Legislator Case Law & Legislation
1142/2011 AI generated

1142/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1142/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1142/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δυο πρώτους λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο έκανε μερικά δεκτή την ένδικη περί κλήρου αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1142 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1142/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μακρή.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλαμούτσο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3160/2005 μη οριστική, 3901/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1698/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-5-2009 αίτησή της και με τους από 1-3-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 24-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών. Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει, ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δυο πρώτους λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας-εναγομένης κατά της απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο έκανε μερικά δεκτή την ένδικη περί κλήρου αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ' αυτής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα με τους λόγους αυτούς, κατ' ορθή εκτίμησή τους, η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις α)ότι, καίτοι στην από 7-12-1992 ιδιόγραφη διαθήκη του Δ. Κ., πατέρα των διαδίκων και δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου αδελφού της, ρητά αναφέρεται ότι στον τελευταίο κατέλιπε "... ως και την κατοικίαν εν ... ωσαύτως με την υποχρέωσιν να αφήνει να φιλοξενούνται οσάκις θέλουσιν και αι αδελφαί του", το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν θεμελιώνεται γι' αυτήν το δικαίωμα της οίκησης στην ως άνω κατοικία, ούτε ότι η εγκατάσταση αυτή του αναιρεσιβλήτου έγινε υπό τρόπον, ούτε ακόμη ότι αυτή έχει κάποια ενοχική αξίωση κατ' αυτού και ότι έτσι καταστρατηγείται η τελευταία βούληση του διαθέτη και β)ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι εκτός από την οικία του ...

ανήκει στον αναιρεσίβλητο και όλο το οικόπεδο και η ανεξάρτητη αποθήκη για τα οποία ουδεμία αναφορά κάνει ο διαθέτης Δ. Κ. στη διαθήκη του, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η εγκατάσταση του αναιρεσιβλήτου έγινε μόνο στη διώροφη οικία αποτελούμενη από ισόγειο 53,75 τμ και πρώτο όροφο 57,29 τμ, ενώ δεν περιλαμβάνει η διαθήκη το οικόπεδο των 453,05 τμ, όπου σε μέρος του είναι κτισμένη η ως άνω διώροφη οικία και την αποθήκη 39,07 τμ, και, κατά συνέπεια, το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 επ ΑΚ.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στην κρίση, ότι ο διαθέτης με την από 7-12-1992 ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε ως κληρονόμο του τον αναιρεσίβλητο, αφενός μεν σε μια οριζόντια ιδιοκτησία (τρίτος εν εσοχή όροφος) της επί της οδού ... στον ... πολυώροφης οικοδομής και αφετέρου επί οικοπέδου 453,62 τμ μετά των εντός αυτού κτισμάτων ήτοι διώροφης οικίας αποτελούμενης από ισόγειο 53,75 τμ και πρώτο όροφο 57,29 τμ και αποθήκης 39,07 τμ, στο ..., με την προσθήκη ότι έχει την υποχρέωση ο τελευταίος να φιλοξενούνται στην εν λόγω οικία οσάκις θέλουν και οι αδελφοί του και, τέλος, ότι η τελευταία προσθήκη δεν θεμελιώνει υπέρ της αναιρεσείουσας το εμπράγματο δικαίωμα της περιορισμένης προσωπικής δουλειάς της οικήσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο, στηριζόμενο στο κείμενο της επίμαχης διαθήκης, δέχθηκε ότι, όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την 518/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε αμετάκλητη "... η προαναφερόμενη διάταξη της διαθήκης είναι απολύτως σαφής, δεν χρήζει ερμηνείας και αποδίδεται με αυτήν η αληθινή βούληση του διαθέτη, η οποία συνίσταται στην εγκατάσταση του τότε εναγομένου και ήδη ενάγοντος-γιού του διαθέτη, κληρονόμου του στα προαναφερόμενα δυο ακίνητα και συγκεκριμένα στο μεν πρώτο (δηλαδή αυτό της οδού ...) μετά το θάνατο της συζύγου του και μητέρας των διαδίκων, στο δε δεύτερο (δηλαδή αυτό στο χωριό ...) αμέσως μετά το θάνατό του (διαθέτη), η προσθήκη δε από το διαθέτη, στην εν λόγω διάταξη της διαθήκης της φράσεως ότι ο τότε εναγόμενος "έχει την υποχρέωση να φιλοξενεί την ενάγουσα και τις αδελφές της", αφορά αποκλειστικά και μόνο την κατοικία στο χωριό ..., πλην όμως δεν στοιχειοθετεί υπέρ της ενάγουσας το εμπράγματο δικαίωμα της περιορισμένης προσωπικής δουλείας οικήσεως ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν διέγνωσε, έστω και έμμεσα, ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τις περιεχόμενες στην πιο πάνω ιδιόγραφη διαθήκη δηλώσεις του διαθέτη αναφορικά με την εγκατάσταση του αναιρεσιβλήτου στα διεκδικούμενα κληρονομιαία ακίνητα, αλλά και με την υποχρέωση φιλοξενίας της αναιρεσείουσας στην οικία στο ..., ώστε να απαιτείται για την αποσαφήνισή της ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.

Επομένως οι εξεταζόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτός εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι, καίτοι ο διαθέτης με την από 4-11-1979 παλαιότερη ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε τον αναιρεσίβλητο στην πατρική οικία στο ..., μαζί με το περίβολό (οικόπεδο) της και την αποθήκη, ενώ στην επίμαχη διαθήκη αναφέρει μόνο την οικία χωρίς να αναφέρει το οικόπεδο και την αποθήκη, γεγονός που (κατά την αναιρεσείουσα) σημαίνει ότι η τελευταία βούληση του διαθέτη ήταν να εγκαταστήσει τον αναιρεσίβλητο κληρονόμο του μόνο στην οικία όχι δε στο οικόπεδο και στην αποθήκη, το Εφετείο με το να κρίνει ότι ο διαθέτης τον εγκατέστησε κληρονόμο τόσο στην οικία όσο και στο οικόπεδο και στην αποθήκη, έσφαλε ερμηνεύοντας, όπως παραπάνω εκτίθεται, το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης.

Ο λόγος αυτός όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας ή αμφιβολίας στην τελευταία διαθήκη ως προς τη βούληση του διαθέτη γι' αυτό και δεν προέβη σε ερμηνεία της επίμαχης διαθήκης.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο λόγο της αναίρεσης και πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα και ότι αυτή κακόπιστα είχε τη χρήση των δυο επιδίκων οικιών, καίτοι ο αναιρεσίβλητος έχει αλλάξει τις κλειδαριές αυτών από το έτος 2001 και εντός αυτών είναι αποθηκευμένα έπιπλα και σκεύη των γονέων τους και έχει αυτός τη νομή τους, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την υποχρέωσή της (αναιρεσείουσας) να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 22.540 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης (ωφελήματα) για την αποκλειστική χρήση απ' αυτήν των επιδίκων οικιών για το διάστημα 2000-2004 και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάσης της. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού όλες οι περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων - δηλαδή του περιεχομένου των εγγράφων, ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, καθώς και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των διαδίκων - το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα της αναιρεσείουσας.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 32/1996).

Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι υπάρχει στον τρίτο όροφο της επί της οδού ... στον ... πολυώροφης οικοδομής διαμέρισμα "ρετιρέ", ενώ με βάση τη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας και τα σχεδιαγράμματα της Πολεοδομίας προβλέπεται μόνο ένα δώμα - αποθήκη, μέσω του οποίου γίνεται η είσοδος στην κοινόχρηστη ταράτσα, ενώ το ως άνω διαμέρισμα ("ρετιρέ") είναι αυθαίρετο και κατασκευάστηκε καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, γεγονός το οποίο γνώριζε ο αναιρεσίβλητος και δεν το δήλωσε στη σχετική πράξη αποδοχής της κληρονομίας του παραπάνω διαθέτη, παραβίασε ευθέως διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, επειδή, παρόλο που εκτίθεται η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτούς οι επί μέρους διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ούτε, επίσης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και τέλος δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του εν λόγω δικαστηρίου δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να ελεγχθεί αν οι αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Τέλος ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι παντελώς αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, επειδή, εκτός από την αριθμητική παράθεση της παραπάνω διάταξης, δεν εξειδικεύεται καθόλου στο οικείο δικόγραφο η σχετική αναιρετική πλημμέλεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-5-2009 αίτηση και τους από 1-3-2010 προσθέτους λόγους της Ε. Κ. του Δ. για αναίρεση της 1698/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ