Legislator Case Law & Legislation
1143/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against family court decision on marital property increase due to flawed asset calculation.

Case Number 1143/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal filed by the wife against the Thessaloniki Court of First Instance's final judgment. The lower court erroneously included a withdrawn bank deposit in the wife's final net assets despite her admitting it was spent on personal expenses without replacement. The Court ruled that assets acquired during marriage but subsequently consumed do not count toward the final net assets for division purposes. Consequently, the appeal was granted, the lower decision was annulled, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400 and 559 of the Civil Code; Assets acquired during marriage but subsequently consumed and not replaced do not constitute final net assets for the purpose of claiming a share of the increase in marital property.

Keywords

AI generated
marital property division increase in assets consumed assets net assets calculation family law appeal annulment of judgment remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1143 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1143/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ο. - Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πλάκα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ι. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τουσιάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 27/7/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9478/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 474/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 1-6-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1015/2020, ΕΑΚ 108/2020, Αριθ. Δικ. 835/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, με αριθμό 137/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 474/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 20-11-2018 έφεσης και των από 27-9-2019 πρόσθετων λόγων αυτής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 9478/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 παρ.1 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΟλΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που προκύπτει από τη σύγκριση αυτής (περιουσίας) σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής.

Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1473/2019, ΑΠ 1553/2018). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο (μέτρο) ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1550/2018). Συνακόλουθα τούτων, δεν περιλαμβάνονται στην τελική περιουσία στοιχεία που αποκτήθηκαν μεν κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά στη συνέχεια εκποιήθηκαν πριν από τη λύση ή την ακύρωσή του ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, εκτός αν το περιουσιακό αντικείμενο, στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος, έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, που σώζεται κατά τη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, οπότε η σχετική αξίωση του δικαιούχου μετατίθεται σ' αυτό (ΑΠ 1295/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ` αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1648/2018, ΑΠ 217/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο ...

την 28η Ιουνίου 1997, από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα ... Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά στις 10 Απριλίου 2013 και έκτοτε οι διάδικοι, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, τελούν σε διάσταση, η τριετία της οποίας συμπληρώθηκε στις 10 Απριλίου 2016... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι τόσο ο Π.

Ι. ... όσο και η Ο. - Σ. Χ. ..., προ του γάμου τους διέθεταν προσωπική περιουσία... Ειδικότερα, η Ο. - Σ. Χ. είχε στην κυριότητά της ένα διαμέρισμα εμβαδού 97 τ.μ. ... στην ...... Η αξία του παραπάνω διαμερίσματος ... τόσο πριν την τέλεση του γάμου τους όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής του ενάγοντος ανέρχεται ... στο ποσό των 180.000 ευρώ ...

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η Ο. - Σ. Χ. απέκτησε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία και συγκεκριμένα κατέστη κυρία ενός διαμερίσματος εμβαδού 88 τ.μ. ... ευρισκόμενης στην ...... , εκ κληρονομίας του πατέρα της Γ. Χ., που απεβίωσε στις 29-6-1997, ..., την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε..., καθώς επίσης, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../5-12-2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, κατέστη κυρία ενός αυτοτελούς και διηρημένου διαμερίσματος εμβαδού 68 τ.μ. ..., ευρισκόμενου στην ......, με πραγματικό τίμημα αγοράς ανερχόμενο στο ποσό των 65.000 ευρώ,...

Πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι αυτό το διαμέρισμα αγοράστηκε με χρήματα που κατέβαλε στην εναγομένη η μητέρα της ως άτυπη δωρεά ... Ο ισχυρισμός του ενάγοντος - εναγομένου ότι κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων το ποσό των 25.000 ευρώ για την αγορά του ... δεν αποδείχθηκε... Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι από την αρχή του γάμου τους και για τρία έτη διέμεναν στο ευρισκόμενο στην ... ...

ως άνω διαμέρισμα της Ο. - Σ. Χ., εξοικονομώντας τις σχετικές δαπάνες για μίσθωση οικίας συνολικού ύψους ... 14.400 ευρώ (3 έτη Χ 400 ευρώ μηνιαίως) και ακολούθως κατά το υπόλοιπο διάστημα της έγγαμης συμβίωσης διέμεναν στο ... σε μισθωμένες πολυτελείς κατοικίες, με μηνιαίο καταβαλλόμενο μίσθωμα άνω των 1.000 ευρώ.

Το ως άνω διαμέρισμα από τις 20-9-2005 έως και τις 19-3-2013, η ενάγουσα - εναγομένη το εκμίσθωνε ... έναντι μηνιαίου μισθώματος ..., λαμβάνοντας μισθώματα συνολικού ύψους 58.185 ευρώ ... , τα οποία κατατίθεντο στον λογαριασμό μισθοδοσίας του ενάγοντος - εναγομένου και αυτή συνεισέφερε για τις οικογενειακές ανάγκες...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, όπως συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι, ότι κατά τον χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης οι κοινές τους αποταμιεύσεις σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς ανέρχονταν στο ποσό των 198.500 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 112.000 ευρώ ήταν αποκλειστικά χρήματα της Ο. - Σ.

Χ. από την πώληση του παραπάνω διαμερίσματος της κυριότητάς της στην ..., που πώλησε στην Ά. Τ. ..., όπως συνομολογεί και ο Π. Ι...., το οποίο ακίνητο απέκτησε, ως προελέχθη, από κληρονομία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι τα ποσά των 30.000 ευρώ και 32.300 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 62.300 ευρώ, εκ των 198.500 ευρώ του παραπάνω κοινού λογαριασμού του ζεύγους, είναι χρήματα που ανήκουν αποκλειστικά στον Π.

Ι. και προέρχονται, αντίστοιχα, από την πώληση του ποσοστού συγκυριότητάς του (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί του διαμερίσματος επί της οδού ......, το οποίο είχε αποκτήσει πριν από την τέλεση του γάμου τους, που αποτελεί αρχική του περιουσία και χρηματικό ποσό που κληρονόμησε από τη μητέρα του, το οποίο δεν πρέπει να υπολογισθεί στην τελική του περιουσία.

Συνεπώς, 198.500 ευρώ - 112.000 ευρώ - 30.000 ευρώ - 32.000 ευρώ = 24.000 ευρώ είναι το ποσό που αποταμίευσαν οι διάδικοι, πλην των ανωτέρω ποσών που κατά τα προαναφερόμενα τους ανήκουν για τις ανωτέρω αιτίες και στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το ποσό των 17.000 ευρώ, το οποίο αφαίρεσε από τους κοινούς λογαριασμούς η σύζυγος (βλ.

κατάθεση μάρτυρος απόδειξης), ήτοι 198.500 Ε. - 112.000 Ε. - 30.000 Ε. - 32.000 Ε. - 17.000 = 7.200 Ε. Εκ του ποσού αυτού, τα ποσά των 457 ευρώ και 266 ευρώ = 723 ευρώ ανέλαβε από τον κοινό τους λογαριασμό μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης η ενάγουσα - εναγομένη, όπως προκύπτει από τα με ίδια ημερομηνία παραστατικά της τράπεζας Πειραιώς, που ο Π.

Ι. επικαλείται και προσκομίζει, ενώ το υπόλοιπο ανέλαβε ο Π. Ι., όπως συνομολογεί με την αγωγή του και τις προτάσεις του. Τα λοιπά παραστατικά της τράπεζας ALPHA BANK, που ο ίδιος επικαλείται και προσκομίζει (υπ' αριθμ. 10 σχετικά έγγραφα), ισχυριζόμενος ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους η σύζυγός του ανέλαβε από τον κοινό τους λογαριασμό, κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2005 έως και τον Μάιο του έτους 2007, το συνολικό ποσό των 17.000 ευρώ περίπου, το Δικαστήριο κρίνει ότι αφορούν αναλήψεις, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του γάμου από την Ο. - Σ.

Χ. για προσωπικές της ανάγκες, γιατί δεν προέκυψε ότι η ανάληψη έγινε για τις ανάγκες της οικογένειας. Έτσι, από το συνολικό ποσό των καταθέσεων του ζεύγους η αύξηση της περιουσίας εκάστου ανέρχεται στο ποσό των 5.754 ευρώ (24.000 ευρώ - 17.000 - 723 - 723 ευρώ) του Π. Ι. και στο ποσό των 723 ευρώ (266 ευρώ + 457 ευρώ) της Ο. - Σ.

Χ., τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι αναλώθηκαν και δεν σώζονται μέχρι την άσκηση αμφοτέρων των αγωγών... Περαιτέρω, το ως άνω ευρισκόμενο στην ... ακίνητο, που η εναγομένη απέκτησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας της, αφού αυτό αποκτήθηκε με χρήματα της μητέρας της, λόγω άτυπης δωρεάς προς αυτήν ..., όπως επίσης, το ποσό που απέκτησε από την πώληση του ετέρου ακινήτου της στην ..., ύψους 112.000 ευρώ, που είχε αποκτήσει εκ κληρονομίας του πατέρα της ...

δεν θα υπολογισθεί ως αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης ... Κατά συνέπεια, ενόψει όλων των παραπάνω, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης, στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου των διαδίκων (αρχική περιουσία της) με την υπάρχουσα στο κρίσιμο χρονικό σημείο της άσκησης της αγωγής του ενάγοντος (τελική περιουσία της), είναι προφανές ότι προκύπτει αύξηση της περιουσίας της, η οποία ανέρχεται στο κατά τα άνω ποσό των 723 ευρώ, υφισταμένης αντιστοίχως επ' αυτής, κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 1400 ΑΚ, αξίωσης του ενάγοντος.

Η ανωτέρω περιουσία της, προστιθέμενη στην αρχική περιουσία αυτής ... εκ ποσού 180.000 ευρώ, πρέπει να απομειωθεί κατά το ίδιο ως άνω ποσό, που αφορά την αξία της αρχικής περιουσίας της εναγομένης, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτή κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής είχε διαφοροποιηθεί.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η αγοραστική αξία των περιουσιακών στοιχείων που η εναγομένη είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής του ενάγοντος και της συμπλήρωσης τριετίας από τη διάστασή της με τον ενάγοντα σύζυγό της (Απρίλιος 2013) και συνθέτουν την κατά τον χρόνο γένεσης της αξίωσης του ενάγοντος καθαρή τελική περιουσία τούτης, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 723 ευρώ (723 ευρώ + 180.000 ευρώ - 723 ευρώ).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο Π. Ι. είναι πολιτικός μηχανικός. Πριν από το γάμο του με την ενάγουσα εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας, ενώ κατά τη διάρκεια αυτού εργαζόταν ως μισθωτός - πολιτικός μηχανικός... Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα συνολικά εισοδήματα του ενάγοντος - εναγομένου από μισθωτές υπηρεσίες για το παραπάνω διάστημα (ήτοι από την τέλεση του γάμου του έως και τον Μάρτιο του έτους 2013) ανέρχονταν στο ποσό των 567.624 - 17.000 (μετά το ποσό που αφαίρεσε, για ίδιο όφελος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εναγομένη, 550.624 ευρώ).

Κατόπιν όλων των παραπάνω, τα ... εισοδήματα του ενάγοντος - εναγομένου, ανήλθαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων στο συνολικό ποσό των 550.624 ευρώ ... Από την άλλη πλευρά αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα - εναγομένη, κατά τη διάρκεια του γάμου τους δεν εργάσθηκε. Η τελευταία, αποκλειστικά απασχολείτο με τη διεύθυνση του συζυγικού οίκου και τις οικιακές εργασίες, καθώς και με τη φροντίδα του συζύγου της και την επιμέλεια και ανατροφή των τριών τέκνων τους, ως εκπλήρωση βέβαια της επιβαλλόμενης νόμιμης, κατ' άρθρο 1398 ΑΚ, υποχρέωσής της για συμμετοχή στις οικογενειακές ανάγκες και χωρίς υπέρβαση του απαιτούμενου μέτρου συμβολής της...

Επίσης, αποδείχθηκε ότι αυτή, εκτός από την προσφορά των ανωτέρω προσωπικών υπηρεσιών της για τη φροντίδα του συζύγου της, των παιδιών τους και της οικογενειακής τους κατοικίας και τα ανωτέρω μισθώματα, συνεισέφερε στις οικογενειακές δαπάνες με την παροχή του επιδόματος που λάμβανε μετά τη γέννηση του τρίτου τους τέκνου, ως τρίτεκνη μητέρα, ποσού 125 ευρώ μηνιαίως...

Το τρίτο τέκνο των διαδίκων Φ. γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 2002 και ως εκ τούτου η ενάγουσα αποκόμισε από την ανωτέρω αιτία το συνολικό ποσό των 15.375 ευρώ (έως και τον Μάρτιο του έτους 2013 ...), τα οποία όλα συνεισέφερε για τις οικογενειακές ανάγκες. Ακόμη αποδείχθηκε, ότι η τελευταία συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες το επίδομα των 300 ή 500 ευρώ, που λάμβανε καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης από τη μητέρα της Π.

Χ., η οποία βοηθούσε την οικογένεια, επειδή η θυγατέρα της δεν εργαζόταν... Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε, ότι αυτή ελάμβανε το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως από 1-7-1997 έως και 31-12-2006 και το ποσό των 500 ευρώ από 1-1-2007 έως και 31-3-2013 και συνολικά το ποσό των 71.700 ευρώ..., τα οποία και παρέδιδε στον σύζυγό της, για την ανατροφή των παιδιών τους, ενώ προφανώς δεν ισχύει ο ισχυρισμός του Π.

Ι. ότι η εναγομένη ξόδευε τα χρήματα αυτά για τον καλλωπισμό της, γιατί για μια μητέρα τριών παιδιών, προηγούνται τα παιδιά της. Κατόπιν όλων των παραπάνω, η Ο. - Σ. Χ. συνέβαλε στις δαπάνες της οικογένειας των διαδίκων, καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου τους, με το συνολικό ποσό των (14.400 + 58.185 + 15.375 + 71.700 - 17.000 =) 159.660 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, τα προερχόμενα από τις ως άνω αιτίες εισοδήματα των διαδίκων, κατά τον τρόπο που υπολογίζονται πιο πάνω, καθ' όλο το διάστημα της έγγαμης συμβίωσής τους, διαμορφώνονται για τον μεν Π. Ι. στο συνολικό ποσό των 558.184 ευρώ και για την Ο. - Σ. Χ. στο συνολικό ποσό των 176.660 - 17.000 = 159.660 ευρώ. Επιπρόσθετα, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι μέρος των χρημάτων που εσόδευαν τα διέθεταν για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειάς τους και για τις προσωπικές τους ανάγκες, αναλόγως με τις ανωτέρω οικονομικές τους δυνάμεις και όσα περίσσευαν τα αποταμίευαν...

Οι οικογενειακές τους ανάγκες, ενόψει της οικονομικής, επαγγελματικής και κοινωνικής θέσης τους, της ηλικίας τους, του τόπου της κατοικίας τους ... αποτιμώνται στο συνολικό ποσό των 3.500 ευρώ, κατά μέσον όρο, το μήνα και περιλαμβάνουν όλες τις αναγκαίες δαπάνες για τη διατροφή, την ένδυση, την ψυχαγωγία τους, την αγορά των αναγκαίων προσωπικών ειδών τους, την εν γένει εκπαίδευση των τέκνων τους, τα καταβαλλόμενα μισθώματα, τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας τους (για την κατανάλωση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης, την παροχή τηλεφωνικής επικοινωνίας), καθώς και για την ιατρική περίθαλψή τους.

Δεν αποδείχθηκε όμως ότι οι υπηρεσίες κάποιου από τους πρώην συζύγους υπερέβαιναν το μέτρο που επιβαλλόταν από την υποχρέωση συμβολής τους στις οικογενειακές ανάγκες. Με βάση τα ανωτέρω εισοδήματα των διαδίκων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους και υπολογιζομένων των οικογενειακών αναγκών τους, κατά μέσο όρο, για ολόκληρο το παραπάνω χρονικό διάστημα, στο ως άνω ποσό των 3.500 ευρώ μηνιαίως και συνολικά για όλη την ανωτέρω περίοδο στο ποσό των 661.500 ευρώ ..., η υποχρέωση συνεισφοράς του ενάγοντος Π.

Ι. ανέρχεται σε ποσοστό 76% (558.184:734.844 ευρώ, που προκύπτει από το άθροισμα των εισοδημάτων των δύο διαδίκων = 0,759 επί των οικογενειακών αναγκών τους και κατά στρογγυλοποίηση, δηλαδή στο ποσό των 437.139,84 ευρώ (79% Χ 558.184). Η πραγματική συνεισφορά του ενάγοντος, ωστόσο, ανήλθε, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, στο ποσό των 575.184 - 17.000 = 558.184 ευρώ και, συνεπώς, αυτός συνεισέφερε, καθ' υπέρβαση του οφειλόμενου μέτρου, το υπόλοιπο ποσό των 57.229,50 ευρώ (575.184 ευρώ - 558.184 ευρώ), κατά το οποίο ωφελήθηκε, αντίστοιχα, η εναγομένη.

Η εναγομένη συνεισέφερε 17.000 Ε, τις οποίες αφαίρεσε από τον κοινό λογαριασμό των συζύγων. Το εν λόγω χρηματικό ποσό, που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς του στην αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών, ανάλογα με τις δυνάμεις του, μέτρο, αντιπροσωπεύει την επιτευχθείσα, με όλους τους ανωτέρω τρόπους, συμβολή του (αναγόμενη σε τρέχουσες τιμές κατά το χρόνο γέννησης της αξιώσεώς του) στην προρρηθείσα, ύψους 723 + 17.000 ευρώ, συνολική τελική καθαρή αξία της αποκτηθείσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους περιουσίας της εναγομένης και ως εκ τούτου πρέπει να λάβει τη συνολική επαύξηση αυτής, ήτοι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.723 Ε...".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ, στην οποία προσέδωσε εσφαλμένο περιεχόμενο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αύξησης της περιουσίας της αναιρεσείουσας, καθώς δέχθηκε ότι σ' αυτήν (αύξηση) περιλαμβάνονται και περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αποκτήθηκαν μεν κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά στη συνέχεια αναλώθηκαν και δεν σώζονται κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας από την προαναφερόμενη κοινή τραπεζική κατάθεση των διαδίκων, κατά τον κρίσιμο χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης αυτών και της άσκησης της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου συζύγου της, ανερχόταν στο ποσό των 723 ευρώ, το οποίο κατά τις παραδοχές της δεν είχε αναλωθεί και στο οποίο προσδιορίζει την καθαρή τελική περιουσία της, δεχόμενο ότι επί του ποσού αυτού υφίσταται η κατ' άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του αναιρεσίβλητου, εντούτοις, στη συνέχεια, υπολογίζει στην αύξηση της περιουσίας αυτής (αναιρεσείουσας) και το ποσό των 17.000 ευρώ, το οποίο, σύμφωνα με όσα δέχθηκε, η αναιρεσείουσα το είχε αναλάβει από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό των διαδίκων κατά τη διάρκεια του γάμου τους και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005 έως και τον Μάιο του έτους 2007 και το χρησιμοποίησε για προσωπικές της ανάγκες, το οποίο, όμως, αφού είχε αναλωθεί και δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι στη θέση του είχε υποκατασταθεί κάποιο άλλο, αντίστοιχης αξίας, περιουσιακό στοιχείο, εσφαλμένα το συνυπολόγισε στην προερχόμενη από την ανωτέρω τραπεζική κατάθεση καθαρή τελική περιουσία της, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά στην συνέχεια αναλώθηκαν και δεν σώζονται κατά τον κρίσιμο χρόνο της λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, δεν περιλαμβάνονται στην τελική περιουσία του υπόχρεου συζύγου.

Και περαιτέρω, στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα με λογικά ανακόλουθες αιτιολογίες, ήτοι ενώ αρχικά δέχεται ότι το ανωτέρω αναληφθέν από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων χρηματικό ποσό των 17.000 ευρώ η αναιρεσείουσα το ανάλωσε χρησιμοποιώντας το σε προσωπικές δαπάνες, στη συνέχεια, δέχεται ότι τούτο περιλαμβάνεται στην τελική καθαρή περιουσία που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου και υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να της το αποδώσει.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1400 ΑΚ, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, κρίνονται βάσιμα και οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα που αυτή υπέβαλε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΕΧΕΤΑΙ την από 1-6-2020 αίτηση (ΓΑΚ 1015/2020, ΕΑΚ 108/2020, Αριθ. Δικ. 835/2020) για αναίρεσης της με αριθμό 137/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 474/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

ΑΝΑΙΡΕΙ την ανωτέρω 137/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ