Legislator Case Law & Legislation
1141/2024 AI generated

Appeal dismissed because defendant repeatedly requested case suspension without paying debt, violating procedural rules.

Case Number 1141/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a second-instance conviction for theft, ruling the defendant's arguments inadmissible. The defendant had previously requested a suspension of the trial in June 2020 to pay a debt to the victim, but failed to settle the obligation before the trial resumed. The court determined that this repeated request constituted a procedural abuse, rendering the appeal's claims regarding lack of reasoning and misapplication of law baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d) and (e) of the Criminal Procedure Code; The court must reject an appeal if the appellant repeatedly requests suspension of proceedings without fulfilling the underlying obligation, thereby abusing the right to suspend the trial.

Keywords

AI generated
repeated procedural request failure to pay debt abuse of right to suspend lack of reasoning misapplication of law criminal procedure procedural abuse

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(d) and (e) of the Criminal Procedure Code
Article 375 of the Criminal Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Criminal Procedure Code
Article 578(1) of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1141 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1141/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα-Εισηγητή, Ελένη Μπερτσιά και Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευδοκίας Πούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παρέστη με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, για αναίρεση της 968/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 16-4-2021 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον αναιρεσείοντα, ο οποίος παραστάθηκε, αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος και ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16/4/2021 κα με αριθμό Ε.Μ 25/2021 αίτηση αναίρεσης του Γ. Μ. του Ε. και της Μ.- Α., ..., κατά της με αριθμό 968/2020 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος σε δεύτερο βαθμό για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης (άρθρο 375 παρ.1α του Π.Κ.) και του επιβλήθηκε η ποινή φυλάκισης δέκα τριών (13) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει, δε, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ'και Ε' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης), και, συνακόλουθα, είναι παραδεκτή.

Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εδ. α'του άρθρου 375 του προϊσχύσαντα ΠΚ, "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", ενώ με το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 01.07.2019 ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή.

Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή και αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".

Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 375 ΠΚ τροποποιήθηκε ως προς το πλαίσιο ποινής με το άρθρ.87 του Ν.4855/2021 ως εξής: "1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή.

Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή". Με την ως άνω ρύθμιση καταργήθηκε η μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και καθιερώθηκε μία μόνο μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης αυτής που στηρίζεται σε ποσοτικό κριτήριο, ήτοι στην αξία του αντικειμένου άνω των 120.000 ευρώ.

Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου βασικού εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερη διάταξη που οδηγεί στην επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου είναι αυτή του ισχύοντος από 01.07.2019 ποινικού κώδικα, καθόσον με αυτήν καταργήθηκε η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα....και καθιερώθηκε μία μόνο μορφή κακουργηματικού χαρακτήρα της υπεξαιρέσεως που στηρίζεται σε ποσοτικό κριτήριο ήτοι αξία του αντικειμένου άνω των 120.000 ευρώ.

Έτσι η υπεξαίρεση αντικειμένου, η αξία του οποίου δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ τιμωρείται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος προσέτι δε, σύμφωνα με το άρθρο 381παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ, για την ποινική δίωξη του εγκλήματος απαιτείται έγκληση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται α) ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη ως προς το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται και αποκτάται κατά το αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, είτε κατόπιν συμβατικής σχέσεως, είτε εξ αιτίας άλλων τυχαίων περιστατικών και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του.

Κατοχή, κατά την έννοια του προαναφερόμενου άρθρου, η οποία διαφέρει στην προκείμενη περίπτωση από την αντίστοιχη έννοια του άρθρου 974 του ΑΚ, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσίασης του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούληση του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, που σημαίνει εξωτερίκευση ενεργείας ή παραλείψεως η οποία εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, όπως με την άρνηση αποδόσεως τούτου στον ιδιοκτήμονα και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεως του στον ιδιοκτήτη είτε μόλις ανακύψει η υποχρέωση του δράστη προς απόδοση είτε όταν οχληθεί προς τούτο.

Το έγκλημα αυτό, το οποίο είναι στιγμιαίο, θεωρείται τετελεσμένο, αφότου ο δράστης επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας με την οποία εξωτερίκευσε τη θέληση του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα.

Εξάλλου κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 375 και 17 του ΠΚ, χρόνος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος είναι εκείνος, κατά τον οποίο ο δράστης εκδηλώνει την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωμάτωση του στην περιουσία του (ΑΠ 466/2020). Για την πληρότητα, συνακόλουθα, της αιτιολογίας καταδικαστικής για υπεξαίρεση απόφασης δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία (ΑΠ 723/2020).

Εξετέρου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Ειδικά, άλλωστε, ως προς το δόλο που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, στην θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν (ΑΠ 252/2021, ΑΠ 504/2020).

Περαιτέρω λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής, διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 1/20250, ΑΠ 604/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, με αριθμό 968/2020, η οποία (ρηθείσα απόφαση) παραδεκτώς επισκοπείται για της ανάγκες του αναιρετικού έλεγχου, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η Μ.

Χ. - μηνύτρια ήταν συγκυρία κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου 46 τμ, εντός του οποίου υπήρχε και κτίσμα, αυτό δε ευρίσκετο στην Αθήνα στην περιοχή των Αμπελοκήπων. Το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά το έτος 2006 από τη Eurobank. Από το ποσό του εκπλειστηριάσματος μετά την αφαίρεση από αυτό των οφειλών της τότε καθής και νυν μηνύτριας απέμεινε το ποσό των 30.234 ευρώ, το οποίο εδικαιούτο να εισπράξει.

Η ανωτέρω στις 9-11-2012 ανέθεσε στον κατηγορούμενο να εισπράξει για λογαριασμό της το εν λόγω ποσό και να της το αποδώσει. Για το σκοπό αυτό συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών το υπ'αριθ. ...-2012 πληρεξούσιο, με σχετικό όρο του οποίου του χορήγησε την εντολή να εισπράξει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό αυτό, το οποίο υποχρεούτο να της το αποδώσει.

Ο κατηγορούμενος εισέπραξε στις 8-1-2013 το εν λόγω ποσό όπως συνομολογεί ο ίδιος, πλην όμως δεν της το απέδωσε αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Όταν όμως η μηνύτρια, του ανέφερε ότι θα καταθέσει μήνυση στην αστυνομία και πειθαρχική μήνυση εις βάρος του στον ΔΣΑ άρχισε σταδιακά να της αποδίδει διάφορα χρηματικά ποσά.

Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι είχε κάνει συμφωνία με την μηνύτρια να κρατήσει τα χρήματα για χρονικό διάστημα τριών με τεσσάρων μηνών, διότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον η μηνύτρια χρειαζόταν άμεσα τα χρήματα αυτά για να αγοράσει ταβέρνα για την αγορά της οποίας είχε αρχίσει τις σχετικές διαπραγματεύσεις με τον ιδιοκτήτη αυτής Κ.

Τ., ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Τα σχέδια όμως της μηνύτριας ναυάγησαν, διότι ο κατηγορούμενος δεν της απέδωσε το ποσό του εκπλειστηριάσματος του ακινήτου της που παρέλαβε κατ' εντολή της από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της "υπεξαίρεσης". Με βάση το προεκτεθέν σκεπτικό το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης και ειδικότερα του ότι: "Στην Αθήνα, την 8-1-2013 με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα, το χρηματικό ποσό των 30234.93 ευρώ που του ανέθεσε η εγκαλούσα Μ.- Χ.

του Ν. να αναλάβει για λογαριασμό της από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο, αποτελούσε υπόλοιπο του καταβληθέντος πλειστήριάσματος που επιτεύχθηκε από τον πλειστηριασμό ακινήτου, της στην περιοχή ..., επί της οδού ..., χωρίς να το επιστρέψει στην ανωτέρω παρακρατώντας αυτό παράνομα και ιδιοποιούμενος αυτό".

Με τις παραδοχές του αυτές το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδικαστική διάταξη του για την πράξη της υπεξαίρεσης από εντολοδόχο. Τούτο διότι εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου ως άνω αδικήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1. 51,53,79 και 375 παρ. 1α του ΠΚ, όπως αντικ.

με τον ν. 4619/2019, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ειδικότερα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του εντολοδόχου, εφόσον το ειρημένο Δικαστήριο διαλαμβάνει ότι με το με αριθμό ...-2012 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο η εγκαλούσα Μ.

Χ. του χορήγησε την εντολή να εισπράξει για λογαριασμό της από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το χρηματικό ποσό των 30.234,00 €, που εδικαιούτο, για το λόγο, που, ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό, που προδιελήφθησαν. Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρεται στην ιδιοποίηση του πιο πάνω ποσού εκ μέρους του αναιρεσείοντος, χωρίς ο τελευταίος να έχει σχετικό δικαίωμα, αφού δεν απέδωσε στην εντολέα του - εγκαλούσα, όπως όφειλε και όπως είχε συμφωνήσει με αυτήν, το προμνησθέν χρηματικό ποσό.

Σημειώνεται, δε, ότι περαιτέρω δεν χρειαζόταν να αιτιολογηθεί ειδικότερα η ύπαρξη του δόλου του κατηγορούμενου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος όσον αφορά την γνώση του ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει και τη θέληση του να το ενσωματώσει παράνομα, καθόσον για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης δεν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή ορισμένος περαιτέρω εγκληματικός σκοπός.

Παρ' όλα αυτά, και ανεξάρτητα από το αν παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος- εκκαλών και ήδη αναιρεσείων έδρασε κατά την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης (της υπεξαίρεσης), με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τη δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντα και ειδικά, ότι αυτός εξεδήλωσε έμπρακτα τη βούληση ιδιοποίησης του ειρημένου χρηματικού ποσού.

Κατ' ακολουθίαν, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠοινΔ (ως προς το πρώτο σκέλος του έκαστος εξ αυτών), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη εφαρμογή τω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 375 του ΚΠοινΔ "το εφετείο όταν δικάζει πλημμελήματα μπορεί να διατάξει μια ή περισσότερες φορές τη διακοπή της συνεδρίασης έως δεκαπέντε ημέρες μέσα σε χρονικό διάστημα τριάντα το πολύ ημερών για ανυπέρβλητο κώλυμα που παρουσιάστηκε κατά τη διαδικασία, είτε από την πλευρά των δικαστών είτε από την πλευρά των διαδίκων ή για να προσαχθούν με τη βία οι μάρτυρες (άρθρο 231 παρ. 5)".

Εξ ετέρου η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης), εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για τη ενοχή, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ή ανέλεγκτη κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 818/2023). Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα διακοπής της δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, μολονότι η παραδοχή ή η απόρριψη του σχετικού αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Πρέπει, δηλαδή, να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος της διακοπής και β) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο διακοπής της δίκης, και την αντίστοιχη απορριπτική κρίση του δικαστηρίου για το αίτημα της διακοπής, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης αιτιολογίας του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, ταυτόχρονα, δε, και εκείνος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ιδίου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την 968/2020 παρεμπίπτουσα απόφαση του και τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του προεκτεθέντος Δικαστηρίου, που επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο συνήγορος του κατηγορουμένου Αναστάσιος Τζανέτος, ζήτησε τη διακοπή της δίκης, προκειμένου ο κατηγορούμενος να καταβάλει στην εγκαλούσα "το ποσό που της οφείλει".

Το ως άνω δικαστήριο απέρριψε (κατά πλειοψηφία) το προεκτεθέν αίτημα του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, με το ακόλουθο, κατά λέξη σκεπτικό: "Το αίτημα της δίκης που προβλήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου, υποβάλλεται παρελκυστικά και πρέπει να απορριφθεί, διότι και στην προηγούμενη- αρχική συνεδρίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο αυτό, στις 24-6-2020, ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει και πάλι τη διακοπή της δίκης, για τον ίδιο ως άνω λόγο.

Το Δικαστήριο τούτο, ικανοποιώντας το αίτημα του, διέκοψε τη συνεδρίαση για τη σημερινή δικάσιμο, χωρίς όμως, ο ανωτέρω να προβεί σε καμία ενέργεια για την εξόφληση της οφειλής του προς την εγκαλούσα Μ. Χ. Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καμία εξήγηση για ποιο λόγο δεν προέβη, στο μεσολαβήσαν ως άνω χρονικό διάστημα (από 24-6-2020 έως 10-9-2020) στην τακτοποίηση της οφειλής του, δεδομένου, μάλιστα, ότι η πράξη του (υπεξαίρεση) φέρεται τελεσθείσα τον Ιανουάριο του 2013 και υπάρχει άμεσος κίνδυνος παραγραφής, ως πλημμέλημα.

Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει κατά πλειοψηφία, ότι πρέπει να προχωρήσει στην πρόοδο της δίκης". Με τις εν λόγω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για τη διακοπή της δίκης.

Τούτο, δεδομένου του ότι, κατά την ανέλεγκτη αυτού (ως άνω Δικαστηρίου) κρίση του, και κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, πάντοτε, έγινε δεκτό ότι, το σχετικό αίτημα διακοπής της δίκης προβλήθηκε παρελκυστικά, εφόσον και στην προηγούμενη αρχική συνεδρίαση της υπόθεσης (στις 24/6/2020) είχε ζητηθεί από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα η διακοπή της δίκης για την ίδια αιτία, χωρίς, ωστόσο, ο τελευταίος να προχωρήσει στην εξόφληση της οφειλής του.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ (ως προς το δεύτερο σκέλος του ο καθένας από αυτούς), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος διακοπής της δίκης και για εσφαλμένη εφαρμογή της σχετικής ποινικής (δικονομικής) διάταξης που εφαρμόστηκε, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16/4/2021 και με αριθμό Ε.Μ 25/2021 αίτηση αναίρεσης του Γ. Μ. του Ε. και της Μ. - Α., κατοίκου ..., κατά της με αριθμό 968/2020 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα ευρώ (250,00).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ