Supreme Court partially allows appeal against lower court's dismissal of compensation claimant's ownership recognition in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by multiple parties against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The lower court had dismissed a claim to recognize ownership of expropriated property, ruling it inadmissible due to jurisdictional issues. The Court found this reasoning flawed because the appellate court erred in excluding the claimant from the unified compensation determination process.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17 and 117 of the Constitution; The appellate court must examine ownership recognition claims in expropriation cases to ensure full compensation, and a ruling excluding a claimant from this process constitutes a jurisdictional error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1143 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1143/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. Χ1, 3. Χ2, 4. Χ3, 5. Χ4, 6. Χ5, 7. Χ6, 8. ..... και 9. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαϊου 1999 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με άλλες συναφείς αιτήσεις και ανταιτήσεις προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2001 μη οριστική και 503/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί κατά τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος κατά την οποία οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν έως ότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος, διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται, συνάγεται ότι η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του ήδη αναθεωρημένου Συντάγματος κατά την οποία, αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, δεν έχει εφαρμογή σε απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν προ της θέσης αυτής σε ισχύ (18.4.2001), για τις οποίες εφαρμόζεται όσον αφορά τον σκοπητέο χρόνο προσδιορισμού της οριστικής αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος όπως ίσχυε πριν την αναθεώρησή του (ΟλΑΠ 1109/81, 1332/85).
Εξάλλου, η όμοια με την παραπάνω του αναθεωρημένου Συντάγματος διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002 δεν έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου επί των απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος αυτού (6.5.2001), εφόσον πριν από την εν λόγω ημερομηνία έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, οπότε εφαρμόζονται μόνο οι δικονομικές διατάξεις του νόμου αυτού.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε με την 1124308/8768/0010/23.12.1997 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. η οποία δημοσιεύθηκε στο 12/21.1.1998 Φ.Ε.Κ. (τ. Δ΄), για δε τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ασκήθηκε η από 24.5.1999 αίτηση των αναιρεσειόντων η οποία προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί αρχικά για τις 22.11.1999, συνεκδικαζόμενη με αντίστοιχη αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εκδικάσθηκαν δε τελικά στις 17.11.2003, ο χρόνος προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων, ενόψει του ότι προηγήθηκε προσωρινός προσδιορισμός αυτής με την 28844/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι εκείνος της συζητήσεως ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου (29.9.1998) σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος όπως ίσχυε πριν την τελευταία αναθεώρησή του.
Επομένως και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι χρόνος προσδιορισμού της αξίας των απαλλοτριωθέντων, είναι εκείνος της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου (8.10.2001), παρότι είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αυτής, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτή (απόφαση) η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, της παράβασης δηλαδή της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος, επειδή δεν καθόρισε την οριστική αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων με κρίσιμο χρόνο τη μετ' απόδειξη δικάσιμο της 17.11.2003, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν αυτή δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον κατά παράβαση του νόμου (άρθρ. 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 3 και 13 του ν.δ. 797/71) και χωρίς καμία ειδική αιτιολογία δεν καθόρισε τιμή αποζημίωσης για συστατικά – επικείμενα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, τα οποία δεν θεώρησε ως συστατικά καταστρεφόμενα ή αχρηστευόμενα από την απαλλοτρίωση και ειδικότερα δεν καθόρισε τιμή μονάδας αποζημίωσης: 1) σε σχέση με την ΚΠ3 ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3, α) για τα τοιχία αντιστήριξης, β) για τον τοίχο περίφραξης, γ) για το υπόγειο δίκτυο άρδευσης, δ) για μία από τις δύο διαφημιστικές πινακίδες, ε) για τις εγκαταστάσεις παιδικής χαράς και στ) για τα δέντρα. 2) Σε σχέση με την ΚΠ4 ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος Χ4, α) των τοιχίων από σκυρόδεμα μήκους 40 μ.
και ύψους 0,30 μ., β) των εγκαταστάσεων παιδικής χαράς ως εξής: ι) μιας κούνιας τριών θέσεων, ιι) μιας τσουλήθρας, ιιι) μιας διπλής κούνιας τριών θέσεων, ιν) μιας περιστρεφόμενης κούνιας πέντε θέσεων, ν) μιας χαμηλής περιστρεφόμενης κούνιας έξι θέσεων, νι) ενός μονόζυγου και γ) των διακοσμητικών φυτών: ι) τριών πυράκανθων μεσαίου μεγέθους, ιι) τεσσάρων τριανταφυλλιών μεσαίου μεγέθους και ιιι) μιας αγγελικής μεγάλου μεγέθους. 3) Σε σχέση με την ΚΠ5 ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων Χ5 και Χ6, α) του τοιχίου από οπλισμένο σκυρόδεμα, συνολικού μήκους 106 μ., β) του τοίχου περίφραξης με τούβλα μήκους 13,75 μ., γ) του κιγκλιδώματος από σωλήνες κλπ., μήκους 28,10 μ., δ) των 23 κολωνών από οπλισμένο σκυρόδεμα, ε) του δαπέδου από σκυρόδεμα εμβαδού 185,04 μ2, στ) των δύο βρυσών και ζ) των δένδρων ι) 10 λευκών μικρού μεγέθους, ιι) εικοσιπέντε τριανταφυλλιών μεγάλου μεγέθους, ιιι) μιας βερυκοκιάς μεγάλου μεγέθους, ιν) μιας αχλαδιάς μεγάλου μεγέθους, v) μιας μηλιάς μεγάλου μεγέθους, νι) πέντε ελιών μεσαίου μεγέθους, νιι) τεσσάρων πεύκων μεγάλου μεγέθους και νιιι) δεκατριών κυπαρισσιών μεγάλου μεγέθους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς αμφότερες τις θεμελιώσεις του, καθόσον το Εφετείο, καθορίζοντας ως προκύπτει εκ της προσβαλλόμενης απόφασής του την αξία συγκεκριμένων συστατικών και επικειμένων επί των άνω ιδιοκτησιών, στα οποία δεν περιέλαβε και τα ανωτέρω και διαλαμβάνοντας περαιτέρω ότι «πέραν των ως άνω καθορισθέντων ποσών για την αποζημίωση των δικαιούχων, δεν απεδείχθη άλλη ζημία αυτών από την απαλλοτρίωση και συνεπώς τα λοιπά αιτούμενα ποσά πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα», δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, ανεξάρτητα από τη μη εκτενή αιτιολόγηση αυτού, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη των άνω συστατικών και επικειμένων.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν.δ. 797/1971, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί αυτής ειμή για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, με την οποία προστατεύονται και τα ενοχικά δικαιώματα, όπως είναι και το δικαίωμα αποζημίωσης για την προσγενόμενη ζημία στην περιουσία του προσώπου, υπάρχει έλλειψη σεβασμού της περιουσίας και όταν η συνεπεία του λόγου της αποζημίωσης μείωση της περιουσιακής δυναμικότητας του προσώπου δεν αποκαθίστανται πλήρως.
Συνεπώς στην περίπτωση που λόγω απαλλοτρίωσης μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού μετά των συστατικών του που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το από την πρώτη των άνω διατάξεων αναγνωριζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης ικανοποιείται πλήρως και διασφαλίζεται εντεύθεν ο σεβασμός στην περιουσία του ιδιοκτήτη όταν η αποζημίωση καλύπτει τόσον την εκ της απομειώσεως της έκτασης του όλου ακινήτου ζημία, όσο και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 31/2005).
Εξάλλου, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος που αναφέρθηκε ανωτέρω και του άρθρου 13 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 κατά την οποία, ως κριτήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου, για τον υπολογισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η κατά την τελευταία τριετία διαμορφωθείσα αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων, καθώς και η τυχόν ετήσια πρόσοδος του απαλλοτριουμένου, συνάγεται ότι επί απαλλοτριώσεως ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, στην έννοια της «πλήρους αποζημίωσης» που οφείλεται, δεν περιλαμβάνεται και η αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο, αλλά λαμβάνεται υπόψη, για την εκτίμηση της αξίας αυτού, η πρόσοδος από την ασκούμενη σ' αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα (Ολ.ΑΠ.8/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την ασκηθείσα στο Εφετείο αίτησή τους ζήτησαν εκτός των άλλων τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης στο ύψος που αναφέρεται, για τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των απαλλοτριουμένων υπό στοιχεία ΚΠ2, ΚΠ3, ΚΠ4, ΚΠ5 και ΚΠ9 ιδιοκτησιών τους και των επί των τμημάτων αυτών επικειμένων και συστατικών, επικαλούμενοι σημαντική μείωση της αξίας τους ή αχρήστευση αυτών, καθώς για τη ζημία των αναφερομένων, ως υφισταμένων επ' αυτών επιχειρήσεων, την οποία υπολογίζουν σε 500.000.000, 500.000.000, 300.000.000, 230.000.000 και 350.000.000 δρχ.
αντίστοιχα. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι εκ των ανωτέρω ακινήτων το υπό στοιχείο ΚΠ3 υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του δεχόμενο ειδικότερα τα εξής: Από το ακίνητο αυτό συνολικής εκτάσεως 4.705 μ2, απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 333 μ2 και απομένει εκτός ζώνης απαλλοτριώσεως τμήμα εμβαδού 4.372 μ2.
Το αρχικό ακίνητο στο οποίο λειτουργεί το κέντρο διασκέδασης «......», είναι άρτιο και οικοδομήσιμο αλλά και το απομένον, μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του, εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο. Ωστόσο η απαλλοτρίωση καταλαμβάνει ζωτικό χώρο της εισόδου υποδοχής και στάθμευσης των αυτοκινήτων των πελατών της επιχείρησης, με αποτέλεσμα η εναπομείνασα έκταση να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της επιχείρησης και να υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας της κατά 20%.
Περαιτέρω, ουδέν διέλαβε ειδικώς περί ιδιαίτερης αποζημίωσης των λοιπών ως άνω ακινήτων, αρκεσθέν στο τέλος της απόφασής του στην άνω γενική παραδοχή ότι πέραν των ως άνω καθορισθέντων ποσών για την αποζημίωση των δικαιούχων, δεν απεδείχθη άλλη ζημία αυτών από την απαλλοτρίωση και συνεπώς τα λοιπά αιτούμενα ποσά πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Εξάλλου, με την παρεμπίπτουσα με αριθμό 3012/2001 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα αποζημίωσης για ζημία των επί των άνω ακινήτων λειτουργουσών επιχειρήσεων. Ενόψει των άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτή η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια της ύπαρξης ανεπαρκών αιτιολογιών, κατά το μέρος που αφορά το απομένον τμήμα της υπό στοιχείο ΚΠ3 ιδιοκτησίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αποδίδεται δι' αυτού η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιπαρήλθε σιγή και απέρριψε χωρίς καμία αιτιολογία το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης από τη ζημία που υφίστανται οι επί των ακινήτων των αναιρεσειόντων λειτουργούσες επιχειρήσεις, το οποίο, όπως σημειώθηκε, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση απορρίπτοντας το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα και τα επικείμενά τους, των υπό τα στοιχεία ΚΠ2, ΚΠ4, ΚΠ5 και ΚΠ9 ακινήτων με μόνη την παραπάνω γενικόλογη παραδοχή και χωρίς να αναφέρεται χωριστά σε καθένα ή ονομαστικά σε αυτά, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ένεκα των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων.
Επομένως ο άνω λόγος αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι ουσιαστικά βάσιμος.
IV.- Το Εφετείο σε σχέση με την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσειόντων δέχθηκε τα εξής: «Όσον αφορά τα ακίνητα με αριθμούς ΚΠ 1, 2, 3, 3α, 4, 5, 9, 10, 11, 12 και 13, ευρίσκονται στο αρχικό τμήμα της επίδικης εκτάσεως και εφάπτονται ή έχουν άμεση πρόσβαση στην εθνική οδό Θεσ/νίκης – Καβάλας και Θεσ/νίκης – Σερρών.
Το εν λόγω τμήμα εκτείνεται από την αρχή της επίδικης εκτάσεως μέχρι τον κόμβο Δερβενίου, δηλαδή σε απόσταση 10-11,5 χιλιομέτρων από την πλατεία Βαρδαρίου της Θεσ/νίκης και παρουσιάζει αυξημένη κυκλοφοριακή κίνηση, καθώς και εντονότερη βιομηχανική, βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα σε σύγκριση με την υπόλοιπη επίδικη περιοχή.
Έτσι η αξία των ως άνω ακινήτων ανήρχετο κατά τον κρίσιμο χρόνο (8.10.2001) σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ ανά τετρ. μέτρο». Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, της ύπαρξης ασαφών, ανεπαρκών και μη ειδικών αιτιολογιών, επειδή, ως αναφέρεται, με δεδομένα ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν οικοπεδική αξία και υπερτερούν έναντι των υπολοίπων ακινήτων της περιοχής, ότι η περιοχή αυτών έχει μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση και μεγάλη βιομηχανική, βιοτεχνική, εμπορική και οικιστική δραστηριότητα, ότι σε παρακείμενα ακίνητα λειτουργούν οι αναφερόμενες επιχειρήσεις, ενώ υπάρχουν και αρκετές πολυτελείς κατοικίες και ότι η περιοχή διαθέτει δίκτυο ΔΕΗ, ΟΤΕ και αστική συγκοινωνία, που τους προσδίδουν αυξημένη οικοπεδική αξία, θα έπρεπε η απόφαση, η οποία χωρίς καμία αιτιολογία κατέταξε τα επίδικα στην ίδια κατηγορία με άλλα εννέα ακίνητα, μη αναφερθείσα χωριστά σε καθένα απ' αυτά, να ορίσει τιμή μονάδας αποζημίωσης κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή των 150 ευρώ/τ.μ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Εξάλλου ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που υπό την επίκληση της άνω διάταξης πλήττει την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
V.- Η διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 του ν.δ. 797/1971 με την οποία ορίζεται ότι «ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως γίνεται δια δικαστικής αποφάσεως, καθοριζούσης μόνον την τιμή μονάδος, άνευ αναγνωρίσεως δικαιούχων ουδε καταψηφίσεως υποχρέου, κατά την υπό των διατάξεων του παρόντος οριζομένην ειδική διαδικασίαν», ερμηνευόμενη στο πλαίσιο των οριζομένων από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ.1,2 και 4 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, είναι ανίσχυρη στο μέτρο που θεσπίζει περιορισμό της αρμοδιότητας του εφετείου σε μόνο του προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων.
Επομένως, υποβαλλομένου αιτήματος στα πλαίσια της διαδικασίας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, ότι δεν είναι ωφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυταποζημίωση, κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, το εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή και το ενλόγω αίτημα (Ολ.ΑΠ 10/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την θεωρούμενη ως συμπροσβαλλόμενη (553 αρ.3 ΚΠολΔ), με αριθμό 3012/2001 εν μέρει οριστική απόφαση του απέρριψε το αίτημα της εκ των αναιρεσειόντων Χ1, που κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της ασκηθείσας από 24-5-1999 κοινής μετ' άλλου αίτησης της υπέβαλε, να αναγνωρισθεί σε σχέση με την απαλλοτριούμενη με αρ.
ΚΠΔ2 ιδιοκτησία της ότι δεν είναι παρόδια ιδιοκτήτης και δεν υποχρεούται σε αυταποζημίωση, με την αιτιολογία ότι αναρμοδίως εισήχθη ενώπιον αυτού ως εκφεύγον της δικαιοδοσίας του (απαράδεκτο). Κρίνοντας έτσι, παρά το νόμο, ενόψει των ανωτέρω εκτιθέντων, κήρυξε απαράδεκτο και είναι βάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στη παραπάνω απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση (και η συμπροσβαλλόμενη με αριθμό 3012/2001 εν μέρει οριστική απόφαση) του άνω Εφετείου κατά το μέρος που αφορούν τους λοιπούς πλην των Χ2 και Χ3, αναιρεσείοντες και στην συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν τις αναιρούμενες αποφάσεις (580 παρ.3 ΚΠολΔ). Αντίθετα ως προς τους άνω δύο αναιρεσείοντες η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2005 αίτηση κατά το μέρος που ασκείται από τους Χ2 και Χ3 για αναίρεση της 503/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Δέχεται την άνω αίτηση κατά το μέρος που ασκείται από τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Αναιρεί εν μέρει κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό, τις 503/2004 και 3012/2001 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των νικώντων αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ