Legislator Case Law & Legislation
1143/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on indefinite contract conversion, dismissing other grounds for first two appellants.

Case Number 1143/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding employment contracts. The appellants argued that fixed-term contracts with OTE should automatically convert to indefinite terms, while the company contended the specific clauses prevented this. The court rejected arguments based on Articles 179 and 281 of the Civil Code as they were not raised in the lower courts, but accepted the conversion claim for the remaining appellants based on the principle of equal treatment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920: A fixed-term employment contract is deemed renewed for an indefinite term if the employee continues working without the employer's objection after the term expires, provided the duration was not established by the nature of the work or law.

Keywords

AI generated
indefinite employment contract fixed term renewal principle of equal treatment automatic conversion labor law interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669 and 672 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Directive 99/70/EC

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1143 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1143/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ... και 6) Χ6, κατοίκου ... . Οι 1η, 2η, 3η, 4η και 6η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου. Η 5η εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" με το διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 2032/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 4111/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής ΑρεοπαγίτηςΒασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος, ως προς τις αναιρεσείουσες τρίτη έως και την έκτη και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ.

γ' του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του αναμορφωμένου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.- άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990), ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.

Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ-ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, οι δε πιο πάνω διάταξη των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδάφ. γ' του Ν. 2112/1920 δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας του υποχρεωτικά κατά νόμο προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Περαιτέρω, µε την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη-µέλη όφειλαν μέχρι στις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα, για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέπεται: 1) να προσδιορισθούν:

α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται από ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Η παραπάνω Oδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω µη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη μέχρι 10.7.2001 και σε κάθε περίπτωση μέχρι 10.7.2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ.

Ολ. ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.

δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ: α) Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004 ..., το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.

γ' του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν.1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003.

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.).

β) Στο άρθρο του 5, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του 180/2004, ότι "1. η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ... 5.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Γ) Στο άρθρο του 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004 (μεταβατικές διατάξεις) ότι "1 .Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990...ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004....ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, (όπως ήταν και η αναιρεσείουσα), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. ... 3.

Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών".

Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση ... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση ...".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή τον κανόνα δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή , σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις κρίσιμες για τον εξεταζόμενο λόγο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστήριο, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με διαφορετικές όμως αιτιολογίες, τις οποίες τις αντικατέστησε με τις πιο κάτω.

Με την αγωγή τους αυτή, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν: α) ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (ΟΤΕ Α.Ε.), κατ' εφαρμογή άρθρου 2 παρ. 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η αρχική διάρκεια των οποίων ανανεώθηκε διαδοχικά, για να εργαστούν, η καθεμιά με την ειδικότητα που αναφέρεται στην αγωγή, για την κάλυψη δήθεν έκτακτων και εποχικών αναγκών της, β) ότι δυνάμει των ανωτέρω συμβάσεων απασχολήθηκαν στην εναγομένη κατά τα αναφερόμενα, επίσης στην αγωγή, χρονικά διαστήματα, και, ειδικότερα, μέχρι τις 31-12-2004 η πρώτη και η δεύτερη, μέχρι τις 23-12-2004 η τρίτη η τέταρτη και η έκτη και μέχρι τις 12-12-2004 η πέμπτη, οπότε η εναγομένη έπαυσε αντίστοιχα, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και γ) ότι η κατάρτιση και ανανέωση των συμβάσεων τους για ορισμένο χρόνο, έγινε κατά καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησης τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου που κατάρτισαν με την εναγομένη, να αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ζήτησαν δε οι ενάγουσες, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό: α) να αναγνωριστεί, ότι αυτές συνδέονται με την εναγομένη εξ υπαρχής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως να αναγνωριστεί, ότι η αρχική σύμβαση ορισμένου χρόνου έχει μετατραπεί σε αορίστου χρόνου από το χρόνο της παράτασης της αρχικής διάρκειάς της, άλλως β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόλυσης τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη στην επαναπρόσληψή τους και στην απασχόληση τους στις υπηρεσίες τους υπό τους προϊσχύσαντες της καταγγελίας όρους και γ) να αναγνωριστεί ότι οφείλει σ' αυτές τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με τις αυτές κατά βάση νομικές σκέψεις που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, ως προς την έννοια των διατάξεων 648, 669 ΑΚ 2 παρ.2 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, 8 παρ.1,3 του ν. 2112/1920, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ 4, 5, 8Α του ΠΔ 81/2003,όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ΠΔ 180/2004, και 11 του ΠΔ 164/2004, έκρινε ότι με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή δεν ήταν νόμιμη, και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση , διότι , όπως δέχθηκε, "α) οι αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και οι ανανεώσεις αυτών, που έλαβαν χώρα υπό την ισχύ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 του έχοντος ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν στην πραγματικότητα οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ούτε και μπορούν να χαρακτηριστούν αυτές, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, με αποτέλεσμα υπό την ισχύ της πιο πάνω διάταξης, να μην είναι δυνατή η εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 ή του άρθρου 671 ΑΚ, αφού, έστω και αν οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, η εναγομένη δεν είχε την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, β) εφόσον η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, και δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 καθώς και το άρθρο 671 ΑΚ ούτε κατ' επιταγή της ανωτέρω Οδηγίας έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 81/2003 στις 2-4-2003, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω Π.Δ., ενώ ούτε και ορθός νομικός χαρακτηρισμός των ενδίκων συμβάσεων, ενόψει της ανωτέρω Οδηγίας, μπορεί να γίνει, αφού τούτο, πέραν του ότι η εν λόγω Οδηγία δεν υπαγορεύει, ως συνέπεια καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το χαρακτηρισμό αυτών ως μιας ενιαίας σύμβασης αόριστης διάρκειας, θα καθιστούσε, όπως αναφέρθηκε, περιττή τη λήψη μέτρων για την ενσωμάτωση στης Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη και θα αναιρούσε την παρεχόμενη από την εν λόγω Οδηγία ευχέρεια των κρατών-μελών, να διαφοροποιήσουν τα μέτρα κατά τομείς, όταν αυτοί διαφέρουν, να προσδιορίσουν τη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, την έννοια των συμβάσεων ορισμένου και αόριστου χρόνου και τις προϋποθέσεις που δεν θα επιτρέπουν μία τέτοια ως άνω καταστρατήγηση, γ) οι ένδικες συμβάσεις ούτε και μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και υπό την ισχύ του Π.Δ. 81/2003, (το οποίο τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, ενόψει του ότι η εναγομένη αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, μη υπαγόμενη δε στις διατάξεις του Ν. 2190/1994 σχετικά με την πρόσληψη του προσωπικού της), μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ναι μεν οι συμβάσεις αυτές, κατά τα εκτιθέμενα, ήσαν διαδοχικές, πλην όμως δεν συντρέχουν οι οριζόμενες στο ως άνω Π.Δ.

προϋποθέσεις και ειδικότερα αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 8Α για τη συνολική χρονική διάρκεια αυτών, τον αριθμό των ανανεώσεων σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κλπ, τη συνδρομή των οποίων, άλλωστε, ούτε και οι ενάγουσες επικαλούνται στην αγωγή τους". Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστήριο, το οποίο είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με διαφορετικές όμως αιτιολογίες, τις οποίες τις αντικατέστησε με τις πιο πάνω.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες στην αγωγή τους εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (ΟΤΕ Α.Ε.), κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά αληθώς για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της, ως υπάλληλοι τηλεπικοινωνιακών καταστημάτων της, ότι οι συμβάσεις αυτές και οι δύο πρώτες ανανεώσεις έγιναν με αντισυμβαλλομένη την ίδια την αναιρεσίβλητη για συνολικό διάστημα 22 μηνών, ενώ η τρίτη ανανέωση έγινε με αντισυμβαλλόμενη την θυγατρική εταιρεία της με την επωνυμία "TEMAGON A.E.", που ανήκε στον αυτό Όμιλο Επιχειρήσεων με την αναιρεσίβλητη, η οποία ήταν και ο πραγματικός εργοδότης τους στην οποία και απασχολήθηκαν κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, χρονικά διαστήματα.

Ειδικότερα, οι ήδη αναιρεσείουσες είχαν εκθέσει στην αγωγή τους ότι η εργασιακή τους σχέση με την αναιρεσίβλητη ΟΤΕ Α.Ε., υπό την μορφή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου διήρκεσε: Για την πρώτη αναιρεσείουσα: από 23.9.2002 έως και 22.5.2003 (1η σύμβαση), από 23.5.2003 έως και 22.1.2004 (α' ανανέωση), από 23.1.2004 έως 22.7.2004 (β' ανανέωση) Για τη δεύτερη:

από 26.8.2002 έως και 25.4.2003 (1η σύμβαση), από 26.4.2003 έως και 25.12.2003 (α' ανανέωση), από 26.12.2003 έως 25.6.2004 (β' ανανέωση). Για την τρίτη και τέταρτη: από 29.7.2002 έως και 28.3.2003 (1η σύμβαση), από 29.3.2003 έως και 28.11.2003 (α' ανανέωση), από 29.11.2003 έως και 28.5.2004 (β' ανανέωση). Για την πέμπτη: από 10.7.2002 έως και 9.3.2003 (1η σύμβαση), από 10.3.2003 έως και 9.11.2003 (α' ανανέωση), από 10.11.2003 έως 9.5.2004 (β' ανανέωση).

Για την έκτη: από 5.8.2002 έως και 4.4.2003 (1η σύμβαση), από 5.4.2003 έως και 4.12.2003 (α' ανανέωση), από 5.12.2003 έως 4.6.2004 (β' ανανέωση). Επίσης εκτίθεται ότι οι αναιρεσείουσες ενώ είχαν συμπληρώσει 22 μήνες πλήρους απασχόλησης στον ΟΤΕ, συνήψαν σύμβαση ορισμένου χρόνου, με την ΤΕΜΑGOΝ, θυγατρική εταιρεία της αναιρεσίβλητης, αλλά με πραγματικό εργοδότη την τελευταία, η πρώτη αναιρεσείουσα από 6.8.2004 έως 31.12.2004, η δεύτερη από 21.7.2004 έως 31.12.2004, η τρίτη και τέταρτη από 22.6.2004 έως 23.12.2004, η πέμπτη από 11.6.2004 έως 12.12.2004 και η έκτη από 22.6.2004 έως 23.12.2004.

Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πιο πάνω περιστατικά συντρέχουν, ως προς τις αναιρεσείουσες, εκτός από την πρώτη και δεύτερη, οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, που εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο κατά το άρθρο 8Α του ΠΔ 81/2003 ( που προστέθηκε με το άρθ. 4 ΠΔ 180/04), και επί της εναγομένης- αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, προκειμένου οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου των αναιρεσειουσών να μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού στην αγωγή εκτίθεται ότι:

α) οι συμβάσεις αυτές ήταν ενεργείς στις 23/8/2004, ημερομηνία έναρξης ισχύος του πιο πάνω Π.Δτος, β) η συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων, με τρεις ανανεώσεις της αρχικής (που δεν απείχαν περισσότερο από 29 ημέρες), ήταν 24 τουλάχιστον μήνες, ως προς την πέμπτη και την έκτη αναιρεσείουσα, ενώ, ως προς την τρίτη και τέταρτη, η συνολική διάρκεια απασχόλησης, ήταν 18 τουλάχιστον μήνες μέσα στο συνολικό χρονικό διάστημα των 24 μηνών από την αρχική σύμβαση και γ) ο χρόνος αυτός διανύθηκε-κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε στην αγωγή-στον αυτόν εργοδότη, με την ίδια ειδικότητα προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της αναιρεσίβλητης.

Το Εφετείο, συνεπώς, που έκρινε ότι με το πιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή των τεσσάρων αυτών αναιρεσειουσών, ως προς τη θεμελίωση αυτής στις πιο πάνω μεταβατικές διατάξεις του ΠΔ 81/03 ( άρθ. 8Α), υπό τα εκτιθέμενα σε αυτή περιστατικά, ότι δεν ήταν νόμιμη, ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές, δεχόμενο ότι οι ένδικες συμβάσεις ούτε υπό την ισχύ του Π.Δ. 81/2003, το οποίο δέχθηκε ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού, όπως έκρινε, "ναι μεν οι συμβάσεις αυτές, κατά τα εκτιθέμενα, ήσαν διαδοχικές, πλην όμως δεν συντρέχουν οι οριζόμενες στο ως άνω Π.Δ.

προϋποθέσεις και ειδικότερα αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 8Α για τη συνολική χρονική διάρκεια αυτών, τον αριθμό των ανανεώσεων σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κλπ", εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου μεταβατικές αυτές διατάξεις του άρθρου 8Α του ΠΔ 81/2003 (και του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, που εφαρμόζεται αναλόγως), κατά το βάσιμο κατά τούτο, από το άρθρο 559.αρ.1 του ΚΠολΔ πρώτο λόγο αναιρέσεως των πιο πάνω αναιρεσειουσών.

Αντίθετα, ως προς τις λοιπές αναιρεσείουσες (πρώτη και δεύτερη), οι αγωγές αυτών υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτές περιστατικά, δεν ήταν νόμιμες, ως προς τη θεμελίωσή τους στις αυτές μεταβατικές διατάξεις του ΠΔ 81/03 και ορθώς δέχθηκε το Εφετείο ότι, ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές, οι ένδικες συμβάσεις ούτε υπό την ισχύ του Π.Δ. 81/2003, μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου .

Ειδικότερα, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η αρχική σύμβαση της 1ης αναιρεσείουσας καταρτίστηκε στις 23/9/2002, και της 2ης στις 26-8-2002, έως την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του άρθρου 8Α του ΠΔ 81/2003 (4 του ΠΔ 180/2004), δηλαδή στις 23/8/2004, ημερομηνία, κατά την οποία οι συμβάσεις ήταν ενεργείς, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος των 24 μηνών, που απαιτείται για την εφαρμογή της, ως προϋπόθεση, αθροιστικά (και ανεξαρτήτως των άλλων προϋποθέσεων), της αναλογικά εφαρμοζόμενης διατάξεως του άρθρου 11 του ΠΔ 180/04 (είτε ως περίπτωση α είτε ως περίπτωση β της παρ.1 του άρθρου αυτού).

Επομένως το Εφετείο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα, ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές, τις πιο πάνω μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 8Α του ΠΔ 81/2003 και, συνεπώς, ο αυτός πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, είναι, ως προς αυτές, αβάσιμος.

Οι αναιρεσείουσες με τον αυτό (πρώτο) λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, περαιτέρω ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι "δεν συντρέχουν οι οριζόμενες στο ως άνω Π.Δ. (89/2003, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 180/2004) προϋποθέσεις και ειδικότερα αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 και 8Α για τη συνολική χρονική διάρκεια αυτών, τον αριθμό των ανανεώσεων σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κλπ, τη συνδρομή των οποίων, άλλωστε, ούτε και οι ενάγουσες επικαλούνται στην αγωγή τους", υπέπεσε στην από το άρθρο 559.

αρ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού οι αναιρεσείουσες στην αγωγή τους (σελίδα 10) και υπό τον τίτλο "υπαγωγή της περίπτωσής μας στις μεταβατικές διατάξεις του ΠΔ 180/2004", εξέθεταν τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις και λόγους για τους οποίους "... σαφώς συνάγεται η υπαγωγή της περίπτωσης τους στις μεταβατικές διατάξεις του ΠΔ 180/2004 για την αναγνώριση της σχέσης εργασίας καθενός από εμάς ως αορίστου χρόνου".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ερεύνησε την συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και κατέληξε στην απορριπτική για την νομιμότητα της αγωγής κρίση του. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, όπου με τις αυτές αιτιάσεις, προβάλλεται ότι το Εφετείο με την πιο πάνω κρίση του διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ , είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη.

Ομοίως είναι αβάσιμοι οι από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε: α) το άρθρο 671 Α.Κ., και δεν δέχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις "μετά την παρέλευση του ορισμένου χρόνου" είχαν ανανεωθεί για αόριστο χρόνο, β) τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 με τις παραδοχές της, ότι "οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονταν από τον ΟΤΕ, δεν συνιστούσαν ενιαία εργασιακή σύμβαση αορίστου χρόνου", καθόσον, όπως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του αρθρ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι διότι στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα ήδη έχουν εκτεθεί, δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι, o προσχηματικός, όπως αναφέρουν, χαρακτηρισμός της εργασιακής τους σχέσης από την αναιρεσίβλητη, ως ορισμένου χρόνου, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 179 ΑΚ, διότι ο Ο.

Τ. Ε. εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους για εργασία και τους υποχρέωνε να υπογράφουν τις συμβάσεις αυτές, χωρίς ποτέ να αποδεχθούν το προσχηματικό περιεχόμενο τους, προκειμένου να απαλλαγεί ο ίδιος από τις συνέπειες που θα υπήρχαν, αν αναγνώριζε την πραγματική φύση της σύμβασής τους ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η συμπεριφορά αυτή, ως προς τον προσχηματικό χαρακτηρισμό των εργασιακών τους σχέσεων και την εν συνεχεία "μεταφορά" τους με τα ίδια καθήκοντα, αντικείμενο και χώρο εργασίας στην θυγατρική του ΤΕΜΑGΟΝ, υπερβαίνει τα όρια του δικαιώματός του και ελέγχεται ως καταχρηστική, και, επιπλέον, ότι δι' αυτού του τρόπου παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 22, παρ. 1 ΑΚ 288, άρθρο 119 συνθήκης ΕΟΚ), εφόσον οι υπηρεσίες, που παρείχαν ως υπάλληλοι στα καταστήματα του ΟΤΕ, είναι ίδιες με αυτές που προσφέρουν οι μόνιμοι υπάλληλοι του, και ότι για τους λόγους αυτούς "ο αναιρεσίβλητος παραβίασε τον κανόνα αυτόν δικαίου και αναιρετέα πρέπει να κριθεί η απόφαση κατά το άρθρου 559 περ. 1, άλλως περ. 20 Κ.Πολ.Δ".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωσή του στο άρθρο 559. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των άρθρων 179 ή 281 του ΑΚ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, δεν είχε προβληθεί ισχυρισμός στηριζόμενος στις διατάξεις αυτές ή στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί στα δικαστήρια της ουσίας).

Οι σχετικοί ισχυρισμοί αφορούσαν μόνο την παραβίαση της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Επίσης ως παντελώς αόριστος είναι απορριπτέος ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωσή του στο άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αφού πλην της αναφοράς της διατάξεως αυτής του ΚΠολΔ, ουδεμία αιτίαση που αρμόζει στον λόγο αυτό διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο.

Επίσης είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά πιο πάνω, ο από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το άρθ. 2 παρ.2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, αποτρέπει την μετατροπή των ενδίκων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, παραβιάζοντας έτσι τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, άλλως το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί, "ότι η διάταξη αυτή του ΓΚΠ- ΟΤΕ δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, διότι έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 22 παρ. 1 Συντάγματος, ΑΚ 288 και 119 συνθήκης ΕΟΚ), αλλά και διότι, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην ίδια αυτή διάταξη του ΓΚΠ-ΟΤΕ, άμεσα εφαρμοστέες στην περίπτωση τους είναι οι διατάξεις των άρθρων παρ. 3 ν. 2112/1920, 671 ΑΚ, Οδηγία 1999/70/ΕΚ".

Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τις 3η, 4η, 5η και 6η των αναιρεσειουσών και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, εν όψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεση αυτού από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση (αρ. καταθ. 652/17-6-2009) για αναίρεση της 4111/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη και δεύτερη αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τις πιο πάνω αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Αναιρεί την 4111/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τις λοιπές αναιρεσείουσες (3η, 4η, 5η και 6η).

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των πιο πάνω αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ