Legislator Case Law & Legislation
1143/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim regarding movable property attached to a commercial building.

Case Number 1143/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of an unjust enrichment claim. The appellant argued that the defendant had enriched itself without cause by acquiring equipment, while the defendant contended the equipment remained distinct movable property without legal basis for attachment. The court ruled that no unjust enrichment occurred because the equipment never legally became an integral part of the immovable property, and the appeal was inadmissible as the lower court correctly rejected the claim on substantive grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904, 953, 1057, 1063 of the Civil Code; Unjust enrichment requires proof of enrichment without legal cause, which is absent when movable property remains distinct from an immovable property without legal attachment or transfer of ownership.

Keywords

AI generated
unjust enrichment movable property immovable property legal cause civil code provisions appellate review property attachment

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 953 of the Civil Code
Article 1057 of the Civil Code
Article 1063 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1143 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1143/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…….", ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζήμα, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-11-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ (Τ.Π.Δ.Υ.) ΝΟΜΙΚΟΝ ΠΡΟΣΩΠΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ", ... και εκπροσωπείται νομίμως. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Ιωάννη Κατρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) Κωνσταντίνο Τριάντη. Στο σημείο αυτό, ο δεύτερος πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου Κωνσταντίνος Τριάντης, δήλωσε στο ακροατήριο ότι το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΩΝ ΠΡΟΝΟΙΑΣ" (ΕΤΕΑΕΠ) υπεισέρχεται, ως διάδοχος, στη θέση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ", όπως προκύπτει και από τις από 29-11-2017 προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2228/2007 μη οριστική, 3849/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 904 εδ. α' και β' του Α.Κ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή δημιουργείται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.

Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος.". Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Επομένως στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία (ΑΠ 501/2016).

Νόμιμη αιτία πλουτισμού είναι μεταξύ των άλλων και η νόμιμη διοικητική πράξη, δυνάμει της οποίας επέρχεται περιουσιακή μετακίνηση. Εξ άλλου κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ιδίου ή του κυρίου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού του, δεν μπορεί να είναι χωριστό αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος.

Η διάταξη αυτή περιέχει το γενικό κριτήριο της έννοιας του συστατικού που εφαρμόζεται σε κινητά και ακίνητα και εξαρτά την αναγνώριση της ιδιότητος αυτής από τις συνέπειες που θα έχει ο αποχωρισμός του μέρους από το κύριο πράγμα. Ειδικότερα ο χαρακτηρισμός ενός πράγματος ως συστατικού δεν είναι νοητός παρά μόνον όταν υπάρχει σύνθετο πράγμα.

Συστατικό δε είναι το μέρος του πράγματος που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη δική του ή του κυρίου πράγματος και κατ' ορθότερη άποψη ολόκληρου του συνθέτου πράγματος. Για την ύπαρξη του συστατικού απαιτείται σωματική σύνδεση, φυσική ή τεχνητή, με το κύριο πράγμα (ΑΠ 838/2009), ενώ κατά τον αποχωρισμό να υπάρχει βλάβη ή αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού, είτε του ιδίου του συστατικού είτε του κυρίου του πράγματος.

Βλάβη, κατά την έννοια του άνω άρθρου, είναι η ολική ή μερική καταστροφή του μέρους που αποχωρίστηκε ή του σύνθετου πράγματος, η οποία πρέπει να είναι ουσιώδης. Εάν ο αποχωρισμός προκαλεί μόνο ασήμαντη βλάβη, τότε το μέρος που αποχωρίζεται δεν είναι συστατικό σύμφωνα με τον όρο αυτό. Το μέρος πράγματος υφίσταται αλλοίωση της ουσίας του όταν, με τον αποχωρισμό από το υπόλοιπο πράγμα, αίρεται εντελώς ή μειώνεται σοβαρά η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως που είχε αυτό μέχρι τον αποχωρισμό.

Η αλλοίωση της ουσίας του μέρους του πράγματος ή του συνθέτου πράγματος πρέπει αν ερευνάται με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και να κρίνεται σύμφωνα με την αντίληψη των συναλλαγών, με τεχνικοοικονομικά κριτήρια. Προορισμός είναι ο οικονομικός προορισμός του τμήματος ή του κυρίου πράγματος, δηλ.

εκείνος τον οποίο το πράγμα είναι προορισμένο να εξυπηρετεί. Ως προς την νομική δε φύση πρέπει να λεχθεί ότι, σύμφωνα με την άνω 953 ΑΚ διάταξη, τα συστατικά δεν μπορούν να είναι αντικείμενα ιδιαίτερου εμπράγματου δικαιώματος. Ο κύριος του σύνθετου πράγματος μπορεί βεβαίως να καταλύσει τον σύνδεσμο του συστατικού με το κύριο πράγμα, μέχρι τη αποσύνδεση όμως ούτε ιδιαίτερη κυριότητα, ούτε περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα μπορεί να υπάρξει πάνω στο συστατικό.

Ο κανόνας δε της διατάξεως του άρθρου 953 ΑΚ είναι δημοσίας τάξεως και κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη (Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, Αστικός Κώδιξ, Εμπράγματο Δίκαιο, σ. 470-53). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το ως άνω, επομένως, λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υποθέσεως και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή ή η ανακοπή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την από 1-6-2006 αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της, ιστορούσε ότι είναι κυρία των περιγραφομένων σ' αυτή κινητών πραγμάτων (επίπλων και λοιπών ξύλινων και υάλινων κατασκευών), τα οποία αποτελούν τον εξοπλισμό του κειμένου στην Αθήνα και επί της συμβολής των ……… καταστήματος, ιδιοκτησίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου, του οποίου καταστήματος αυτή υπήρξε μισθώτρια από το έτος 1985 μέχρι τις 21-1-1998, διαδεχόμενη τους αρχικούς [από τις αρχές του 20ού αιώνα] μισθωτές Γ.

και Π. Κ., οπότε κατά τον ως άνω χρόνο το τελευταίο την απέβαλε από το μίσθιο. Ότι πριν από την αποβολή της και δυνάμει της υπ' αριθ. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/422/22220/19-4-1995 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού (που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. Β' 448/22-5-1995), το ως άνω κατάστημα με τον εξοπλισμό του, σύμφωνα με τον συνημμένο στην εν λόγω απόφαση κατάλογο, χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο IN SITU, δηλαδή στον τόπο που βρίσκεται.

Ότι με τον χαρακτηρισμό αυτό, ο εξοπλισμός του καταστήματος κατέστη συστατικό του ακινήτου, μη δυνάμενος να αποχωριστεί από αυτό και τούτο διότι ο χαρακτηρισμός αυτός αφενός προκαλεί - αν όχι φυσική, πάντως νομική - αδυναμία μετακινήσεως των κινητών πραγμάτων και αφετέρου συνεπάγεται ότι, τυχόν τέτοια μετακίνηση, συνιστά κατ' ουσίαν ματαίωση του προορισμού του καταστήματος με τον εξοπλισμό, ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου.

Ότι, κατ' αυτό το τρόπο τα κινητά πράγματα (εξοπλισμός) έγιναν συστατικά του ακινήτου του εναγομένου, αποκλειστικώς και μόνο για να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος του προορισμού του κτηρίου ως διατηρητέου μνημείου, το δε εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο κατά το ποσό της αξίας των κινητών, που κατά τον χρόνο της ένωσης (22-5-1995) ανερχόταν σε 1.108.143,81 ευρώ.

Κατόπιν των ανωτέρω ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει το παραπάνω ποσό λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού με τον νόμιμο τόκο από 22-5-1995, ημερομηνία που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο χαρακτηρισμός του καταστήματος ως διατηρητέου, άλλως από της επιδόσεως της προγενέστερης από 16-7-1997 αγωγής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, άλλως από 19-12-2002 που επιδόθηκε όμοια αγωγή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, άλλως από της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής.

Η αγωγή αυτή με το εκτεθέν περιεχόμενο είναι νόμω αβάσιμη, καθόσον δομικό στοιχείο της αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι να υπάρχει πλουτισμός, ήτοι περιουσιακή μετακίνηση, προϋπόθεση που δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο χαρακτηρισμός με διοικητική πράξη του καταστήματος με τον εξοπλισμό του IN SITU (σύμφωνα με τον συνημμένο κατάλογο) ως έργου τέχνης και ιστορικού διατηρητέου μνημείου, λόγω του ότι, όπως αναφέρεται, αποτελεί μοναδικό εναπομείναν δείγμα εμπορικού καταστήματος, όπως ήταν διαμορφωμένο στις αρχές του αιώνα και διατηρεί αναλλοίωτη την εσωτερική του διακόσμηση και τον εξοπλισμό από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα, επιβλήθηκε στα πλαίσια των περιορισμών και ιδιαίτερων μέτρων που έλαβε η Διοίκηση προκειμένου να διαφυλάξει την ιστορική μνήμη και να προστατεύσει το πολιτιστικό περιβάλλον στο διηνεκές, για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Με τον χαρακτηρισμό δε αυτό επέρχεται μόνο ουσιώδης περιορισμός της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, δηλαδή των αντικειμένων που αποτελούν τον εξοπλισμό του καταστήματος και, συνεπεία αυτού, αδυναμία της κατά προορισμό χρήσεως και εκμεταλλεύσεώς του, δημιουργείται δε, εκ του λόγου αυτού, η υποχρέωση αποζημιώσεώς της, ως θιγόμενης ιδιοκτήτριας, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 24) και τον εκτελεστικό αυτού νόμο 3028/2002 (ΦΕΚ Α' 153).

Δεν απέκτησε όμως με τη διοικητική αυτή πράξη ο εξοπλισμός του καταστήματος την ιδιότητα του συστατικού με την προαναφερόμενη έννοια, καθόσον δεν επήλθε σωματική σύνδεση, ούτε τεχνητή ούτε φυσική, μεταξύ αυτού και του καταστήματος, ενώ περαιτέρω, σε περίπτωση που θα επιτρεπόταν ο αποχωρισμός του εξοπλισμού, δεν θα αιρόταν ούτε θα μειωνόταν η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως τόσο του καταστήματος όσο και του εξοπλισμού σύμφωνα με τον οικονομικό τους προορισμό, δηλαδή αυτόν που είναι προορισμένα το καθένα να εξυπηρετούν.

Ο οικονομικός δε αυτός προορισμός τους δεν ταυτίζεται με τον χαρακτηρισμό τους ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου IN SITU. Αφού λοιπόν δεν έγινε μετάσταση της κυριότητας του εξοπλισμού προς τον κύριο του ακινήτου καταστήματος (δηλ. το εναγόμενο) με τον ως άνω χαρακτηρισμό, αλλά εξακολουθεί ο εξοπλισμός να βρίσκεται στην κυριότητα της ενάγουσας, με τους ουσιώδεις βέβαια περιορισμούς που επήλθαν σ' αυτή (κυριότητα), συνεπεία του χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου μνημείου, δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 1057 και 1063 Α.Κ, που απαιτούν ένωση κινητού με ακίνητο, έτσι ώστε το κινητό να γίνει συστατικό του ακινήτου.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα υπ' αριθμ. 3849/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την υπό κρίση αγωγή ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να μην εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 904, 953, 1057 και 1063 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες.

Αβάσιμος επομένως παρίσταται ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση αυτή. Αλλά και ο δεύτερος και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια του αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάσιμη στο κρίσιμο ζήτημα της απορρίψεως της αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, το δε Εφετείο δεν διατύπωσε κρίση για την ουσία της υποθέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), το οποίο κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Νοεμβρίου 2016 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "……..", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 98/2016 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ