Legislator Case Law & Legislation
1143/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, ruling lower court correctly rejected abuse of rights claim.

Case Number 1143/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeals in Ioannina regarding a lease dispute. The appellants argued procedural errors and a failure to address specific defenses, but the court found the lower court properly considered the abuse of rights objection and provided sufficient reasoning. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has addressed the substantive issue of abuse of rights with clear reasoning, thereby precluding the Supreme Court from finding a violation of the cited procedural articles.

Keywords

AI generated
abuse of rights defense appeal admissibility procedural errors lease dispute abuse of process

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section B of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1143 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1143/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Ζάγκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Γ., ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της Μ. Τ. του Ν. και 2) Ε. Τ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Μαρία Πιέρρου και Γεωργία Τσομπίκου με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. Τ. του Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-11- 2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ` αριθμ. 178/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4335/2015), κατά την οποία δικάζονται και οι διαφορές του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ανακύπτουν ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚπολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί προς το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα). Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσίβλητες Τ.

Ε. και Τ. Ε. άσκησαν από κοινού με την Μ. Ν.Τ., η οποία αποβίωσε στις 3-3-2019 (δηλαδή μετά την λαβούσα χώρα στις 16-1-2019 συζήτηση της έφεσης των τώρα αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων), καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Τ. Ε., γεγονός που συνομολογείται από όλους τους διάδικους της προκείμενης αναιρετικής δίκης, την από 27-12-2013 (αριθμ.

καταθ. 1402/27-12-2013) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγουσες ισχυρίσθηκαν ότι έχουν αποκτήσει, κατά τον αναλυτικά προσδιοριζόμενο στην αγωγή νόμιμο τρόπο, η μεν πρώτη των εναγουσών (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) την ψιλή κυριότητα των αναφερόμενων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών, ήτοι α) του διαμερίσματος υπό στοιχεία Α1 του Α' ορόφου (δυνάμει του μνημονευόμενου στην αγωγή και νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου γονικής παροχής από την γονικώς παρέχουσα μητέρα της και 2η ενάγουσα ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία παρακράτησε την επικαρπία) και β) του ημιυπογείου διαμερίσματος υπό στοιχεία ΥΑ (δυνάμει του μνημονευόμενου στην αγωγή και νομίμως μεταγραμμένου συμβολαίου δωρεάς από την δωρήτρια 3η ενάγουσα η οποία επίσης παρακράτησε την επικαρπία) της κείμενης στο … στη συνοικία "Αγίας Τριάδας " πολυκατοικίας που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου υπ' αριθμ…./1982 συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομής του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ιωάννη Λέντζαρη, που περιλαμβάνει και Κανονισμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των οροφοκτητών της εν λόγω πολυκατοικίας.

Ισχυρίστηκαν περαιτέρω ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) είναι ιδιοκτήτης της αναφερόμενης στην αγωγή οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος υπό στοιχεία Β1 του Β' ορόφου της ίδιας κείμενης στο … πολυκατοικίας. Ότι στην προαναφερόμενη πολυκατοικία, λόγω πολεοδομικών περιορισμών, η πρόσβαση στην στέγη επιτυγχανόταν μέσω αφαιρούμενης ξύλινης σκάλας, τοποθετημένης στο κοινόχρηστο τμήμα του κλιμακοστασίου του δεύτερου (Β) ορόφου, συνδεόμενης άνωθεν με μία κυκλική οπή, επιφανείας ενός τετραγωνικού μέτρου περίπου, που οδηγούσε στην κεραμοσκεπή, ώστε να προβαίνουν οι οροφοκτήτες στην συντήρηση και επισκευή της, όπως προβλεπόταν και στον κανονισμό της εν λόγω πολυκατοικίας (σελ. 9), βάσει του οποίου " ......αι δε δαπάνας συντηρήσεως της στέγης του δώματος εκ φυσιολογικής φθοράς θα βαρύνουν συμμέτρως τους συμβαλλομένους", πρακτική που εφαρμοζόταν ακωλύτως επί πολλά χρόνια κατά τα στην αγωγή ιστορούμενα.

Ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), δέκα χρόνια περίπου πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, εκμεταλλευόμενος την κατά τους θερινούς μήνες απουσία των εναγουσών, χωρίς την σύμφωνη γνώμη τους ή την ενημέρωσή τους, παράνομα και αυθαίρετα, προσέθεσε παράνομη κατασκευή τοιχοποιίας γύρω από το κοινόχρηστο τμήμα του κλιμακοστασίου του Β' ορόφου περίπου 2 τ.μ., και προέβη στην τοποθέτηση και εγκατάσταση πόρτας ασφαλείας, ώστε να μετατραπεί ο κοινόχρηστος χώρος του κλιμακοστασίου σε δεύτερη είσοδο του διαμερίσματός του, μεταβάλλοντας έτσι την κατά προορισμό χρήση του ως άνω κοινόχρηστου χώρου, αυξάνοντας αντίστοιχα [κατά περίπου 2 τ.μ.] την επιφάνεια του διαμερίσματός του, αποστερώντας τις ενάγουσες από την σύγχρηση του κλιμακοστασίου του Β' ορόφου περίπου 2 τ.μ., αλλά και από την πρόσβαση στην κοινόχρηστη στέγη, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά αναφερόμενα.

Ζήτησαν δε οι ενάγουσες Α] να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος επέφερε άνευ δικαιώματος μεταβολές και προσθήκες στο περιγραφόμενο στην ένδικη αγωγή κοινόχρηστο τμήμα- διάδρομο του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας αυτής και απέκλεισε τις ενάγουσες από την σύγχρηση των περιγραφόμενων στην αγωγή κοινοχρήστων χώρων του διαδρόμου του κλιμακοστασίου και της στέγης και Β] να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καθαιρέσει τις αυθαίρετες κατασκευές και να επιτρέψει την πρόσβαση των εναγουσών στα προαναφερόμενα κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (διάδρομο του κλιμακοστασίου και στέγη), επαναφέροντας την οπή πρόσβασης στην στέγη στην αρχική της διάσταση με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ ως μέσου εκτέλεσης για κάθε παράβαση της εκδοθησόμενης απόφασης .

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 312/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4335/2015), με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή κατά τα στην εν λόγω απόφαση αναλυτικά εκτιθέμενα.

Κατά της απόφασης αυτής οι ως άνω ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Iωαννίνων την από 16-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης 46/16-5-2017 έφεσή τους, με την οποία ζήτησαν να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή στο σύνολό της. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το Ν. 4335/2015) η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 178/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε τυπικά και κατ` ουσίαν δεκτή η από 16-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης 46/16-5-2017 έφεση των εναγουσών, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας επί της από 27-12-2013 και με αρ.

κατάθ. 1402/2013 αγωγής, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, και Α] αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος άνευ δικαιώματος απέκλεισε τις ενάγουσες από την σύγχρηση του κοινοχρήστου τμήματος - διαδρόμου του κλιμακοστασίου, εμβαδού δύο (2) τ.μ. περίπου, καθώς και της στέγης, όγκου 74,47 κ.μ. της περιγραφόμενης στην απόφαση και κείμενης στην συνοικία "Αγίας Τριάδας" του Δήμου … διορόφου οικοδομής, Β] υποχρέωσε τον εναγόμενο να καθαιρέσει την αυθαίρετη κατασκευή - τοιχοποιία επί του κοινοχρήστου αυτού τμήματος του κλιμακοστασίου- διαδρόμου και να επιτρέπει στις ενάγουσες την ελεύθερη πρόσβαση στο κλιμακοστάσιο- διάδρομο και στη στέγη, Γ] απήγγειλε σε βάρος του εναγόμενου χρηματική ποινή πεντακοσίων (500 ) ευρώ για κάθε παράβαση της εν λόγω απόφασης και επέβαλε σε βάρος του εναγόμενου τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης δικαστικά έξοδα .

Κατά της αποφάσεως αυτής βάλλει ο αναιρεσείων (εναγόμενος - εφεσίβλητος) με την κρινόμενη αίτησή του ζητώντας την αναίρεσή της, για τους αναφερόμενους σε αυτήν ειδικότερα λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν για το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α`, 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να κάνει ακώλυτη χρήση τούτων και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωση αυτών, αρκεί να μην βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών (ΑΠ 166/2020) .

Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής γίνεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία. Μπορεί, επίσης, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε έναν ή και περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων .

Αν δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις (ΑΠ 166/2020). Στην περίπτωση αυτή, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.

Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit", που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α` ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ` εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000, ΑΠ 166/2020, ΑΠ 1501/2011).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο, όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 166/2020).

Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 166/2020, ΑΠ 749/2017, ΑΠ 640/2011, ΑΠ 437/2005).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 118 περ. 4 και 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενου αναιρετικού λόγου της παραμόρφωσης του περιεχομένου μετ` επικλήσεως προσκομισθέντος εγγράφου, πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, α) το έγγραφο και το περιεχόμενό του που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το περιεχόμενο το οποίο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το εν λόγω έγγραφο, γ) την επίδραση της παραμόρφωσης στο διατακτικό της απόφασης και δ) η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του στο δικαστήριο (ΑΠ 662/2014, ΑΠ 333/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 20 ΚΠολΔ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ με την προσβαλλόμενη " δέχεται ότι ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής γίνεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ των οροφοκτητών, άρα τον ενδοτικό χαρακτήρα των ρυθμίσεων αυτών, εν τούτοις αποφαίνεται ότι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της στέγης (κεραμοσκεπούς) είναι αναμφισβήτητος (!), με μόνη αναφορά στις δαπάνες συντηρήσεώς της εκ φυσιολογικής φθοράς, ως εάν η κατανομή δαπανών συντηρήσεως να προσδίδει σ' αυτή τον χαρακτηρισμό του κοινοκτήτου και κοινοχρήστου πράγματος " .

Ότι " με τον τρόπο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πράξης σύστασης ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού της πολυκατοικίας, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό ", υποπίπτοντας στις πλημμέλειες των διατάξεων των παρ. 1 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ισχυρίζεται ειδικότερα ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι στην υπ' αριθμ. …/1982 συμβ/κή πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβ/φου Ιωαννίνων Κων. Λέντζαρη, καθορίστηκαν οι χωριστές (διηρημένες) ιδιοκτησίες στην επίδικη οικοδομή καθώς και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι αυτής, συμφωνήθηκε δε ρητά μεταξύ όλων των τότε συνιδιοκτητών ότι " το υπό στοιχ.

Γ-1 διαμέρισμα του δώματος - σοφίτα ...θα ανεγερθεί μερίμνη ευθύνη και δαπάναις του Γ. Κ. Π. και ανήκει εις την αποκλειστικήν αυτού κυριότητα, νομή και κατοχήν, αι δε δαπάναις συντηρήσεως της στέγης του δώματος εκ φυσιολογικής φθοράς θα βαρύνουσι συμμέτρως τους συμβαλλομένους", ότι επίσης συμφωνήθηκε στο ίδιο ως άνω συμβόλαιο ότι "άπαντες εν γένει οι χώροι της υπό ανέγερση οικοδομής διακρινόμενοι εις κοινοκτήτους και κοινοχρήστους θα ανήκουσι εις τας δια του παρόντος καθοριζομένας χωριστάς ιδιοκτησίας προοριζόμενοι εις διαρκή εξυπηρέτησιν αυτών, ήτοι το οικόπεδον εφ'ού ανηγέρθη η ως άνω οικοδομή μετά του ακαλύπτου χώρου αυτής, το έμπροσθεν της οικοδομής πεζοδρόμιον, οι θεμελιώσεις, ο βόθρος, οι υπόνομοι, αι εγκαταστάσεις παροχετεύσεως και διοχετεύσεως ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος και πάντες εν γένει οι χώροι, τα πράγματα και οι εγκαταστάσεις αίτινες κατά τα κρατούντα θεωρούνται κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι εκ του νόμου ή των εθίμων και των πολυχρονίων συνηθειών, προοριζόμενοι εις διαρκή εξυπηρέτησιν των δια του παρόντος συνιστώμενων ιδιοκτησιών ....". .

Ισχυρίζεται περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης ότι "Από τις παραπάνω ρυθμίσεις και προβλέψεις της πράξεως συστάσεως ανεξαρτήτων οριζόντιων ιδιοκτησιών αβίαστα προκύπτει ότι : α. το υπό στοιχ. Γ-1 διαμέρισμα του δώματος - σοφίτα, το οποίο δεν είχεν ανεγερθεί κατά το χρόνο κατάρτισης της πράξης σύστασης των ιδιοκτησιών, ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή μου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η στέγη του, δεδομένου ότι αποτελεί οροφοδιαμέρισμα καλύπτον όλη την επιφάνεια της οικοδομής, ειδικότερα δε η στέγη του δεν απαριθμείται στα αμέσως προηγουμένως αναφερόμενα κοινοκτήτα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (ακάλυπτος χώρος, πεζοδρόμιο, θεμελιώσεις, βόθρος, υπόνομοι, εγκαταστάσεις κλπ.) ", καθώς και ότι " Η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής γίνεται με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ των οροφοκτητών, άρα τον ενδοτικού χαρακτήρα των ρυθμίσεων αυτών, εν τούτοις αποφαίνεται ότι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της στέγης (κεραμοσκεπούς) είναι αναμφισβήτητος (!) με μόνη αναφορά στις δαπάνες συντηρήσεώς της εκ φυσιολογικής φθοράς, ως εάν η κατανομή δαπανών συντηρήσεως να προσδίδει σ'αυτή (κεραμοσκεπή στέγη) τον χαρακτηρισμό του κοινοκτήτου και κοινόχρηστου πράγματος .

Με τον τρόπο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο της πράξης σύστασης ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού της πολυκατοικίας, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό και παραβίασε την ουσιαστική και πραγματική ρύθμιση των διατάξεων της δικαιοπραξίας αυτής, υποπέσασα στις πλημμέλειες των παρ. 1 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς το επίδικο θέμα του κοινόχρηστου χαρακτήρα της (κεραμοσκεπούς) στέγης : " Η πρώτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα Ε.

Τ. απέκτησε την ψιλή κυριότητα α) του υπό στοιχεία Α1 του Α' ορόφου διαμερίσματος διωρόφου οικοδομής, κείμενης στη συνοικία "Αγίας Τριάδας " του Δ. …, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1998 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Μετσόβου Γ. Π., νομίμως μεταγραφέντος με παρακράτηση του δικαιώματος της επικαρπίας της δεύτερης εναγούσης ήδη εκκαλούσης Ε.

Τ. και β) του υπό στοιχεία ΥΑ ημιυπογείου διαμερίσματος της αυτής διωρόφου οικοδομής δυνάμει του υπ' αριθμ. …/2012 συμβολαίου δωρεάς της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Μετσόβου, νομίμως μεταγραφέντος, με παρακράτηση του δικαιώματος της επικαρπίας της τρίτης εναγούσης Μ. Τ.. Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος Γ.

Π. τυγχάνει κύριος του υπό στοιχεία Β1 διαμερίσματος του Β' ορόφου της αυτής οικοδομής, δυνάμει του υπ' αριθμ. …./1982 συμβολαίου συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομής του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ι. Λέντζαρη, νομίμως μεταγραφέντος. Ο εναγόμενος, κάτοικος ..., επί δίμηνο εκάστου έτους μεταβαίνει στο Δήμο …, όπου κείται η ανωτέρω οικοδομή, ενώ οι δύο πρώτες ενάγουσες, θυγατέρα και μητέρα αντιστοίχως, κατοικούν μόνιμα στο Δ.

…. Επί του β' ορόφου, όπου και η ιδιοκτησία του εναγομένου, υφίσταται κοινόκτητο και κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο, προοριζόμενο για την κοινή χρήση όλων των συνιδιοκτητών (άρθρ. 2 περ. α) του ν. 3741/1929). Περί το έτος 2003 ο εναγόμενος παρανόμως και αυθαιρέτως, χωρίς την συναίνεση των λοιπών συνιδιοκτητών - εναγουσών, προέβη σε κατασκευή τοιχοποιίας γύρωθεν του κοινοχρήστου τμήματος του κλιμακοστασίου του Β' ορόφου, εμβαδού δύο περίπου τετραγωνικών μέτρων και ενσωμάτωσε αυτό στην ιδιοκτησία του, παρακωλύοντας τις ενάγουσες από την χρήση του κοινοχρήστου αυτού τμήματος, αλλά και από την πρόσβαση στην κοινόχρηστη στέγη .

Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της στέγης ((κεραμοσκεπούς) είναι αναμφισβήτητος. Τούτο προκύπτει εκτός από την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρ. 2 περ. α) του ν. 3741/1929 και από το υπ' αριθμ. …/…-08-1982 συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας σύμφωνα με το οποίο '' αι δε δαπάναις συντηρήσεως της στέγης του δώματος εκ φυσιολογικής φθοράς θα βαρύνουσι συμμέτρως τους συμβαλλομένους....,,Το γεγονός ότι προβλέπεται στην σύσταση της οριζοντίου ιδιοκτησίας δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής (Γ1 διαμέρισμα) εκ μέρους του εναγομένου, ουδόλως αναιρεί το κοινόχρηστον της στέγης. " .

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 1741/1929 και 1117 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του, αρκούσαν για την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα του κλιμακοστασίου του Β' ορόφου, εμβαδού δύο περίπου τετραγωνικών μέτρων, [ γύρω από το οποίο προέβη ο εναγόμενος (τώρα αναιρεσείων) σε κατασκευή τοιχοποιίας, ενσωματώνοντας αυτό στην ιδιοκτησία του] περιλαμβάνεται στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας και ότι αυτό προκύπτει όχι μόνο από την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρ. 2 περ.

α) του ν. 3741/1929, αλλά και από το υπ' αριθμ. …/…-08-1982 συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας σύμφωνα με το οποίο '' αι δε δαπάναις συντηρήσεως της στέγης του δώματος εκ φυσιολογικής φθοράς θα βαρύνουσι συμμέτρως τους συμβαλλομένους....'' Επομένως ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το (πρώτο) μέρος του, που επικαλείται τις πλημμέλειες της παρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος .Επίσης ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το (δεύτερο) μέρος του, που επικαλείται τις πλημμέλειες από την παρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη εκτεθέντα, αφενός διότι από το αυτολεξεί παρατεθέν ανωτέρω σκεπτικό της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ.

…./…-08-1982 συμβολαίου συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, και δεν δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο ως άνω υπ' αριθμ. …/…-08-1982 συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, αφετέρου διότι από την ανάγνωση του ως άνω υπ' αριθμ. …/…-08-1982 συμβολαίου συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας [κατά το μέρος αυτού που αφορά το ως άνω δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης], προκύπτει ότι, κατ' αντίθεση με τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη σωστά ανέγνωσε το ως άνω υπ' αριθμ.

…/…-08-1982 συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, το γεγονός δε ότι, από την ορθή ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου (υπ' αριθμ. …/…-08-1982 συμβολαίου) το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αφού στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της παραμόρφωσης εγγράφου, με τον ως άνω πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά το ως άνω (δεύτερο) μέρος του προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά της δικαστικής αποφάσεως, αν το δικαστήριο που την εξέδωσε παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπ` όψη πράγματα προταθέντα και τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια του νόμου, είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως και κάθε αυτοτελούς αιτήσεως των διαδίκων (ΑΠ 2/2020, ΑΠ 87/2013). Οι ισχυρισμοί αυτοί, πέραν του ότι πρέπει να είναι αυτοτελείς, πρέπει επίσης να είναι και ουσιώδεις, δηλαδή να ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 2/2020) .

Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά της δικαστικής αποφάσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [.ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα : "Ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και συγκεκριμένα ότι <<η επιδίωξή τους για καθαίρεση των ανωτέρω, είναι καταχρηστική, αφού εκδηλώνεται :

α. Μετά από μακρό χρόνο, δηλαδή μετά από 15 χρόνια μετά τις ως άνω ενέργειές μου. β. Μολονότι οι ενάγουσες γνωρίζουν ότι έχω υποβληθεί σε μεγάλη δαπάνη για τις εργασίες αυτές γ. Μολονότι οι εργασίες αυτές έγιναν όχι μόνο παρουσία τους ....αλλά και μετά από συναίνεσή τους δ. Μολονότι ουδεμία υπέστησαν από τις εργασίες μου αυτές ....>>.

Πέραν της μη συναινέσεως των εναγουσών στις παράνομες και αυθαίρετες ενέργειες του εναγομένου, μόνον η επί μακρόν χρόνον αδράνεια των εναγουσών να ασκήσουν το δικαίωμά τους, δεν θεμελιώνει καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, χωρίς άλλα πραγματικά περιστατικά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι α) ο εναγόμενος έχει την αποκλειστική κυριότητα επί του δώματος - στέγης και β) ότι ναι μεν το κλιμακοστάσιο είναι κοινόχρηστο, πλην όμως καταχρηστικώς ασκείται το δικαίωμα συγχρήσεως των εναγουσών, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι εφέσεως. ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε (εκτός των άλλων, ανωτέρω εκτεθέντων, σχετικά με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης) ως βάσιμο και τον δεύτερο και αναφερόμενο στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των εκκαλουσών (τώρα αναιρεσιβλήτων) λόγο έφεσης, στη συνέχεια δέχθηκε δε και κατά τούτο την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί α) ότι ο εναγόμενος έχει την αποκλειστική κυριότητα επί της στέγης και β) ότι ναι μεν το κλιμακοστάσιο είναι κοινόχρηστο, πλην όμως καταχρηστικώς ασκείται το δικαίωμα συγχρήσεως των εναγουσών, και ακολούθως δέχθηκε δε την αγωγή των εναγουσών (τώρα αναιρεσιβλήτων) ως βάσιμη κατ'ουσίαν .Ήδη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα μη προταθέντα και ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, συγκεκριμένα δε ότι το Εφετείο επελήφθη αυτεπαγγέλτως της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως ο εναγόμενος και που είχε γίνει δεκτή ως νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και απέρριψε την ένσταση αυτή, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, λαμβάνοντας έτσι υπ` όψη πράγματα μη προταθέντα και επιδικάζοντας κάτι που δεν ζητήθηκε, ενώ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει (επικουρικά) στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ισχυριζόμενος ότι και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Εφετείο νομίμως επελήφθη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως ο εναγόμενος, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή χωρίς καθόλου αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία.

Ωστόσο με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, και που παρατέθηκαν αυτολεξεί παραπάνω δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για τους εξής ειδικότερα λόγους : Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ. ανάγνωση του δικογράφου της προαναφερθείσας από 16-5-2017 και με αρ.

κατάθ. 46/16-5-2017 έφεσής προκύπτει ότι (αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα) οι εκκαλούσες (ήδη αναιρεσίβλητες) βάλλουν κατηγορηματικά (καίτοι όχι πανηγυρικά) κατά της υπό της εκκαλούμενης παραδοχής ως βάσιμης της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ισχυριζόμενες συγκεκριμένα, στην σελίδα 4 επ.

της ως άνω έφεσής τους, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο " ..εσφαλμένα έκρινε ότι ουδέποτε διαμαρτυρηθήκαμε για την ανωτέρω κατάσταση. Όμως ορθά κρίνοντας έπρεπε να δεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο ότι εμείς εξ αρχής αντιδράσαμε έντονα και παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές και εν γένει προφορικές οχλήσεις μας, που αποκλειστήκαμε κατ' αυτόν τον τρόπο από το δικάιωμα σύγχρησης της στέγης, ο εφεσίβλητος ουδέποτε επέδειξε την παραμικρή ευαισθησία ......προβήκαμε στην από 29-10-2013 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκλησή μας που επεδόθη στις 31-10-2013, με την οποία οι δύο πρώτες από εμάς του δηλώναμε ότι (ο εναγόμενος) προέβη αυθαίρετα και παράνομα στην ενσωμάτωση του κοινόχρηστου τμήματος του κλιμακοστασίου στο διαμέρισμά του, αποκλείοντάς μας από το δικαίωμα σύγχρησης του συγκεκριμένου τμήματος του κλιμακοστασίου και της στέγης και τον καλούσαμε διαμαρτυρόμενες να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και παύσει να προσβάλλει το δικαίωμα συγχρήσεώς μας στα κοινόχρηστα αυτά μέρη της οικοδομής......." .

Συνακόλουθα, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με τις ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων προτάσεις του (σελ. 11 αυτών) ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσείων) επανέφερε παραδεκτά την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραδεκτά επελήφθη της υπό του εναγομένου - εφεσιβλήτου υποβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών, απορρίπτοντας δε αυτήν, κατά τα προαναφερθέντα, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ` όψη πράγματα μη προταθέντα ούτε επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, και ο υποστηρίζων τα αντιθετα δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα.

Εξάλλου με αυτά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα σε σχέση με την απόρριψη της υπό του εναγομένου - εφεσιβλήτου υποβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών και τα οποία παρατέθηκαν αυτολεξεί παραπάνω, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης της ένστασης του εναγόμενου- εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσείοντος) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί την ορθή ή μη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β`δ` ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διακτακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2019 (αύξ. αριθ. καταθ. 46/ 6-11- 2019) αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 178/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ