροφορίες σχετικά με τα αναφερόμενα, στο ως άνω πρακτικό του Διαιτητικού Δικαστηρίου, θέματα.
Με την ως άνω άποψη διαφώνησε ο .. ενάγων Επιδιαιτητής, που θεωρούσε ότι δεν ήταν αναγκαία η έκδοση νέας παρεμπίπτουσας αποφάσεως και ότι η υπόθεση είχε επαρκώς και εκτενώς ερευνηθεί και ήταν ώριμη προς έκδοση αποφάσεως. Ενόψει και όλων των προαναφερομένων και θεωρώντας ότι από τα προαναφερθέντα τεκμαιρόταν η από αμφοτέρους τους διαδίκους έκφραση αποδοκιμασίας προς το πρόσωπό του, άλλως ότι αμφότεροι οι διάδικοι είχαν υπόνοιες μεροληψίας προς το πρόσωπό του, ο ενάγων Επιδιαιτητής υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την κοινοποιούμενη στις ..εναγόμενες διαδίκους της προαναφερθείσας διαιτησίας και στους διαιτητές αυτών, φέρουσα ημερομηνία 6-7-2004 και αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../12-7-2004 αίτησή του, της οποίας προσδιορίσθηκε δικάσιμος για τις 7-9-2004, με την οποίαν ζητούσε για τους, στην αίτηση, αναφερομένους λόγους, να του χορηγηθεί η άδεια να αποχωρήσει από την προαναφερθείσα διαιτησία, που διεξήγαγε μέχρι τότε και επί επταετία, ως Επιδιαιτητής, επί της προαναφερθείσας διαφοράς των τότε αντιδίκων, εναγομένων - εφεσιβλήτων - εκκαλουσών ανωνύμων εταιρειών, άλλως να γίνει δεκτή η αίτηση αποχής του από αυτήν.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 5030/2004 απόφασή του, που εξεδόθη κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δέχθηκε την αίτηση του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και του χορήγησε άδεια να αποχωρήσει από την θέση του Επιδιαιτητή στην προαναφερθείσα διαιτησία. Μετά την ( κατά τα προαναφερθέντα ) αποχώρηση του ενάγοντος από την θέση του ως Επιδιαιτητή στην προαναφερθείσα διαιτητική διαφορά, η εταιρεία ... ( πρώτη εναγόμενη ) με την από 26-10-2004 εζώδικη δήλωσή - πρόσκλησή της, που επέδωσε στους διαιτητές και την εταιρεία ...
Α.Ε.Β.Ε. ( πρώην " ... Α.Ε.Β.Ε. " ) κάλεσε τους δύο διαιτητές να ορίσουν νέο Επιδιαιτητή εντός της νόμιμης προθεσμίας των 8 ημερών και να ανακοινώσουν τούτο στα μέρη, που συνομολόγησαν την σχετική συμφωνία. Οι διαιτητές ωστόσο δεν συμφώνησαν στον ορισμό Επιδιαιτητή, γεγονός που γνωστοποίησαν στις ως άνω εταιρείες με την από 8-11-2004 κοινή επιστολή τους.
Μετά ταύτα αμφότερες οι εναγόμενες ανώνυμες εταιρείες ζήτησαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, το διορισμό Επιδιαιτητή, λόγω ασυμφωνίας των υπό των απουσών ορισμένων Διαιτητών σε σχέση με τον διορισμό του Επιδιαιτητή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 167 /2005 απόφασή του που εκδόθηκε, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όρισε ως Επιδιαιτητή για την συγκρότηση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, προς επίλυση της διαφοράς που είχε ανακύψει μεταξύ των εναγομένων κατά την εκτέλεση της από 31-8-1996 μεταξύ τους συμβάσεως τον … Α.
Κ.. Το Διαιτητικό Δικαστήριο συνήλθε με την νέα του σύνθεση σε πρώτη συνεδρίαση στις 1-4-2005, παρουσία και των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων και αποφασίσθηκε, με σύμφωνη γνώμη όλων, η εκ νέου συζήτηση της υποθέσεως και η λήψη υπόψη όλων των μέχρι τότε συγκεντρωθέντων στοιχείων, των έστω και ατελώς συντεταγμένων πρακτικών κ.λ.π. [Δεν διετάχθη δηλαδή η εκ νέου η επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο].
Το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, με την νέα του σύνθεση, συνήλθε έκτοτε σε έξη συνεδριάσεις και ασχολήθηκε κυρίως με την μελέτη της ογκώδους δικογραφίας και με διαδικαστικά θέματα μέχρις ότου στις 22-7-2005 αποφασίσθηκε ότι η υπόθεση ήταν ώριμη προς έκδοση αποφάσεως. Σχετικά με τα ανωτέρω, διαφωτιστική είναι ιδία η 30/2006 οριστική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με την οποίαν, αφού κρίθηκε ότι η ως άνω διαιτησία είναι διεθνής, το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ...
και επιδίκασε σ' αυτήν νομιμοτόκως 30.667.644,90 ευρώ. Στην συνέχεια, με την ως άνω υπ' αριθμ. 30/2006 οριστική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με την νέα του σύνθεση, ορίσθηκαν οριστικώς η αμοιβή και τα έξοδα διαιτησίας των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως εξής : Για τον Επιδιαιτητή Α. Κ. 460.000 ΕΥΡΩ και 110.000 ΕΥΡΩ αντιστοίχως.
Για καθένα από τους διαιτητές 340.000 ΕΥΡΩ και 90.000 ΕΥΡΩ αντιστοίχως. Για τον Γραμματέα 50.325 ΕΥΡΩ και 10.000 ΕΥΡΩ αντιστοίχως και για τον αναπληρωτή Γραμματέα για αμοιβή 9.675 ΕΥΡΩ. Κατά της ως άνω αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου προσέφυγε η εταιρεία ... Α.Ε.Β.Ε. (πρώην "... Α.Ε.Β.Ε." ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθμ. 4113/2007 απόφασή του ακύρωσε την υπ' αριθμ. 30/30-6-2006 διαιτητική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών.
Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 4113/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε αναίρεση, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 1713/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Πρέπει να σημειωθεί ότι οφείλεται αμοιβή στον Διαιτητή και (για την ταυτότητα του λόγου) και στον Επιδιαιτητή και όταν δεν εκδοθεί τελικώς διαιτητική απόφαση (ως εις την περίπτωσιν συμβιβασμού των διαδίκων κατά την διάρκεια της διαιτητικής δίκης) ή όταν ακυρωθεί αύτη, εκτός αν η ακύρωση οφείλεται εις δόλο ή βαρεία αμέλεια του διαιτητού.
Συνακόλουθα οφείλεται ανάλογη αμοιβή και καταβολή αναλόγων εξόδων και στον ενάγοντα για τις υπηρεσίες που προσέφερε, ως Επιδιαιτητής, στην μεταξύ των διαδίκων δίκη και δη επί χρονικό διάστημα 6,5 ετών περίπου, ανεξαρτήτως του ότι, λόγω της ασυμφωνίας που είχε ανυπαιτίως εμφιλοχωρήσει μεταξύ αυτού και των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου, αναγκάσθηκε να αιτηθεί την άδεια να αποχωρήσει από την Διαιτητική διαδικασία και ανεξαρτήτως του ότι εκ του λόγου αυτού, χωρίς δική του υπαιτιότητα, δεν εκδόθηκε τελικώς υπ' αυτού, ως Επιδιαιτητή, η Διαιτητική απόφαση επί της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, ακυρώθηκε δε η εκδοθείσα από το Διαιτητικό Δικαστήριο, υπό την νέα του σύνθεση, προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 30/30-6-2006 διαιτητική απόφαση.
Σημειωτέον ότι τόσο στο υπ' αριθμ. …, όσο και στο υπ' αριθμ. … πρακτικό του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου (στην σύνθεση του οποίου μετείχε ο ενάγων) είχε γίνει ρητά αναφορά ότι τα προσδιοριζόμενα σε αυτές ποσά αποτελούν προκαταβολή της αμοιβής και των εξόδων των μελών του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, στο δε υπ' αριθμ.
… πρακτικό του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου αναφερόταν ρητά ότι το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, επιφυλάχθηκε " να ορίσει την αμοιβή των μελών του και των γραμματέων που αντιστοιχεί στην αρχική συζήτηση της ανταιτήσεως (ανταγωγής) .... Επιφυλάσσεται επίσης το Δικαστήριο να αποφανθεί για το ύψος των εξόδων της διαιτησίας τα οποία βαρύνουν τους διαδίκους και αντιστοιχούν στη νέα αυτή συζήτηση και τα οποία θα καθορισθούν αργότερα με ιδιαίτερο πρακτικό, όπως επίσης, τέλος, με άλλο πρακτικό θα ορισθούν τα έξοδα της διαιτησίας που αντιστοιχούν στην αρχική συζήτηση της υποθέσεως ".
Επίσης, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. …/22-9-2000 πρακτικό του, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο θεώρησε ότι είχαν ήδη αναλωθεί τόσο οι αμοιβές των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου που αφορούσαν την αίτηση και που ορίσθηκαν με το υπ' αριθμ. … πρακτικό και κατεβλήθησαν εξ ολοκλήρου από την αιτούσα, όσα και αυτά που ορίζονταν με το ως άνω ( υπ' αριθμ.
…/22-9-2000 ) πρακτικό και τα οποία τότε ακόμη οφείλονταν. Ανάλογη διατύπωση ακολουθήθηκε και στο υπ' αριθμ. …/14-12-2000 πρακτικό του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, ότι δηλαδή "Θεωρεί ότι έχουν αναλωθεί .... τόσον οι αμοιβές των μελών του Δικαστηρίου που αφορούν την αίτηση, οι οποίες ορίσθηκαν με το με αριθμό … πρακτικό για την πρώτη συζήτηση ....
όσο και αυτά ( αμοιβές και έξοδα ) που ορίζονται με το παρόν πρακτικό, αφορούν αυτήν ( α' συζήτηση ) και οφείλονται". Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως και ανωτέρω εξετέθη, στο με αριθμό … πρακτικό του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου [ στο οποίο ρητά αναφέρεται το υπ' αριθμ. …/14-12-2000 πρακτικό ] αναφερόταν ρητά ότι πρόκειται περί προκαταβολής, αμοιβών και εξόδων.
Εξάλλου, με το υπ' αριθμ. …/18-6-2003 πρακτικό του ίδιου ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου ορίσθηκαν συμπληρωματικά έξοδα για τα μέλη του ίδιου ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου εκ των οποίων 15.000 ευρώ για τον Επιδιαιτητή, ήδη ενάγοντα. Σε κανένα ωστόσο από τα ως άνω πρακτικά δεν γίνεται μνεία ότι πρόκειται περί οριστικής εκκαθαρίσεως των αμοιβών και των εξόδων του Διαιτητικού Δικαστηρίου, η οποία άλλωστε (οριστική εκκαθάριση των αμοιβών και των εξόδων του Διαιτητικού Δικαστηρίου) εκ του νόμου ( άρθρο 882 παρ. 3 του ΚΠολΔ ) γίνεται με τη διαιτητική απόφαση.
Συνομολογεί εξάλλου ο ενάγων, ότι έχει ήδη λάβει έναντι της οριστικής αμοιβής και των εξόδων που αυτός δικαιούται το ποσό των 167.278,06 ευρώ και των 32.608,22 ευρώ, ανάλογα όμως ποσά είχαν ήδη λάβει, πριν την έκδοση της οριστικής υπ' αριθμ. …/30.06.2006 διαιτητικής αποφάσεως και οι λοιποί διαιτητές. Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, σε σχέση με τον μακροχρόνιο και δυσχερή δικαστικό αγώνα μεταξύ των τώρα εναγομένων, στον οποίον ο ενάγων άσκησε καθήκοντα Επιδιαιτητή, του γεγονότος ότι παρείχε τις διαιτητικές υπηρεσίες του, α) για μεν την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως επί χρονικό διάστημα 25 μηνών, β) για δε την δεύτερη συζήτηση της υποθέσεως επί χρονικό διάστημα 53 μηνών, συνολικά δε επί 78 μήνες, ήτοι 6,5 έτη, έλαβε μέρος δε σε 78 συνεδριάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου [οράτε 1η σελίδα της υπ' αριθμ. 30/30-6-2006 διαιτητικής αποφάσεως, όπου αναγράφεται ότι συνολικά οι συνεδριάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου ήσαν 84, σε συνδυασμό και με την 4η σελίδα της υπ' αριθμ. 30/30-6- 2006 διαιτητικής αποφάσεως, όπου αναγράφεται, ότι με την νέα σύνθεσή του ( ήτοι με τον εις αντικατάσταση, του ενάγοντος διορισθέντα νέο Επιδιαιτητή ) το Διαιτητικό Δικαστήριο συνήλθε σε 6 συνεδριάσεις ], λαμβανομένων υπόψη της εκτάσεως, του όγκου και της σπουδαιότητας της καταβληθείσας εκ μέρους του ενάγοντος εργασίας, όπως αναλυτικά ανωτέρω προσδιορίσθηκαν, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι εκδόθηκαν υπ' αυτού (ενάγοντος ως Επιδιαιτητή) τρεις διαδοχικές έγγραφες εισηγήσεις, που λήφθηκαν υπόψη από το Διαιτητικό Δικαστήριο κατά την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεώς του (βλ.
σελίδα 123 της υπ' αριθμ. 30/2006 αποφάσεώς αυτού), λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το αντικείμενο της διαιτητικής δίκης ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 30.667.644,90 Ευρώ, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι τελικώς δεν εξεδόθη η διαιτητική απόφαση από τον ενάγοντα, ως Επιδιαιτητή, λαμβανομένου τέλος υπόψη του γεγονότος ότι η προκειμένη διαιτησία ήταν διεθνής, όπως έγινε ομοφώνως δεκτό και με την υπ' αριθμ. 30/2006 Διαιτητική απόφαση, και όπως κρίνει και το παρόν Δικαστήριο, δεδομένου ότι η κριθείσα, από το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, διαφορά αφορούσε νομικά πρόσωπα με στοιχεία αλλοδαπότητας και συγκεκριμένα τα τότε διάδικα μέρη, που φέρονταν μεν ότι έχουν έδρα στην Ελλάδα, είχαν εν τοις πράγμασι την έδρα τους στην αλλοδαπή, από την οποίαν και ελέγχονταν τόσο από οικονομικής, όσο και από διοικητικής απόψεως, συνεπώς η αμοιβή των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν υπόκειται στον προβλεπόμενο, από το άρθρο 882 του Κ.Πολ.Δ., τεθέντα περιορισμό ως προς τα ανώτατα όρια της αμοιβής, το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι η αμοιβή και τα έξοδα που αναλογούν στον ενάγοντα, ως Επιδιαιτητή, για την εργασία που παρείχε με την ως άνω ιδιότητα στην προκειμένη διαιτησία, ανέρχονται ενόψει και του γεγονότος ότι το αντικείμενο της διαιτητικής δίκης ανερχόταν στο ποσό των 30.667.644,90 ευρώ, στα 3/4 της αμοιβής και των εξόδων που τελικώς (αντιστοίχως) εκκαθαρίσθηκαν για τον Επιδιαιτητή, που εξέδωσε την ως άνω οριστική υπ' αριθμ. 30/2006 διαιτητική απόφαση, ήτοι ανέρχονται η μεν αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 345.000 ευρώ ( 460.000 ευρώ X 3/4 = 345.000 ευρώ ), τα δε έξοδά του στο ποσό των 82.500 ευρώ (110.000 ευρώ X 3/4 = 82.500 ευρώ).
Έναντι α ) της προαναφερθείσας αμοιβής ο ενάγων έχει καθ' ομολογία του εισπράξει ποσό 167.278,06 ευρώ, επομένως δικαιούται το υπόλοιπο ποσό, που ανέρχεται σε 177.721,94 ευρώ ( 345.000 ευρώ - 167.278,06 ευρώ = 177.721,94 ευρώ ), β ) των προαναφερομένων εξόδων ο ενάγων έχει καθ' ομολογία του εισπράξει ποσό 32.608,22 ευρώ, επομένως δικαιούται το υπόλοιπο ποσό, που ανέρχεται σε 49.891,78 ευρώ ( 82.500 ΕΥΡΩ - 32.608,22 ευρώ = 49.891,78 ευρώ ).
Συνολικά, επομένως δικαιούται για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 227.613,72 ευρώ νομιμοτόκως και όχι το μείζον τούτου συνολικό ποσό των 941.309,62 ΕΥΡΩ, που αιτείται ο ενάγων, ούτε όμως το μικρότερο τούτου συνολικό ποσό των 85.113,72 ΕΥΡΩ που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του.." Το άρθρο 882 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ, όπως κατά τα δύο πρώτα εδάφια του αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Νόμου 1816/1988, στην συνέχεια με την παράγραφο 18 του άρθρου 9 του Νόμου 2145/1993 και τέλος με το άρθρο 17 παρ. 4 του Νόμου 2331/1995, περιελάμβανε ένα μόνο περιορισμό της διαιτητικής αμοιβής ( αυτόν που αφορούσε το ΤΑΧΔΙΚ ), γι' αυτό, στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής ( άρθρο 882 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ. ) αναφερόταν ότι ο ( μοναδικός ) περιορισμός της αμοιβής των διαιτητών ή επιδιαιτητών δεν ισχύει στις διεθνείς διαιτησίες.
Όμως, με το άρθρο 882Α του Κ.Πολ.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5 του Νόμου 2331/1995 ορίσθηκε ( παρ. 2 του άρθρου ) ότι από το ποσό της αμοιβής ο δικαστικός λειτουργός λαμβάνει ποσοστό 35%, 25% καταβάλλεται σε ειδικό λογαριασμό του ΤΑΧΔΙΚ, το δε υπόλοιπο κατατίθεται σε έντοκο λογαριασμό και περιέρχεται σε κοινό Ταμείο.
Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 3 ( εδ. τελευταίο ) του ίδιου Νόμου 2331/1995 ορίζεται ότι η διάταξη του άρθρου 882Α του Κ.Πολ.Δ. για το ύψος και για την κατανομή της αμοιβής εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις αυτές χωρίς παρέκκλιση. Δηλαδή, η διάταξη του όρθρου 882Α του Κ.Πολ.Δ. ( όσον αφορά το ύψος και την κατανομή της αμοιβής ) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά το άνω άρθρο 18 παρ. 3 του Νόμου 2331/1995.
Οι περιπτώσεις τις οποίες αφορά το άνω άρθρο ( 18 παρ. 3 του Νόμου 2331/1995 ), όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, αναφέρονται όχι σε όλες τις διεθνείς διαιτησίες, αλλά στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό με διαδίκους το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Νομικά Πρόσωπα του Δημόσιου Τομέα και τρίτο. Επομένως, στις λοιπές διεθνείς διαιτησίες, στις οποίες δεν είναι διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Νομικό Πρόσωπο του Δημόσιου Τομέα, ισχύει, όσον αφορά την αμοιβή των διαιτητών ή επιδιαιτητών δικαστικών λειτουργών το άρθρο 882 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ. (εφαρμοζόμενο και στη διαιτητική αμοιβή των δικαστικών λειτουργών κατ' άρθρο 882Απαρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), κατά το οποίο, ο περιορισμός της αμοιβής των διαιτητών ή επιδιαιτητών δεν ισχύει στις διεθνείς διαιτησίες (βλ.
και την φέρουσα με αριθμό πρωτοκόλλου 459/3-11-2009 Εγκύκλιο του Προέδρου του Αρείου Πάγου, με θέμα "ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΩΣ ΔΙΑΙΤΗΤΩΝ Ή ΕΠΙΔΙΑΙΤΗΤΩΝ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΕΣ", η οποία ερμηνεύει τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν επιχειρεί να τροποποιήσει, ούτε να καταργήσει ή να υποκαταστήσει αυτές, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προκειμένη διαιτησία, είναι διεθνής, όπως συνομολογεί ρητά η δευτέρα εναγομένη ... ( βλ. σελ. 2 παρ. 5 της υπό κρίση εφέσεώς της ), δεν αρνείται δε ειδικά η πρώτη εναγομένη, και αποδείχθηκε, ιδία ενόψει και του ότι αυτό έγινε δεκτό ομοφώνως από την υπ' αριθμ. 30/2006 Διαιτητική απόφαση, στην δε σελίδα 129 αυτής (ως άνω Διαιτητικής αποφάσεως) αναφέρεται ότι " η μεν ενάγουσα - καθ' ης η ανταίτηση ...
συνεστήθη ουσιαστικά από την αλλοδαπή εταιρεία ..., αποτελεί δηλαδή θυγατρική της εταιρεία, ελεγχόμενη από αυτήν και η αλλοδαπή εταιρεία είναι, κατά την εύστοχη παρατήρηση του προηγουμένου επιδιαιτητή κ. Μ. Π., " οιονεί " συμβαλλόμενη στην ένδικη σύμβαση, από την οποία προδήλως σκοπεύει την συγκομιδή οικονομικών ωφελειών, εξακτέων στο εξωτερικό ( βλ.
πρακτικό υπ' αριθμ. … ), η δε εναγομένη - ανταιτούσα ... ( πρώην ... ) έχει περιέλθει δι' εξαγοράς σε αλλοδαπές εταιρείες, αρχικώς μεν στην ομότιτλη Ιταλική και ακολούθως στην αλλοδαπή επίσης εταιρεία ... S.A. κατά ποσοστό 80,87 %, τα κεφάλαια της οποίας, μεταξύ των οποίων και της ..., διαχειρίζονται οι αλλοδαπές εταιρείες ...
και ..., διαθέτει δε, κατά δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου Λ., έδρα και στο εξωτερικό (βλ. υπ' αριθμ. …/28-5-1998 πρακτικό). Μέτοχος της ... είναι σύμφωνα με την έκθεση της ..., η ... κατά το ποσοστό 75% και η ... εταιρεία δικτύου της Νέας Αγγλίας και των Η.Π.Α. κατά το ποσοστό 20%". Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω δεν αρνούνται ειδικά οι εναγόμενες, οι οποίες άλλωστε δεν προσκομίζουν στο Δικαστήριο αυτό οιοδήποτε αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο.
Επομένως, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η προκειμένη διαιτησία είναι διεθνής, και αφού στην προκειμένη διαιτησία δεν είναι διάδικος το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε Ν.Π.Δ.Δ., ούτε Νομικά Πρόσωπα του /Δημόσιου Τομέα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσης, στην προκειμένη διεθνή διαιτησία δεν εφαρμόζεται η διάταξη του όρθρου 882Α του Κ.Πολ.Δ. (όσον αφορά τον περιορισμό του ύψους και της κατανομής της αμοιβής του ενάγοντος Επιδιαιτητή, που είχε τότε την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού), αλλά ισχύει και εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 882 παρ. 7 του Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο, ο περιορισμός της αμοιβής των διαιτητών ή επιδιαιτητών δεν ισχύει στις διεθνείς διαιτησίες σε συνδυασμό και με το άρθρο 32 παρ. 4 του Νόμου 2735/1999.
Επομένως : α) τόσον ο πρωτοδίκως παραδεκτά προβληθείς ισχυρισμός των τώρα εναγομένων ανωνύμων εταιρειών, τον οποίον παραδεκτά επαναφέρουν με τις αντίστοιχες εφέσεις τους, ότι η υπό κρίση αγωγή δεν είναι νόμιμη, λόγω υπαγωγής της αμοιβής του ενάγοντος, ως έχοντος την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού Επιδιαιτητή, στον περιορισμό του άρθρου 882Α του Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι δεν μπορεί η αμοιβή του να υπερβεί τα 59.000 ΕΥΡΩ, όσον και β ) η επίσης πρωτοδίκως παραδεκτά προβληθείσα υπό των τώρα εναγομένων ανωνύμων εταιρειών, ένσταση εξοφλήσεως, την οποία παραδεκτά επαναφέρουν με τις αντίστοιχες εφέσεις τους, ισχυριζόμενες ειδικότερα ότι η αμοιβή του ενάγοντος, ως Επιδιαιτητή, στην μεταξύ των τώρα εναγομένων εταιρειών διεξαχθείσα διεθνή διαιτησία, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 882Α του Κ.Πολ.Δ., ήτοι δεν μπορεί να υπερβεί τα 59.000 ευρώ, επειδή αυτός είχε την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού και ότι συνεπώς, αφού καθ' ομολογία του ενάγοντος, περιεχομένη στην ένδικη αγωγή του, αυτός (ενάγων) έχει ήδη εισπράξει 167.278,06 ευρώ, η απαίτησή του από την επίδικη διαιτησία έχει ήδη, κατά τον προαναφερόμενο ισχυρισμό των εναγόμενων, εξοφληθεί, πρέπει να απορριφθούν αμφότεροι ως μη νόμιμοι, κατά τα προαναφερθέντα...". 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος (κατά το δεύτερο σκέλος εκάστου εξ αυτών) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, ως προς τις παραπάνω παραδοχές, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
Η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου της αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αφορά την απόδειξη του ισχυρισμού της περί της αμοιβής και του ύψους της αμοιβής του επιδιαιτητή.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του τα υπ' αριθμ. …/18-3-1998, …/14-6-2000, …/22-9-2000, …/14-12-2000, …/5-3-2002, …/12-3-2002, …/23-12-202 και …/18-6-2003 πρακτικά διαιτησίας του διαιτητικού δικαστηρίου και τούτο διότι τα έγγραφα αυτά, είναι τα κατ' εξοχήν, αποδεικτικά μέσα που ασκούν καταλυτική επιρροή στην έκβαση της δίκης για τον αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο λόγο.
Από την αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ένδικη διαφορά, έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ανενδοίαστα, ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών έλαβε υπόψη του, για την εξαγωγή του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος του και τα ανωτέρω έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, των οποίων όμως την αποδεικτική αξία και κατά την ανέλεγκτη σχετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτίμησε ως ανωτέρω, ήτοι κατά διαφορετικό τρόπο από αυτόν που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει.
Επομένως, ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 περ.11 γ ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τέλος, με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών και στην περίπτωση που έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα ως άνω έγγραφα (υπ' αριθμ.
…/18-3-1998, …/14-6-2000, …/22-9-2000, …/14-12-2000, …/5-3-2002, …/12-3-2002, …/23-12-202 και …/18-6-2003 πρακτικά διαιτησίας του διαιτητικού δικαστηρίου) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, με το να αναγνώσει εσφαλμένα τα έγγραφα αυτά και στην συνέχεια με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που υποστηρίζει ως ορθά αναιρεσείουσα.
Όμως, με το να καταλήξει στο πιο πάω αποδεικτικό του πόρισμα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθώς ανέγνωσε τα προαναφερόμενα έγγραφα και σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε παρά τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, και ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Ενόψει αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03.03.2015 και με αριθμό κατάθεσης …/04.03.2015 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2766/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας των αμοιβών για παροχή εργασίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ