Supreme Court dismisses appeal against insurance company's decision due to procedural defects and lack of merit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a traffic accident insurance company's decision. The court found the appeal inadmissible because the underlying execution order was issued within a reasonable three-year period following the first-instance judgment, rendering the delay in challenging the enforcement decision unjustified. Furthermore, the court rejected the substantive arguments regarding the suspension of execution, ruling that the insurance company's interpretation of the relevant statute was lawful and did not violate the right to legal protection. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 239(3)(a) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal against a decision refusing enforcement is inadmissible if the enforcement order was issued within a reasonable time frame, and the interpretation of suspension provisions by the lower court is valid if it serves the public interest and does not violate the right to legal protection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1142 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1142/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Γ. του Δ., 2) Α. συζύγου Ε. Γ., το γένος Π. Α., 3) Μ. Γ. του Ε., 4) Ε. Γ. του Δ., ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Δ. Γ., 5) Μ. Γ., χήρας Δ., το γένος Δ. Ζ., ως νομίμου κληρονόμου του αποβιώσαντος Δ. Γ., 6) Α. Α. του Χ., συζύγου Π. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδαμάντιο Αρετάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Αμέσως πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι οι υπό στοιχεία 4 και 5 αναιρεσείοντες Ε. Γ. του Δ. και Μ. Γ., χήρα Δ., παραιτούνται από το δικόγραφο της από 12/1/2018 κρινόμενης αίτησης και των από 18/8/2020 πρόσθετων λόγων αυτής για αναίρεση της 145/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης κατά το μέρος τους με το οποίο την άσκησαν υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Δ. Γ. και συνεχίζουν την παρούσα δίκη ατομικά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/1/2018 αίτησή τους και τους από 18/8/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νομίμως φέρεται προς συζήτηση με την από 18-7-2019 κλήση των αναιρεσειόντων η από 12-1-2018 αίτηση αναίρεσης μετά από τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 20ης-5-2019 λόγω της διεξαγωγής ευρωεκλογών.
Ο πρώτος των αναιρεσειόντων Ε. Γ. του Δ., ο οποίος ταυτίζεται ως φυσικό πρόσωπο με τον φερόμενο στην αίτηση αναίρεσης και ως τέταρτο των αναιρεσειόντων, ενεργούντα όμως πλέον και ως κληρονόμο του Δ. Γ. (διαδίκου στη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), και η πέμπτη των αναιρεσειόντων Μ. Γ., με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκαν, πριν το παρόν δικαστήριο προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, από τα δικόγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της κατά το μέρος, κατά το οποίο τα άσκησαν υπό την επικαλούμενη ιδιότητα τους ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Δ.
Γ., και δήλωσαν ότι εξακολουθούν να συμμετέχουν στη δίκη ενεργούντες όμως μόνον για τον εαυτό τους. Η παραίτηση αυτή έχει ως συνέπεια να θεωρείται η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ως μη ασκηθέντες κατά το μέρος τους, κατά το οποίο ασκήθηκαν από τους ανωτέρω διαδίκους ως κληρονόμους του Δ. Γ. (άρθρ. 573, 294, 295 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από 12-1-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-4-2019 πρόσθετους λόγους της, κατά το μέρος τους κατά το οποίο δεν εχώρησε παραίτηση, προσβάλλεται η 145/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Με αυτήν το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων- εκκαλούντων- καθ'ων η ανακοπή κατά της 263/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 12-2- 2014 ανακοπή της αναιρεσίβλητης- εφεσίβλητης- ανακόπτουσας κατά των αναιρεσειόντων- εφεσιβλήτων- καθ'ων η ανακοπή με αντικείμενο την ακύρωση της από 6-2-2014 επιταγής προς πληρωμή και εκτέλεση, που οι τελευταίοι της επέδωσαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εμπρόθεσμα και νομότυπα ασκήθηκαν και οι πρόσθετοι λόγοι της εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 21.8.2020, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, κατά το ως άνω ερευνώμενο μέρος τους, είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρ. 573, 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το ν.δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4364/2016, ρυθμίζονταν οι σχέσεις όλων των ιδιωτικών ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Κύριο αντικείμενο της ασφάλισης είναι η υποχρέωση κάλυψης των οικονομικών αναγκών που προκαλούνται από συμβάντα στη ζωή του ανθρώπου, αυτή στηρίζεται δε στη δυνατότητα κάλυψης των ανωτέρω αναγκών με αντικαταβολές των μελών της ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνων, η οποία απαρτίζεται από το σύνολο των ασφαλισμένων σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση.
Ως εκ τούτου είναι πρόδηλο το δημόσιο συμφέρον για την προστασία των ασφαλισμένων, αλλά και του ασφαλιστή, με την καθιέρωση κρατικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, στη ρύθμιση της οποίας προέβαινε το ως άνω ν.δ., με το άρθρο 1 παρ. 3 του οποίου οριζόταν ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου (άρθρο 1 παρ. 3), ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 20 του ν. 2496/1997, του Υπουργείου Ανάπτυξης, και στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3229/2004, της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α).
Η κρατική εποπτεία ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση. Με το ίδιο νομοθετικό διάταγμα (400/1970) και ειδικότερα με το άρθρο 12α παρ. 5 αυτού ορίζονταν τα εξής: "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης". Από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12α παρ. 5 εδ. α' του ν.δ. 400/1970, η οποία διατυπώθηκε γενικώς και χωρίς διακρίσεις, ενόψει δε και του προεκτεθέντος πρωταρχικού σκοπού του όλου νομοθετήματος (ΟλΑΠ 1/2020), συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν αναστολή εκτέλεσης καταλαμβάνει ανεξαιρέτως κάθε πράξη εκτελέσεως κατά της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης και κατά των ασφαλισμένων της βάσει ασφαλίσεων αστικής ευθύνης τους.
Μεταξύ των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που αναστέλλονται εντάσσεται και η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή, η οποία, εάν τυχόν λάβει χώρα και προσβληθεί, ακυρώνεται (ΑΠ 1254/2019). Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, που προβλέπει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, διότι η αναστολή των ατομικών διώξεων και της αναγκαστικής εκτέλεσης, τόσο στην πτώχευση όσο και στην ασφαλιστική εκκαθάριση, είναι μέτρο γενικής ισχύος που αποβλέπει στην, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος), ορθολογική και σύμμετρη ικανοποίηση των μη εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο εξασφαλισμένων πιστωτών (ΑΠ 2196/2014).
Επίσης η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, ούτε στην αντίστοιχη με αυτήν διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, αφού το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορισθεί για σοβαρούς οικονομικούς ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συντρέχουν στην ανωτέρω περίπτωση.
Περαιτέρω, για τα ζητήματα ιδιωτικής ασφάλισης από 1-1-2016 εφαρμόζεται ο ν. 4364/2016 (ΦΕΚ Α' 13/5-2-2016), με το άρθρο 278 παρ. 1 του οποίου καταργήθηκε το ως άνω ν.δ. 400/1970 και ορίστηκε ότι οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό (ν.δ. 400/1970) νοείται εφεξής ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του νέου νόμου. Επίσης, με το άρθρο 248 παρ. 1 και 2 αυτού (ν. 4364/2016) ορίστηκαν τα εξής: "1.
Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις. 2. Στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή τα άρθρα 235 παρ.1, 2, 3, 5 και 6, 236 έως 239, 242 παρ.1 και 4, 243 παρ.1, 2 και 4, 244, 245 παρ. 1 και 3, 246 και 247 του παρόντος". Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει σαφής και αναμφίβολη νομοθετική βούληση περί αναδρομικότητας των αναφερόμενων διατάξεων και περί εφαρμογής αυτών και επί εννόμων σχέσεων και δικαιωμάτων που είχαν δημιουργηθεί πριν την έναρξη της ουσιαστικής ισχύος του νόμου αυτού (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 4364/2016).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 239 παρ. 3 του νόμου αυτού, που αφορά στη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και εντάσσεται στις διατάξεις, οι οποίες έχουν αναδρομική εφαρμογή, ορίζονται τα εξής: "3. Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης". Το εδάφιο α' της παραγράφου 3 του άρθρου 239 του ν. 4364/2016 ταυτίζεται απολύτως κατά περιεχόμενο με το εδάφιο α' της αντίστοιχης διάταξης του προϊσχύσαντος ν.δ. 400/1970 και επομένως ισχύουν ως προς την ερμηνεία του όσα προαναφέρονται για την τελευταία.
Εφαρμοστέος όμως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον αυτό δικάζει μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4364/2016 και η ασφαλιστική εκκαθάριση συνέχιζε να υφίσταται κατά την 31- 12-2015, είναι ο νεότερος νόμος (4364/2016). Και αυτό διότι από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί, όπως κατά τα προεκτιθέμενα ισχύει ως προς τις παραπάνω διατάξεις του ν. 4364/2016, που προσδίδει σ'αυτές αναδρομική ισχύ, ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ σε κάθε περίπτωση, εάν το Εφετείο, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει τον νέο νόμο, που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, με την οποία κρίνεται η ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, 7 και 8/1991).
Ενόψει δε της αδιάστικτης απολύτως όμοιας διατύπωσης της ανωτέρω διάταξης των εδαφίων α' αμφοτέρων των ανωτέρω ρυθμίσεων του άρθρου 12α παρ. 5 ν.δ. 400/1970 και 239 παρ. 3 του ν. 4364/2016, η αναστολή ειδικώς των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης περιλαμβάνει τόσον αυτές, που στρέφονται κατά της επιχείρησης, όσο και αυτές, που στρέφονται σε βάρος των ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης τους μέχρι το ποσό, για το οποίο ευθύνεται η ασφαλιστική επιχείρηση, ενδεχομένως εις ολόκληρον με τους ασφαλισμένους της (όπως συμβαίνει επί τροχαίων αυτοκινητικών ατυχημάτων), οι οποίες επισπεύδονται προς ικανοποίηση αξιώσεων ζημιωθέντων τρίτων, έτσι ώστε να προστατεύονται αμφότεροι από την εκτέλεση, που επισπεύδουν οι τελευταίοι (πρβλ ΑΠ 672/2019).
Επειδή δε η διατύπωση του εδαφίου β' του άρθρου 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970 διαφοροποιείται από τη διατύπωση, που ακολουθήθηκε στο εδάφιο β' του άρθρου 239 παρ. 5 του ν. ν. 4364/2016, είχε γίνει δεκτό, υπό το καθεστώς της ισχύος του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, ότι η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων ειδικώς κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία περιλαμβάνονταν η άσκηση αγωγών και ένδικων μέσων κατ'αυτής, η έκδοση εις βάρος της διαταγής πληρωμής κ.λπ.
αναφερόταν μόνο στους δικαιούχους του ασφαλίσματος και όχι στους ζημιωθέντες τρίτους, που διατηρούν αξίωση αποζημίωση απευθείας κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης επί τροχαίων αυτοκινητικών ατυχημάτων, για τα οποία ευθύνεται ο ασφαλισμένος τους. Ο ν. 4364/2016 προβλέπει όμως πλέον αναστολή των ατομικών διώξεων όλων των δικαιούχων αποζημίωσης ειδικώς κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, μεταξύ των οποίων και εκείνων που διατηρούν κατ' αυτής απαιτήσεις, επειδή αυτή ασφάλιζε κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ζημιογόνο όχημα για την προς τρίτους αστική του ευθύνη (ΑΠ 672/2019).
Η διαφοροποίηση αυτή, όπως συνάγεται από τη σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, αφορά μόνο στα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, κατά της οποίας δεν είναι επιτρεπτό βάσει του ν. 4364/2016 να εγερθούν αγωγές για τις ανωτέρω απαιτήσεις ή να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης ακόμη και για απαιτήσεις δικαιούχων αποζημίωσης από τροχαία ατυχήματα, ενώ βάσει του ν.δ. 400/1970 γινόταν δεκτό πως ήταν επιτρεπτή η άσκησή τους για τέτοια ατυχήματα και μπορούσαν να προχωρήσουν οι σχετικές δίκες.
Αυτή η διαφοροποίηση δεν υφίστατο ούτε υφίσταται ως προς τις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης και των ασφαλισμένων της, οι οποίες αναστέλλονταν και αναστέλλονται αδιακρίτως. Η αναστολή δε κάθε πράξεως αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης και των ασφαλισμένων της (άρθρ. 239 παρ. 3 εδ.
α' και 12° παρ. 5 εδ. α' ν.δ. 400/1970 εδ. α') καθώς και των ατομικών διώξεων ειδικώς κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης (εδ. β' των αμέσως παραπάνω διατάξεων) κατά το χρονικό διάστημα, που αυτή βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, υπηρετεί τον πρωταρχικό σκοπό και τη βασική αρχή που διέπει το σύνολο των διατάξεων και των δύο ανωτέρω νομοθετημάτων, την προστασία δηλαδή των ασφαλισμένων και την εξασφάλιση της προνομιακής τους ικανοποίησης έναντι των απαιτήσεων των λοιπών δανειστών (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 962/2017).
Σύμφωνα με αυτά, η εκτέλεση αναστέλλεται, ακόμη και αν στραφεί κατά των ενεχόμενων εις ολόκληρον με την ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλισμένων της βάσει εκτελεστού τίτλου, ο οποίος αποκτήθηκε εις βάρος των τελευταίων, κατά των οποίων οι ατομικές διώξεις, υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή πλην της αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν αναστέλλονται, με συνέπεια την πρόοδο των κατ' αυτών σχετικών δικών.
Εξάλλου οι διατάξεις αμφοτέρων των ως άνω νομοθετημάτων περί αναστολής των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης καθ'όσο διάστημα διαρκεί η ασφαλιστική εκκαθάριση, κατά το μέρος τους, που αναφέρονται στους ασφαλισμένους, αποσκοπούν ειδικότερα να παράσχουν προσωρινή προστασία σ'αυτούς, οι οποίοι, επιδεικνύοντας επιμέλεια, είχαν την πρόνοια να ασφαλισθούν για την αστική τους ευθύνη και μέχρι του ποσού για το οποίο ασφαλίσθηκαν, καταβάλλοντος στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση ασφάλιστρα, δεν φέρουν δε ευθύνη για την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της, με την προσδοκία ότι η οφειλόμενη αποζημίωση, εάν έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, θα καταστεί δυνατό να καλυφθεί εν όλω ή εν μέρει από το προϊόν της εκκαθαρίσεως.
Αντίθετη ρύθμιση θα λειτουργούσε γενικώς και για τους ενδιαφερόμενους να ασφαλισθούν αποτρεπτικά ως προς τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, αφού αυτοί θα επεδείκνυαν μεγαλύτερη απροθυμία να προβούν στην κατάρτισή τους, συνυπολογίζοντας την πιθανότητα ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία θα συναλλάσσονταν, και την ταχεία εξέλιξη αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των ιδίων, παρότι είχαν φροντίσει να καλύψουν τη ζημία τους από τον σχετικό κίνδυνο, γεγονός που θα απέβαινε τελικώς και εις βάρος των συμφερόντων των τρίτων ζημιωθέντων από την επέλευσή του.
Υπό την ισχύ δε του ν.δ. 400/1970 οι τρίτοι δικαιούχοι αποζημίωσης δεν νομιμοποιούντο μεν να επισπεύσουν εκκρεμείς δίκες κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης (κατά την προβλεπόμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων), διότι η διάταξη του άρθρου 12α παρ. 6 αναφερόταν στη νομιμοποίηση "δικαιούχων του ασφαλίσματος", τέτοιο δικαίωμα όμως δεν παρεχόταν μόνον στους τελευταίους αλλά και στον επόπτη εκκαθαρίσεως, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με την περάτωση όλων των εκκρεμοτήτων.
Ήδη όμως βάσει του άρθρου 239 παρ. 5 ν. 4364/2016, που έχει αναδρομική εφαρμογή κατά τα προεκτιθέμενα, οι εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιούμενου προς τούτο στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξαρτήτως ποσού, ενώ παρέχεται στους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση γενικώς (και όχι μόνον στους δικαιούχους ασφαλίσματος) να προβούν και κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης σε αναγγελία και επαλήθευση των απαιτήσεών τους (άρθρ. 242 παρ. 2).
Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής γνωστοποιεί στο Επικουρικό Κεφάλαιο την αναλυτική κατάσταση με τις βεβαιωμένες απαιτήσεις από ασφαλίσεις αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, καθώς και κάθε επικαιροποίηση αυτής, και το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλει αποζημίωση σε κάθε δικαιούχο με βάση την κατάσταση του προηγουμένου εδαφίου και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν.δ. 489/1976 (άρθρ. 242 παρ. 3).
Οι περιορισμοί δε ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου σε ποσοστά των οφειλόμενων ποσών αποζημιώσεως βάσει του 19 παρ. 1 του π.δ. 237/1986, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 4° του ν. 4092/2012, κρίθηκαν ανίσχυρες (ΟλΑΠ 3/2019), ενώ ανίσχυρος κρίθηκε και ο τασσόμενος με το ως άνω άρθρο περιορισμός του επιτοκίου υπερημερίας, με το οποίο επιβαρύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο, σε ποσοστό 6% (ΟλΑΠ 3, 4 και 5/2017).
Η ανωτέρω αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ισχύει και για τους ασφαλισμένους, έχει προσωρινό χαρακτήρα και παύει με το πέρας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, οπότε και ακολουθεί, εάν οι εργασίες δεν περατώθηκαν, στάδιο κοινής εκκαθάρισης για την ασφαλιστική επιχείρηση, ενώ, εφόσον πρόκειται απλώς για αναστολή και όχι για απαλλαγή του ασφαλισμένου από χρέος του ως εις ολόκληρον ενεχόμενου οφειλέτη, δεν διασπάται από τις ως άνω ρυθμίσεις η έννοια της εις ολόκληρον και αλληλέγγυας ευθύνης του με τον ασφαλιστή, όταν υφίσταται τέτοια (όπως επί τροχαίων αυτοκινητικών οχημάτων).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), δηλαδή το αποδιδόμενο σ' αυτήν ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 78/2020).
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 78/2020, 1438/2009, 130/2009, 1206/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου και της απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε μετά την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης κατ' αυτής (ΟλΑΠ 40/1996) στην απόφαση του Εφετείου, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
Με την 355/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) να καταβάλει στους καθ'ων η ανακοπή (ήδη αναιρεσείοντες) για την ικανοποίηση αξιώσεών τους από αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο προκλήθηκε κατά την οδήγηση αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενης μετά της ασφαλιστικής εταιρίας "...", στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, το ποσό των 91.424 ευρώ στον πρώτο απ'αυτούς, το ποσό των 90.000 ευρώ στη δεύτερη, το ποσό των 50.000 ευρώ στην τρίτη και το ποσό των 20.000 ευρώ στον καθένα από τους υπόλοιπους αναιρεσείοντες, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Η άδεια λειτουργίας της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ανακλήθηκε με την ...-9-2009 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και αυτή τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970, που δεν είχε μέχρι την έκδοση της απόφασης του πρωτοβαθμίου (και του δευτεροβαθμίου) δικαστηρίου περατωθεί, όπως αποδεικνυόταν από την 8/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, με την οποία ανανεώθηκε η θητεία του εκκαθαριστή της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας για δύο επιπλέον έτη, ήτοι από 30-4-2016 μέχρι 30-4-2018.
Βάσει της ανωτέρω αναγνωριστικής απόφασης, κατόπιν αιτήσεως των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε η 234/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία υποχρεώθηκαν η ανακόπτουσα και το Επικουρικό Κεφάλαιο, ως αυτοδικαίως υπεισελθόν στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως άνω τελούσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας, να καταβάλουν στους καθ'ων η ανακοπή τα ανωτέρω ποσά.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο - κατέβαλε σ' αυτούς το ήμισυ του επιδικασθέντος στον καθένα τους κεφαλαίου, καθώς και μέρος των οφειλομένων τόκων για το χρονικό διάστημα από 21-6-2011 μέχρι 20-4-2011 υπολογιζόμενο με επιτόκιο 6%. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά έγινε δεκτό ότι συνομολογήθηκαν από τους καθ' ων η ανακοπή, έστω κι αν αυτοί εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις ως προς τις έννομες συνέπειές τους.
Κατόπιν αυτών κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εφάρμοσε το ν.δ. 400/1970, ότι η θέση της ασφαλιστικής εταιρίας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση αποτελεί μέχρι το πέρας της διαδικασίας αυτής, όσον αφορά τις ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, νόμιμο λόγο αναστολής κάθε αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των ασφαλισμένων της, μεταξύ των οποίων και η ανακόπτουσα, μέχρι του ποσού, κατά το οποίο αυτοί ενέχονται εις ολόκληρον με αυτήν, βάσει του άρθρου 12α παρ. 5 ν.δ. 400/1970.
Σύμφωνα με αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τον σχετικό λόγο της ανακοπής της ανακόπτουσας και την ανακοπή της και ακύρωσε την από 6-2-2014 επιταγή προς πληρωμή, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 10-2-2014 κάτω από αντίγραφο του 245/2011 πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω 234/2011 διαταγής πληρωμής, με την οποία η ανακόπτουσα επιτασσόταν να καταβάλει, ως οφειλόμενα υπόλοιπα τόκων επί του επιδικασθέντος κεφαλαίου για το διάστημα από 20-6-2006 έως 20-4-2011, στον πρώτο των καθ'ων 32.433,21 ευρώ, στη δεύτερη 31.928,05 ευρώ, στην τρίτη 17.738,30 ευρώ και από 7.095,12 ευρώ στους υπολοίπους.
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εφαρμόζοντας το άρθρο 239 παρ. 3 του ν. 4364/2016, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση, απορρίπτοντας όλους τους λόγους εφέσεως, που άσκησαν οι καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντες.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται, αφού αναλύουν θεωρητικώς την έννοια και τις συνέπειες της εις ολόκληρον ευθύνης μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου βάσει των διατάξεων των άρθρων 480 επ. ΑΚ και του ν. ΓΠΝ επί τροχαίων αυτοκινητικών οχημάτων, ότι δεν είναι δυνατό να μεταβάλλεται επί τα χείρω η θέση τους ως δανειστών περισσότερων εις ολόκληρον συνοφειλετών, όπως η αναιρεσίβλητη και η ασφαλιστική επιχείρηση "...", και ότι, ανεξαρτήτως της θέσης της τελευταίας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, η ευθύνη της αναιρεσίβλητης απέναντι τους παραμένει ακέραιη, το δε Εφετείο όφειλε να απορρίψει στο σύνολό της την ανακοπή της τελευταίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα και ειδικότερα το σφάλμα, στο οποίο φέρεται να υπέπεσε το Εφετείο κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της ανακοπής ως προς το εκτιθέμενο ζήτημα της διατήρησης ή κατάργησης της εις ολόκληρον ευθύνης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης ή το τυχόν νομικό του σφάλμα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, με την παράθεση στο αναιρετήριο και των συγκεκριμένων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση των παρατιθέμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Για τον ίδιο λόγο απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους είναι και οι στηριζόμενοι, επίσης στο άρθρο 559 αρ. 1 δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης. Με αυτούς τους λόγους ειδικότερα οι αναιρεσείοντες παραπονούνται γενικώς και χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένες παραδοχές του Εφετείου για την παραδοχή της ανακοπής, ισχυριζόμενοι αντιστοίχως:
α) ότι βάσει του άρθρου 12° του ν.δ. 400/1970 η επίσπευση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης επαφιόταν στην πρωτοβουλία της αναιρεσίβλητης, η οποία μπορούσε να αναλάβει να ολοκληρώσει τις εκκρεμείς δίκες κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, γεγονός που ασφαλώς δεν επιδίωκε, διότι αυτό θα σήμαινε και την παύση της αναστολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και εις βάρος της και β) ότι η αναιρεσίβλητη περιήλθε σε πλεονεκτικότερη θέση από αυτήν, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν συνέβαινε το τυχαίο γεγονός της ανάκλησης της αδείας της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας και η θέση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, διότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς όμως να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ζημιωθέντος έναντι της υποχρέου προς αποζημίωση αναιρεσίβλητης βάσει του άρθρου 19 παρ. 4 του π.δ. 237/1986, τα οποία θα διατηρούσε έναντι αυτής η ασφαλιστική επιχείρηση, εάν δεν είχε ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής τους, όπως αυτός εκτιμάται από το δικαστήριο, στηριζόμενο και αυτόν σε πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 12α του ν.δ. 400/1970, έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο ως κρίσιμο χρόνο για την επέλευση της προβλεπόμενης αναστολής εκτελέσεως την έκδοση της 355/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που αναγνώρισε την υποχρέωση των ιδίων και της ανωτέρω ασφαλιστικής επιχείρησης να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ίδιους αποζημίωση από το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, η οποία προηγήθηκε της ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της επιχείρησης αυτής βάσει της ...-9-2009 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, και όχι την έκδοση της 234/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ως άνω Πρωτοδικείου, προς εκτέλεση της οποίας επιδόθηκε η προσβαλλόμενη με την ανακοπή επιταγή.
Βάσει αυτών οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την ανακοπή, διότι κατά τον χρόνο έκδοσης της παραπάνω αναγνωριστικής απόφασης η ασφαλιστική επιχείρηση δεν είχε τεθεί ακόμη υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, με συνέπεια να μην καλείται σε εφαρμογή το άρθρο 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970 και να μην επέρχεται η προβλεπόμενη τις διατάξεις του αναστολή εκτελέσεως.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι προεκτιθέμενες διατάξεις του άρθρου 12α παρ. 5 εδ. α ν. 400/1970 και του εφαρμοστέου, έχοντος αναδρομική ισχύ, όμοιου άρθρου 239 παρ. 3 εδ. α' ν. 4364/2016, αναφέρονται αποκλειστικώς στις πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, που αναστέλλονται όλες από την έναρξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και καθ' όλη τη διάρκεια της, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Επομένως κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή τους είναι ο χρόνος της διενέργειας της πράξης εκτέλεσης και όχι ο χρόνος της τυχόν προηγηθείσας αναγνώρισης της απαιτήσεως ή ο χρόνος έκδοσης του εκτελεστού τίτλου, βάσει του οποίου επισπεύδεται η εκτέλεση προς ικανοποίηση αυτής και ο οποίος μπορεί να εκδόθηκε πριν την έναρξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σε δίκη, στην οποία συμμετείχε κανονικά ως διάδικος η ασφαλιστική επιχείρηση, ενόσω δεν είχαν ακόμη ανασταλεί οι ατομικές διώξεις κατ'αυτής κατά τα εδάφια β' των ως άνω παραγράφων.
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν λόγο στηριζόμενο, κατ'εκτίμησή του, αποκλειστικά στο άρθρο 1 (και όχι και 19, όπως υποστηρίζουν, αφού δεν προσάπτουν με αυτόν στην απόφαση παντελή έλλειψη αιτιολογιών ή συγκεκριμένες αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες), ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο εσφαλμένως εφάρμοσε το άρθρο 239 του ν. 4364/2016 και όχι το άρθρο 12° παρ. 5 του ν.δ. 400/1970, το οποίο έπρεπε να εφαρμοσθεί σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, αφού η επιταγή προς εκτέλεση είχε επιδοθεί στις 10-2-2014, δηλαδή πριν τη δημοσίευση του εφαρμοσθέντος νεότερου νομοθετήματος, η δε εφαρμογή του 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970 θα έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της ανακοπής, διότι υπό την ισχύ του νομοθετήματος εκείνου αναστέλλονταν οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης ενόσω διαρκούσε η ασφαλιστική εκκαθάριση, διάταξη που δεν περιλάμβανε αναστολή των ατομικών διώξεων των τρίτων δικαιούχων αποζημιώσεως κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, με συνέπεια να μην καταλαμβάνονται από την αναστολή και οι δικές τους απαιτήσεις κατά της αναιρεσίβλητης ως ασφαλισμένης στην υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρηση.
Πέραν του ότι το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε το άρθρο 239 παρ. 3 του νεότερου νόμου 4364/2016, το οποίο έχει, κατά το άρθρο 248 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, αναδρομική ισχύ για όλες τις υφιστάμενες, κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις (ΟλΑΠ 1/2020) σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στις οποίες εντάσσεται, κατά τα γενόμενα δεκτά από τα δικαστήρια της ουσίας, και η ασφαλιστική εκκαθάριση της "..." (που δεν είχε στις 31-12-2015 περατωθεί), με συνέπεια να μην καλούνται σε εφαρμογή, ενόψει της ρητής σχετικής ρητής νομοθετικής πρόβλεψης, οι μεταβατικές διατάξεις του ΕισΝΚΠολΔ (που εφαρμόζεται όταν δεν υπάρχει διαφορετική ρητή μεταβατική διάταξη στον νεότερο νόμο), ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος προεχόντως διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η εφαρμογή του ν.δ. 400/1970 δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες εσφαλμένως υπολαμβάνουν ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εφαρμογή το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970, που πράγματι διαφοροποιείται κατά τη διατύπωση από το δεύτερο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου 239 παρ. 3 του ν. 4364/2016. Αυτά όμως τα εδάφια, όπως προεκτίθεται, αφορούν μόνο στην αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων (άσκηση αγωγών, ενδίκων μέσων κλπ) ειδικώς κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία προβλεπόταν για τους δικαιούχους του ασφαλίσματος κατά τον 400/1970 και, όπως είχε γίνει δεκτό από τη νομολογία, δεν καταλάμβανε τους τρίτους ζημιωθέντες από τροχαία ατυχήματα, που διατηρούσαν απαιτήσεις αποζημίωσης απευθείας κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, ενώ ο ν. 4364/2016 προβλέπει αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων και πάλι ειδικώς κατά της ασφαλιστικής εταιρίας από όλους όμως τους δικαιούχους αποζημίωσης.
Η προκείμενη διαφορά όμως αφορά στην αναστολή όχι των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά στην αναστολή των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας κατά της αναιρεσίβλητης, ασφαλισμένης στην υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρηση, και ρυθμίζεται από το εδ. α' του εφαρμοστέου άρθρου 239 παρ. 3 ν. 4364/2016, που πλήρως ταυτίζεται με την αντίστοιχη ρύθμιση του εδ.
α' του άρθρου 12α του ν.δ. 400/1970.
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στον κανόνα δικαίου των ως άνω νομοθετημάτων, βάσει του οποίου προβλέπεται αναστολή εκτελέσεως κατά της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης και των ασφαλισμένων της, διότι στην προκειμένη περίπτωση η διαταγή πληρωμής βάσει της οποίας επιδόθηκε η ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή και εκτέλεση δεν εκδόθηκε κατά της ασφαλιστικής εταιρίας και της αναιρεσίβλητης ασφαλισμένης της αλλά κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και της ασφαλισμένης στην υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρία, με συνέπεια να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες για την αναστολή της εκτέλεσης κατά της τελευταίας. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον οι προπαρατιθέμενες προβλέπουσες την αναστολή εκτέλεσης διατάξεις αναφέρονται σε εκτέλεση και κατά της τελούσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση εταιρίας και σε εκτέλεση στρεφόμενη κατά των ασφαλισμένων της, χωρίς να θέτουν ως προϋπόθεση να έχει εκδοθεί εις βάρος αμφοτέρων τους ο εκτελεστός τίτλος και χωρίς να επιβάλουν υποχρέωση κοινής εναγωγής τους και σχέση αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ τους, για να επέλθει η αναστολή.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι η απόφαση του Εφετείου στερείται νόμιμης βάσης, διότι οι αιτιολογίες της είναι ελλιπείς, αφού σ' αυτήν δεν παρατέθηκαν τα ποσά που επιτάχθηκε να καταβάλει στους ίδιους η αναιρεσείουσα, ώστε να καταστεί αντιληπτό ότι επρόκειτο για υπόλοιπο τόκων, που δεν κατέβαλε το Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο κατέβαλε μεν αποζημίωση με επιτόκιο όμως 6% και όχι με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας, ώστε να αποφανθεί στη συνέχεια ότι ο περιορισμός αυτός των τόκων υπολογιζόμενων με επιτόκιο 6%, που επεφύλαξε ο νόμος στο Επικουρικό Κεφάλαιο, είναι αντισυνταγματικός.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, μεταξύ των οποίων και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το περιεχόμενο της οποίας ως προς τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης παρατίθεται ανωτέρω και η οποία επικυρώθηκε με την εφετειακή απόφαση και ενσωματώθηκε σ' αυτήν (ΟλΑΠ 40/1996), προκύπτει ότι γίνεται σαφής αναφορά στα ποσά που επιτάχθηκε να καταβάλει η αναιρεσίβλητη σε κάθε αναιρεσείοντα και της αιτίας της οφειλής, που αναγράφηκε στην ανακοπτόμενη επιταγή (υπόλοιπο τόκων).
Εκ νέου μνεία των ποσών αυτών στην απόφαση του Εφετείου δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασής του, να περιληφθεί, καθόσον ουδείς λόγος έφεσης αναφερόταν σ'αυτά, το ύψος τους και την αιτία τους (οι λόγοι έφεσης ταυτίζονταν απολύτως κατά περιεχόμενο με τους τέσσερις λόγους που περιλαμβάνονται στο κύριο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης) και επομένως το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ούτε οι αιτιολογίες του ήταν ανεπαρκείς, ενώ το αντικείμενο της δίκης ουδόλως περιελάμβανε κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνταγματικότητα ή μη των διατάξεων περί του επιτοκίου, βάσει του οποίου πρέπει να υπολογισθεί ο οφειλόμενος από το Επικουρικό Κεφάλαιο τόκος, καθόσον η κρίση επ' αυτού θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μόνον δίκης στρεφόμενης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, όπως και ο σχετικός πρόσθετος λόγος.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με τις ανωτέρω διατάξεις προβλέπεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας και θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η Σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Επειδή με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης, αυτή αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΑΠ 24/2020).
Στην περίπτωση δε εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 12απαρ. 5 εδ. α' του ν.δ. 400/1970 και 239 παρ. 3 εδ. α' ν. 4364/2016, που προβλέπουν αναστολή της εκτέλεσης κατά της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης και των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης, η οποία μπορεί να διαρκέσει περισσότερο χρόνο, δεν παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που προβλέπει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως εντός λογικής προθεσμίας, δικαίωμα που τελεί όμως σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον, το οποίο εξυπηρετούν οι ανωτέρω διατάξεις κατά τα εκτενώς προεκτιθέμενα, ενώ ακριβώς για να μη παραταθεί επί μακρόν η ικανοποίηση των απαιτήσεων τρίτων ζημιωθέντων από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα (μέχρι την περάτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης) υφίσταται ως αντιστάθμισμα η πρόβλεψη ικανοποίησής τους από το Επικουρικό Κεφάλαιο (βλ.
σχετ. ΟλΑΠ 3/2019), οι περιορισμοί της ευθύνης του οποίου κρίθηκαν ανίσχυροι κατά τα προαναφερόμενα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο από το άρθρο 559 αρ. 1 τέταρτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, εμμένοντας στην παραδοχή της ανακοπής και μη δεχόμενο, κατά την ερμηνεία του άρθρου 239 παρ. 3 του ν. 4364/2016, χρονικά όρια στη διάρκεια της αναστολής ενόσω διαρκεί η ασφαλιστική εκκαθάριση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία είχε αρχίσει το 2009 διαρκούσε έως το 2017, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (εξακολουθεί δε να διαρκεί μέχρι σήμερα), παραβίασε ευθέως το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4-11-1950 και κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, όπου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικασθεί δικαίως και εντός λογικής προθεσμίας από το δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση επιδικασθείσας απαίτησης.
Ο τελευταίος αυτός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, αναφερόμενος σε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν διαλαμβάνεται μεν στις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, αλλά προβάλλεται για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη.
Παρά ταύτα παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, εφόσον πρόκειται για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρ. 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ) και παράλληλα τα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά αυτού είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας και επιπρόσθετα προκύπτουν από τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 4/2012).
Αυτός είναι όμως απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη το έτος 2014, η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε την κατ'αυτής ανακοπή, εκδόθηκε κατά το έτος 2016, η δε απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων, εκδόθηκε το έτος 2017 και επομένως η περί την εκτέλεση διαφορά μεταξύ των διάδικων μερών κρίθηκε τελεσιδίκως εντός του απολύτως εύλογου διαστήματος των τριών περίπου ετών, ενόψει του γεγονότος ότι οι αναιρεσείοντες προσέφυγαν και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Περαιτέρω δε η ερμηνεία του άρθρου 239 παρ. 3 εδ. α' του ν. 4364/2016 από το Εφετείο, το οποίο δεν προσέδωσε χρονικό όριο στην προβλεπόμενη με αυτό αναστολή εκτελέσεως και κατά του ασφαλισμένου καθ' όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ασφαλιστική εκκαθάριση, είναι σύμφωνη με τη διατύπωση, το περιεχόμενο και τον σκοπό της διάταξης αυτής και δεν παραβιάζεται από αυτήν το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα προς παροχή έννομης προστασίας και υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως εντός λογικής προθεσμίας, που τελεί όμως σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον, το οποίο εξυπηρετεί, κατά τα προαναφερόμενα, η ανωτέρω διάταξη, ενώ ακριβώς για να μη παραταθεί επί μακρόν η ικανοποίηση των απαιτήσεων τρίτων ζημιωθέντων από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα (μέχρι την περάτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης), όπως των αναιρεσειόντων, παρέχεται σ'αυτούς ως αντιστάθμισμα η δυνατότητα ικανοποίησής τους από το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από12-1-2018 αίτηση για αναίρεση της 145/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, καθώς και οι από 4-4-2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 15-1-2018 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης.
Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 12-1-2018 αίτηση αναίρεσης καθώς και οι από 4-4-2019 πρόσθετοι λόγοι της κατά της 145/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης κατά το μέρος τους, που ασκήθηκαν από τους αναιρεσείοντες Ε. Γ. του Δ. και τη Μ. Γ. υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Δ. Γ..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 12-1-2018 αίτηση αναίρεσης καθώς και τους από 4-4-2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης κατά της 145/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ