Legislator Case Law & Legislation
1144/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on severance pay eligibility and standing.

Case Number 1144/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple employees against a final labor court judgment. The employees argued that the court erred in denying them severance pay and lacked proper standing to sue the parent company. The court ruled that the employees did not work for the defendant entities and the administrative act in question was not legally binding, thus rejecting their claims on both procedural and substantive grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1), 22(1)(b) of the Constitution; Article 1 of Council Directive 175/117/EEC; Article 119(141) of the EC Treaty; Article 1 of the Treaty of Maastricht; Article 288 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court rejected the claim due to lack of legal standing or formal defects rather than a violation of constitutional or international labor rights.

Keywords

AI generated
labor severance pay legal standing parent company liability administrative act validity appeal admissibility employee eligibility civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(1)(b) of the Constitution
Article 1 of Council Directive 175/117/EEC
Article 119(141) of the EC Treaty
Article 1 of the Treaty of Maastricht
Article 288 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1144 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1144/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Φ. Ι. Σ., 2. Ε. Τ., 3. Ε. Ν., 4. Μ. Μ., 5. Σ. Κ., 6. Β. Χ., 7. Α. Α., 8. Ι. Σ., 9. Α. Κ., 10. Ε. Κ., 11. Μ. Κ., 12 Ι. Β., 13 Γ. Χ., 14 Β. Δ., 15. Α. Κ.-Κ., 16. Ε. Κ., 17 Μ. Κ., 18 Β. Ρ., κατοίκων ... . Oι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 7, 9, 11, 12, 15, 16, 17, 18 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπασίμο, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 6, 8, 10, 13, 14 αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Πειραϊκή - Πατραϊκή Βιομηχανία Ετοίμων Ενδυμάτων Βόλου Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και τελεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια εταιρία που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε.", η οποία ήδη ονομάζεται "Ανώνυμη εταιρία παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως Ε.Τ.Β.Α.

FINANCE" και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΒΑΜΒΑΚΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην ... και τελεί και αυτή σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια εταιρία που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε." η οποία ήδη ονομάζεται "Ανώνυμη Εταιρία παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως - ΕΤΒΑ FINANCE" όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 3.

Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων" (ΟΑΕ) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 4. Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Γρυλωνάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 5.

Ανώνυμης εταιρίας που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε.", η οποία ήδη ονομάζεται "Ανώνυμη εταιρία παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως - ΕΤΒΑ FINANCE" που νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/11/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2190/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 675/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 592/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 18/12/2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 30/1/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 18-12-2010 κλήση των αναιρεσειόντων, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 28-9-2010. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, εκ των αναιρεσειόντων η έκτη, ο όγδοος, η δέκατη, η δέκατη τρίτη και η δέκατη τέταρτη, οι οποίοι και κλήθηκαν ως αγνώστου διαμονής για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως: 9756 Β730-6-2011, 9757/30-6-2011, 9758/30-6-2011, 9759/30-6-2011 και 9760/30-6-2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... . Ομοίως, δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων οι οποίες και κλήθηκαν για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως 9662,9661,9659και 9660 Β / 20-6-2011 του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία των νομίμως κλητευθέντων ως άνω διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά την αρχή της ισότητας που απορρέει από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β του Συντάγματος, Ια' της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/51 που κυρώθηκε με το ν. 945/79, 1 της Οδηγίας 175/117/75 του Συμβουλίου της ΕΟΚ, πρέπει ο νομοθέτης να ρυθμίζει κατά όμοιο τρόπο τις ουσιώδεις όμοιες σχέσεις και καταστάσεις και να καθορίζει για ίσης αξίας εργασίας ίση αμοιβή εκτός αν οι διακρίσεις που γίνονται δεν είναι αυθαίρετες αλλά επιβάλλονται από λόγους γενικότερου ή δημοσίου συμφέροντος.

Όταν πρόκειται περί παροχής για να εφαρμοσθεί η συνταγματική αρχή της ισότητας απαιτείται η παροχή αυτή να δόθηκε σε εκτέλεση νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή κανονιστικής διοικητικής πράξεως που εκδίδεται κατ' εξουσιοδότηση νόμου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 1 παρ. 1γ του ν. 301/1976.

Περαιτέρω κατά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1β του Συντάγματος, 141 (πρώην 119) της από 25-3-57 ιδρυτικής της ΕΟΚ συνθήκης της Ρώμης (Ν. 945/79) και 288 Α.Κ ο εργοδότης που απασχολεί πολλούς μισθωτούς οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες για την εξυπηρέτηση αναγκών της ίδιας κατηγορίας υποχρεούται να τους μεταχειρίζεται ομοιομόρφως και συνεπώς να μη εξαιρεί ορισμένο η ορισμένους μισθωτούς από τις παροχές που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον η αφορούν μισθολογική η βαθμολογική εξέλιξη, στις οποίες προβαίνει οικειοθελώς χωρίς νομική υποχρέωση εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται από ειδικό και σοβαρό κατ' αντικειμενική κρίση λόγο.

Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι ότι τόσο οι μισθωτοί στους οποίους χορηγήθηκε η οικειοθελής παροχή, όσο και εκείνοι που εξαιρέθηκαν από αυτή παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον ίδιο εργοδότη, δηλαδή στο ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί την εργασία των μισθωτών και υπέχει έναντι αυτών ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις ως αντισυμβαλλόμενος αυτών στη σύμβαση εργασίας και στην περίπτωση ακόμη του ομίλου εταιρειών, που έχουν κοινά οικονομικά συμφέροντα, εάν η σύμβαση εργασίας του μισθωτού καταρτίσθηκε με μία από τις εταιρίες του ομίλου και η αξιοποίηση της εργασίας του γίνεται και από άλλες εταιρείες του ίδιου ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλομένη του μισθωτού εταιρεία, η οποία ασκεί διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας του και ευθύνεται για την πληρωμή των πάσης φύσεως αποδοχών του Για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής πρέπει να λειτουργεί η σύμβαση εργασίας και να είναι ενεργός.

Αν η τελευταία για οποιοδήποτε λόγο έχει λυθεί ο μισθωτός δεν μπορεί να την επικαλεσθεί εκτός αν πρόκειται για παροχή εκ μέρους του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή εν όψει αυτής και ανάγεται στο χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός. Τέλος η παροχή πρέπει να είναι νόμιμη, καθόσον η τυχόν χορήγηση εκούσιας παροχής παρά το νόμο δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών, που δεν έχουν λάβει την παροχή αυτή, αφού δεν νοείται ισότητα μεταχειρίσεως υπό συνθήκες παρανομίας.

Περαιτέρω, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 1892/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν.2000/1991 η επιχείρηση που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσεως πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διοίκηση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών της υποβάλλεται στην εκκαθάριση που προβλέπεται από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου 1892/90 ύστερα από απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχειρήσεως που εκδίδεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1386/83 όπως ισχύουν.

Ακόμη, κατά τα οριζόμενα στην προστεθείσα παράγραφο 5 του άρθρου 46 του ν. 1892/90 με τη δημοσίευση της αποφάσεως του Εφετείου περί θέσεως υπό εκκαθάριση της επιχειρήσεως λύνονται αυτοδικαίως όλες οι υφιστάμενες σχέσεις εργασίας των εργαζομένων στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση χωρίς να απαιτείται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβηκε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αποτελεί παράβαση, που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ και εντεύθεν δημιουργείται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει αυτή νόμιμη ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Αντίθετα, η ποιοτική αοριστία της αγωγής (επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών) και η ποσοτική αοριστία αυτής (έλλειψη εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως, ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου, στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως, σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, διότι δεν στηρίζεται στο νόμο.

Εν προκειμένω οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες), με την από 22-11-1999 ένδικη αγωγή τους, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξέθεσαν ότι είχαν προσληφθεί από την εδρεύουσα στο ... πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους καθένας υπό την αναφερόμενη ειδικότητα στο εργοστάσιο της, στο ..., στο τμήμα κλωστοϋφαντουργίας, μέχρι της απολύσεως των κατά τις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες από 20-9-1990 έως 28-2- 1992, ότι η πρώτη εναγομένη είναι θυγατρική εταιρεία της δεύτερης εναγόμενης και ότι έχουν τεθεί αμφότερες υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, δυνάμει της 7815/1992 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ορισθείσης ως εκκαθαρίστριας της πέμπτης εναγόμενης.

Ότι με την 863 /14-1-97 απόφαση (έγγραφο) της Υφυπουργού Ανάπτυξης χορηγήθηκε εφάπαξ έκτακτη (πέραν της κανονικής) αποζημίωση ύψους 2-500.000 δραχμών στους απολυθέντες μετά την απόφαση αυτή μισθωτούς των εταιρειών του ομίλου Πειραϊκή Πατραϊκή, Πειραϊκή Βιομηχανία Βάμβακος ΑΕ, Κλωστοϋφαντήρια Πατρών Α.Ε., Υφαντήριο Χαλκίδος Α.Ε.

και Γ. Α.Ε. καθώς και σε όσους εργαζόμενους είχαν απολυθεί μετά την 30-10-1992 από το συγκρότημα Πατρών της Πειραϊκής Πατραϊκής και πληρούσαν τις τιθέμενες στην άνω απόφαση προϋποθέσεις και ότι η έκτακτη αυτή αποζημίωση δόθηκε από χρήματα που διατέθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην τρίτη εναγομένη (ΟΑΕ Α.Ε) για την αντιμετώπιση της ανεργίας και την επαγγελματική αποκατάσταση των ανέργων και πληρώθηκε στους δικαιούχους από την ως εντολοδόχο της τρίτης εναγομένης ενεργούσα πέμπτη εναγόμενη εκκαθαρίστρια εταιρεία.

Ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως αποκλείστηκαν οι ενάγοντες από τη λήψη της εν λόγω έκτακτης παροχής παρ' ότι τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους απολυθέντες συναδέλφους τους που έλαβαν την άνω έκτακτη αποζημίωση.

Ότι παρά τις οχλήσεις των αρνούνται να χορηγήσουν το πιο πάνω βοήθημα στους ενάγοντες η πρώτη εναγόμενη ως εργοδότρια των, το τέταρτο εναγόμενο κα; η τρίτη εναγομένη ΟΑΕ Α.Ε, στις επιχειρήσεις του οποίου έχει ενταχθεί και το εργοστάσιο όπου αυτοί απασχολούνταν πριν απολυθούν και καταστούν άνεργοι, καθώς και η πέμπτη εναγομένη εκκαθαρίστρια εταιρεία, ως ασκούντα κοινωνική πολιτική νομικά πρόσωπα και υπόχρεα στη λήψη μέτρων υπέρ των ανέργων που δημιουργήθηκαν από την άσκηση της πολιτικής που επέλεξαν οι εκπρόσωποι του Ελληνικού Δημοσίου με τη θέση της εργοδότριας των εναγομένης εταιρείας σε ειδική εκκαθάριση εκθέτοντας και ότι οι λοιποί πλην της πρώτης εναγόμενοι ανέλαβαν με σχετικές μεταξύ των συμβάσεις να πληρώσουν και αυτοί τις οφειλές της πρώτης όπως το ένδικο βοήθημα, που εκχωρείται στην τρίτη εναγόμενη μετά την καταβολή του στους εργαζομένους προκειμένου να το εισπράξει ο εναγόμενος Οργανισμός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων από μελλοντικές εκποιήσεις των τμημάτων της Πειραϊκής Πατραϊκής.

Με βάση τα άνω ιστορούμενα, οι ενάγοντες ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αρχικού αγωγικού αιτήματος, να υποχρεωθούν εις ολόκληρο οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 1.000.000 δραχμών και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν επί πλέον εις ολόκληρο το ποσό των 1.500.000 δραχμών σε κάθε ενάγοντα.

Ενόψει του άνω περιεχομένου και αιτήματος της αγωγής το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, ενώ ως προς τους λοιπούς εναγομένους -αναιρεσίβλητους ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως. Ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να αξιώσουν από την πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ή από τους λοιπούς αντιδίκους τους την αναφερόμενη έκτακτη αποζημίωση των 2.500.000 δρχ.

κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, διότι η οικεία πράξη της Υφυπουργού Ανάπτυξης, που όριζε τους δικαιούχους και τις προϋποθέσεις αυτής της αποζημίωσης, δεν αφορούσε ρύθμιση παροχής, θεσπιζόμενη από διάταξη ουσιαστικού νόμου ή με υπουργική απόφαση, που να αποτελούσε κανονιστική πράξη και να εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση συγκεκριμένης διατάξεως του εσωτερικού ή του κοινοτικού δικαίου ή από διάταξη συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή διαιτητικής αποφάσεως και οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει ότι δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ή ως άνω πράξη ως κανονιστικού χαρακτήρα πράξη Υφυπουργού ούτε ισχυρίζονται ότι συνέτρεχε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 2 του Ν. 301/1976 για μη δημοσίευση της.

Επίσης, έκρινε το Εφετείο, ότι η αυτή πράξη της Υφυπουργού Ανάπτυξης, ως τέτοια Κυβερνητικού Οργάνου κατά τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας για κοινωνική παροχή, που δεν επιβαλλόταν από συγκεκριμένη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, δεν ελέγχεται ακυρωτικώς από το Συμβούλιο της Επικρατείας (αρθρ. 45 παρ. 5 του Π.Δ. 18/1989) ούτε από τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τη σκοπιμότητα της και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί αν ήταν δικαιολογημένη από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή αν αποτελεί δυσμενή σε βάρος των αναιρέσει όντων διάκριση, είτε με βάση το εσωτερικό, είτε με βάση το κοινοτικό δίκαιο, η εξαίρεση τους από τη χορήγηση της ως άνω παροχής, η οποία προερχόταν από κρατικούς πόρους και αποτελούσε κοινωνικό μέτρο, που λήφθηκε από την πολιτεία υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας ατόμων στα πλαίσια ασκήσεως κοινωνικής πολιτικής προς ανακούφιση τους κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της.

Περαιτέρω, έκρινε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) δεν μπορούσαν να αξιώσουν την εν λόγω έκτακτη αποζημίωση με βάση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διότι αυτή χορηγήθηκε στους αναφερόμενους μισθωτούς, που θα απολύονταν από 14-1-1997 και εφεξής από άλλες εταιρίες του Ομίλου της Πειραϊκής-Πατραϊκής Α.Ε., είτε σε όσους είχαν απολυθεί από το συγκρότημα των Πατρών από 30-10-1992 και εφεξής, ενώ η σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων με την πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ήταν ενεργός κατά τα χρονικά αυτά σημεία, αλλ' είχε λυθεί προηγουμένως.

Επίσης, η αποζημίωση αυτή δεν αποτελούσε εργοδοτική οικειοθελή παροχή, που δόθηκε από το Δημόσιο ως εργοδότη των αναιρεσειόντων ή των άλλων απολυομένων ή απολυθέντων μισθωτών στην ίδια με την πρώτη αναιρεσίβλητη εκμετάλλευση ή όμοιες εκμεταλλεύσεις άλλων εταιριών, που προέρχονταν από τη διάσπαση της ενιαίας Πειραϊκής - Πατραϊκής Α.Ε σε αυτόνομες νομικά εταιρίες.

Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν έναντι της πρώτης αναιρεσίβλητης την ως άνω παροχή ως οικειοθελή, αφού η σύμβαση εργασίας εκάστου εξ αυτών είχε ήδη λυθεί και η ίδια, ως εργοδότρια, δεν χορήγησε αυτή ως οικειοθελή παροχή σε άλλους μισθωτούς της λόγω απολύσεως τους από 30-10-1992 και εφεξής ή με την προοπτική της απολύσεως τους από 14-1-1997 και εφεξής.

Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι μόνο από την ιδιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως μητρικής εταιρίας σε σχέση με την πρώτη ομόδικο της δεν δημιουργείται εις ολόκληρον ευθύνη της μητρικής εταιρίας για τις υποχρεώσεις της θυγατρικής έναντι των εργαζομένων σ' αυτή ή όσων είχαν απολυθεί από τη θυγατρική, ούτε καθιστούσε τη μητρική εταιρία εργοδότρια των απασχολουμένων στη θυγατρική εταιρία.

Οι αναιρεσείοντες, ως συνδεόμενοι με σύμβαση εργασίας μόνο με την πρώτη αναιρεσίβλητη, νομιμοποιούνται να στραφούν μόνο κατ' αυτής για να αξιώσουν την αναφερόμενη έκτακτη αποζημίωση με βάση την αρχή της ισότητας και εκείνη της ίσης μεταχείρισης και όχι και κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Η επίκληση στην αγωγή ότι ευθύνονται εις ολόκληρον οι λοιπές αναιρεσίβλητες εταιρίες και το Ελληνικό Δημόσιο, γιατί ανέλαβαν με σχετικές μεταξύ τους συμβάσεις παράλληλα με την πρώτη αναιρεσίβλητη να πληρώσουν και αυτές τις οφειλές της, όπως και την εν λόγω έκτακτη αποζημίωση, δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για τη θεμελίωση της ευθύνης αυτών, ενώ στην αγωγή δεν αναφέρεται πότε έγιναν τέτοιες συμβάσεις και δεν εξειδικεύεται το περιεχόμενο τους για να κριθεί αν υφίσταται ή όχι ευθύνη των λοιπών, πλην της πρώτης, αναιρεσιβλήτων για την πληρωμή της αποζημιώσεως αυτής.

Με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή το Εφετείο ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς τους λοιπούς εναγομένους -αναιρεσίβλητους, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος, της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 100/1951, που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, 1 της Οδηγίας 175/117/1975 του Συμβουλίου της ΕΟΚ, 119 (141) της Συνθήκης της ΕΟΚ, 1 επ.

της Συνθήκης του Μάαστριχτ και 288 Α.Κ. Ειδικότερα, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε, αφού δέχθηκε ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι αναιρεσείοντες δεν παρείχαν τις υπηρεσίες τους στον ίδιο εργοδότη, ότι η σύμβαση τους δεν ήταν ενεργός και ότι η χορηγηθείσα παροχή σε άλλους εργαζομένους δεν δόθηκε σε εκτέλεση νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή κανονιστικής διοικητικής πράξεως που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση νόμου και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και συνεπώς δεν την δικαιούνταν.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι η απόφαση 863/1997 της Υφυπουργού Ανάπτυξης και αν ακόμη δεν θεωρηθεί υπουργική απόφαση επειδή δεν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, είναι αβάσιμη. Επίσης, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι μόνο από την ιδιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης ως μητρικής εταιρίας σε σχέση με την πρώτη ομόδικο της δεν δημιουργείται εις ολόκληρον ευθύνη της μητρικής εταιρίας για τις υποχρεώσεις της θυγατρικής έναντι των εργαζομένων σ' αυτή ή όσων είχαν απολυθεί από τη θυγατρική, ούτε καθιστούσε τη μητρική εταιρία εργοδότρια των απασχολουμένων στη θυγατρική εταιρία και ότι οι αναιρεσείοντες, ως συνδεόμενοι με σύμβαση εργασίας μόνο με την πρώτη αναιρεσίβλητη, νομιμοποιούνται να στραφούν μόνο κατ' αυτής για να αξιώσουν την αναφερόμενη έκτακτη αποζημίωση και όχι και κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων ορθά έκρινε σε σχέση με την έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως των τελευταίων πλην της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Ακολούθως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη ή για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα, που οι ίδιοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιον του, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2006 αίτηση των αναιρεσειόντων Φ. Σ. κλπ. για αναίρεση της 675/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου τετάρτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις28 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ