1142/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1142/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 1142 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1142/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 21 Μαίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρη Τσαβδαρίδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σιάτιστας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 61/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2009 αίτηση του ως και τους με ιδιαίτερο, από 31-1-2011 δικόγραφο, πρόσθετους αυτής λόγους. Εκδόθηκε η 550/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναπροσδιορίζεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 6 Οκτωβρίου 2011 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2011 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 3/1-6-2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 31/31-1-2001, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 61/9-3-2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 7788Β'/11-1-2011 και 8698Β/3-1-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης ..., προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ιωάννη Μπαλαμπανίδη, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 3/1-6-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 31/31-1-2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 61/9-3-2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, μετά την έκδοση επ' αυτής της 550/2011 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της λόγω εκπροθέσμου κλητεύσεως του απολιπομένου και κατά την δικάσιμο εκείνη (14-3-2011) αναιρεσίβλητου, και παράλληλα, θεωρείται ότι ενέκρινε (εντολή προς επίδοση) κατά την παράστασή του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Άρη Τσαβδαρίδη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως και της από 6-10-2011 κλήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (21-5-2012), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (21-5-2012).
Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη 3/1-6-2009 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 31/31-1-2011, δικόγραφο πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η 61/9-3-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 12/16-11-2006 ανακοπή ο δι'αυτής ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων εδίωκε την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως, που επέσπευδε σε βάρος του ο καθού και ήδη αναιρεσίβλητος με εκτελεστό τίτλο την 17/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας.
Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 1/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 5/11-4-2007 έφεση του ανακόπτοντος, η 61/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με απορριπτική επ'αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Ο εφεσίβλητος και καθ'ου η ανακοπή ήσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας την από 18-11-2004 και με αυξ.
αριθμό κατάθεσης 28/2004 αγωγή του με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο ανακόπτων-εκεί εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 11.268,35 ευρώ, το οποίο αποτελούσε υπόλοιπο τιμήματος πωλήσεως των αναλυτικώς αναφερόμενων σε αυτή γουναρικών -παλτών τα οποία του πούλησε στην πόλη της Σιάτιστας. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη ερήμην του ανακόπτοντος η με αριθμό 17/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας, η οποία και την έκανε δεκτή και τον υποχρέωσε να καταβάλει το ως άνω ποσό στον ενάγοντα -εφεσίβλητο με τους νόμιμους τόκους από την υπερημερία του.
Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος ήσκησε την από 15-11-2005 ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε για τυπικό λόγο δυνάμει της με αριθμό 14/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας. Ακολούθως, ο ενάγων και καθ'ου η ανακοπή επέδωσε στον ανακόπτοντα την 2-11-2006 επικυρωμένο αντίγραφο εκτελεστού απογράφου τη με αριθμό 17/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας με την από 1-11-2006 επιταγή του προς πληρωμή των αναφερόμενων σε αυτή ποσών και προχώρησε και σε αναγκαστική κατάσχεση περιουσιακών του στοιχείων δυνάμει της με αριθμό 208/8-11-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης ..., κατά της οποίας και ασκήθηκε η ένδικη ανακοπή.
Ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι πάσχει η απαίτηση του καθ'ου η ανακοπή για το λόγο ότι ουδέποτε αγόρασε από αυτόν τα αναφερόμενα στην αγωγή παλτά και ότι αυτός απλά τυγχάνει "μεσίτης"-μεσολαβητής, ο οποίος και μεσολάβησε προκειμένου ο καθ'ου η ανακοπή να πωλήσει γούνινα παλτά σε ισπανικές εταιρίες στις οποίες και απέστειλε αυτός τελικώς εμπορεύματα.
Επίσης, ισχυρίζεται ότι κατόπιν συμφωνίας του καθ'ου η ανακοπή και των ισπανικών "φιρμών" όλα τα εμπορεύματα που αυτός απέστειλε σε αυτές ήταν υποτιμολογημένα και φαινόταν κατά την αποστολή τους ότι είχε εξοφληθεί το τίμημα αυτών, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε μεταξύ τους συμφωνία για την καταβολή του πραγματικού τιμήματος τους χωρίς παραστατικά μετά την πώληση των εμπορευμάτων και ότι λόγω της κρίσης της γούνας δεν κατέστη εφικτό να πουληθούν όλα τα εμπορεύματα του καθ'ου η ανακοπή και να λάβει αυτός τα χρήματα του, που είχαν συμφωνηθεί χωρίς παραστατικά, λόγος για τον οποίο τον παρακάλεσε να βρεί "χορδά" (δηλαδή κομμάτια ασύνδετης γούνας-μουτόν) προκειμένου να γίνει ανταλλαγή με όποια εμπορεύματα του έμειναν αδιάθετα από τις φίρμες.
Και ότι κατόπιν της συμφωνίας αυτής του απέστειλε δυνάμει του με αριθμό 5/25/7/2001 τιμολογίου "χορδά" αξίας 12.170,50 ευρώ, τα οποία και παρέλαβε ο καθ'ου η ανακοπή χωρίς ουδέποτε να του καταβάλει το τίμημα αυτό, λόγος για τον οποία επικουρικά προτείνει την ένσταση εξόφλησης της απαίτησης του. Οι ισχυρισμοί όμως του ανακόπτοντος, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης της ανακοπής του, δεν αποδείχθηκαν από κανένα αποδεικτικό μέσο.
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων αγόρασε και παρέλαβε στην πόλη της Σιάτιστας από τον καθ'ου η ανακοπή τα αναφερόμενα στην με αριθμό 17/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας γουναρικά (παλτό και γιακάδες), σταδιακά από το έτος 1999 και κατά τα εκεί αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, το αντίτιμο των οποίων δεν εξόφλησε πλήρως προς τον πωλητή, απομένοντος ως υπολοίπου του ποσού των 11.268,35 ευρώ.
Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι ενήργησε ως μεσίτης, προς σύσταση του καθ'ου για πώληση γουναρικών σε κάποιες ισπανικές φίρμες, τις οποίες άλλωστε δεν κατονομάζει δεν αποδείχθηκε, από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε και από την ασαφή και με αντιφάσεις κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης του Ν. Τ., ο οποίος δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Πρωτόδικο δικαστήριο για την ακριβή συμφωνία μεταξύ των μερών, καθόσον δεν ήταν παρών και δήλωσε ρητά, ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας.
Από το όλο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι ο ανακόπτων απέστειλε στον καθ' ου "χοδρά", δηλαδή πρώτη ύλη για την κατασκευή γουναρικών (μουτόν) αξίας 7.610,42 ευρώ, ποσό το οποίο αφαιρέθηκε από τον καθ'ου η ανακοπή από το υπόλοιπο του οφειλόμενου σε αυτόν τιμήματος, όπως προκύπτει και από την αγωγή που ασκήθηκε εναντίον του ανακόπτοντος.
Εξάλλου, θα ήταν παράλογο ο ανακόπτων να θελήσει να εξυπηρετήσει τον καθ'ου η ανακοπή στις συναλλαγές του με ισπανικές "φίρμες" και να του αποστείλει χωρίς να έχουν άλλη μεταξύ τους συναλλαγή (αγοραπωλησία) προϊόντων χορδά ύψους 12.170 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος. Μάλιστα, ο μάρτυρας απόδειξης του ως προς το σκέλος αυτό κατέθεσε, ότι γνωρίζει ότι ο ανακόπτων απέστειλε εμπόρευμα από την Ισπανία, αλλά ότι δεν ξέρει γιατί το έστειλε, ενώ ακολούθως στην κατάθεση του αναφέρει ότι ο ανακόπτων έκανε εμπορικές συναλλαγές, αλλά για μικρά ποσά.
Εξάλλου, για την γενόμενη μεταξύ των μερών συμφωνία, το ύψος του οφειλόμενου από τον ανακόπτοντα ποσού και το γεγονός, ότι αυτός δεν το κατέβαλε παρά τις συνεχείς οχλήσεις του καθ'ου η ανακοπή-ενάγοντος κατέθεσε με σαφήνεια η σύζυγος του και μάρτυράς του, η οποία ήταν παρούσα στις μεταξύ τους συμφωνίες, κατάθεση, η οποία δεν αναιρέθηκε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο.
Άλλωστε, ούτε το γεγονός, ότι δεν εκδόθηκαν τιμολόγια για τις ως άνω πωλήσεις εμπορευμάτων, από μόνο του δεν αρκεί για να συναχθεί ότι δεν έγιναν πράγματι αυτές οι πωλήσεις.
Συνεπώς, η απαίτηση του καθ'ου η ανακοπή, όπως αυτή περιγράφεται στην με αριθμό 17/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σιάτιστας, είναι υπαρκτή και βάσιμη και δεν πάσχει με οποιονδήποτε τρόπο η δυνάμει αυτής επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ανακόπτοντος, ούτε οι μετά από αυτή πράξεις εκτέλεσης που έγιναν εκ μέρους του καθ'ου η ανακοπή." Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ'αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως.
(i) Κύριο δικόγραφο.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ,, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε Εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, μεταξύ των άλλων, και για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικώς μόνον αν αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδικεύσεως αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν προς απόδειξη, με τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τους διατυπούμενους λόγους προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ με την έννοια, ότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως (α)ότι καταρτίσθηκαν οι θεμελιωτικές της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου συμβάσεις πωλήσεως, παρά το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε γι' αυτές τιμολόγιο ή σχετικό έγγραφο αποδεικτικό αυτών ή της απορρέουσας εξ αυτών οφειλής του αναιρεσείοντος (1ος λόγος). (β) ότι έναντι του οφειλομένου συνολικού τιμήματος πωλήσεως, ποσού 17.221.000 δρχ (50.538,52€), ο αναιρεσείων κατέβαλε τμηματικά στον αναιρεσίβλητο εκείνο των 39.270,00 ευρώ, χωρίς την έκδοση οποιουδήποτε εγγράφου αποδεικτικού της καταβολής αυτής (2ος λόγος), και (γ) ότι θα ήταν παράλογο ο αναιρεσείων να θελήσει να εξυπηρετήσει τον αναιρεσίβλητο στις συναλλαγές του με ισπανικούς οίκους και να αποστείλει εις εκείνον προϊόντα ασύνδετης γούνας, αξίας 12.170,00 ευρώ, χωρίς να συνδέονται με άλλη συμβατική σχέση και ειδικότερα εκείνης της πωλήσεως, κατ'αποκλεισμό εκείνης της μεσιτείας (3ος λόγος), παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου των άρθρων 513 και 416 ΑΚ και (δ) ότι η κατά του αναιρεσείοντος απαίτηση του αναιρεσίβλητου μερικώς αποσβέσθηκε παράλληλα με τον συμψηφισμό της ισόποσης προς την αξία των προϊόντων ασύνδετης γούνας απαιτήσεως του, που εκείνος απέστειλε προς τον τελευταίο, χωρίς να έχει προταθεί δήλωση συμψηφισμού από τους συμβληθέντες διαδίκους ευθέως παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 440, 441 παρ.1 ΑΚ (4ος λόγος).
Προφανές είναι ότι οι με στοιχ. (α) και (γ) αναιρετικές αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε κανόνες δικαίου, προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά συνδέονται οι εν λόγω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας με την εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού αποτελούσες πραγματικό επιχείρημα με αρνητική και θετική μορφή, αντίστοιχα, οι δε λοιπές, που αντιστοιχούν στις παραδοχές της αποφάσεως για μερική απόσβεση της κατά του αναιρεσείοντος χρηματικής αξιώσεως του αναιρεσίβλητου με καταβολή και συμψηφισμό, απαραδέκτως προβάλλονται, ελλείψει του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 68, 73), η παραδοχή των οποίων διαφοροποιεί το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως με επιβλαβέστερο για εκείνον αποτέλεσμα.
(ii) Πρόσθετο δικόγραφο.
Ι. Οι διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται κατά την έννοια του άρθρου 569 αρ.1 ΚΠολΔ και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ'αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή αυτών.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, ότι με την αναφορά στις αιτιολογίες της (α) "ότι θα ήταν παράλογο ο ανακόπτων να θελήσει να εξυπηρετήσει τον καθού η ανακοπή στις συναλλαγές του με ισπανικές "φίρμες" και να του αποστείλει χωρίς να έχουν άλλη μεταξύ τους συναλλαγή (αγοραπωλησία) προϊόντων χορδά ύψους 12170 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος" και (β) "Άλλωστε ούτε το γεγονός ότι δεν εκδόθηκαν τιμολόγια για τις ως άνω πωλήσεις εμπορευμάτων από μόνο του δεν αρκεί για να συναχθεί ότι δεν έγιναν πράγματι αυτές οι πωλήσεις", διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού κατά τη διάγνωση του περιεχομένου της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, για την οποία αποφάνθηκε ότι επρόκειτο περί πωλήσεως αντί εκείνης της μεσιστείας, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους εντεύθεν ευθέως παραβίασε.
Προφανές είναι, ότι οι αιτιολογίες αυτές δεν κατατείνουν στην διαπίστωση της αληθινής βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων μετά την παραδοχή υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας στην διατύπωσή της, ώστε να παρίστανται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, αλλά πραγματικά επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν το κυρίαρχο αποδεικτικό της πόρισμα ότι κατά την πλήρως και σαφώς διατυπωθείσα δήλωση βουλήσεως των διαδίκων μεταξύ αυτών συνομολογήθηκε σύμβαση πωλήσεως αντί εκείνης της μεσιτείας, που υποστήριξε ο αναιρεσείων, αρνούμενος αιτιολογημένα τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά.
Επομένως η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.
ΙΙ. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 513 ΑΚ με τη σύμβαση πωλήσεως ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος, που αποτέλεσε το αντικείμενο αυτής, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε, εκτός αν πιστώθηκε το τίμημα, ισχυρισμό τον οποίο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ενιστάμενος ο αγοραστής.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 513 ΑΚ, χωρίς να δέχεται παράλληλα ότι δεν πιστώθηκε το τίμημα ή σε καταφατική περίπτωση, ότι παρήλθε ο συμφωνηθείς χρόνος καταβολής του, ελέγχεται ως αβάσιμη, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της παραδοχή περί πιστώσεως του συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως, αλλά αντιθέτως δέχεται ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε την καταβολή του παρά τις προς τούτο οχλήσεις του αναιρεσίβλητου.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτη, ελλείψει του απαιτουμένου προς τούτο εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 68, 73), η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετικής αιτίασης της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 440 ΑΚ, με την οποία εναντιώνεται κατά του κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως για μερική απόσβεση της κατ'αυτού αξιώσεως του αναιρεσίβλητου με συμψηφισμό.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 3/1-6-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 31/31-1-2011, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 61/9-3-2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ