Legislator Case Law & Legislation
1142/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land registry correction, ruling evidence was properly considered.

Case Number 1142/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision correcting land registry entries. The State argued the court failed to consider specific documents proving the property was forest land, citing procedural errors. The court rejected this claim because the contested judgment explicitly stated it had examined all submitted evidence, including aerial photographs, thereby rendering the State's complaint baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ) and 769 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a lower court failed to consider specific evidence is inadmissible if the contested judgment explicitly confirms that all submitted documents were examined and weighed in the final decision.

Keywords

AI generated
land registry correction evidence consideration appeal admissibility procedural error aerial photographs forest land status Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 769 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 87/2013
Case 179/2013
Case 835/2013
Case 495/2013
Case 1021/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1142 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1142/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΑΝΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Λουκάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2009 αίτηση διόρθωσης πρώτης εγγραφής σε ακίνητο της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-3-2011 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4651/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7699/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-9-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 10-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της από 8-9-2014 και με αριθμό κατάθεσης 680/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 7699/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), των οπoίων η κυριότητα ανήκει στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οπoίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οπoίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δε κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω πρωτοκόλλου των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, καθώς και της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι, οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον προαναφερθέντα οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιόκτητων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως τις 3-2-1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. (Ολομ.ΑΠ 1/2013).

Δηλαδή, με βάση τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο ως άνω πρωτόκολλο του Λονδίνου, στα ως άνω ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα, στη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και στο άρθρο 16 του Ν. της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα.

Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι", (βλ. Γ. Καριψιάδη "Η Ελλάδα ως διάδοχο κράτος", εκδ. Α. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή 2000, σελ. 137 - 145 και 178 επ. και τις εκεί παρατιθέμενες αποφάσεις, ιδιαίτερα δε τις ΑΠ 230/1850, ΑΠ 57/1871, ΑΠ 80/1877). Έτσι, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ήταν και η Αττική, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας (βλ.

τον ίδιο ο.π. σελ. 161 επ. και 178 επ. και τις εκεί αναφερόμενες ΑΠ 15/1843, 24/1849, 230/1850, 80/1877). Ακόμη, όσον αφορά τα ακίνητα που κατά την 3-2-1830 βρίσκονταν είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους (βλ.

ΑΠ 472/1899 Θεμ. ΙΑ’ .347, ΑΠ 269/1898 Θεμ. Ι’ .34). Ειδικότερα δε στην Αττική, η οποία παραχωρήθηκε στο ελληνικό κράτος στις 31-3-1833 βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατά την διάρκεια της τρίτης τουρκικής κατοχής (1827-1833) και συγκεκριμένα κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων κατά το οθωμανικό δίκαιο την κυριαρχία εφ’ όλης της γης που ανήκε στο Οθωμανικό κράτος, αναγνώρισε στους υπηκόους του, Έλληνες και Τούρκους, που κατείχαν νόμιμα κατά το οθωμανικό δίκαιο ακίνητα, ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε αυτά, τα οποία αργότερα με την περιέλευση της περιοχής στο Ελληνικό κράτος αναγνωρίσθηκαν και από αυτό δυνάμει της Συνθήκης της Κων/πόλεως και του πρωτοκόλλου της 3-2-1830 (βλ.

Ευθ. Κουρουσόπουλο, Δασική ιδιοκτησία και διαχείρισις, σελ. 183-185 και 198). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος (ΑΠ 426/1987, ΑΠ 340/1985).

Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/...9 (ΑΠ 552/...8 ΕλΔ 39,1284, ΑΠ 426/1987, ΑΠ 18...1986). Ακόμη, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή όμως αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Τούτο προκύπτει α) από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. ΚΘ’ της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους και β) από το άρθρο 3 του Ν.

ΨΗΖ’ /1880, κατά το οποίο οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Ακόμη, από τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2), 12 Π. (38.16), 3 Εισ. (2.19) και Θεμ.

φ. 3 (3.19), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να γίνει αποδοχή της κληρονομίας του κληρονομούμενου από τους κληρονόμους του που δεν ήταν ανήλικα τέκνα του και σιωπηρά με ανάμειξη των τελευταίων στην κληρονομία του, δηλαδή με συμπεριφορά ή πράξη που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται ως κληρονόμος στην κληρονομία για ανάμειξη σ’ αυτήν και απόκτησή της, τέτοια δε συμπεριφορά ή πράξη που φανερώνει πρόθεση των κληρονόμων για ανάμειξη και απόκτηση της κληρονομίας είναι και η διανομή της κληρονομίας μεταξύ των κληρονόμων.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης επ’ αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ`/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση και τα δημόσια λιβάδια, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (βλ.

Ολομ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 191/...7, 1404/...8). Καλή πίστη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, συνιστά η ειλικρινής πεποίθηση του νομέως ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος τρίτου, τη συνδρομή δε αυτής, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα αντικειμενικώς διαπιστώσιμα περιστατικά (ΑΠ 1281/2002).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 834/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 567/2013).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ερμηνείας της (ΑΠ 486/2013, ΑΠ 481/2013).

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ .../2013, ΑΠ 481/2013). Άλλωστε, οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση για την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 1127/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι το επίδικο ακίνητο, που αποτελείται σήμερα από δύο οικοπεδικές εκτάσεις, μετά των επ’ αυτών κτιριακών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων θραύσεως, κοσκινήσεως βωξίτου και φορτώσεως πλοίων, εμβαδού 10.877,11 τ.μ.

και 15....,24 τ.μ., που βρίσκονται στο Δήμο ..., εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως, παρά την παραλία στη θέση "Πλυντήρια" ή "..." και είναι καταχωρημένο στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... στον ΚΑΕΚ ... ως ενιαίο γεωτεμάχιο εμβαδού 28,679 τ.μ., περιήλθε στην κυριότητα της αιτούσας αναιρεσιβλήτου με το .../6-3-...2 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Μιχαήλ Αντωνίου Λεβέντη σε συνδυασμό με την .../26-9-...2 πράξη κατάργησης διαλυτικής αίρεσης του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχουν έκτοτε μεταγραφεί στους τόμους ...

και ... και με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... Αττικής, με αγορά από την εταιρεία με την επωνυμία "... Ελευσίνος Μεταλλευτικαί Βιομηχανικαί και Ναυτιλιακαί Εργασίαι Ανώνυμος Εταιρεία". Ότι όλο το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην πωλήτρια εταιρεία και δικαιοπάροχο της αιτούσας αναιρεσιβλήτου, λόγω συνεισφοράς του εις αυτήν υπό του εκ των μετόχων της εταιρείας Δ.

Μ. Σ., δυνάμει του .../20-9-1951 συμβολαίου συστάσεως της ανωνύμου εταιρείας (καταστατικού) του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Χρόνη, νομίμως έκτοτε μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο …και στον αριθμ. ..., η οποία στη συνέχεια προέβη με δικές της δαπάνες στην ανέγερση των επ’ αυτού κτισμάτων και στην εγκατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού.

Ότι στον προαναφερόμενο δικαιοπάροχο Δ. Σ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο δυνάμει του .../16.6.1948 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Χρόνη, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο … και στον αριθμ. ..., λόγω πώλησης από τον Λ. Ι. Ε., στον οποίο είχε περιέλθει ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 1.700 περίπου στρεμμάτων, ακαλλιέργητης και πετρώδους με ελαιόδενδρα, κείμενης στη θέση ...

της περιφέρειας της κοινότητας ..., συνορευομένης γύρωθεν με κτήματα αγνώστων, σιδηροδρομική γραμμή και θάλασσα, από κληρονομιά του στις 3-12-1927 αποβιώσαντος πατέρα του Ι. Π. Ε., σε συνδυασμό με την διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων του πατέρα του, δηλαδή του ιδίου, της μητέρας του Ζ. Ε. και του αδελφού του Κ.

Ε., δυνάμει του .../1929 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών I. Οικονομοπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και στον αριθμ. .... Ότι στον πιο πάνω κληρονομούμενο Ι. Π. Ε. είχε περιέλθει το όλο μείζον ακίνητο των 1.700 περίπου στρεμμάτων δι’ αλλεπάλληλων αγορών από τους Γ.

Π. Β. και Σ. Π. Β., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1883 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Απ. Γαϊτάνου, του υπ’ αριθμ. .../1902 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου ... Παπαβασιλοπούλου και του υπ’ αριθμ. .../1883 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ελευσίνος Ηλ. Λαμπέρη, νομίμως έκτοτε μεταγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...

στον τόμο ….αρ. ..., … αρ... και …αριθμ. ..., αντίστοιχα. Ότι στους Γ. Π. Β. και Σ. Π. Β. είχε περιέλθει το όλο μείζον ακίνητο των 1.700 περίπου στρεμμάτων από κληρονομία του πατέρα τους Π. Β., δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1850 δημόσιας διαθήκης, συνταχθείσης ενώπιον του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Νικολάου Ιωαννίδου, στην κληρονομιά του οποίου νόμιμα υπεισήλθαν δι’ αναμείξεως, στον οποίο πατέρα τους, είχε περιέλθει, ως μοναδικό κληρονόμο του πατέρα του Δ.

Β., από κληρονομία του τελευταίου, στην οποία (κληρονομία) νόμιμα υπεισήλθε δι’ αναμείξεως, στον οποίο πατέρα του Δ. Β. είχε περιέλθει λόγω αγοράς δυνάμει ταπίου από Τούρκους και του είχε παραδοθεί. Ότι το ως άνω μείζον ακίνητο των 1.700 περίπου στρεμμάτων, που αποτελείτο από πετρώδη και ακαλλιέργητη έκταση μετά των επ’ αυτής ελαιοδένδρων και που τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) των 28.679 τ.μ., από την κατά τα ανωτέρω κτήση του, τόσο ο Ι.

Ε., όσο και οι δικαιοπάροχοί του, άμεσοι και απώτεροι, ο καθένας από τότε που απέκτησε το μείζον ακίνητο των 1.700 περίπου στρεμμάτων, κατά τις ως άνω ημεροχρονολογίες, το εξούσιαζαν ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου αυτού πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, περίφραξη με ξερολιθιά, κλάδεμα των δένδρων, συλλογή των καρπών τους, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων ούτε του Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι και ο Λ. Ε., από την εγκατάστασή του στο ίδιο μείζον ακίνητο από το χρόνο θανάτου του πατρός του Ι. Ε., συνέχισε να το εξουσιάζει ασκώντας όλες τις πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, εκμίσθωσή του σε τρίτους, όπως τμήμα αυτού στον Δ. Σ. με το υπ’ αριθμ. .../30-3-1936 μισθωτήριο συμβόλαιο, με τα ίδια ως άνω προσόντα.

Ότι και ο Δ. Σ., από την κτήση του πιο πάνω επιδίκου ακινήτου των 28.679 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου, εγκαταστάθηκε σ’ αυτό και άσκησε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ειδικότερα εκμεταλλευόμενος το γειτνιάζον μεταλλείον βωξίτου, κείμενο στη θέση "...", είχε κατασκευάσει για τη φόρτωση των μεταλλευμάτων του επί των πλοίων πλατεία αποθηκεύσεως αυτών και διάφορες συναφείς εγκαταστάσεις, όπως φυλάκιο, πλάστιγγα σιδηροτροχιών και βαγονιών και γενικά είχε εγκαταστήσει μηχανολογικό εξοπλισμό, είχε ανεγείρει εγκαταστάσεις για τη θραύση, κοσκίνιση και μεταφορά μεταλλευμάτων, είχε κατασκευάσει οδούς προσπέλασης, υποβάλλοντας τις απαραίτητες εκάστοτε αιτήσεις στις αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση των σχετικών αδειών.

Ότι και η εταιρεία "... Α.Ε.", από της εγκαταστάσεώς της στο επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) κατά την πιο πάνω ημεροχρονολογία, συνέχισε να το εξουσιάζει ως κυρία καλοπίστως, με οριοθέτηση και επίβλεψη, υπέβαλε αιτήσεις μετά σχεδιαγραμμάτων για την έκδοση της υπ’ αριθμ. .../14-2-1952 άδειας κατασκευής οικημάτων, αποθηκών, εγκαταστάσεων φορτώσεως μεταλλευμάτων απαραίτητων για τις ανάγκες εκμετάλλευσης των μεταλλείων βωξίτου, χρησιμοποιούσε τον συνορευόμενο με αυτό αιγιαλό για την μεταφορά των μεταλλευμάτων, ανήγειρε κτίσματα και χρησιμοποιούσε το ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη για τη λειτουργία σ’ αυτό βιομηχανίας θραύσεως - κοσκινίσεως μεταλλεύματος βωξίτου, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης και χορήγησης σ’ αυτήν με την υπ’ αριθμ. .../13-1-1969 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Μεταλλείων του Υπουργείου Βιομηχανίας άδειας ίδρυσης και λειτουργίας εγκατάστασης θραύσεως και κοσκινίσεως μεταλλεύματος βωξίτου.

Ότι και η αιτούσα αναιρεσίβλητος, από την εγκατάστασή της στο ακίνητο κατά την πιο πάνω ημεροχρονολογία, συνέχισε να το εξουσιάζει ως κυρία καλοπίστως, προβαίνοντας σε εμβαδομέτρηση και σύνταξη από μηχανικό τοπογραφικών διαγραμμάτων, σε καθαρισμό του για τις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησής της, σε οριοθέτησή του το έτος ...3 και περίφραξή του με συρματόπλεγμα, σε επισκευή και επίβλεψη των εγκαταστάσεων και των κτισμάτων, σε υποβολή αιτήσεων στις 14-4-1992 και 14-5-1992 μετά σχεδιαγραμμάτων στο Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης νέων μονάδων και εκσυγχρονισμού των ήδη υφισταμένων και χορήγηση, μετά την έκδοση των ...22-7-1992 και 112/26-8-1992 πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου της αιτηθείσας άδειας και στις 2-12-1994, με την ...2-12-1994 απόφαση του πιο πάνω Υπουργού επί σχετικής αίτησής της μετά σχεδιαγραμμάτων, σε ανανέωση της άδειας λειτουργίας της βιομηχανίας που λειτουργούσε στο επίδικο ακίνητο, στις δε 9-9-2004 με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας της παραχωρήθηκε μετά από σχετική αίτησή της για πέντε χρόνια το δικαίωμα απλής χρήσης του αιγιαλού μετά των ευρισκομένων εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων της.

Ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε, με δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, την αιτούσα αναιρεσίβλητο ή τους δικαιοπαρόχους της στην άσκηση της νομής τους στο επίδικο, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στο επίδικο ακίνητο, αμφισβήτησε δε για πρώτη φορά την κυριότητα της αναιρεσιβλήτου και των δικαιοπαρόχων της επί της επίδικης έκτασης στις 6-3-2002, οπότε υπέβαλε δήλωση περί κυριότητάς του στην εν λόγω έκταση ως περιλαμβανόμενη σε ευρύτερη δασικής μορφής έκταση.

Ότι η επίδικη έκταση ουδέποτε είχε δασική βλάστηση, αλλά ήταν ανέκαθεν βραχώδης, πετρώδης και γυμνή βλάστησης, μη δυνάμενη να αναπτύξει κανενός είδους βλάστηση, χωρίς δένδρα ούτε θάμνους, με ελάχιστους νανώδεις θάμνους με κάλυψη κάτω του 1%. Ότι από το έτος 1833 και μέχρι τις 11-9-1915, αλλά και πέραν της ημερομηνίας αυτής μέχρι την 30-1-2004 και ακολούθως μέχρι την άσκηση της αίτησης, οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της αιτούσας και η τελευταία απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με τους τίτλους που προαναφέρθηκαν και έκτοτε τα εξουσίαζαν με διάνοια κυρίου συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και στη μορφολογία του επίδικου ακινήτου διακατοχικές πράξεις, χωρίς οποιαδήποτε ενόχληση ή αμφισβήτηση του Ελληνικού Δημοσίου, έχοντας πάντοτε οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αιτούσας, μέχρι την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής τους, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, και νεμόμενοι ως κύριοι το πιο πάνω μείζον ακίνητο, μέσα στα όρια του οποίου περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο), δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε αυτό (ολόκληρο ή μέρος του), μετά δε την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), έχοντας την πεποίθηση οι δικαιοπάροχοί της, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο μείζον αυτό ακίνητο, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο).

Ότι η κυριότητα των δικαιοπαρόχων της αιτούσας και της αιτούσας στο επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) ουδέποτε καταλύθηκε λόγω θεμελίωσης μεταγενεστέρως δικαιωμάτων κυριότητας του Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δεδομένου ότι το Δημόσιο ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αφού αυτό κατείχαν και νέμονταν η αιτούσα και δικαιοπάροχοί της, προβαίνοντας ακωλύτως στην εκμετάλλευση και περαιτέρω αξιοποίησή του κατά τη φύση και τον προορισμό του.

Ότι οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) περιήλθε στην κυριότητά του διότι ήταν κατά το έτος 1836 τμήμα μείζονος δημόσιας δασικής μορφής έκτασης, άλλως διότι περιήλθε σ’ αυτό σε μεγαλύτερη έκταση ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, άλλως ως ιδιωτικό δάσος, του οποίου οι ιδιοκτήτες δεν προσκόμισαν τους τίτλους εντός έτους από τη δημοσίευση του Β.Δ.

της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος βάσει του άρθρου 1 του από 12-12-1833 Β.Δ., άλλως ως αδέσποτο βάσει των διατάξεων του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", άλλως γιατί το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα, δεν αποδείχθηκαν και είναι αβάσιμοι.

Και ότι και με την εκδοχή ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) ήταν τμήμα δασικής έκτασης, ή βοσκότοπος ή λιβάδι ή δημόσιο κτήμα και πάλι οι δικαιοπάροχοι της αιτούσας και η αιτούσα κατέστησαν κύριοι αυτού, αφού μέχρι και τις 11-9-1915, που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία κατά τους όρους του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ακόμη και επί δημοσίων δασικών εκτάσεων ή δημοσίων λιβαδιών, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αιτούσας είχαν συμπληρώσει τριάντα έτη καλόπιστης άσκησης νομής επί του επιδίκου και είχαν καταστεί κύριοι αυτού με χρησικτησία.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι κυρία του επίδικου ακινήτου που καταχωρήθηκε ως άγνωστου ιδιοκτήτη στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... στον ΚΑΕΚ ... είναι η αιτούσα αναιρεσίβλητος και όχι το κυρίως παρεμβάν Ελληνικό Δημόσιο και απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής που αφορούσε το ως άνω ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ώστε να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...

ότι τούτο, κατά τον χρόνο των πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, δεν ήταν άγνωστου ιδιοκτήτη, αλλά ήταν της ιδιοκτησίας της αιτούσας, η οποία διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής αποτελούσε και το μοναδικό αντικείμενο της δίκης κατά την εκούσια δικαιοδοσία. Επομένως, αφού με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...

με ΚΑΕΚ ... δεν ήταν ποτέ δασική έκταση, δηλαδή ούτε και κατά την ισχύ του Β.Δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", ότι αυτό ανήκε σε Τούρκους ιδιώτες που το πώλησαν και το παρέδωσαν, ως τμήμα μείζονος ακινήτου εκτάσεως 1.700 περίπου στρεμμάτων, στον απώτατο δικαιοπάροχο της αιτούσας Δ. Β. πριν από το έτος 1850 και κατά συνέπεια ότι αποτελούσε γαία καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκι) κατά τον οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της αιτούσας Λ.

Ι. Ε., η μητέρα του Ζ. Ε. και ο αδελφός του Κ. Ε. συνέταξαν και μετέγραψαν το υπ’ αριθμ. .../1929 διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών I. Οικονομοπούλου, με το οποίο διένειμαν μεταξύ τους την κληρονομία του αποβιώσαντος στις 3-12-1927 πατέρα και συζύγου τους Ι. Π. Ε., αναμειχθέντες έτσι στην κληρονομία του και αποδεχθέντες σιωπηρώς αυτήν, ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) εκτάσεως 28.679 τ.μ.

εμπίπτει και περιλαμβάνεται στα όρια του μείζονος ενιαίου ακινήτου των 1.700 περίπου στρεμμάτων που αγόρασε ο Ι. Ε. από τους Γ. Π. Β. και Σ. Π. Β. με τα προαναφερθέντα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, ότι στο επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) εκτάσεως 28.679 τ.μ., ως τμήμα του μείζονος ακινήτου των 1.700 περίπου στρεμμάτων, ασκήθηκαν οι αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και στον προορισμό του και ότι τόσο όλοι οι δικαιοπάροχοι της αιτούσας, απώτεροι και άμεσοι, όσο και η αιτούσα, νέμονταν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και συγκεκριμένα με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του και νεμόμενοι ως κύριοι αυτό δεν προσέβαλλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, του πρωτοκόλλου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω πρωτοκόλλου των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, καθώς και της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του άρθρου 16 του Ν.

της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 1 του Β.Δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, του άρθρου 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος", του άρθρου 1 του Β.Δ.

της 12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. ΚΘ’ της 31-1/18-2-1864, του άρθρου 3 του Ν. ΨΗΖ’ /1880, τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 12 Πανδ. (28.7), 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), 69 Πανδ. (29.2), 12 Π. (38.16), 3 Εισ. (2.19) και Θεμ. φ. 3 (3.19), ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν.

ΔΞΗ`/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αλλ’ ούτε και πλαγίως παραβίασε αυτές, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που στηρίζουν στις ως άνω διατάξεις την κρίση του ότι η αιτούσα είναι κυρία του επίδικου ακινήτου (γεωτεμαχίου) που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ...

με ΚΑΕΚ ... και ότι απέκτησε την κυριότητά του κατά παράγωγό τρόπο από μεταβίβασή του προς αυτήν από την αληθινή κυρία του με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, αλλά και κατά πρωτόπυπο τρόπο με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της. Όμως, με τους τέταρτο (4ο), πέμπτο (5ο) και έκτο (6ο) λόγους της αναιρέσεως, το αναιρεσείον, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

για την θεμελίωσή τους, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε εκ πλαγίου κανόνας δικαίου, στην πραγματικότητα πλήττει απαράδεκτα την προσβαλλόμενη απόφαση για την από μέρους του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή πλήττει απαράδεκτα τα σαφή αποδεικτικά πορίσματα στα οποία κατέληξε το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) εκτάσεως 28.679 τ.μ.

εμπίπτει και περιλαμβάνεται στα όρια του μείζονος ενιαίου ακινήτου των 1.700 περίπου στρεμμάτων που αγόρασε ο Ι. Ε. από τους Γ. Π. Β. και Σ. Π. Β. με τα προαναφερθέντα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, ότι στο επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) εκτάσεως 28.679 τ.μ., ως τμήμα του μείζονος ακινήτου των 1.700 περίπου στρεμμάτων, ασκήθηκαν οι αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και στον προορισμό του και ότι τόσο όλοι δικαιοπάροχοι της αιτούσας, απώτεροι και άμεσοι, όσο και η αιτούσα, νέμονταν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και συγκεκριμένα με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του και νεμόμενοι ως κύριοι αυτό δεν προσέβαλλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, αλλά και του Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, οι πρώτος (1ος), δεύτερος (2ος) και τρίτος (3ος) λόγοι της αναιρέσεως, που στηρίζονται στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι τέταρτος (4ος), πέμπτος (5ος) και έκτος (6ος) λόγοι της αναιρέσεως, οι οποίοι, υπό το πρόσχημα της θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., στην πραγματικότητα πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 835/2013).

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 495/2013, ΑΠ 1021/ 2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο (7ο) λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της ως άνω διατάξεως του αριθμού 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα και συγκεκριμένα το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../16-11-2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Αττικής που αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο εικονίζεται ως δασική έκταση στον υπό ανάρτηση δασικό χάρτη του Δήμου ..., το από 15-11-2009 αντίγραφο υπόβαθρου αεροφωτογραφίας του έτους 1945 και το από 15-11-2009 αντίγραφο υπόβαθρου αεροφωτογραφίας του έτους ...5, από τα οποία προέκυπτε ο δασικός χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, που ρητά αναφέρει ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ’ ουσία διάγνωση της διαφοράς" και κάνει ιδιαίτερη αναφορά στις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945 και 1960 και των ετών 2003 και 2010 και σε φωτοερμηνεία τους για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο ποτέ δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση, δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία και καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το Ελληνικό Δημόσιο, λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του κατά τα ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το επίδικο δεν ήταν ποτέ δάσος ή δασική έκταση.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-9-2014 και με αριθμό καταθέσεως 680/2014 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 7699/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ