Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient reasoning on driver's fault and evidence clarity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final traffic accident verdict, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court failed to adequately address the defendant's potential fault, lack of speed control, and failure to mention the motorcycle's headlight status in its reasoning. The court found the appellate court's justification insufficient regarding these critical factual elements, necessitating a new examination of liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 19, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the appellate court fails to provide clear and sufficient reasoning on the existence or non-existence of fault, rendering the review of substantive law application impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1142 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1142/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ, κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "Γ.Η. ... Α.Ε.Γ.Α." και το διακριτικό τίτλο "... - INSURANCE C.O.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Νταραντάνη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κόρμαλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαϊου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2002 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επί των αμιγώς διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται στον χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου. Στις διαδικαστικές αυτές πράξεις προσήκει η ρύθμιση του άρθρου 116 ΚΠολΔ, από το οποίο όμως δεν προβλέπεται ρητώς ότι η κατά παράβασή του επιχειρηθείσα διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη. Αν όμως η παραβίαση των επιταγών του άρθρου 116 ΚΠολΔ καταφάσκει την έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως, τότε η πράξη αυτή είναι απαράδεκτη, διότι δεν συντρέχει η διαδικαστική προϋπόθεση του εννόμου συμφέροντος (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ.1 και 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθιστώσα την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, μπορεί να γίνει και σιωπηρώς. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή όμως δεν ενέχει η εκούσια συμμόρφωσή του προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτελέσεως.
Εν προκειμένω, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι η άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι καταχρηστική, διότι α) έγινε μετά δύο έτη από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, β) οι αναιρεσείοντες αποδέχθηκαν την εν λόγω απόφαση, αφού, όπως προκύπτει από τη με χρονολογία 13-6-2002 έγγραφη απόδειξη της δεύτερης από αυτούς, η ίδια, ενεργούσα και για λογαριασμό του πρώτου, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο όλα τα επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, χωρίς να επιφυλαχθεί για την προσβολή με αναίρεση της αποφάσεως αυτής και γ) τυχόν αποδοχή του ένδικου τούτου μέσου θα επέφερε δισβάστακτες οικονομικές συνέπειες για τον αναιρεσίβλητο.
Από την ως άνω έγγραφη απόδειξη προκύπτει ότι η δεύτερη των αναιρεσειόντων ασφαλιστική εταιρία πλήρωσε, για λογαριασμό και του πρώτου, στον αναιρεσίβλητο τα επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά της απαιτήσεως, των τόκων και των δικαστικών εξόδων. Από μόνη όμως την εκούσια συμμόρφωση των αναιρεσειόντων προς τις διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρή αποδοχή αυτής, αφού η είσπραξη των άνω χρηματικών ποσών μπορούσε να επιδιωχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση.
Ως προς το μέρος συνεπώς αυτό, ο εκτεθείς ισχυρισμός, με τον οποίο κατ' εκτίμηση αποδίδεται έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, διότι τα προς θεμελίωσή του αναφερόμενα περιστατικά δεν αποκλείουν το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΙΙ.- Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη 1) υπαιτιότητας, στην οποία εμπεριέχεται και η αμέλεια, 2) συντρέχοντος πταίσματος και 3) αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας.
Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου. Η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται διαμέσου των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται εν προκειμένω οι κανόνες της τυπικής λογικής.
Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς τα διδάγματα αυτά επιτρέπεται μόνο όταν η έλλειψη εντοπίζεται στην εξειδίκευση των ως άνω αόριστων νομικών εννοιών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η σύγκρουση του οδηγούμενου από τον αναιρεσίβλητο...δίκυκλου μοτοποδηλάτου με το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσειόντων και ασφαλισμένο στη δεύτερη από αυτούς ...
αυτοκινήτου έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Στην ... τη 17.7.1997 και ώρα 01.10 ο πρώτος των αναιρεσειόντων, κινούμενος με το ανωτέρω αυτοκίνητό του επί της ... και προτιθέμενος να εισέλθει στην ..., δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού και ειδικότερα, όταν έφθασε στη συμβολή των οδών αυτών, δεν πλησίασε προοδευτικώς στο αριστερό μέρος του ρεύματος πορείας του, ούτε σταμάτησε για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αλλά αιφνιδίως πραγματοποίησε στροφή προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, παρεμβληθείς στην πορεία του κανονικώς επί του δεξιού άκρου του εν λόγω ρεύματος κινούμενου μοτοποδηλάτου του αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν με το εμπρόσθιο μέρος τους και, το μεν μοτοποδήλατο να καταστραφεί ολοσχερώς, ο δε αναιρεσίβλητος να υποστεί διατροχαντήριο κάταγμα δεξιού μηρού, κάταγμα δεξιάς κνήμης και περόνης και κάταγμα αριστερού μηρού.
Δέχθηκε ακόμη το εφετείο α) ότι κατά τη στιγμή της εισόδου του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το μοτοποδήλατο ήταν "πολύ κοντά", β) ότι η ύπαρξη σκότους, λόγω ελλείψεως φωτισμού, επιτείνει την αμέλεια του πρώτου των αναιρεσειόντων, αναφορικώς προς την παράλειψή του να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα, γ) ότι ο ισχυρισμός του ίδιου, περί του ότι, εξαιτίας της αριστερής στροφής του αυτοκινήτου του και της εισόδου μικρού τμήματος αυτού στο αντίθετο ρεύμα, κατά τη στιγμή της συγκρούσεως η δέσμη των φώτων του κατευθύνετο στην ...
και ο ίδιος ήταν αδύνατο να αντιληφθεί το μοτοποδήλατο επί της σκοτεινής οδού ... όπου εκινείτο με σβηστά φώτα, δεν αναιρεί την πιο πάνω αμελή συμπεριφορά του, αλλά επιβεβαιώνει την παραδοχή ότι στο αντίθετο ρεύμα εισήλθε αιφνιδίως και χωρίς προηγούμενο έλεγχο, δ) ότι η προβαλλόμενη μη λειτουργία των φώτων πορείας του μοτοποδηλάτου "δεν αποδείχθηκε πλήρως" ούτε "προκύπτει ασφαλής απόδειξη" περί του ότι ο αναιρεσίβλητος εκινείτο με σβηστά τα φώτα και ε) ότι ο ισχυρισμός, περί του ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος (1,02ο/οο), και αληθής υποτιθέμενος, δεν καθιστά αυτόν υπαίτιο ή συνυπαίτιο στην πρόκληση του ατυχήματος, αφού, ενόψει της κανονικής κινήσεώς του και της μη παρεκκλίσεως από την πορεία του, δεν επηρεάσθηκε από το οινόπνευμα η συμπεριφορά του κατά την οδήγηση, ούτε αποδείχθηκε η δυνατότητά του να προβλέψει την "ως άνω κυκλοφοριακή παράβαση" του πρώτου των αναιρεσειόντων.
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές το εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα υπήρξε ο πρώτος των αναιρεσειόντων, ακολούθως δε απέρριψε τον, περί αποκλειστικής άλλως συντρέχουσας υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, ισχυρισμό, τον οποίο οι αναιρεσείοντες προέβαλαν με τις κατατεθείσες στον πρώτο βαθμό προτάσεις τους και επανέφεραν με την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως.
Με τις παραδοχές του αυτές το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπάρξεως ή μη υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του κρίσιμου ατυχήματος, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300 παρ. 1α', 330 εδ.
β' και 914 ΑΚ. Και τούτο διότι παρέλειψε να εκθέσει αν ο αναιρεσίβλητος έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του ατυχήματος. Ειδικότερα, ενώ βεβαιώνει ότι αυτός εκινείτο κανονικά στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, παραλείπει να αναφέρει αν εκτέλεσε ή δεν μπορούσε να εκτελέσει τους κατάλληλους αποφευκτικούς χειρισμούς, δηλαδή να μειώσει την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου ή και, ενόψει της παρεμβολής του αυτοκινήτου στην πορεία του, να διακόψει την κίνησή του ή να επιχειρήσει ελιγμό προς τα αριστερά.
Δεν προσδιορίζει ακόμη την ταχύτητα του μοτοποδηλάτου, ούτε αν αυτή υπερέβαινε ή όχι το επίσης μη προσδιοριζόμενο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ή ήταν ανάλογη προς τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες. Παραλείπει επίσης να αναφέρει αν ο αναιρεσίβλητος είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και αν αντελήφθη εγκαίρως την ύπαρξη του αντιθέτως κινούμενου αυτοκινήτου, καθώς και αν ο πρώτος των αναιρεσειόντων είχε καταστήσει εγκαίρως γνωστό τον επικείμενο ελιγμό του προς τα αριστερά, με τη χρήση του φωτεινού δείκτη κατευθύνσεως (φλας).
Περαιτέρω, από τις περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατυπώσεις "η επικαλούμενη μη λειτουργία των φώτων πορείας του μοτοποδηλάτου δεν αποδείχθηκε πλήρως ....." και "δεν προκύπτει ασφαλής απόδειξη περί του ότι ο ενάγων εκινείτο με σβηστά τα φώτα" δεν καθίσταται απολύτως σαφές το αποδεικτικό πόρισμα του εφετείου, ως προς το γεγονός αν ο αναιρεσίβλητος κατά τον χρόνο του ατυχήματος είχε θέσει σε λειτουργία το εμπρόσθιο φως πορείας του μοτοποδηλάτου του, δεδομένου μάλιστα ότι ως προς το γεγονός αυτό δεν αξιολογείται η από 17.7.1997 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας ..., στην οποία, όπως ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του εφετείου, σημειώνεται ότι ο διακόπτης των φώτων πορείας του μοτοποδηλάτου κατά τη στιγμή του ατυχήματος βρέθηκε κλειστός.
Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 248/2002 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
????????1142/2006-σελ.2