Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding wheat price determination and rejects restitution request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the First Instance Court of Larissa regarding a wheat price dispute. The court found the lower court's reasoning on the market price of hard wheat to be unfounded as it did not rely exclusively on the disputed document. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the separate request for restitution was dismissed as lacking an object.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against final judgments that conclude the trial, and a request for restitution presupposes the admissibility of the appeal which must be granted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1142 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1142/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: …. που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμητρα - Αικατερίνη Λόκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 3/5/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2012 μη οριστική και 113/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 505/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/2/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 7-2-2018 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 505/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 του ΚΠολΔ έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας, β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.
Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 308, 309 και 321 του ίδιου Κώδικα συνάγεται, ότι οριστική απόφαση, κατά της οποίας επιτρέπεται έφεση, είναι εκείνη, που δέχεται ή απορρίπτει ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσα διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης και απεκδύουσα έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (ΟλΑΠ 230/1983).
Αντίθετα, αν η απόφαση είναι μη οριστική, που περιέχει και οριστικές διατάξεις, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της, διότι απαιτείται, επιπρόσθετα, η οριστική περάτωση ολόκληρης της διαφοράς στο συγκεκριμένο πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό. Έτσι, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απαντήσει σε όλα τα αιτήματα-αντικείμενα δικαστικής προστασίας, που υποβλήθηκαν στη συγκεκριμένη εκκρεμή δίκη, η απόφαση δεν προσβάλλεται με έφεση.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιέλαβε οριστική διάταξη ως προς το αντικείμενο της αγωγής, αλλά ανέστειλε, λόγω εκκρεμοδικίας, την εκδίκαση της προταθείσας εκ μέρους του εναγομένου ένστασης συμψηφισμού ανταπαίτησής του κατά της ασκηθείσας με την αγωγή απαίτησης. Τούτο διότι, με την πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργούνται πλέον περισσότερα εξίσου κύρια αντικείμενα δίκης, που συνεπάγονται αμφότερα εκκρεμοδικία, οι υποβληθείσες δε αξιώσεις τελούν σε σχέση εξάρτησης μεταξύ τους και η επίλυση της διαφοράς της μιας εξαρτάται από την επίλυση της άλλης και με την έκδοση οριστικής διάταξης για το αντικείμενο της αγωγής, όχι όμως και για εκείνο της ένστασης συμψηφισμού, δεν καταργείται ολόκληρη η εκκρεμής διαδικασία και συνεπώς η απόφαση αυτή, που περιέχει οριστική διάταξη για το αντικείμενο μόνο της αγωγής, δεν είναι τελειωτική (οριστική), αλλά κατά την έννοια αυτή εν μέρει οριστική, και δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση, πριν περατωθεί η εκδίκαση όλης της διαφοράς, δηλαδή το σύνολο των αιτημάτων παροχής ένδικης προστασίας, με την έκδοση οριστικής απόφασης και επί της ένστασης συμψηφισμού.
Η προθεσμία δε της έφεσης δεν αρχίζει πριν από την επίδοση της απόφασης αυτής, αφού μόνον τότε υπάρχει επίδοση οριστικής απόφασης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως εάν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.
Επίσης, κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Η διάταξη αυτή αποβλέπει στην απαγόρευση της επανειλημμένης χρήσης του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά της ίδιας απόφασης. Προϋποθέσεις της εφαρμογής της είναι α) να έχει ασκηθεί προηγούμενη έφεση, β) να πλήττεται με αυτή, όπως και με την προηγούμενη, η ίδια απόφαση και γ) να ασκείται από τον ίδιο διάδικο.
Η απαγόρευση του ανωτέρω άρθρου δεν ισχύει και επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης έφεσης από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης, όταν η προηγουμένως ασκηθείσα έφεση είναι απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε κατά απόφασης, που δεν είχε ακόμη καταστεί οριστική (τελειωτική). Εξάλλου, κατά τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την από 20-1-2009 αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας με την οποία, επικαλούμενος ότι πώλησε στην τελευταία συνολικά 54.490 κιλά σκληρού σίτου, ποικιλίας SIMETRO R2, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η συμφωνημένη, άλλως η συνηθισμένη τιμή πώλησης του άνω προϊόντος ανερχόταν, όχι στο ποσό των 0,15 ευρώ, που υποστήριζε η εναγομένη και βάσει αυτού εξέδωσε τα αντίστοιχα τιμολόγια, αλλά στο ποσό των 0,37 ευρώ ανά κιλό και το συνολικά οφειλόμενο τίμημα στο ποσό των 20.161,30 ευρώ και να υποχρεωθεί η εναγομένη, μετά αφαίρεση του ποσού των 6.000 ευρώ, που του είχε καταβάλει έναντι και συμψηφισμό δικών του οφειλών προς αυτή, συνολικού ποσού 8.738,02 ευρώ, να του καταβάλει, κυρίως με βάση τις διατάξεις περί πώλησης και επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το υπόλοιπο ποσό των 5.423,48 ευρώ με το νόμιμο τόκο, καθώς και ποσό των 600 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπραξία, αλλά και το ποσό των 492,48 ευρώ, λόγω της ζημίας, που υπέστη από τη μη απόδοση ΦΠΑ, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής, η εναγομένη, προέβαλε άρνηση της αγωγής και επικουρικά πρότεινε σε συμψηφισμό κατά της άνω επίδικης απαίτησης του ενάγοντος ανταπαίτησή της κατ' αυτού, ποσού 8.250 ευρώ, για την οποία είχε ασκήσει και την από 27-5-2010 αγωγή της, που εκκρεμούσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας και ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής και της ένστασης συμψηφισμού εκδόθηκε η υπ' αριθ. 15/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία, αφού ανέστειλε τη συζήτηση της ένστασης συμψηφισμού, λόγω εκκρεμοδικίας, κατ' άρθρο 222 ΚΠολΔ, μέχρι πέρατος της δίκης, που είχε ανοιχθεί με την υπ' αριθ. εκθ. κατ. 278/31-5-2010 αγωγή της εναγομένης κατά του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, λόγω ταύτισης του αντικειμένου τους, δίκασε την αγωγή και αφού απέρριψε τις επικουρικές βάσεις αυτής, δέχθηκε την κύρια βάση της ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν για το ποσό των 175 ευρώ, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 23-11-2012 έφεσή του με την οποία παραπονέθηκε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει εξολοκλήρου δεκτή η αγωγή του. Στη συνέχεια, μετά την από 2-10-2013 κλήση του ενάγοντος, με την οποία ζήτησε τον ορισμό δικασίμου, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση, κατά το μέρος που είχε ανασταλεί η συζήτηση της άνω ένστασης συμψηφισμού, για το λόγο, ότι είχε λήξει η εκκρεμοδικία με την απόρριψη τελεσίδικα, με την υπ' αριθ. 297/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, της υπ' αριθ.
εκθ. κατ. 278/31-5-2010 αγωγής της εναγομένης κατ' αυτού, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 113/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης. Ο ενάγων, στη συνέχεια άσκησε την από 10-11-2015 έφεσή του, κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, αλλά και κατά της προεκδοθείσας απόφασης με αριθ. 15/2012, φερόμενης στο δικόγραφο της έφεσης ως εν μέρει οριστικής, με την οποία παραπονέθηκε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνισή τους, ώστε να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του.
Οι άνω από 23-11-2012 και 10-11-2015 εφέσεις δικάστηκαν στις 27-1-2017, συνεκδικάστηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 505/2017 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Το Εφετείο με την απόφαση αυτή, που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, απέρριψε την πρώτη από 23-11-2012 έφεση ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία, ότι στρεφόταν κατά της υπ' αριθ. 15/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κατά της οποίας δεν επιτρεπόταν η άσκηση έφεσης, διότι τότε επρόκειτο περί εν μέρει οριστικής απόφασης και μετά ταύτα, κρίνοντας ότι η δεύτερη από 10-11-2015 έφεση, που στρεφόταν και κατά της ίδιας παραπάνω απόφασης, όταν είχε καταστεί οριστική, ήταν παραδεκτή, και εμπροθέσμως ασκηθείσα, τη δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.636,01 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου η εναγομένη-εφεσίβλητη άσκησε την ένδικη αναίρεσή της. Με τον πρώτο λόγο αυτής, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά τα οικεία σκέλη του, αιτιάται αυτό, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την πρώτη από τις παραπάνω εφέσεις κατά της υπ' αριθ. 15/2012 απόφασης, με την αιτιολογία, ότι η απόφαση αυτή ήταν εν μέρει οριστική και συνεπώς δεν επιτρεπόταν έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεών της, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της, η απόφαση αυτή ως προς την αγωγή ήταν οριστική και επιτρεπόταν έφεση κατ' αυτής και περαιτέρω, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη δεύτερη από τις παραπάνω εφέσεις, κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά της ίδιας οριστικής απόφασης, η οποία (δεύτερη έφεση) ήταν και εκπρόθεσμη, διότι η απόφαση αυτή είχε επιδοθεί υπ' αυτής στον αναιρεσίβλητο, στις 29-10-2012 και η έφεση κατατέθηκε, μετά την προβλεπόμενη στο άρθρο 518 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία και συγκεκριμένα στις 17-12-2015.
Σύμφωνα όμως με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και τα παραπάνω γενόμενα δεκτά, η υπ' αριθ. 15/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που περιείχε οριστική διάταξη για το αντικείμενο μόνο της αγωγής, δεν ήταν τελειωτική (οριστική) και δεν μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, πριν περατωθεί η εκδίκαση όλης της διαφοράς, με την έκδοση οριστικής απόφασης και επί της ένστασης συμψηφισμού, η εκδίκαση της οποίας είχε ανασταλεί.
Συνακόλουθα, η ασκηθείσα εκ μέρους του αναιρεσίβλητου κατ' αυτής από 23-11-2012 έφεση, ως ασκηθείσα κατ' απόφασης, η οποία δεν ήταν τελειωτική για όλη τη διαφορά και δεν επιτρεπόταν κατ' αυτής έφεση ήταν απαράδεκτη. Αντίθετα η ασκηθείσα από τον ίδιο από 10-11-2015 έφεση και κατ' αυτής, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 113/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και περατώθηκε έτσι η δίκη στο σύνολό της, οπότε το δικαστήριο απεκδύθηκε της περαιτέρω εξουσίας του σχετικά με το αίτημα της αγωγής και της ένστασης συμψηφισμού, ήταν παραδεκτή, διότι δεν αποκλείεται η άσκηση νέας έφεσης, εφόσον τότε η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοδικείου κατέστη οριστική και υπόκειται σε έφεση, η οποία ασκηθείσα δεν θεωρείται, ότι προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 514 ΚΠολΔ, η προθεσμία δε προς άσκησή της αρχίζει, όταν καταστεί οριστική και επιδοθεί, αφού μόνον τότε υπάρχει επίδοση οριστικής απόφασης και δεν ασκεί επιρροή για την εμπρόθεσμη άσκησή της η επικαλούμενη εκ μέρους της αναιρεσείουσας επίδοση της απόφασης αυτής στις 29-10-2012, αφού τότε δεν είχε καταστεί οριστική.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα ίδια, ουχί παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα οικεία σκέλη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί ευθέως, ως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 32/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015), την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 153/2019, ΑΠ 148/2006).
Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης και επομένως και σε εκείνο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 153/2019, ΑΠ 1059/2017). Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τελευταίο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η δεύτερη έφεση του αναιρεσίβλητου κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της υπ' αριθ. 113/2015 απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η προταθείσα από αυτή ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής της κατά της απαίτησης του αναιρεσίβλητου ως αόριστη, ήταν παραδεκτή, αν και αυτός δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση αυτή.
Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι στην αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι τον ισχυρισμό αυτό τον πρότεινε στο Εφετείο ή ότι συντρέχει περίπτωση από εκείνες του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πέραν του ότι δεν μνημονεύει στην αίτηση αναίρεσης και ποία επίδραση θα είχε, αν ευδοκιμούσε ο άνω λόγος της, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ποίο το όφελος που προσδοκά από την εξαφάνιση αυτής, κατά τούτο και, κατά συνέπεια, ο άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος τούτο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και για την εν λόγω αιτία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 1078/2015). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω ομολογία, πρέπει να αποτελεί παραδοχή, με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του και πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στην αγωγή ή στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 1160/2017, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 105/2011).
Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο παρόλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει και ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος (ΑΠ 709/2017, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1139/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τη δικαστική ομολογία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, την οποία αυτή επικαλέσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις της, ότι η τιμή που συμφωνήθηκε να αγοράσει αυτή από εκείνον την παραγωγή του το έτος 2008 ήταν 0,23 ευρώ το κιλό, ομολογία η οποία προκύπτει από τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, αλλά και στις έγγραφες προτάσεις του, "ότι η συνήθης τιμή αγοράς του σπορόκεντρου σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 ήταν και είναι διαχρονικά 3 λεπτά υψηλότερη από την τιμή του απλού (μη διατεθιμένου ως σπόρου) σίτου", σε συνδυασμό με το προσκομισθέν και επικληθέν υπ' αριθ.
πρωτ…. , στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι η τιμή του απλού σκληρού σίτου για το έτος 2008 ορίστηκε στα 0,20 ευρώ ή 20 λεπτά το κιλό. Από την περικοπή όμως αυτή της αγωγής, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, με την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την πιο πάνω ομολογία του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 2176/2009), όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ( ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), ούτε οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε, εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/ 2006).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό ( ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Αν ο λόγος αφορά ισχυρισμό που δεν λήφθηκε υπόψη πρέπει να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, ΑΠ 539/2003, ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 354/2011).
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός, που προτάθηκε ή νομίμως επαναφέρθηκε στο Εφετείο, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε (ΑΠ 739/2011) και να αναφέρονται όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει, ότι ήταν ορισμένος και νόμιμος (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 1110/2017 ). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλει, ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι "η συνήθης τιμή πώλησης του απλού σκληρού σίτου κατά το χρόνο παράδοσης του επιδίκου πωληθέντος προϊόντος ήταν 0,30 ευρώ και η τιμή του σπορόκεντρου σκληρού σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 ήταν μεγαλύτερη κατά 0,03 ευρώ και συνεπώς ανερχόταν σε 0,33 ευρώ κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος στην περιοχή Λάρισας", ότι "διαχρονικά η τιμή πώλησης του (σπορόκεντρου) σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 καθορίζεται ανώτερη κατά 0,03 του ευρώ από την τιμή πώλησης του σκληρού σίτου κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος..." και ότι "...το αντίστοιχο συμπέρασμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι δεν χωρεί καταφυγή στη συνήθη τιμή του σπορόκεντρου σίτου R2 το 2008 αξιολογείται ως εσφαλμένο, διότι ο καθορισμός της ανωτέρω τιμής αγοράς του σπορόκεντρου σίτου από την …δεν υπήρξε τυχαίος ή χαριστικός, αλλά συναρτάται με την αυξημένη τιμή αγοράς του σκληρού σίτου στη διάρκεια του φθινοπώρου του έτους εκείνου (….)...", λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού αυτή μεν ισχυρίσθηκε ότι η συμφωνία τους ήταν να πληρωθεί ο αναιρεσίβλητος με τιμή 0,03 ευρώ το κιλό πάνω από την τιμή που θα καθόριζε τελικά η … για το σκληρό απλό εμπορικό σίτο, (ήτοι 0,20 ευρώ το κιλό+0,03=0,23 ευρώ), ο δε αναιρεσίβλητος ότι ο απλός σίτος πωλούνταν το καλοκαίρι … προς 0,34 ευρώ και ουδείς ισχυρίστηκε ότι η τιμή του απλού σκληρού σίτου στην αγορά το καλοκαίρι 2008 ήταν αυξημένη.
Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω σκέλος του, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά αποτελούν συμπέρασμα αυτού, που συνήγαγε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ανεξάρτητα αν δεν συμπίπτουν επακριβώς με την ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή αυτής.
Περαιτέρω, με τον ίδιο τρίτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, ομοίως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα ψέγεται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση συμψηφισμού ανταπαίτησής της, κατά της ένδικης απαίτησης του αναιρεσίβλητου, που προερχόταν από αντισυμβατική συμπεριφορά του τελευταίου σε βάρος του, λόγω μη παράδοσης σ' αυτή της παραγωγής του σίτου του έτους 2009, από την οποία απώλεσε το ποσό των 8.250 ευρώ και την οποία (ένσταση συμψηφισμού) είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω σκέλος του, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι, πέραν του ότι δεν αναφέρεται, εάν η ένσταση συμψηφισμού είχε γίνει δεκτή ή όχι στον πρώτο βαθμό, ώστε στη συνέχεια να κριθεί, εάν επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από αυτόν ως εφεσίβλητο με τις έγγραφες προτάσεις του, όπως ισχυρίζεται, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και όπως προτάθηκε στο Εφετείο, ώστε να κριθεί αν ήταν ορισμένη και νόμιμη.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ομοίως από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ψέγεται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικά με το ύψος του τιμήματος για την αγορά του σπορόκεντρου σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2, που είχε συμφωνήσει με τον αναιρεσίβλητο προφορικά για το έτος … και ανερχόταν σε 3 λεπτά του ευρώ παραπάνω από την τιμή του απλού σκληρού σίτου, όπως την τελευταία θα καθόριζε η …, όπως είχε συμφωνήσει εγγράφως και με άλλους παραγωγούς για την παραγωγή του ίδιου έτους, αλλά και με τον ίδιο αναιρεσίβλητο για την παραγωγή του έτους 2005 και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω σκέλος του, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι α) ο άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ως προς τη συμφωνία περί του τιμήματος για την αγορά του σπορόκεντρου σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2, που είχε συμφωνήσει με τον αναιρεσίβλητο προφορικά για το έτος 2008 δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και, επομένως, δεν συνιστά "πράγματα" κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής σε σχέση με τη συμφωνία ως προς το τίμημα, που υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του, β) με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται στην πραγματικότητα αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το άνω ζήτημα ως προς το οποίο η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση και γ) σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, στους οποίους αυτό στήριξε το άνω αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το ζήτημα αυτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά ( ΑΠ 865/2017), ενώ δεν αποτελούν πράγματα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, οι ισχυρισμοί, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 1202/2000).
Δεν απαιτείται δε η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011).
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007, ΑΠ 356/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι αυτή εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί, σχετικά με το ύψος του τιμήματος για την αγορά του σπορόκεντρου σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2, που είχε συμφωνήσει με τον αναιρεσίβλητο για το έτος 2008, και συγκεκριμένα δέχτηκε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν διαφορετική από εκείνες που είχε αυτή καταρτίσει με τους άλλους παραγωγούς ή και παλαιότερα με τον αναιρεσίβλητο, καθώς και ότι το καλοκαίρι του … η τιμή του απλού σκληρού σίτου ήταν 0,30 ευρώ το κιλό.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον α) τα παραπάνω δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την διαλαμβανόμενη στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής εκ μέρους της αναιρεσείουσας σε σχέση με τη συμφωνία ως προς το τίμημα, που υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του, καθώς και επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεών της και β) με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες του ενάγοντος και της εναγομένης, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση και που μνημονεύονται σ' αυτή και, συνεπώς, δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ( ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία: " Ο ενάγων, Γ. Α. του Κ., είναι γεωργός και καλλιεργεί αγρούς στο χωριό Δ. του Δ. Α. (νομού Λ.).
Προκειμένου, να καλλιεργήσει τους αγρούς του σιτηρά κατά το έτος 2008, ο ενάγων αγόρασε στις 07, 08 και 09.11.2007 από την εναγομένη εταιρεία...1950 χιλιόγραμμα σπόρου σίτου, ποικιλίας SIMETO R1, αντί τιμήματος 1.849,19 ευρώ. Το τίμημα αυτό πιστώθηκε και συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι θα συμψηφισθεί με αντίστοιχο τμήμα του τιμήματος σίτου, το οποίο θα παρήγαγε ο ενάγων στα αγροκτήματά του...και συμφώνησαν οι διάδικοι, ότι θα αγοράσει η εναγομένη.
Στις 13.6.2008 ο ενάγων παρέδωσε στην εναγομένη δείγματα του προϊόντος (σίτου) που είχε παραχθεί στους αγρούς του, και η εναγομένη, αφού μέτρησε την υγρασία του και διαπίστωσε την καλή ποιότητα του σίτου, διατύπωσε τη γνώμη ότι έπρεπε να γίνει αλωνισμός. Στις 14.6.2008 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, προφορικά, η οριστική σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης όλου του παραχθένιος σίτου του ενάγοντας προς την εναγομένη, και η εναγομένη παρέλαβε αυθημερόν από τα κτήματα του ενάγοντος σιτάρι-σπόρο, ποικιλίας ΣΙΜΕΤΟ R2, συνολικής ποσότητας 49.340 κιλών.
Στις 4.7.2008 η εναγομένη παρέλαβε από τις αποθήκες του ενάγοντος, οι οποίες κείνται στο χωριό …., και άλλη ποσότητα ίδιου σίτου, βάρους 5.150 κιλών. Έτσι, η συνολική ποσότητα σίτου- σπόρου, την οποία πώλησε και μεταβίβασε ο εναγών στην εναγόμενη και παρέλαβε η εναγομένη, ανήλθε σε 54.490 χιλιόγραμμα. Ως προς την παραλαβή αυτής της ποσότητας σίτου-σπόρου η εναγομένη εξέδωσε τα υπ' αριθμόν 21, 22 και 43/2008 δελτία αποστολής.
Σύμφωνα με τη συμφωνία των διαδίκων η τιμή πώλησης του πωληθέντος και παραδοθέντος προϊόντος, θα καθοριζόταν με βάση τη συνήθη τιμή πώλησης όμοιου προϊόντος (της ίδιας ποικιλίας και ποιότητας) κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος στην περιοχή της Λάρισας. Η συνήθης τιμή πώλησης του απλού σκληρού σίτου κατά το χρόνο παράδοσης του επίδικου πωληθέντος προϊόντος ήταν 0,30 ευρώ, και η τιμή του σπορόκεντρου σκληρού σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 ήταν μεγαλύτερη κατά 0,03 ευρώ και, συνεπώς, ανερχόταν σε 0,33 ευρώ κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος στην περιοχή της Λάρισας.
Ο ισχυρισμός του ενάγοντας ότι "η συνήθης τιμή του απλού σκληρού σίτου κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος ήταν 0,34 ευρώ, και η τιμή του σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 ανερχόταν σε 0,37 ευρώ", αξιολογείται ως αβάσιμος, διότι δεν τεκμηριώθηκε στη διάρκεια της δίκης τούτης από κανένα ασφαλές αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι πληροφορίες του internet, τα έγγραφα των κρατικών υπηρεσιών γεωργίας, τα τιμολόγια πώλησης όμοιων προϊόντων μεταξύ άλλων συμβαλλομένων κλπ.
Η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Δ. Κ., ότι "στα αλώνια τον Ιούνιο-Ιούλιο 2008 η τιμή (του σίτου) ήταν 38 λεπτά" αξιολογείται ως επισφαλής και ατεκμηρίωτη. Διαχρονικά, η τιμή πώλησης- του (σπορόκεντρου) σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 καθορίζεται ανώτερη κατά 0,03 του ευρώ από την τιμή πώλησης του σκληρού σίτου κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος (ή οριστικοποίησης της τιμής πώλησης του σκληρού σίτου σε άλλες περιπτώσεις).
Η τιμή πώλησης του σκληρού σίτου δεν ανήλθε ποτέ στην Ελλάδα, στη διάρκεια των τελευταίων ετών, (εκτός από το φθινόπωρο του έτους 2008, στο οποίο ανάγεται η επίδικη σύμβαση πώληση), σε ποσό μεγαλύτερο των 0,20 έως 0,25 του ευρώ και το γεγονός αυτό είναι γνωστό σε όλους τους ανθρώπους ως πασίγνωστη είδηση εφημερίδων και ιστοσελίδων...
Συνεπώς, το συνολικό τίμημα του επίδικου πωληθέντος προϊόντος ανήλθε σε 17.981,70 ευρώ, (ήτοι: 54.490 kg χ 0,33 € = 17.981,70 €). Έναντι του ανωτέρω συνολικού τιμήματος η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 6.000 ευρώ και, μετά την αφαίρεση του ποσού των 1.849,19 ευρώ, το οποίο όφειλε ο ενάγων στην εναγομένη ως τίμημα των 1.950 χιλιογράμμων σπόρου σίτου, απέμεινε ως ανεξόφλητο τίμημα του πωληθέντος προϊόντος το ποσό των 10.132,51 ευρώ, (ήτοι: 17.981,70 € - 1.849,19 € - 6.000 € = 10.132,51 €).
Στη διάρκεια του Δεκεμβρίου 2008 ο ενάγων όχλησε την εναγομένη να προβεί σε καταβολή του ανεξόφλητου υπόλοιπου τιμήματος του πωληθέντος προϊόντος του και η εναγομένη απάντησε ότι περιμένει να διαμορφωθεί η οριστική τιμή αγοράς σίτου, με την οποία αγόραζε σίτο η Ε.Γ.Σ…, αλλά ο ενάγων θεώρησε αυτή την απάντηση ως αντισυμβατική, διότι (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του) δεν είχε γίνει μεταξύ τους συμφωνία ότι η τιμή πώλησης του επίδικου πωληθέντος σίτου θα διαμορφωνόταν με βάση την τιμή σίτου, την οποία θα πρόσφερε η Ε.Γ.Σ.
… στους αγρότες πωλητές σίτου. Από έγγραφα (συμφωνητικά πολλαπλασιασμού σπόρου σιτηρών), τα οποία καταρτίστηκαν κατά το φθινόπωρο του έτους 2007 μεταξύ της εταιρείας "…", ως πληρεξούσιας της εναγομένης, και διαφορών γεωργών, καλλιεργητών σκληρού σίτου, (λ.χ. των καλλιεργητών…..), αποδεικνύεται αναμφίβολα ότι στα έγγραφα αυτά (συμφωνητικά) περιλαμβάνεται ρητός όρος ότι "η τιμή αγοράς θα είναι 0,0293 € πάνω από την ανώτερη τιμή του εμπορίου, όπως αυτή καθορίζεται από την Ε.Α.Σ.
….". Παρόλα αυτά από το γεγονός αυτό δεν τεκμαίρεται με ασφάλεια ότι παρόμοια συμφωνία είχε καταρτιστεί και μεταξύ του ενάγοντας και της εναγόμενης, αλλά, αντίθετα, αξιολογείται ως πλέον βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντας ότι "δεν είχε γίνει μεταξύ τους συμφωνία ότι η τιμή πώλησης του επίδικου πωληθέντος σίτου θα τελούσε σε εξάρτηση προς την τιμή σίτου, την οποία θα πρόσφερε η Ε.Γ.Σ.
… στους πωλητές σίτου. Μάλιστα, το γεγονός αυτό δεν έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης τούτης, διότι, τελικά, η Ε.Α.Σ. … καθόρισε την τιμή αγοράς του σπορόκεντρου σίτου, (δηλαδή προϊόντος, όμοιου προς το επίδικο προϊόν σπορόκεντρου σίτου SΙΜΕΤΟ R2, το οποίο πώλησε ο ενάγων στην εναγομένη), στο ποσό των 0,33 ευρώ ανά κιλό, γεγονός που υποδεικνύει έμμεσα και αναμφίβολα την τιμή πώλησης αυτού του προϊόντος στη διάρκεια εκείνης της χρονικής περιόδου στην περιοχή της ….
Το αντίστοιχο συμπέρασμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι " ... δεν χωρεί καταφυγή στη συνήθη τιμή του σπορόκεντρου σίτου R2 το 2008, η οποία έτσι και αλλιώς δύσκολα μπορεί να προσδιορισθεί, ενόψει των πολλών διακυμάνσεών της εκείνη τη χρονιά, ή στην τιμή που καθόρισε εν τέλει η Ε.Α.Σ. … για το σπορόκεντρο σίτο, και η οποία εν τέλει ανήλθε στα 0,33 ευρώ το κιλό ...
Είναι αλήθεια ότι το έτος 2008 η Ε.Α.Σ. …, λόγω της γενικότερης κατάστασης που επικρατούσε σχετικά με τα σιτηρά στην Ελλάδα, αλλά και για τους δικούς της λόγους ευρύτερης αγροτικής πολιτικής, καθόρισε την τιμή του σκληρού σπορόκεντρου σίτου στα 0,33 ευρώ το κιλό, πολύ πάνω από τα 3 λεπτά το κιλό επί της τιμής του απλού σκληρού σίτου, που ήταν η έως τότε πολιτική της επί πολλά έτη ...", αξιολογείται ως εσφαλμένο, διότι ο καθορισμός της ανωτέρω τιμής αγοράς του σπορόκεντρου σίτου από την Ε.Α.Σ.
Λάρισας δεν υπήρξε τυχαίος ή χαριστικός, αλλά συναρτάται με την αυξημένη τιμή αγοράς του σκληρού σίτου στη διάρκεια του φθινοπώρου του έτους εκείνου (2008). Το γεγονός ότι αργότερα, στις αρχές του επόμενου έτους (2009), η τιμή αγοράς του σκληρού σίτου μειώθηκε και ανερχόταν πλέον σε 0,20 ευρώ δεν έχει έννομες συνέπειες στην επίδικη υπόθεση, αφού η τιμή πώλησης του επίδικου προϊόντος του ενάγοντας δεν συναρτήθηκε προς αυτή την τιμή...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων η τιμή πώλησης του πωληθέντος και παραδοθέντος προϊόντος, ήτοι σπορόκεντρου σκληρού σίτου, ποικιλίας ΣΙΜΕΤΟ R2, θα καθοριζόταν με βάση τη συνήθη τιμή πώλησης όμοιου προϊόντος (της ίδιας ποικιλίας και ποιότητας) κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος στην περιοχή της …, ήτοι τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2008, ότι η συνήθης τιμή πώλησης του απλού σκληρού σίτου κατά το χρόνο παράδοσης του επίδικου πωληθέντος προϊόντος ήταν 0,30 ευρώ και η τιμή του σπορόκεντρου σκληρού σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 ήταν μεγαλύτερη κατά 0,03 ευρώ αυτού και ανερχόταν σε 0,33 ευρώ κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος στην περιοχή της ….
και εντεύθεν, ότι το τίμημα που οφείλει η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα για την εκ μέρους της αγορά της επίδικης ποσότητας σπορόκεντρου σκληρού σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2, παραγωγής του κατά το καλλιεργητικό έτος 2008, συνολικού βάρους 54.490 κιλών, ανέρχεται στο ποσό των 0,33 ευρώ ανά χιλιόγραμμο και συνολικά στο ποσό των 17.981,70 ευρώ, στη συνέχεια δε, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε απορρίψει κατά το παραπάνω μέρος την αγωγή, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, πέραν άλλων, που δεν ενδιαφέρουν, το ποσό των 3.243,68 ευρώ, ως υπόλοιπο του τιμήματος για την παραπάνω αιτία, μετά την αφαίρεση του ποσού των 6.000 ευρώ, που είχε προκαταβληθεί και ποσών 1.849,19 ευρώ και 6.888,83 ευρώ, που όφειλε ο ενάγων στην εναγομένη από πωλήσεις προς αυτόν σπόρου.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, την οποία, άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα εξειδικεύει με επίκληση της παραβιασθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου ενάριθμα και διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το ουσιώδες ζητήμα, σε σχέση με το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης πώλησης, αναφορικά με τη συμφωνηθείσα τιμή αγοράς του σπορόκεντρου σίτου, που πώλησε ο αναιρεσίβλητος στην αναιρεσείουσα, καθώς και με την τιμή του απλού σκληρού σίτου το καλοκαίρι 2008, με βάση την οποία συμφωνήθηκε η τιμή πώλησης, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Δεν απαιτείτο δε ουδεμία άλλη αιτιολογία για τον προσδιορισμό του συμφωνηθέντος κατά τα άνω τιμήματος, δεδομένου, ότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ούτε, εξάλλου, περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το χρόνο καθορισμού του επιδίκου τιμήματος στο άνω ποσό, καθώς από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτό ανάγεται στο χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος στην περιοχή της …., ήτοι κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο 2008.
Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αναφέρονται σε επιχειρήματα του Εφετείου και κρίσεις του, που σχετίζονται με την εκτίμηση και ανάλυση απλώς των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα και με αυτές εν τέλει πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν επικαλείται τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνον αποσπασματικά, καθώς και τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό, από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετικά από εκείνη, την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 640/2011).
Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 766/2016, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την ανωτέρω από τον αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του Νο 1586/2009 πρακτικού της ΕΑΣ …, καθόσον δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και συγκεκριμένα, ενώ το έγγραφο αυτό αναφέρει την τιμή, που καθορίστηκε τελικά από την ΕΑΣ … για το σπορόκεντρο σιτάρι για το έτος 2008, στο ποσό των 0,33 ευρώ το κιλό και για τον απλό σκληρό εμπορικό σίτο, στο ποσό των 0,20 ευρώ το κιλό, δεν συναρτά την τιμή του σπορόκεντρου σίτου προς εκείνη του απλού σκληρού σίτου και δεν αναφέρει την τιμή του σπορόκεντρου σίτου και του απλού σκληρού σίτου, κατά το καλοκαίρι του 2008, δέχτηκε, κατά εσφαλμένο υπολογισμό και συνειρμό, ότι εφόσον η τιμή του σπορόκεντρου για το 2008 καθορίστηκε τελικά σε 0,33 ευρώ το κιλό και αφαιρώντας 0,03 ευρώ, κατά την κρίση του, ότι " Η συνήθης τιμή πώλησης του απλού σκληρού σίτου κατά το χρόνο παράδοσης του επίδικου πωληθέντος προϊόντος ήταν 0,30 ευρώ, και η τιμή του σπορόκεντρου σκληρού σίτου ΣΙΜΕΤΟ R2 ήταν μεγαλύτερη κατά 0,03 ευρώ και, συνεπώς, ανερχόταν σε 0,33 ευρώ κατά το χρόνο παράδοσης του πωληθέντος προϊόντος στην περιοχή της …".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, σε σχέση με το συμφωνηθέν τίμημα του πωληθέντος προϊόντος, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το έγγραφο αυτό και δεν στήριξε στο έγγραφο αυτό, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, την κρίση του.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αναίρεσή της, σωρεύει αίτηση με την οποία ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκούσιας συμμόρφωσής της προς την υπ'αριθ. 505/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και την καταβολή στον αναιρεσίβλητο στις 16-1-2018 του συνολικού ποσού (για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη) των 6.590 ευρώ, ώστε να επιστραφεί σ' αυτή το ποσό αυτό.
Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου, αφού η εξέτασή της, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ενώ στην προκείμενη περίπτωση απορρίφθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "…." για αναίρεση της υπ' αριθ. 505/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Απορρίπτει τη σωρευόμενη στην αίτηση αναίρεσης αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ