Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite substantive law violated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court's reasoning was vague and contradictory, but failed to specify the exact factual premises or substantive legal rules violated. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not meet the strict requirements for challenging a judgment under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the exact factual premises relied upon, the substantive legal rules violated, and the precise nature of the alleged vagueness or contradiction in the judgment's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1141 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1141/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31
Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαριώρα.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 17-8-2011 διά των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 7/ΤΠ/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1031/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-7-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1-3 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 462/2019, ΑΠ 294/2019). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 119/2019).
Εν προκειμένω, με την από 23.10.2020 κλήση του αναιρεσείοντος, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα, προς εκδίκασή της, δικάσιμο της 12.10.2020. Από την υπ' αριθ. 3110Ε/29.3.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Βέροιας, Χ.
Ι. Α., την οποία προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι με επιμέλεια του τελευταίου, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της παραπάνω κλήσης, με την από ... πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (31.1.2022), καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα αυτή δικάσιμο.
Επίσης, ο αναιρεσείων προσκομίζει μετ' επικλήσεως, την υπ' αριθ. 207Ε/9.4.2019 έκθεση επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, από την οποία προκύπτει ότι έχει επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη και ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (12.10.2020).
Όπως, όμως, προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και, επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1031/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 7/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε εύλογη αποζημίωση λόγω υπαναχώρησής του, ως εργοδότη, από τη συναφθείσα με την αναιρεσίβλητη - εργολάβο, σύμβαση έργου, χωρίς, όμως, να εξετάσει την ασκηθείσα δια των από 17.8.2011 προτάσεων της αναιρεσίβλητης ανταγωγή, με την οποία η τελευταία ζήτησε, να της επιδικαστεί η αξία του εκτελεσθέντος τμήματος του έργου, και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πιο πάνω εκκαλούμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορά την ασκηθείσα ανταγωγή, δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 16/2009).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Και τούτο, για το λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 1238/2013, ΑΠ 16/2009).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 2133/2007, ΑΠ 17/2007, ΑΠ 2104/2007).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά το μέρος που έγινε δεκτή η ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου) τις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, προβάλλοντας αοριστία και αντιφατικότητα αιτιολογιών, καθό μέρος δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη "εκτέλεσε ένα μικρό τμήμα του έργου, αξίας 30.000 περίπου ευρώ, γεγονός που συνομολογείται, άλλωστε, από τον ίδιο τον αντεναγόμενο και επιβεβαιώνεται κι από την κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρος και επιβλέποντος το έργο...", και υποχρέωσε αυτόν (αναιρεσείοντα) να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ.
Στο αναιρετήριο, όμως, εκτίθεται μόνο το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως και η προδιαληφθείσα μεμονωμένη, αποσπασματική παραδοχή της προσβαλλομένης, χωρίς καν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη ή ασαφώς και αντιφατικώς αιτιολογημένη κρίση του, αλλά και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά των παραπάνω λοιπών αναγκαίων, για το ορισμένο των προβαλλόμενων πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, στοιχείων, και δη δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και μάλιστα ενάριθμα ο φερόμενος ή οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ούτε και καθορίζεται ποια είναι η εσφαλμένη ερμηνεία και η νομική πλημμέλεια του Εφετείου, η οποία στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, ενώ αναφορικά με την αιτίαση από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, ουδόλως προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών και που εντοπίζεται η επικαλούμενη αντίφαση.
Επομένως, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του ηττώμενου αναιρεσείοντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος, αφού η αναιρεσίβλητη ερημοδικεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.7.2018 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1031/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ