Legislator Case Law & Legislation
1144/2006 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against final compensation determination in forced expropriation case, remanding for further trial.

Case Number 1144/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the final determination of compensation in a forced expropriation case involving a rubber company and the Greek State. The court found that the lower court incorrectly declared the claim for recognition of the owner's status inadmissible, violating the court's duty to examine all relevant issues under Article 17 of the Constitution. Consequently, the decision was remanded to the Thessaloniki Court of Appeal for a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 and 117 of the Constitution; The court must examine all relevant issues in forced expropriation compensation proceedings, including the recognition of the owner's status, and cannot declare such claims inadmissible based on jurisdictional errors.

Keywords

AI generated
forced expropriation compensation determination constitutional property rights court of appeal jurisdiction remand for retrial owner status recognition legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 17, paragraph 2 of the Constitution
Article 117, paragraph 5 of the Constitution
Article 17, paragraph 1 of Law 797/1971
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Law 53/1974
Law 653/1977
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 10/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1144 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1144/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΑΣΤΙΚΟΥ Α.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαϊου 1999 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος κατά την οποία οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν έως ότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος, διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται, συνάγεται ότι η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ήδη αναθεωρημένου Συντάγματος κατά την οποία, αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, δεν έχει εφαρμογή σε απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν προ της θέσεως αυτής σε ισχύ (18.4.2001), για τις οποίες εφαρμόζεται όσον αφορά τον σκοπητέο χρόνο προσδιορισμού της οριστικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος όπως ίσχυε πριν την αναθεώρησή του (ΟλΑΠ 1109/81, 1332/85).

Εξάλλου, η όμοια με την παραπάνω του αναθεωρημένου Συντάγματος διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 δεν έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου επί των απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού (6.5.2001), εφόσον πριν από την εν λόγω ημερομηνία έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, οπότε εφαρμόζονται μόνο οι δικονομικές διατάξεις του νόμου αυτού.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με την 1124308/8768/0010/23.12.1997 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. η οποία δημοσιεύθηκε στο 12/21.1.1998 Φ.Ε.Κ. (τ. Δ΄), για δε τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ασκήθηκε η από 24.5.1999 αίτηση της αναιρεσείουσας και άλλων, η οποία προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί αρχικά για τις 22.11.1999, συνεκδικαζόμενη με αντίστοιχη αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εκδικάσθηκαν δε τελικά στις 17.11.2003, ο χρόνος προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, ενόψει του ότι προηγήθηκε προσωρινός προσδιορισμός αυτής με την 28844/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι εκείνος της συζητήσεως ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου (29.9.1998) σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος όπως ίσχυε πριν την τελευταία αναθεώρησή του.

Επομένως και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι χρόνος προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων, είναι εκείνος της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου (8.10.2001), παρότι είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αυτής, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτή (απόφαση) η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, της παράβασης δηλαδή της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, επειδή δεν καθόρισε την οριστική αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων με κρίσιμο χρόνο τη μετ' απόδειξη δικάσιμο της 17.11.2003, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τα επικείμενα επί του απαλλοτριουμένου με αρ. ΚΠ53 ακινήτου της αναιρεσείουσας δέχθηκε τα εξής: «α) Του διωρόφου κτιρίου, το οποίο προορίζεται ως χώρος εκθέσεως και γραφείων της εκεί εγκαταστημένης βιομηχανικής μονάδος επεξεργασίας ελαστικού, το οποίο δεν έχει αποπερατωθεί, σε 150Ε/μ3.

β). Του κτιρίου του εργοστασίου, τμήμα του οποίου θίγεται από την απαλλοτρίωση, σε 60Ε/μ3. γ) Των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του εργοστασίου, οι οποίες καταστρέφονται από την απαλλοτρίωση, ήτοι: 1) του μετασχηματιστού υψηλής τάσεως, 2) του πίνακος υψηλής τάσεως, 3) του γενικού πίνακας του εργοστασίου, 4) του ηλεκτρολογικού βιομηχανικού κυκλώματος διαφόρων διατομών και μήκους 150μ., 5) του κυκλώματος ατμού από μαύρους σιδηροσωλήνες διατομής 1/1/2 ίντσας και ? της ίντσας και μήκους 40 μ.

και 15 μ. αντιστοίχως, οι οποίοι φέρουν μονωτική επένδυση, 6) του κυκλώματος αέρος πό γαλβανισμένο σιδηροσωλήνα διατομής ? της ίντσας και μήκους 15 μ. και 7) του κυκλώματος πυρόσβασης από μαύρους σιδηροσωλήνες διατομής 3 ιντσών και 21/2 ιντσών και μήκους 22 μ. και 50μ. αντιστοίχως, σε 40.000 Ε κατ' αποκοπήν. Για τη μεταφορά από το ίδιο εργοστάσιο των μηχανημάτων τα οποία δύνανται να αποσυναρμολογηθούν, ήτοι 1) μιας καλάνδρας ισχύος 17 ΗΡ, 2) ενός εξτρούντερ ισχύος 110 ΗΡ, 3) δύο (2) ζυμωτηρίων-κυλίνδρων με απορροφητήρες, ισχύος 55 ΗΡ εκάστου, 4) ενός ζυμωτηρίου-κυλίνδου ελληνικής κατασκευής της εταιρίας «......

και Σία» ισχύος 15 ΗΡ, 5) τριών (3) κοπτικών μαχαιριών ισχύος 2 ΗΡ, 9ΗΡ και 1,10 ΗΡ αντιστοίχως, 6) ενός τόρνου ισχύος 4 ΗΡ, 7) ενός τόρνου με απορροφητήρα ισχύος 20 ΗΡ, 8) ενός διδύμου ζυμωτηρίου ισχύος 270 ΗΡ και 9) ενός δράπανου ισχύος 2 ΗΡ, συνολικώς 30.000 Ε κατ' αποκοπήν…». Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τις άνω παραδοχές της, για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα για τα εξής: 1) Δεν θεώρησε το τμήμα του εργοστασίου που δε θίγεται από την απαλλοτρίωση ότι αποτελεί και αυτό επικείμενο ούτε το θεώρησε συστατικό και ένα σύνολο με το υπόλοιπο θιγόμενο κτίριο, από το οποίο δεν μπορεί να αποχωριστεί, και δεν καθόρισε για όλο το εργοστάσιο που καταστρέφεται τιμή μονάδας αποζημίωσης αλλά μόνο για το θιγόμενο τμήμα ωσάν να είναι δυνατό το κτίριο ενός εργοαστασίου να κοπεί καθέτως σε δύο μέρη και να μπορεί το απομένον τμήμα να λειτουργήσει αυτοτελώς προς εξυπηρέτηση την αναγκών που είχε πριν την απαλλοτρίωση. 2) Για τα στερεώς και σταθερώς συνδεδεμένα με το έδαφος του εργοστασίου πράγματα (μηχανήματα όπως π.χ.

διδυμοζυμωτήριο ισχύος 270 ΗΡ, τόρνο 20 ΗΡ, ζυμωτήριο-κυλίνδου 15 ΗΡ Καλλάνδρα 17 ΗΡ, εξτρούντερ 110 ΗΡ, τρία κοπτικά μαχαίρια κ.α.) δεν θεώρησε αυτά ως συστατικά καταστρεφόμενα με την απαλλοτρίωση του τμήματος του εργοστασίου στο οποίο ανήκαν, αλλά τα έκρινε ως μηχανήματα τα οποία μπορούν να αποξηλωθούν και να μεταφερθούν αλλού, χωρίς να αναφέρει τον τόπο που είναι δυνατό να μεταφερθούν και να επαναλειτουργήσουν, δηλ.

στο απομένον μη απαλλοτριωθέν τμήμα του εργοστασίου, στο οποίο δεν χωρούν, διότι υπάρχουν και άλλα παρόμοια μηχανήματα που και αυτά αχρηστεύονται, αφού η λειτουργία τους εξαρτάται από τα πρώτα, ή σε κάποιο αποθηκευτικό χώρο για να σαπίζουν. Για τα ανωτέρω μηχανήματα καθόρισε κατ' αποκοπή αποζημίωση 30.000 ευρώ για την αποξήλωση και μεταφορά τους αλλαχού, παρόλο που αυτά ήταν συνδεδεμένα σταθερά με το έδαφος και η λειτουργία τους εξαρτάται από τα υπόλοιπα μηχανήματα του απομένοντος τμήματος του εργοστασίου, για τα οποία επίσης δεν καθόρισε (όπως και για το απομένον τμήμα του κτιρίου) κάποια αποζημίωση, παρόλο που και αυτά θεωρούνται ως καταστραφέντα, ενόψει και του ότι για τη λειτουργία του εργοστασίου πρέπει να οικοδομηθεί νέο κτίριο με έκδοση νέας οικοδομικής άδειας, το οποίο νέο εργοστάσιο θα πρέπει να εξοπλιστεί με νέα μηχανήματα για το λόγο κυρίως ότι μέχρι να επιτευχθεί η οικοδόμηση του νέου εργοστασίου όλα τα παλιά μηχανήματα, συνεπεία των φθορών τους από την αποξήλωση και τον διαδραμόντα εκτός λειτουργίας τους χρόνο, αλλά και της ευαισθησίας τους ως εκ του ότι είναι ηλεκτρονικά και εξυπηρετούν λεπτότατες λειτουργίες του εργοστασίου ελαστικών, με βεβαιότητα θα έχουν καταστεί άχρηστα για το νέο εργοστάσιο. 3) Επίσης και περί των λοιπών κτιρίων και συστατικών που απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης και κατέστησαν και αυτά άχρηστα, ως εκ του ότι δεν μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα μετά την απαλλοτρίωση του διώροφου κτιρίου, προοριζόμενων ως χώρος έκθεσης και πολυτελών γραφείων και την απαλλοτρίωση του ημίσεος εργοστασίου της κάθετης βιομηχανικής μονάδας επεξεργασίας ελαστικού, την οποία εξυπηρετούσαν, και η οποία (μονάδα) είναι άγνωστο εάν και πότε θα επαναλειτουργήσει, λόγω ελλείψεως χρημάτων για την οικοδόμηση και εξοπλισμό νέου εργοστασίου, ενόψει και των οφειλών μου προς τις τράπεζες από τοκοχρεωλυτικά δάνεια που λήφθηκαν για την κατασκευή των καταστραφεισών ήδη συνεπεία της απαλλοτρίωσης εγκαταστάσεων σε συνδυασμό και με το γεγονός της καθορισθείσης με την προσβαλλόμενη απόφαση ευτελούς αποζημίωσης, η οποία δεν αρκεί παρά μόνο για την έκδοση νέων οικοδομικών αδειών, την εκσκαφή και τη θεμελίωση των νέων εγκαταστάσεων».

Ο λόγος αυτός κατ' αμφότερες τις θεμελιώσεις του είναι απορριπτέος, κατά το μέρος που αναφέρεται στο κτίριο του εργοστασίου της αναιρεσείουσας, τμήμα του οποίου θίγεται από την απαλλοτρίωση, ως αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, κατά δε τα λοιπά ως απαράδεκτος γιατί υπό την επίκληση των άνευ πλημμελειών πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων (561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί αυτής ειμή για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του προσώπου, υπάρχει έλλειψη σεβασμού της περιουσίας και όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίστανται πλήρως.

Συνεπώς στην περίπτωση που λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού μετά των συστατικών του που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το από την πρώτη των άνω διατάξεων αναγνωριζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και διασφαλίζεται εντεύθεν ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει τόσον την εκ της απομειώσεως της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, όσο και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005).

Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος που αναφέρθηκε ανωτέρω και του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 κατά την οποία, ως κριτήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, για τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η κατά την τελευταία τριετία διαμορφωθείσα αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων, καθώς και η τυχόν ετήσια πρόσοδος του απαλλοτριουμένου, συνάγεται ότι επί απαλλοτριώσεως ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, στην έννοια της «πλήρους αποζημίωσης» που οφείλεται, δεν περιλαμβάνεται και η αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο, αλλά λαμβάνεται υπόψη, για την εκτίμηση της αξίας αυτού, η πρόσοδος από την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα. (Ολ.ΑΠ 7.9/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 (όχι 17) ΚΠολΔ πλημμέλεια των ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών καθόσον αντιπαρήλθε σιγή το γεγονός ότι το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του απαλλοτριούμενου υπ' αριθμ. ΚΠ 53 ακινήτου της αναιρεσείουσας καθίσταται μετά την διέλευση της Εγνατίας οδού άχρηστο για τη χρήση για την οποία προορίζεται λόγω της κατατμήσεώς του και δεν προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση του απομένοντος και των διάσπαρτων στο οικόπεδο βοηθητικών της βιομηχανικής μονάδας κτιρίων για τους λόγους που επικαλείται στο 98ο φύλλο αυτής:

«πέραν των ως άνω καθορισθέντων ποσών για την αποζημίωση των δικαιούχων, δεν απεδείχθη άλλη ζημία αυτών από την απαλλοτρίωση και συνεπώς τα λοιπά αιτούμενα ποσά πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα», περαιτέρω δε, δεν περιέχει καμία ειδική αιτιολογία γιατί η επί του απαλλοτριούμενου επιχείρηση της αναιρεσείουσας για την οποία αυτή ζήτησε να καθορισθεί αποζημίωση 1.050.000.000 δρχ.

λόγω καταστροφής της ένεκα της απαλλοτρίωσης μεγάλου μέρους του εργοστασίου και των λοιπών οικοδομημάτων της και λόγω απωλείας της πελατείας της, δεν υφίσταται καμία ζημία. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αναφέρεται στο μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για την φερόμενη ως καταστραφείσα επιχείρηση της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της με αρ. 3012/2001 παρεμπίπτουσας απόφασης του Εφετείου, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.

Περαιτέρω όμως η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, απορρίπτοντας το αίτημα της αναιρεσείουσας για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του άνω ακινήτου της και των επικειμένων του, με μόνη την παραπάνω γενικόλογη παραδοχή και χωρίς να αναφερθεί ειδικά και ονομαστικά σ' αυτό, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ένεκα των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων.

Επομένως ο άνω λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

ΙV.- Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 πλημμέλεια για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες με το να προσδιορίσει την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου της αναιρεσείουσας στο ποσό των 100 ευρώ ανά τ.μ., λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία που λόγω της γενικότητας τους, δεδομένου ότι αφορούσαν άλλα 39 ακίνητα, δεν ήταν ικανά να διαμορφώσουν την τιμή μονάδας αποζημίωσης του επιδίκου ακινήτου, για το οποίο ενόψει της τοποθεσίας του και της χρήσης του ως βιομηχανικής μονάδας, θα έπρεπε να το κατατάξει στην πρώτη κατηγορία που αποζημιώνεται με 150 ευρώ/τ.μ. ή έστω στη δεύτερη που αποζημιώνεται με 120 ευρώ/τ.μ., από τις οποίες κατηγορίες δεν διαφέρει σε τίποτα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφαση χαρακτηριστικά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος το μεν λόγω αοριστίας αυτού, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο αποσπασματικά και όχι με πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε διότι υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττει την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (561 παρ. 1 ΚΠοΛΔ).

V.- Η διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του ν.δ. 797/1971 με την οποία ορίζεται ότι «ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται δια δικαστικής αποφάσεως, καθοριζούσης μόνον την τιμή μονάδος, άνευ αναγνωρίσεως δικαιούχων ουδε καταψηφίσεως υποχρέου, κατά την υπό την διατάξεων του παρόντος οριζομένην ειδικήν διαδικασίαν», ερμηνευόμενη στο πλαίσιο των οριζομένων από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1,2 και 4 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, είναι ανίσχυρη στο μέτρο που θεσπίζει περιορισμό της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων.

Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν είναι ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυταποζημίωση, κατά τη διατάξεις του ν.653/1977, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή και το εν λόγω αίτημα (Ολ.ΑΠ 10/2004).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη με αριθμό 3012/2001 εν μέρει οριστική απόφαση του απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας, που κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της ασκηθείσας κοινής μετ' άλλων αίτησης της υπέβαλε, να αναγνωριστεί ότι δεν είναι ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτης και δεν υποχρεούται σε αυταποζημίωση, με την αιτιολογία ότι αναρμοδίως εισήχθη ενώπιον αυτού, ως εκφεύγον της δικαιοδοσίας του (απαράδεκτο).

Κρίνοντας έτσι παρά το νόμο, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, κήρυξε απαράδεκτο και είναι βάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με το οποίο αποδίδεται στην παραπάνω απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του άνω Εφετείου (και η συμπροσβαλλόμενη με αρ. 3012/2001 εν μέρει οριστική απόφαση αυτού) και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν τις αναιρούμενες αποφάσεις (580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό τις 503/2004 και 3012/2001 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ