Legislator Case Law & Legislation
1142/2018 AI generated

1142/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1142/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1142/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1142 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1142/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Β. του Ε. και 2) Β. Τ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ντάλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-6-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 3-11-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 67/2008 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Κερκύρας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 6-9-2005 έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα 168/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που είχε δεχθεί την από 15-7-2004 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί ζητούσαν να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά. Σχετικά με την αίτηση αυτή προσκομίζεται μεν η εμπροθέσμως κατατεθείσα υπ' αριθμ. …3/2008 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., ωστόσο η διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 2298/1995, όπως είχε τροποποιηθεί, που απαιτούσε τη θετική γνώμη του Ν.Σ.Κ. για το παραδεκτό της αιτήσεως και το βάσιμο των λόγων της, έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 13 § 9 του Ν. 3790/2009.

ΙΙ. Επειδή με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται, δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω άρθρου παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974 αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου και, επομένως, και της ως άνω διατάξεως του ν. 653/1977.

Κατά συνέπεια, το ως άνω τεκμήριο της ωφέλειας είναι μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, μπορεί αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, ανατρέποντας το ανωτέρω μαχητό τεκμήριο να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτήν.

Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το φορέα του έργου την διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως, η υποβολή δε της αιτήσεως δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτριώσεως (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και παραπέμπεται μετά την λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή...(παρ. 3)....". Εξάλλου, με το άρθρο 37 εδ. α' του αυτού Ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που, κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ως άνω Ν. 2971/2001 εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω Ν. 2971/2001, καθώς και για εκείνες που κηρύχτηκαν μεν πριν την έναρξη ισχύος του, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι τον χρόνο της ενάρξεως ισχύος του (Ολ.ΑΠ 7/2013, Ολ.ΑΠ 11/2011), ενώ δεν εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 1056/2008 και 62/2017).

Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 168/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποζημιώσεως, για τα τμήματα της ιδιοκτησίας τους που δεν αποζημιώθηκαν επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, και είχε δεχθεί αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι στην από 15-7-2004 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ισχυρίστηκαν ότι με την 1078131/4725/0010/7-7-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή τμήματος της Εγνατίας Οδού από Κρυσταλλοπηγή έως Ψηλοράχη, έκταση συνολικού εμβαδού 95.194 τ.μ., στην οποία έκταση περιλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες τους που με λεπτομέρεια περιγράφονται (με αριθμούς 16/425 και 19/428 στον κτηματολογικό πίνακα).

Με την 185/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, καθώς και για τις δικές τους ιδιοκτησίες, η οποία έγινε αποδεκτή και κατέστη οριστική, αυτοί δε αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως με την 254/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που έχει γίνει τελεσίδικη.

Στη συνέχεια ισχυρίστηκαν ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε στον πρώτο απ' αυτούς αποζημίωση (προσωρινή) για μέρος της εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε, ενώ για την υπόλοιπη επικαλέστηκε τη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 653/1977 για να μη καταβάλει αποζημίωση, με την επίκληση δε της ίδιας διατάξεως δεν κατέβαλε καμία αποζημίωση στον δεύτερο απ' αυτούς.

Τέλος οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) επικαλέστηκαν ότι τα τμήματα των ιδιοκτησιών τους που δεν απαλλοτριώθηκαν δεν ωφελούνται από τη διάνοιξη της οδού. Με βάση αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσείον (εναγόμενο) να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ποσά ως αποζημίωση για τα τμήματα της ιδιοκτησίας τους για τα οποία δεν αποζημιώθηκαν ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες με βάση την τιμή μονάδας που καθορίστηκε δικαστικά.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι, αφού το αναιρεσείον είχε παρακαταθέσει στις 19-6-1997 την προσωρινή αποζημίωση στο Τ.Π. και Δανείων και αυτή είχε εισπραχθεί (έστω εν μέρει) το ίδιο έτος από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, η ένδικη απαλλοτρίωση είχε συντελεστεί πριν από την ισχύ του Ν. 2971/2001 και επομένως δεν είχε εφαρμογή η διαδικασία που διαγράφεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001.

Το Εφετείο, επομένως, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτό προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε "μετά την ισχύ του άρθρου 33 Ν. 2971/2001, με αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και όχι σύμφωνα με τη διαγραφόμενη από το νόμο αυτό διαδικασία και μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, και σε κάθε περίπτωση (εφόσον ο ν. 2971/2001 δεν ίσχυε κατά το χρόνο αυτό) μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού" και επικύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε δεχθεί την αγωγή, η οποία αφορούσε την επιδίκαση αποζημιώσεως για τα τμήματα της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, για τα οποία αυτοί εσφαλμένως θεωρήθηκαν ως αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου ούτε παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 § 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-6-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 67/2008 αποφάσεως του (Τριμελούς) Εφετείου Κερκύρας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ