Legislator Case Law & Legislation
1142/2021 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance liability verdict, finding plaintiff's contributory negligence at 40%.

Case Number 1142/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's finding of insurance liability. The appellant argued the lower court erred in attributing 40% fault to him for the traffic accident, while the insurance company contended the plaintiff was solely responsible. The court found the appellant's claim of surprise and lack of opportunity to avoid the collision valid, establishing contributory negligence and remanding the case for further examination of liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 577 of the Code of Civil Procedure; The court may partially allow an appeal when the lower court's finding of fact regarding contributory negligence is flawed, requiring remittal for re-examination of liability.

Keywords

AI generated
contributory negligence traffic accident liability partial appeal allowance remittal for retrial insurance company defense plaintiff fault percentage Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraphs 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1142 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1142/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μόσχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημητρουλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1093/2014 μη οριστική και 3105/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-2-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση η από 28-2-2019 (με αριθ. έκθεσης καταθ. Γ.Α.Κ. 3260/ Ε.Α.Κ. 273/ 1-4-2019 στο Εφετείο Αθηνών) με αριθμό δικογραφίας 606/22-04-2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 21/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (12° τμήμα), που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 68ΙΑ ΚΠολΔ), που έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο ενάγων (τώρα αναιρεσείων) άσκησε κατά του 1ου εναγομένου Β. Σ. (ως προς τον οποίο, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1093/2014 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, χωρίς ακολούθως να εισαχθεί η υπόθεση προς συζήτηση στο εκδόσαν την οριστική απόφαση επί της εν λόγω αγωγής πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο οποίος δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη) και κατά της 2ης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ Α.Ε.Α.Ε " ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 3-12-2012 και με αρ.

κατ. 194456/ 8190 /4-12-2012 αγωγή του, ζητώντας να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ως άνω εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης και αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από αποκλειστική υπαιτιότητα του προκάλεσε ο (αρχικά 1ος εναγόμενος) Β.

Σ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο είχε ως συνέπεια την πρόκληση σωματικών και υλικών βλαβών στον ενάγοντα κατά τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε α) η υπ’ αριθμ. 1093/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, αφού κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής ως προς τον 1° εναγόμενο Β.

Σ., δικάζοντας κατ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων η οριζόμενη στην εν λόγω απόφαση ιατρική πραγματογνωμοσύνη, β) η οριστική υπ' αριθμ. 3105/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει δεκτή την ως άνω από 3-12-2012 και με αρ.

κατ. 194456/8190/4-12-2012 αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα. Κατά αμφότερων των ως άνω αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησε η προαναφερθείσα εναγόμενη την από 5-1-2016 και με αρ. κατάθ. 107/7-1-2016 έφεσή της. Επί της ως άνω εφέσεως εξεδόθη κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 21/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση, εξαφάνισε τις ως άνω εκκαλούμενες αποφάσεις κατά τα κεφάλαια που αφορούσαν την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, διακράτησε την υπόθεση, και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της 2ης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, σύμφωνα με τα σε αυτήν οριζόμενα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ (ΑΠ 12/2020). Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, AΠ 210/2013).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 16 του ν. 2696/1999 ορίζεται ότι "1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού όκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. 2.

ο οδηγός, με εξαίρεση την περίπτωση απολύτου ανάγκης, υποχρεούται να κινείται αποκλειστικά στις καθοριζόμενες για την κατηγορία του οχήματος του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας, όπου υφίστανται τέτοιες. Αν δεν έχει οριστεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι αυτούς, οι μεν Οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων και βραδυπορούντων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς οι οποίες έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κατά κατεύθυνση, οι δε Οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και οι Οδηγοί ζώων, υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει, και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος. 3.

Τηρουμένων των διατάξεων της παρ. 1, σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι Οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν στο μέσο αυτής.". Εξάλλου με τις διατάξεις των παρ. 4,5 και 6 του ίδιου άρθρου 16 του ν. 2696/1999 ορίζεται ότι: "4.

ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν. 5.

Σε οδοστρώματα διπλής κατεύθυνσης, τα οποία έχουν τέσσερις ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, ο οδηγός δεν επιτρέπεται να καταλαμβάνει τις λωρίδες κυκλοφορίας που προορίζονται για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση. 6. Σε οδοστρώματα διπλής κατεύθυνσης, τα οποία έχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, ο οδηγός δεν επιτρέπεται να καταλαμβάνει την ακραία λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης.".

Τέλος κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου 16 του ν. 2696/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 3542/2007 (ΦΕΚ Α50/2-3-3007) "8. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις των μεν παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου αυτού τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο ογδόντα (80,00) ευρώ, των δε παραγράφων 4 έως και 7 με διοικητικό πρόστιμο διακοσίων (200,00) ευρώ."

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών (ΑΠ 12/2020).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1 β' ΚΠολΔ) (ΑΠ 40/2020).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν υπήγαγε ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ειδικότερα δε ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, και Α) απέδωσε 40% συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα), οδηγό της εμπλακείσας στο ένδικο ατύχημα υπ'αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεχόμενο ότι αποδείχτηκε πως ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων α) κινείτο με μη ενδεδειγμένη για τις δεδομένες συνθήκες ταχύτητα και β) παραβίασε το άρθρο 12 παρ. 1 και το άρθρο 19 παρ. 1 του ΚΟΚ, και καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αν ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κινείτο στο μέσο της λωρίδας κυκλοφορίας του και δεν είχε αναπτύξει μεγάλη για τις δεδομένες συνθήκες ταχύτητα, θα είχε ,δήθεν, την δυνατότητα να επιχειρήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, Β) απέδωσε 60% συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος στον οδηγό του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα υπ' αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν τότε ασφαλισμένο στην εναγομένη (τώρα αναιρεσίβλητη), δεχόμενο συγκεκριμένα ότι αυτός επέδειξε αμελή συμπεριφορά διότι παραβίασε την πινακίδα του ΚΟΚ (Ρ-27) που απαγορεύει τη στροφή αριστερά σε σχέση με την πορεία του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, στο οποίο κινείτο την ίδια στιγμή εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), οδηγώντας την προαναφερθείσα μοτοσικλέτα και παρεμβλήθηκε στην πορεία του.

Ότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας η κίνηση του οδηγού της ως άνω μοτοσικλέτας εντός του ρεύματος και της λωρίδας κυκλοφορίας του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής δεν αποτελεί πρόσφορη αιτία της επελθούσας σύγκρουσης με το αντίρροπα κινούμενο όχημα που εισήλθε αιφνιδιαστικά στο ρεύμα πορείας του και παρεμβλήθηκε στην πορεία του, καθόσον η μοτοσικλέτα λόγω της πρόσφυσής της στο δρόμο μόνο σε δύο τροχούς έχει ευαίσθητη ισορροπία, επομένως ο οδηγός μοτοσικλέτας οφείλει, για την ασφάλειά του να αποφεύγει τις διάφορες ανωμαλίες του οδοστρώματος, συνεπώς είναι αναγκασμένος (ο οδηγός μοτοσικλέτας) να κινείται στο τμήμα της λωρίδας του όπου το οδόστρωμα είναι ομαλότερο, που ενδέχεται να είναι το τμήμα που είναι πλησιέστερα προς τις διαγραμμίσεις, καθώς και ότι εάν η προσβαλλόμενη ελάμβανε υπόψη της και εφάρμοζε ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα υπήγαγε ορθά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, τότε θα δεχόταν ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα ήταν ο οδηγός του ως άνω, ασφαλισμένου στην εναγομένη (τώρα αναιρεσίβλητη) Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, του οποίου και μόνο η συμπεριφορά τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ανεξαρτήτως της ταχύτητας και του μέρους του οδοστρώματος εντός του οποίου κινείτο ο ενάγων - αναιρεσείων οδηγώντας την ως άνω μοτοσικλέτα. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, AΠ 15/2021, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072- 3/2005, ΑΠ 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το πιο κάτω έγγραφο, που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 36250/15 ποινική απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθόσον από αυτή προκύπτει ότι, για το ένδικο ατύχημα που έγινε στην Αθήνα στις 11-6-2020, κηρύχθηκε ένοχος του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια που προκάλεσε στον τώρα αναιρεσείοντα οδηγό της υπ' αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, καθώς και στην επιβαίνουσα στην ίδια ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα, ο οδηγός του υπ' αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν τότε ασφαλισμένο στην (τώρα αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για κάθε σωματική βλάβη και συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών, επιδικάστηκε δε στον τώρα αναιρεσείοντα, που είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, χρηματική ικανοποίηση ποσού 40 ευρώ λόγω της ηθικής του βλάβης, ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο τώρα αναιρεσείων οδηγός της υπ' αριθμό κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, ήταν συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 40%, κάνοντας δεκτή τη σχετική ένσταση της τώρα αναιρεσίβλητης, χωρίς να λάβει υπόψη του την ως άνω απόφαση, άλλως υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αν την έλαβε υπόψη του, καθόσον στην προσβαλλόμενη δεν γίνεται καμμιά απολύτως μνεία της εν λόγω απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου από 16-11-2016 προτάσεων του τότε εφεσίβλητου (τώρα αναιρεσείοντος), και των εντός αυτών καταλόγων των μετ επικλήσεως προσκομιζόμενων σχετικών του, όπου αναφέρεται (συγκεκριμένα στην σελίδα 7 των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων του τότε εφεσίβλητου - τώρα αναιρεσείοντος), ως σχετικό No 4 "Απόσπασμα της 36250/15 του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.", σε συνδυασμό και με το σώμα του εν λόγω, μετ' επικλήσεως προσκομισθέντος, αποσπάσματος της ως άνω υπ' αρ. 36250/15 αποφάσεως του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στο οποίο αναγράφεται ότι το προαναφερθέν Δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του κατηγορουμένου Β. Σ. κήρυξε αυτόν "ένοχο για την πράξη που του αποδίδεται της παράβασης Σωματική βλάβη από αμέλεια που έγινε στην Αθήνα στις 11/6/10 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ αυτόν σε φυλάκιση ενός (1) έτους για κάθε σωματική βλάβη ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ συνολική ποινή φυλάκισης Δεκαοκτώ (18) μηνών (12 + 6) ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ συνολική ποινή φυλάκισης για μία τριετία Χρηματική ικανοποίηση αιτηθείσα 40e ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του κατηγορούμενου τα έξοδα και τέλη της δίκης, ύψους 80e Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριο του. Αθήνα 24/4/15 (ακολουθούν υπογραφές) Ακριβές υπηρεσιακό απόσπασμα 24/4/15 Γραμματέας ..." με σφραγίδα φέρουσα ημερομηνία 6-5-2015 και υπογραφή της Γραμματέως Δ. - Τ. Μ. ότι το ανωτέρω αποτελεί ακριβές αντίγραφο που θεωρήθηκε για τη νόμιμη σήμανση και έκδοσή του κατά τη σειρά της παραγγελίας, προκύπτει ότι στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο προσκομίστηκε με επίκληση σε ακριβές αντίγραφο το προαναφερθέν απόσπασμα της υπ' αρ. 36250/15 απόφασης του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη χωρίς μνεία περί τελεσιδίκου ή αμετακλήτου της ως άνω απόφασης και δεν προσκομίστηκε ολόκληρο το σώμα της εν λόγω ποινικής απόφασης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσής του.

Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και το Εφετείο έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και ότι προς τούτο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το προαναφερθέν απόσπασμα της υπ' αρ. 36250/15 απόφασης του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, από την οποία άλλωστε (υπ' αρ. 36250/15 απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) δεν διαφοροποιήθηκε, αφού και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε συνυπαίτιο κατά ποσοστό 60% για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του τώρα αναιρεσείοντος (τότε εφεσιβλήτου) τον οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη (τώρα αναιρεσίβλητη) υπ' αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεχόμενο ειδικότερα ότι αυτός επέδειξε αμελή συμπεριφορά διότι παραβίασε την πινακίδα του ΚΟΚ (Ρ-27) που απαγορεύει τη στροφή αριστερά σε σχέση με την πορεία του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας του, στο οποίο κινείτο την ίδια στιγμή εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), οδηγώντας την προαναφερθείσα μοτοσικλέτα και παρεμβλήθηκε στην πορεία του.

Εξάλλου, από το γεγονός ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται κάποια ειδικότερη μνεία της εν λόγω ποινικής απόφασης ή του περιεχομένου των ταυτάριθμων πρακτικών της δεν δημιουργείται οιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτή λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, λαμβανομένου υπόψη και ότι α) η εν λόγω απόφαση είχε προσκομιστεί μετ’ επικλήσεως στο Εφετείο μόνο σε απόσπασμα, δεν είχε δε προσκομιστεί στο Εφετείο ολόκληρη η ποινική απόφαση αυτή, ούτε τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά της β) σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και η ως άνω υπ'αρ. 36250/15 απόφαση του Η' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, (από την οποία άλλωστε δεν διαφοροποιήθηκε) δεν συνάγεται μη λήψη υπόψη της απόφασης αυτής.

Επομένως, εν όψει των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΟΛ.ΑΠ. 861/1983].

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 1547/1997]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 551/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1751/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέλαβε σ' αυτή αιτιολογίες, άλλως διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα αναφορικά με την παραδοχή ως εν κατ' ουσία βάσιμης της πρωτοδίκως προταθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτής τραυματισμού του, την οποία αυτή επανέφερε με την ασκηθείσα έφεσή της.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικά με την προταθείσα από την εναγομένη - εκκαλούσα (τώρα αναιρεσίβλητη) ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος - εφεσίβλητου (τώρα αναιρεσείοντος), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: "...

Την 11-6-2010 και περί ώρα 23.00 ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αριθμό κυκλ. … δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, κινούμενος στην οδό Πατησίων στην Αθήνα με κατεύθυνση από την Ομόνοια προς Πατήσια. Η οδός αυτή είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας στη κατεύθυνση προς Πατήσια και τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στο ρεύμα προς Ομόνοια και το πλάτος του ρεύματος προς Πατήσια είναι 7 μέτρα ενώ το πλάτος του ρεύματος προς Ομόνοια είναι 11 μέτρα.

Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 184 η οδός Πατησίων διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Λέλας Καραγιάννη η οποία έχει πλάτος 7 μέτρα. Στο δεξιό άκρο της οδού Πατησίων πριν τη διασταύρωσή της με την οδό Λέλας Καραγιάννη και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας υπάρχουν ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες κάθετης σήμανσης που απαγορεύουν τη στροφή αριστερά (Ρ-27) και για τους κινουμένους προς τα Πατήσια και για τους κινουμένους προς την Ομόνοια για να εισέλθουν στην οδό Λέλας Καραγιάννη.

Πριν τη διασταύρωση τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού Πατησίων χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη γραμμή η οποία όμως διακόπτεται ακριβώς στη διασταύρωση. Σηματοδότες δεν υπάρχουν και ούτε διάβαση πεζών. Ο ενάγων οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητά του ώστε να μπορεί να εκτελεί ανά πάσα στιγμή τους αναγκαίους χειρισμούς , ώστε να έχει τον έλεγχο αυτής.

Καθόν χρόνο αυτός έφτασε στη διασταύρωση αυτή, ο Β. Σ. οδηγώντας - κι αυτός χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς- το … ΙΧΕ αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη στην επαγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και κινούμενος στην οδό Πατησίων με κατεύθυνση από Πατήσια προς την Ομόνοια στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, παραβίασε την υπάρχουσα στην κατεύθυνση του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα του ΚΟΚ που απαγορεύει την στροφή αριστερά σε σχέση με την πορεία του (Ρ-27) και επιχείρησε να στρίψει αριστερά με σκοπό αφού διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Πατησίων - στην οποία κινούνταν στη συνέχεια να εισέλθει και να ακολουθήσει την οδό Λέλας Καραγιάννη προς την οδό I.

Δροσοπούλου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ρεύματος του ενάγοντος που κινούνταν την ίδια στιγμή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πατήσια πλησίον της διαχωριστικής γραμμής και να επιπέσει η μοτοσυκλέτα στο αυτοκίνητο. Τα μέρη που συγκρούσθηκαν είναι το εμπρόσθιο αριστερό του αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο και αριστερό της μοτοσυκλέτας.

Αυτό εξηγείται γιατί ο μεν οδηγός του IX Σ. είχε ήδη προβάλει τη μύτη του αριστερού μπροστινού φτερού του αυτοκινήτου του στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας ο δε οδηγός της μοτοσυκλέτας - ενάγων κινούνταν δίπλα ακριβώς από τη διαχωριστική γραμμή και όχι στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας του. Από τη σύγκρουση αυτή η μοτοσυκλέτα ανατράπηκε και εκτινάχθηκε σε απόσταση 20 μέτρων προς το πεζοδρόμιο όπου και ακινητοποιήθηκε ενώ οι επιβάτες της έπεσαν στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ενάγων, ο οποίος υπέστη βαρύτατη κάκωση αριστερού κάτω άκρου και αποκάλυψη οστών και να υποστεί η μοτοσυκλέτα του ζημιές και βλάβες κατά τα ειδικότερα πιο κάτω αναφερόμενα.

Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην συντρέχουσα αμέλεια και του οδηγού του αυτοκινήτου και του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Ειδικότερα ο οδηγός του αυτοκινήτου, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, υπό ανάλογες περιστάσεις, προέβη στις ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις, οι οποίες συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 παρ. 1, 4 παρ. 1ββ, 3 Ρ- 27,11 του ΚΟΚ και 330 εδαφ.

β Ά. Κ. και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας επίσης από αμέλεια του προέβη στις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1,4παρ. 16 παρ. 3, 19 παρ. 1 του ΚΟΚ και 330 Α.Κ, τελούν δε αυτές σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα (AΠ ....), αφού αν έλλειπε μία από αυτές δεν θα επερχόταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, με τον τρόπο και τα αποτελέσματα που επήλθε.

Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι "άναψε πράσινο και ξεκίνησε" δεν αληθεύει αφού στη διασταύρωση αυτή δεν υπάρχει φωτεινός σηματοδότης, ενώ το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό και αιφνιδιάστηκε από την προβολή του IX αυτοκινήτου στην πορεία του, ενισχύει το συμπέρασμα ότι αυτός κινούνταν με ταχύτητα που ναι μεν δεν διαπιστώθηκε γιατί δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα ίχνη φρεναρίσματος όμως σε κάθε περίπτωση δεν ήταν η ενδεδειγμένη.

Περαιτέρω αν αυτός κινούνταν στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας του θα είχε τη δυνατότητα αν δεν είχε αναπτύξει μεγάλη για τις δεδομένες συνθήκες ταχύτητα, να επιχειρήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό. Το ποσοστό της συνυπαιτιότητας προσδιορίζεται σε 60 % για τον εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου και σε 40% για τον ενάγοντα οδηγό της μοτοσυκλέτας.

Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι αποκλειστικά υπαίτιος έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ'ουσία ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης της εναγόμενης με τον οποίο η εκκαλούσα παραδεκτά επαναφέρει την ένσταση που είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος".

Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο αφού έκρινε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του εφεσιβλήτου ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, και του εξ αυτού τραυματισμού του, που είχε προτείνει πρωτοδίκως η εκκαλούσα - εναγομένη, προσδιορίζοντας το ποσοστό αυτής σε 40% για τον ενάγοντα, στη συνέχεια δέχθηκε ως βάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο έφεσής της και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα.

Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, δέχτηκε ότι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου, κινούμενος στην οδό Πατησίων με κατεύθυνση από Πατήσια προς την Ομόνοια και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας αυτής, παραβίασε την υπάρχουσα στην κατεύθυνσή του ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα του ΚΟΚ που απαγορεύει την στροφή αριστερά σε σχέση με την πορεία του (Ρ- 27) και επιχείρησε να στρίψει αριστερά, με σκοπό, αφού διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Πατησίων, στη συνέχεια να εισέλθει και να ακολουθήσει την οδό Λέλας Καραγιάννη προς την οδό I.

Δροσοπούλου, με αποτέλεσμα, κατά την πραγματοποίηση της ως άνω απαγορευμένης στροφής λόγω προβολής του αριστερού μπροστινού φτερού του αυτοκινήτου του στο αντίθετο προς την πορεία του, προς Πατήσια, ρεύμα πορείας της οδού Πατησίων, όπου, και στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού, πλησίον της διαχωριστικής γραμμής εκινείτο ο ενάγων, οδηγώντας την προαναφερόμενη μοτοσυκλέτα, να παρεμβληθεί στη πορεία του ενάγοντος, και να επιπέσει έτσι στο ως άνω αυτοκίνητο, η μοτοσυκλέτα του τελευταίου, ο οποίος (ενάγων) αιφνιδιασθείς από την προβολή του εν λόγω αυτοκινήτου στην πορεία του δεν μπόρεσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, τον οποίο (αποφευκτικό ελιγμό) θα είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει, αν αυτός εκινείτο στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας του και δεν είχε αναπτύξει μεγάλη για τις δεδομένες συνθήκες ταχύτητα.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της ένστασης της εναγομένης- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείντος στην πρόκληση του ατυχήματος που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, ΑΚ και 10 ν.

ΓΠΝ/1911, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, Ειδικότερα, με δεδομένες τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί πραγματοποίησης απαγορευμένης στροφής αριστερά από το ως άνω αυτοκίνητο, προβολής του αριστερού μπροστινού φτερού αυτού στο αντίθετο προς την πορεία του, προς Πατήσια, ρεύμα πορείας της οδού Πατησίων, παρεμβολής του αυτοκινήτου στην πορεία της οδηγούμενης από τον ενάγοντα μοτοσυκλέτας, αιφνιδιασμού του ενάγοντος οδηγού της μοτοσυκλέτας από την παρεμβολή του αυτοκινήτου στην πορεία του και κίνησης της μοτοσυκλέτας εντός του προορισμένου για την κατεύθυνσή της ρεύματος πορείας, δεν αιτιολογείται με σαφήνεια και επάρκεια, όπως είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της, ο λόγος για τον οποίο η κίνηση της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, αλλά εντός του ρεύματος πορείας της, συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ποιές ήταν οι συνθήκες κυκλοφορίας της ως άνω οδού στο σημείο και κατά τη στιγμή του ατυχήματος, που επέβαλλαν τη ρύθμιση της ταχύτητάς της, ποιά ήταν η ενδεδειγμένη για τις συνθήκες αυτές ταχύτητα, ποιές είναι οι συγκεκριμένες ενέργειες και κινήσεις τις οποίες ο ενάγων, ως μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε να πράξει, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας κατά το χρόνο του ατυχήματος, προκειμένου να αποφύγει αυτό, και για ποιό λόγο "αν ο ενάγων κινούνταν στο μέσον της λωρίδας κυκλοφορίας του" θα είχε τη δυνατότητα, "αν δεν είχε αναπτύξει μεγάλη για τις δεδομένες συνθήκες ταχύτητα, να επιχειρήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό".

Ενόψει αυτών, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αναφορικά με την παραδοχή από την προσβαλλόμενη απόφαση ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμης, της προταθείσας πρωτοδίκως από την τώρα αναιρεσίβλητη ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, την οποία αυτή επανέφερε με την έφεσή της.

Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του τέταρτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν αναφορικά με την ως άνω ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος), είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί ή προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της και συγκεκριμένα κατά το μέρος που το Εφετείο δέχθηκε ως μερικά κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου (τώρα αναιρεσείοντος) με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχθηκαν σε σχέση με την ως άνω ένσταση, με την επισήμανση ότι επιτρεπτά συγκεκριμενοποιήθηκαν αυτά από το Εφετείο, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία αναφορικά με τη συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος οδηγού, έστω και αν τα περιστατικά αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα από την εναγομένη για τη θεμελίωση της προβληθείσας απ' αυτή ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος (ΑΠ 832/2011, 483, 848/2001, 1400/1994).

Ως προς τις λοιπές, εξάλλου, αιτιάσεις, ο ίδιος ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, για έλλειψη άλλως ανεπάρκεια αιτιολογίας επειδή δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) αν κατά την στιγμή της ένδικης σύγκρουσης το ασφαλισμένο στην εναγομένη αυτοκίνητο είχε ακινητοποιηθεί ή εξακολουθούσε να κινείται προς τα εμπρός, β) η απόσταση από την οποία ο ενάγων αντελήφθη ή μπορούσε αντικειμενικά να αντιληφθεί το εν λόγω αυτοκίνητο, γ) ο χρόνος που μεσολάβησε από την στιγμή που το εν λόγω αυτοκίνητο εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του ενάγοντος μέχρι την στιγμή της ένδικης σύγκρουσης, δ) σε ποίο ακριβώς σημείο της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντος έγινε το ένδικο ατύχημα, ε) ποία η κατάσταση του οδοστρώματος της λωρίδας κυκλοφορίας του ενάγοντος, στ) αν κατά την στιγμή της ένδικης σύγκρουσης κινούνταν στην ακριβώς δεξιά ως προς τον ενάγοντα λωρίδα κυκλοφορίας κάποιο ή κάποια άλλα οχήματα, στ) πως και γιατί εξήχθη από το Εφετείο το συμπέρασμα ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) αιφνιδιάστηκε υπαιτίως από την παράνομη συμπεριφορά του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου, είναι απορριπτέος, αφ' ενός μεν διότι οι φερόμενες ως ελλείψεις δεν συνιστούν τέτοιες, αφετέρου δε διότι με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως γίνει μερικά δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερομένου δεύτερου (κατά το προαναφερθέν σκέλος αυτού) λόγου της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος της, ήτοι κατά το περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος κατά ποσοστό 40% για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον κατ' αυτό τραυματισμό του, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο τμήμα της στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 21/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσης μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο τμήμα της στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Και

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ