Legislator Case Law & Legislation
1143/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and document distortion.

Case Number 1143/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed against a First Instance Court judgment regarding a labor dispute. The appellants argued that the Court of Appeal erred in evaluating evidence and distorted the content of the initial complaint, but the Court found these arguments inadmissible. The Court ruled that the appellants' claims regarding evidence assessment and the nature of the initial complaint fall outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20) and 339 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments challenging the evaluation of evidence or alleging distortion of procedural documents like the initial complaint are inadmissible as they fall outside the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evaluation of evidence distortion of documents appellate review scope labor dispute Code of Civil Procedure court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 34 of Law 4024/2011
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Articles 432-449 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1143 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1143/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ:1. Κ. χας Θ. Α. το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., 2. Θ. Θ. Α., 3.Ι. Θ. Α. κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Κριθαρά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ - Ο.Σ.Υ. Α.Ε.", που εδρεύει στον ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Λυμπέρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2012 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Θ. Α. και κληρονομούμενου από τους αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1442/2013 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 269/2014 Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 19-12-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, ανέγνωσε την από 9-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, στο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015", στο άρθρο 34 υπό τον τίτλο "κατάργηση κενών θέσεων ιδιωτικού δικαίου και εργασιακή εφεδρεία", όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με την από 16-12-2011 πράξη νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α/16-12-2011) και ισχύει από τότε πού ίσχυσε ο ν. 4024/2011, ορίζονται τα εξής : "1.

Η παρ.7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής: 7. α) Το προσωπικό που τίθεται σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας εντάσσεται σε πίνακες κατάταξης από το ΑΣΕΠ, με βάση αντικειμενικά και αξιοκρατικά κριτήρια (όπως τυπικά προσόντα, εμπειρία, οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, προϋπηρεσία, ειδικές γνώσεις κ.λπ.).

Από τους εν λόγω πίνακες κατάταξης, το ανωτέρω προσωπικό: αα) μπορεί να μεταφέρεται ύστερα από αίτηση του με την ίδια σχέση εργασίας σε φορείς του δημόσιου τομέα του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 (Α’ 234), εφόσον υπάρχουν αιτήματα των φορέων αυτών για πλήρωση θέσεων τακτικού προσωπικού, σε ποσοστό 10% των ετήσιων προσλήψεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, ββ) επιλέγεται ύστερα από αίτησή του κατά προτεραιότητα σε ποσοστό 30% επί του συνόλου των εκάστοτε θέσεων που προκηρύσσονται για απασχόληση προσωπικού ορισμένου χρόνου σε υπηρεσίες και φορείς του δημόσιου τομέα, γγ) προηγείται έναντι όλων των λοιπών κατηγοριών για την επιλογή υποψηφίων για μερική απασχόληση, σύμφωνα με το ν. 3250/2004, εφόσον υποβάλει αίτηση.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις η τυχόν επιλογή για απασχόληση επιφέρει διακοπή της καταβολής των αποδοχών της εργασιακής εφεδρείας. β) Σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας δεν εντάσσεται εργαζόμενος: αα) του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος έχει ενταχθεί ήδη σε προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα ή στην εργασιακή εφεδρεία της παρούσας παραγράφου, ββ) του οποίου ο σύζυγος ή η σύζυγος ή τέκνο το οποίο τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ (ν. 2238/1994, Α’ 151) και συνοικεί με αυτόν, έχει αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 67%.

Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημα του πρώτου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 7 του ΚΦΕ ορίζεται στις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ. γγ) που είναι ανάπηρος σε ποσοστό τουλάχιστον 67% ή πολύτεκνος κατά την έννοια των παρ.1 έως 3 του άρθρου πρώτου του ν. 1910/1944 (Α’ 229), εφόσον τα τέκνα, που ορίζονται στις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1910/1944, τον βαρύνουν φορολογικά, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ, δδ) που είναι προστάτης μονογονεϊκής οικογένειας με τέκνο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει φορολογικά σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΚΦΕ.

γ) Το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας συνεχίζει να λαμβάνει για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, και εφόσον προβλέπεται από ειδικότερες διατάξεις μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες, από την ένταξή του στο καθεστώς αυτό, αποδοχές ίσες με το 60% του βασικού μισθού που ελάμβανε κατά το χρόνο εισόδου του στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας.

δ) Για το προσωπικό που εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι εισφορές εργοδότη και σφαλισμένου που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. ε) Η ένταξη στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας λογίζεται ως προαναγγελία απόλυσης για κάθε έννομη συνέπεια και οι αποδοχές που καταβάλλονται στο προσωπικό που εντάσσεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαρ.

γ’ , συμψηφίζονται με την αποζημίωση λόγω απόλυσης που τυχόν οφείλεται κατά τη λήξη του χρόνου της εργασιακής εφεδρείας. στ) Αν ο εργαζόμενος συνάψει οποιασδήποτε μορφής εργασιακή σχέση ή ασκήσει ελευθέριο επάγγελμα ή επιτήδευμα κατά τη διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας, το καταβαλλόμενο σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο ποσοστό βασικού μισθού, περικόπτεται κατά το μέρος που οι πάσης φύσεως αποδοχές από την εργασιακή σχέση που συνάφθηκε ή το εισόδημα από το ελευθέριο επάγγελμα ή επιτήδευμα που ασκήθηκε, υπερβαίνουν τις αποδοχές που ελάμβανε κατά την είσοδο του στην εργασιακή εφεδρεία. 2.

Καταργούνται οι κενές, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, θέσεις εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τις επιχειρήσεις τους, στα ΝΠΙΔ που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού ή εποπτείας ή διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α’ του ν. 3429/2005 (Α’ 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις όμοιες της παρ.1α του ν. 3899/2010. 3.

Η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των εργαζομένων στους φορείς της προηγούμενης παραγράφου [...] λύεται αυτοδικαίως εκ του νόμου, όταν συντρέξουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης για λήψη πλήρους σύνταξης, που αντιστοιχούν σε τριάντα πέντε (35) χρόνια ασφάλισης, εφόσον το δικαίωμα αυτό αποκτάται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέχρι και την 31-12-2013.

Τα δικαιολογητικά που αφορούν στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης συγκεντρώνονται με ευθύνη των εργαζομένων. 4. Οι εργαζόμενοι της προηγούμενης παραγράφου τίθενται αυτοδικαίως, από 1-1-2012 σε εργασιακή εφεδρεία και μέχρι την κατά την προηγούμενη παράγραφο λύση της σχέσης εργασίας τους. Εφόσον εκ των υστέρων διαπιστωθεί από την υπηρεσία ότι κατά την ως άνω ημερομηνία εργαζόμενος πληρούσε τις προϋποθέσεις της παρ.3, τίθεται σε εφεδρεία με διαπιστωτική πράξη η ισχύς της οποίας ανατρέχει στην 1-1-2012 (η τελευταία περίοδος της παρ.4 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 3 παρ.8 της από 16-12-2011 ΠΝΠ). [...] 6.

Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των νομικών προσώπων που συγχωνεύονται ή λύονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως 64 και 66 του ν. 4002/2011 εντάσσεται από 1-1-2012 στην εργασιακή εφεδρεία της παρ.7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιείται με τις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου, εφόσον μέχρι 30-11-2011 δεν έχουν εκδοθεί οι αποφάσεις μεταφοράς προσωπικού από τα αρμόδια όργανα που προβλέπεται στις ως άνω διατάξεις. 7.

Με απόφαση του οργάνου διοίκησης των φορέων υποδοχής των νομικών προσώπων της προηγούμενης παραγράφου, που εκδίδεται το αργότερο μέχρι 31-12-2011, προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, σε αριθμό ίσο με το προσωπικό των κατηγοριών αυτών που μεταφέρθηκε και εντάχθηκε στον φορέα υποδοχής, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 57 έως 64 και 66 του ν. 4002/2011, εντάσσεται στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας της παρ.7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως η παράγραφος τροποποιείται με τις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου.

Αν μέχρι την ως άνω ημερομηνία δεν έχει ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία ένταξης του ανωτέρω προσωπικού στο καθεστώς αυτό, το σύνολο του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών αυτών (ΥΕ και ΔΕ) του φορέα υποδοχής, θεωρείται πλεονάζον και εντάσσεται αυτοδικαίως από 1-1-2012 στο καθεστώς εργασιακής εφεδρείας που ορίζεται στο προηγούμενο εδάφιο με την επιφύλαξη των διατάξεων της υποπαρ.

β’ της παρ.7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως τροποποιείται με την παρ.1 του παρόντος άρθρου. Κριτήριο ένταξης στην εργασιακή εφεδρεία του ως άνω προσωπικού αποτελεί η προϋπηρεσία του εργαζομένου στο φορέα προέλευσης ή υποδοχής ανά κλάδο ή ειδικότητα, εντασσομένων στην εργασιακή εφεδρεία όσων έχουν την ολιγότερη προϋπηρεσία στον ίδιο ή συναφή κλάδο ή ειδικότητα. 8.

Η χρονική διάρκεια της εργασιακής εφεδρείας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους της παρ.4, και τους δώδεκα (12) μήνες, προκειμένου για εργαζόμενους των παρ.5, 6 και 7. 9. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας. 10.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται τα σχετικά με την αποπληρωμή των στεγαστικών και άλλων συναφών δανείων από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) που έχουν ληφθεί από εργαζόμενους που εντάσσονται στην εργασιακή εφεδρεία". Εξάλλου, στο άρθρο 43 του ως άνω ν. 4024/2011 ορίζεται ότι : "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις".

Τέλος, με την παρ.10 του άρθρου 1 της από 31-12-2011 πράξης νομοθετικού περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 268/31-12-2011), προστέθηκε στη διάταξη της παρ. β’ του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, περίπτωση εε) με το εξής περιεχόμενο: "β) Σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας δεν εντάσσεται εργαζόμενος [...] εε) με (α) την ειδικότητα i) οδηγού και ii) τεχνίτη στην ανώνυμη εταιρία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ" (ΟΣΥ).

Η διάταξη αυτή ισχύει για τους εργαζόμενους στις ανωτέρω ΑΕ, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την 1-1-2012 παρέχουν την εργασία τους με τις ανωτέρω ειδικότητες και στο αντικείμενο του κλάδου στον οποίο ανήκουν, που διαπιστώνεται με απόφαση του οικείου διοικητικού συμβουλίου". Με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, όπως αυτό προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής και στο άρθρο 37 παρ.7 του ν. 3986/2011 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012- 2015", εισάγονται οι θεσμοί της εφεδρείας και της προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας για τους εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αυτών, που εντάσσονται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι εξυπηρετούν την ανάγκη περιορισμού της μισθολογικής δαπάνης και εξορθολογισμού του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Η ως άνω επέμβαση του νομοθέτη δεν παραβιάζει τις αρχές που κατοχυρώνονται στα άρθρα 2 (προστασία της αξίας του ανθρώπου), 4 (ισότητα των πολιτών) και 5 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελευθερία των συμβάσεων) του Συντάγματος, καθόσον σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού (ΟλΣτΕ 668/2012), δεδομένου ότι δια των μέτρων αυτών επιδιώκεται ο θεμιτός σκοπός του εξορθολογισμού και περιορισμού του διογκωμένου δημοσίου τομέα. 2.

Επειδή, σύμφωνα με το Γενικό Κανονισμό Προσωπικού του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2175/1993, εγκρίθηκε με την 17270/1993 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 510/17-1-1994 και ως εκ τούτου έχει ισχύ νόμου, ορίζονται, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 4, ότι το προσωπικό διακρίνεται σε μόνιμο και δόκιμο, που το μεν μόνιμο, που κατέχει οργανικές θέσεις και καλύπτει μόνιμες και πάγιες ανάγκες, έχει σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, το δε δόκιμο, που προσλαμβάνεται για να καλύψει μόνιμες και πάγιες ανάγκες, συνδέεται με τον φορέα με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

Στο άρθρο 40, ότι η λύση της εργασιακής σχέσης του προσωπικού επέρχεται, εκτός άλλων, και με απόλυση. Στο άρθρο 42 παρ.1, ότι οι εργαζόμενοι που υπάγονται στη ρύθμιση του Κανονισμού τούτου απολύονται: α) όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης σύνταξης, λόγω ορίου ηλικίας ή διαρκούς ολικής αναπηρίας, από τον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, β) λόγω καταδίκης τελεσίδικα (ΟλΑΠ 2/2009).

Περαιτέρω, το άρθρο 38 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ-ΕΘΕΛ-ΗΛΠΑΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου, το οποίο ρυθμίζει τις σχέσεις της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΣΥ" με το προσωπικό της, ορίζει στην παρ.1 ότι "οι εργαζόμενοι που υπάγονται στη ρύθμιση του Κανονισμού αυτού απολύονται α) όταν συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψης σύνταξης, λόγω ορίου ηλικίας ή διαρκούς ολικής αναπηρίας από τον ασφαλιστικό φορέα κύριας ασφάλισης, β) λόγω καταδίκης τελεσίδικα [...]".

και στην παρ.2 ότι "σε περίπτωση αποχώρησης προσωπικού της εταιρείας λόγω ορίου ηλικίας με λήψη σύνταξης γήρατος, η αποχώρηση επέρχεται αυτοδίκαια κατά τη συμπλήρωση του ορίου, τηρουμένων στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας". Με το άρθρο δε 4 αυτού ορίζεται ότι "Το προσωπικό διακρίνεται σε μόνιμο και δόκιμο.

Μόνιμο είναι το προσωπικό που κατέχει οργανικές θέσεις, καλύπτει μόνιμες και πάγιες ανάγκες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου" (ΑΠ 1697/2007). 3.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν υπάρχει παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, έτσι, δημιουργείται εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν σι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν σι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως (ΚΠολΔ 559 αρ.19), αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτών.

4.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας κατά της 1442/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα εξής : "Ο ενάγων αποβίωσε στις 26-11-2012.

Αυτός γεννήθηκε στις 12-7-1947 και προσλήφθηκε στις 10-7-1974 από την ΑΣΠΑ ΑΕ ως τεχνίτης. Στη συνέχεια προσλήφθηκε από την τότε Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (ΕΑΣ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως τεχνίτης οχημάτων. Μετά τη διάλυση της ΕΑΣ προσλήφθηκε από τον συσταθέντα, με το ν. 2175/1993, Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (ΟΑΣΑ) και στη συνέχεια από τη συσταθείσα από τον Οργανισμό αυτόν ΕΘΕΛ ΑΕ, της οποίας διάδοχος είναι ήδη η εναγομένη ΟΣΥ ΑΕ, λόγω συγχωνεύσεως της πρώτης με την ΗΛΠΑΠ ΑΕ και δι’ απορροφήσεως της τελευταίας από την ΕΘΕΛ ΑΕ.

Η πρόσληψη του ενάγοντος την ανωτέρω ημερομηνία, καθώς και ότι αυτός αιτήθηκε και του αναγνωρίστηκε προϋπηρεσία από τέσσερα (4) χρόνια, πέντε (5) μήνες και είκοσι πέντε (25) ημέρες, προκύπτει από το 3071/14-5-2013 έγγραφο της εναγομένης σε συνδυασμό με το 2772/15-7-1974 έγγραφο που αφορά στην πρόσληψη του ενάγοντος από την ΑΣΠΑ ΑΕ.

Σε εκτέλεση της 77/1998 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΘΕΛ ΑΕ, με την οποία αποφασίστηκε η σύσταση Σώματος Επιθεωρητών, εκδόθηκε η 16293/3-12-2004 απόφαση της ΕΘΕΛ ΑΕ με την οποία ο ενάγων ορίσθηκε ως Επιθεωρητής Εσωτερικού Ελέγχου με διοικητική υπαγωγή του στο Διευθύνοντα Σύμβουλο και πεδίο ευθύνης τη διενέργεια τακτικών και εκτάκτων ελέγχων.

Δηλαδή, ο ενάγων από τις 3-12-2004 απέκτησε την ιδιότητα του Επιθεωρητή Εσωτερικού Ελέγχου και ασκούσε τα σχετικά καθήκοντα και αμειβόταν ως Διευθυντής, όπως προκύπτει από το 352Α/24-5-2013 έγγραφο της εναγομένης. Στις 30-12-2011 εκδόθηκε η 11842 Διαπιστωτική Πράξη της εναγομένης με την οποία διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη λύση της σχέσεως εργασίας του ενάγοντος με την ιδιότητα του Επιθεωρητή Εσωτερικού Ελέγχου.

Ο ενάγων αμφισβητεί τη λύση της σχέσεως εργασίας και ισχυρίζεται ότι τέθηκε παράνομα σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας, αφού εξαιρούνταν, λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας ως τεχνίτης, σύμφωνα με το νόμο περί εργασιακής εφεδρείας και προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας. Όμως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι αυτός τέθηκε σε εργασιακή εφεδρεία είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι κατ’ αρχήν ο ενάγων συμπλήρωσε από την πρόσληψή του, συνυπολογιζομένου του αναγνωρισθέντος χρόνου προϋπηρεσίας, όπως τα εν λόγω δεδομένα αναφέρθηκαν παραπάνω, περισσότερα από τριάντα πέντε (35) χρόνια ασφάλισης και ταυτόχρονα αυτός είχε συμπληρώσει κατά την ημεροχρονολογία έκδοσης της ανωτέρω διαπιστωτικής πράξης το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας, ενώ επιπλέον δεν είχε κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία την ιδιότητα του τεχνίτη της επιχείρησης της εναγομένης, αλλά αυτή του Επιθεωρητή Εσωτερικού Ελέγχου.

Το τελευταίο γεγονός ενισχύεται" από το 69/30-1-2007 υπηρεσιακό σημείωμα, [...] στο οποίο αναφέρεται ότι ανατέθηκαν (από την ΕΘΕΛ ΑΕ) την ανωτέρω ημερομηνία στον ενάγοντα νέα καθήκοντα υπεύθυνου οργάνωσης του συνόλου των αποθηκών της ΕΘΕΛ ΑΕ. Οι συγκεκριμένες αρμοδιότητες δεν εντάσσονται στον κύκλο των καθηκόντων του τεχνίτη, ιδιότητα την οποία απέβαλε ο ενάγων όταν του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του Επιθεωρητή Εσωτερικού Ελέγχου στις 3-12-2004.

Ο ίδιος ο ενάγων έμμεσα συνομολογεί με την αγωγή του, ότι τελούσε, από τις αρχές του έτους 2012 σε καθεστώς συνταξιοδότησης και όχι εργασιακής εφεδρείας, αφού ενόσω ζούσε και πιο συγκεκριμένα στις 12-2-2012 και ενώ του είχε επιδοθεί η διαπιστωτική πράξη στις 5-1-2012, όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του, με έγγραφη αίτησή του προς το Γενικό Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού και Πόρων της εναγομένης, Σ.

Π., αιτήθηκε την προκαταβολή ποσού 3.000 ευρώ έναντι του συνολικώς οφειλομένου ποσού εφάπαξ. Επίσης, ο ενάγων υπέβαλε στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης στις 5-6- [χωρίς αναφορά του έτους] αίτηση προκαταβολής αποζημίωσης ύψους 5.000 ευρώ, στην οποία ως πληροφοριακά στοιχεία εντός ειδικού πίνακα αναφέρονται, επακριβώς: 1.

ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΛΟΓΩ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ : 01-01-12 (ΑΛ), ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ...30-12-11. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι ο ενάγων που έθεσε την υπογραφή του στην αίτηση αυτή γνώριζε ότι τελούσε σε καθεστώς συνταξιοδότησης από τις 30-12-2011. Από όλα τα παραπάνω δεδομένα αποδεικνύεται ότι επήλθε η αυτοδίκαιη λύση της σχέσεως εργασίας του ενάγοντος και δεν τέθηκε αυτός σε καθεστώς εργασιακής εφεδρείας.

Ενισχυτικό του τελευταίου γεγονότος αποτελεί και το 3071/24-5-2013 έγγραφο της εναγομένης, στο οποίο αναφέρεται ότι ουδέποτε ο ενάγων τέθηκε σε εργασιακή εφεδρεία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα, δεχόμενο ότι ο ενάγων τέθηκε παράνομα σε εργασιακή εφεδρεία και η λύση της σχέσης εργασίας του επήλθε λόγω άκυρης καταγγελίας, έσφαλε και δεν προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσία.

5.Επειδή, με τις ως άνω παραδοχές και την επ’ αυτών κρίση, το Εφετείο εφάρμοσε σωστά τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 4 και 5 του Συντάγματος, 34 παρ.3 του ν. 4024/2011 και 38 του ΓΚΠ της ΕΘΕΛ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι υπήγαγε προσηκόντως σ’ αυτές, με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά.

Ειδικότερα, το Εφετείο προσδιόρισε με σαφήνεια και πληρότητα ότι επήλθε αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καθόσον αυτός είχε διανύσει από την πρόσληψή του, συνυπολογιζομένου του αναγνωρισθέντος χρόνου προϋπηρεσίας, περισσότερα από τριάντα πέντε (35) χρόνια ασφάλισης και, ταυτόχρονα, είχε συμπληρώσει κατά την ημέρα έκδοσης της σχετικής διαπιστωτικής πράξης το εξηκοστό (60ο) έτος της ηλικίας του.

Επί πλέον, αυτός δεν είχε κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία την ιδιότητα του τεχνίτη της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, αλλά αυτή του Επιθεωρητή Εσωτερικού Ελέγχου, μη υποκείμενος στην υπέρ των οδηγών ή τεχνιτών της εν λόγω επιχείρησης εξαίρεση από την υποχρεωτική υπαγωγή στο καθεστώς της εργασιακής εφεδρείας.

Επομένως, οι συναφείς αιτιάσεις (στην ένδικη αίτηση δεν υπάρχουν αυτοτελείς λόγοι αναιρέσεως), με τις οποίες οι αναιρεσείοντες, που συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης, ισχυρίζονται τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιες αιτιάσεις, κατά το μέρος που με αυτές οι αναιρεσείοντες είτε αμφισβητούν συγκαλυμμένα τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε αντιλέγουν ως προς την ανάλυση των αποδείξεων και την πειστικότητα των επιχειρημάτων, με τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, είναι, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, απαράδεκτες.

6.Επειδή, από τα άρθρα 591 παρ.1 β’ , 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1 δ’ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 298/2012, ΑΠ 1414/2012).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το ότι δεν έλαβε υπ’ όψη προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, θα πρέπει ο ισχυρισμός αυτός να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή, αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός αν συντρέχει μια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 9/2014, ΑΠ 298/2012, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 341/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο [...] εναγόμενο [...] ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής [...], 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος, που υπήρξε στην πρωτοβάθμια δίκη εναγόμενος, παραδεκτά προβάλλει στην κατ’ έφεση δίκη ενστάσεις που τείνουν σε κατάλυση της αγωγής και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσης, έστω και αν δεν είχε προβάλει τις ενστάσεις αυτές στην πρωτοβάθμια δίκη ή τις είχε προβάλει απαραδέκτως, αρκεί αυτές να συντελούν σε απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 342/2009, ΑΠ 1534/2004).

Στο πλαίσιο δε εφαρμογής της ίδιας διάταξης (ΚΠολΔ 527 παρ.1), ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων εκ μέρους του εφεσίβλητου εναγομένου το πρώτον ενώπιον του Εφετείου είναι παραδεκτή, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται επί πλέον στη διάταξη αυτή, θεωρούνται οι αυτοτελείς καταλυτικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ένστασης και όχι εκείνοι που στηρίζουν αιτιολογημένη άρνηση της κατ’ ουσία βασιμότητας της αγωγής (ΑΠ 342/2009, ΑΠ 1533/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση της παρ.2 με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, (ΦΕΚ Α’ 165/25-7-2011) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.2 και 4 του άρθρου 72 του ίδιου νόμου "1. Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. 2. Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με τις προτάσεις ή και προφορικά: α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου".

Με την τελευταία αντικατάσταση της παρ.2 του άρθρου 269 ΚΠολΔ επαναφέρθηκε η ρύθμιση που ίσχυε πριν από το άρθρο 11 του ν. 2915/2001, δηλαδή καταργήθηκε ως προϋπόθεση για τη λήψη υπόψη νέων ισχυρισμών στηριζόμενων σε έγγραφα και προβαλλόμενων το πρώτον στην έκκλητη δίκη το να μη γνώριζε ο διάδικος ούτε να μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Πλέον, κατά το άρθρο 269 παρ. 2 γ’ ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011 έως σήμερα, εφόσον ο νέος ισχυρισμός στηρίζεται σε δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή έγγραφα, είναι παραδεκτός και πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να απαιτείται ως πρόσθετη προϋπόθεση ο προτείνων τον ισχυρισμό διάδικος να μη γνώριζε ή να μη μπορούσε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, κατ’ ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ.11 περ. β’ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του έγγραφα που η εναγομένη - εκκαλούσα απαράδεκτα για πρώτη φορά επικαλέσθηκε και προσκόμισε στην έκκλητη δίκη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ισχυρισμοί που στηρίζονται σε έγγραφα (ή σε ομολογία) παραδεκτά προτείνονται από τους διαδίκους για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και κατά συνέπεια και τα έγγραφα που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς αυτούς παραδεκτά προσκομίζονται από τους διαδίκους για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να χρειάζεται κρίση από το δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί δεν προτάθηκαν ή τα έγγραφα δεν προσκομίστηκαν εγκαίρως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από δικαιολογημένη αιτία με επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ.

7.Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, προς απόδειξη του οποίου επικαλείται ο διάδικος το αποδεικτικό μέσο που φέρεται ως αγνοηθέν, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ’ αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης.

Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.12 λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσης και, ειδικότερα, 1) την από 6-2-2012 εισήγηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης εταιρίας περί ανακλήσεως της ...30-12-2011 διαπιστωτικής πράξης αυτού, 2) την από 9-1-2012 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία του ενάγοντος προς την εναγομένη για την έκδοση της ως άνω διαπιστωτικής πράξης, 3) την από 22-3-2012 αίτηση του ενάγοντος προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία χαρακτήριζε άκυρη και καταχρηστική την αυτοδίκαιη απόλυσή του και 4) τις από 27-6-2012 προτάσεις του ενάγοντος επί της ως άνω αίτησής του.

Παρατηρείται, όμως, ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα, από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, το οποίο ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω αρ.4), δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

8.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Έτσι, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 96/2014, ΑΠ 113/2014). Περαιτέρω, η παρ.3 του άρθρου 74 με τίτλο "Ρύθμιση θεμάτων εργασιακών σχέσεων" του ν. 3863/2010, ορίζει "3. Όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών.

Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση".

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό τους, ότι "υφίστατο θέμα ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης. Διότι ο αρχικά ενάγων ισχυρίσθηκε ότι η αντίδικος κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ.1 και 3 του ν. 3198/1955 δεν του κατέβαλε, ως όφειλε, τη νόμιμη αποζημίωση που προβλέπει η εργασιακή νομοθεσία και συνεπώς η καταγγελία είναι άκυρη.

Συνεπώς, υφίστατο λόγος ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας, λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης στον ενάγοντα νόμιμης αποζημίωσης [...] ενόψει του ότι η καταγγελία είναι άκυρη ακόμη και σε περίπτωση ελλιπούς καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διαπιστωτικής πράξης απόλυσης από 30-12-2011, η Δ/νση Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης είχε υποχρέωση να μεριμνήσει για την έγκαιρη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, σύμφωνα με τη ΣΣΕ και τους παραπάνω νόμους, άλλως [να την καταθέσει] νόμιμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών με δαπάνη του αναφερομένου και το γραμμάτιο να είναι στη διάθεσή του στη Δ/νση Οικονομικών της ΟΣΥ ΑΕ. Μολονότι η αντίδικος ουδόλως τήρησε τον Νόμο, εν τούτοις η προσβαλλομένη αγνόησε τον νόμιμο, βάσιμο και αληθή ως άνω αγωγικό ισχυρισμό". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν αν καταβλήθηκε ή όχι στον ενάγοντα κατά την απόλυσή του από την εναγομένη το μέρος της αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο μηνών, το οποίο και μόνο είχε αυτή υποχρέωση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 74 παρ.3 του 3863/2010, να καταβάλει στον ενάγοντα.

9.Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ήτοι εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ’ αυτούς. Αντιθέτως αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, επί αιτιάσεως για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας πρέπει ν’ αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με σχετικό λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, "διότι δέχθηκε εσφαλμένα ότι ο ενάγων τοποθετήθηκε ως τεχνίτης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης στην αποθήκη ανταλλακτικών και στον εσωτερικό έλεγχο, ενώ σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορούσε αυτή να μεταβάλει ούτε τον πυρήνα της εργασιακής του σχέσης, ούτε τη βασική του ιδιότητα, αφού αυτός πάντα παρέμεινε τεχνίτης και αρχιτεχνίτης".

Τα ανωτέρω, όμως, που διαλαμβάνονται στον ως άνω λόγο αναίρεσης αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

10.Επειδή, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Ως έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης της διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 και 432-449 ΚΠολΔ, κατά κυριολεξία αποδεικτικά έγγραφα, όχι δε και τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης (ΑΠ 2096/2009), όπως είναι τα δικόγραφα που κατατίθενται επ’ ευκαιρία αυτής (λ.χ.

αγωγή, ανταγωγή, έφεση, προτάσεις, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, δικαστικές αποφάσεις, πρακτικά που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων κλπ). Αντιθέτως, αποτελούν τέτοια έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης (ΑΠ 1623/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με το σχετικό λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής.

Ο εξεταζόμενος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η ένδικη αγωγή δεν συνιστά αποδεικτικό, αλλά διαδικαστικό έγγραφο.

11.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-12-2014 αίτηση για αναίρεση της 269/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ