Supreme Court partially allows appeal against insurance company, dismissing claims regarding deceased parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by the insured family against a final insurance company decision. The court dismissed the appeal regarding two deceased parties and declared the trial void for the same parties, while accepting the appeal against the other insureds. Consequently, the original insurance company decision was revoked in part, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495, 496, 497, 498, 499, 500, 501, 502, 503, 504, 505, 506, 507, 508, 509, 510, 511, 512, 513, 514, 515, 516, 517, 518, 519, 520, 521, 522, 523, 524, 525, 526, 527, 528, 529, 530, 531, 532, 533, 534, 535, 536, 537, 538, 539, 540, 541, 542, 543, 544, 545, 546, 547, 548, 549, 550, 551, 552, 553, 554, 555, 556, 557, 558, 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially allow an appeal, revoke the contested decision in part, and remand the case for further proceedings when the appeal concerns only specific parties or issues, while dismissing the remainder.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1141 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1141/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Τ. του Κ., 2) Μ. συζ. Θ. Τ., το γένος Χ. Π., 3) Π. Τ. του Θ., κατοίκων ..., 4) Σ. Π. του Α., που δεν παραστάθηκε, 5) Α. Κ. του Λ., που δεν παραστάθηκε, 6) Σ. Κ. του Ι., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., 7) Β. Κ. του Α., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του Σ. Κ. του Ι. (6η), 8) Μ. Κ. του Α., 9) Ρ. Κ. του Α., κατοίκων ... και 10) Μ. χας Ι. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 6η, 7ος, 8η, 9η και 10η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 3-12-2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε ότι: α) ο Α. Κ. του Λ. (5ος ως άνω) απεβίωσε στις 14-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ. Κ. του Ι., Β. Κ. του Α. (όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του), Μ. Κ. του Α. και Ρ. Κ. του Α. (6η, 7ος, 8η και 9η ως άνω, αντίστοιχα), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο, β) η Σ. Π. του Α. (4η ως άνω), απεβίωσε στις 15-6-2017 και γ) οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 1-9-2017 αίτησής τους για αναίρεση της 2010/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους 1ο και 2η των αναιρεσιβλήτων, Κ. Σ. του Μ. και Ε. συζ. Μ. Σ., αντίστοιχα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Μ., 2) Ε. συζ. Μ. Σ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NP INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σαρακενίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ" (πρώην "NP INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ"), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σαρακενίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ. του Κ., 2) Μ. συζ. Θ. Τ., το γένος Χ. Π., 3) Π. Τ. του Θ., κατοίκων ..., 4) Σ. Π. του Α., που δεν παραστάθηκε, 5) Α. Κ. του Λ., που δεν παραστάθηκε, 6) Σ. Κ. του Ι., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της 7) Β. Κ. του Α., 8) Μ. Κ. του Α., 9) Ρ. Κ. του Α., κατοίκων ... και 10) Μ. χας Ι. Κ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 6η, 7ος, 8η, 9η και 10η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 3-12-2020 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε ότι: α) ο Α. Κ. του Λ. (5ος ως άνω) απεβίωσε στις 14-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ. Κ. του Ι., Β. Κ. του Α. (όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του), Μ. Κ. του Α. και Ρ. Κ. του Α. (6η, 7ος, 8η και 9η ως άνω, αντίστοιχα), εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο και β) η Σ. Π. του Α. (4η ως άνω), απεβίωσε στις 15-6-2017.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2011 αγωγή των Ε. συζ. Μ. Σ. και Κ. Σ. του Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κιλκίς και συνεκδικάστηκε με την από 16-5-2013 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2010/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 1-9-2017 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 3-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: Α) της από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/ Ε.Α.Κ. 222/5-10-2017 αίτησης των 1) Θ. Τ., 2) Μ. συζ. Θ. Τ., το γένος Χ.. Π., 3) Π. Τ., 4) Σ. Π., 5) Α. Κ., 6) Σ. Κ., 7) Β. Κ., 8) Μ. Κ., 9) Ρ. Κ. και 10) Μ. χας Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2010/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681 Α', 666-667, 670 - 676 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), αντιμωλία των διαδίκων, Β) της από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτησης της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΡ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α. Ε." για αναίρεση της ίδιας ως άνω υπ' αριθμ. 2010/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 556 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ, η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει, κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, το φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται ακόμη στη ζωή κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, πράγμα που σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης, το οποίο φέρει ως αναιρεσείοντα φυσικό πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο της κατάθεσής του, με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της αναίρεσης, είναι άκυρο και η ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 1193/2012). Εξάλλου, από τα άρθρα 286, 287 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση έχει ο κληρονόμος του ενάγοντος, αν αυτός απεβίωσε μετά το πέρας της συζήτησης στο Εφετείο, οπότε δεν υπάρχει στάδιο βίαιης διακοπής της δίκης (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 517/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η (συνεκδικαζόμενη με την από 3-11-2018 αντίθετή της, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε) από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/Ε.Α.Κ. 222/5-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2010/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, όπως προκύπτει από το δικόγραφο αυτής, ασκήθηκε (εκτός των άλλων ανωτέρω αναφερόμενων αναιρεσειόντων) και από τους 4) Σ.
Π. του Α. και 5) Α. Κ. του Λ. (αντιστοίχως τέταρτη και πέμπτο αναιρεσείοντες), για τους οποίους ο υπογράφων την ως άνω υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δικηγόρος Ιωάννης Φωτίου με την από 3-12-2020 δήλωσή του στο ακροατήριο του δικαστηρίου αυτού και με τις προτάσεις του δήλωσε ότι α) ο 5ος αναιρεσείων Α. Κ. του Λ. απεβίωσε στις 14-7-2017 και ότι την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ.
Κ. του Ι., Β. Κ. του Α. (όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του), Μ. Κ. του Α. και Ρ. Κ. του Α. (δηλαδή οι 6η,7ος,8η και 9η των αναιρεσειόντων), β) η 4η αναιρεσείουσα Σ. Π. του Α. απεβίωσε στις 15-6-2017, προσκόμισε δε την από 24-7-2017 υπ'αρ. .../1/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Σ. Π. του Α., εκδοθείσα από τον ληξίαρχο Νομού Σερρών, Δήμου Ηρακλείας, από την οποία προκύπτει ημερομηνία θανάτου της ανωτέρω η 15-6-2017, το από 28-07-2017 και με αριθμ.
πρωτ. .../2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Κιλκίς για τον αποβιώσαντα στις 13/7/2017 Α. Κ. του Λ., καθώς και το υπ'αριθμ. .../17-10-2019 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Κιλκίς περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Α. Κ. του Λ. που απεβίωσε στις 13-7-2017. Από τα προαναφερθέντα, που δεν αμφισβητήθηκαν από οιονδήποτε των διαδίκων προκύπτει ότι αμφότεροι οι ως άνω τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσειόντων απεβίωσαν μετά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών που έγινε στις 7-3-2015, μετά την οποία εκδόθηκε η (δημοσιευθείσα στις 3-11-2015) αναιρεσιβαλλόμενη 2010/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ότι απεβίωσαν αντίστοιχα στις 15-6-2017 και 13-7-2017, δηλαδή πριν από την γενόμενη στις 5-10-2017 άσκηση της από 1-9-2017 ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Επομένως το δικόγραφο της από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκήθηκε από α) την Σ. Π. του Α. ως τέταρτη αναιρεσείουσα και β) τον Α. Κ. του Λ., ως πέμπτο αναιρεσείοντα, που είχαν αμφότεροι αποβιώσει αντιστοίχως πριν από το χρόνο της κατάθεσής του (5-10-2017), με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της αναίρεσης, είναι άκυρο και η ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ.
α' ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή της ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικος, απαγγέλλεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ και τα ως άνω εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσας. Εξάλλου, ενόψει και του ότι ο θάνατος των ως άνω διαδίκων έλαβε χώρα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Εφετείου, οπότε δεν υπάρχει πλέον στάδιο διακοπής της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ αυτής έπρεπε, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στην μείζονα σκέψη, να ασκείται στο όνομα των κληρονόμων των ως άνω θανόντων διαδίκων, πράγμα που στην προκείμενη περίπτωση δεν έγινε, αντιθέτως ασκήθηκε ακύρως στο όνομα των ως άνω αποβιωσάντων ως 4ης και 5ου των αναιρεσειόντων, συνακόλουθα οι προαναφερόμενες δηλώσεις ότι την βιαίως διακοπείσα δίκη λόγω θανάτου του 5ου αναιρεσείοντος δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Σ.
Κ. του Ι., Β. Κ. του Α. (όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του), Μ. Κ. του Α. και Ρ. Κ. του Α., στερούνται εννόμων συνεπειών, καθόσον δεν έλαβε χώρα βιαία διακοπή της δίκης, αφού ο θάνατος των ανωτέρω Σ. Π. του Α. και Α. Κ. του Λ., έλαβε χώρα μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Πρέπει να σημειωθεί εξάλλου ότι οι προαναφερθέντες 6η,7ος,8η και 9η των αναιρεσειόντων [Σ. Κ. του Ι., Β. Κ. του Α. (όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του), Μ. Κ. του Α. και Ρ. Κ. του Α.] δεν άσκησαν την από 1-9-2017 αίτηση αναίρεσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Α. Κ. (όπως από το δικόγραφο σαφώς προκύπτει, αφού δεν αναφέρεται σε αυτό ο θάνατός του, αντιθέτως αναφέρεται ότι αυτός ο ίδιος ασκεί -ακύρως, αφού ήδη είχε αποβιώσει - την από 1-9-2017 αίτηση αναίρεσης) αλλά την άσκησαν με την ιδιότητα των αρχήθεν διαδίκων (εναγόντων εκκαλούντων - εφεσιβλήτων).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1 εδ. α', 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί, (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου και την κλήτευσή του στην ορισθείσα συζήτηση, αφού αυτός και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 351/2004).
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο, που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν, ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση του παραιτουμένου, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ.
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια, ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 742/2017, ΑΠ 649/2016, ΑΠ 369/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες, με την προσκομιζόμενη από 3-12-2020 δήλωσή τους, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φ.
Φωτίου, δυνάμει του προσκομιζόμενου υπ' αριθμ. .../16-10-2019 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Κιλκίς Θεμιστοκλή Εμμανουήλ Μανασή και με δήλωση του ίδιου ανωτέρω δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθό μέρος αυτή στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου Κ.
Σ. και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ε. συζ. Μ. Σ.. Κατά συνέπεια, η γενόμενη με τον προαναφερόμενο τρόπο παραίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της υπό κρίση από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/ Ε.Α.Κ. 222/5-10-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2010/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθό μέρος η αίτηση αναίρεσης αυτή στρέφεται κατά του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων είναι έγκυρη (άρθρο 297 ΚΠολΔ) και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή η αίτηση αναίρεσης θεωρείται αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε ως προς τον πρώτο και την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 295 παρ. 1, 299 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει η προκειμένη δίκη να κηρυχθεί καταργημένη ως προς αυτούς, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος των εν λόγω αναιρεσειόντων που παραιτήθηκαν, αφού οι ανωτέρω 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν παρέστησαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (όπως και ανωτέρω εκτέθηκε), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος των αναιρεσιβλήτων.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) (ΑΠ 102/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 6/2019, ΝΟΜΟΣ). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 102/2020, ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 27 1987 Δ19.573). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Α.Ε με την επωνυμία "ΝΡ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε. ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2010/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα), που ασκήθηκε την 5-11-2018 με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται και κατά της 4ης των αναιρεσιβλήτων Σ.
Π. του Α. και κατά του 5ου αναιρεσιβλήτων Α. Κ. του Λ., ως αντιδίκων της αναιρεσείουσας κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση. Κατά την συζήτηση αυτής ενώπιον του Δ' τμήματος του Αρείου Πάγου, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Φ.
Φωτίου, ο οποίος δήλωσε ότι ο μεν 5ος αναιρεσίβλητος Α. Κ. του Λ. απεβίωσε στις 14-7-2017 και ότι την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 6η, 7ος, 8η και 9η των αναιρεσιβλήτων [αντιστοίχως Σ. Κ. του Ι., Β. Κ. του Α. (όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την μητέρα του), Μ. Κ. του Α. και Ρ. Κ. του Α.], η δε 4η των αναιρεσιβλήτων Σ.
Π. του Α. απεβίωσε στις 15-6-2017. Από τα προαναφερθέντα, που δεν αμφισβητήθηκαν από οιονδήποτε των διαδίκων προκύπτει ότι αμφότεροι οι ως άνω τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσαν μετά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών στις 7-3-2015, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 2010/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (δημοσιευθείσα στις 3-11-2015), και συγκεκριμένα ότι απεβίωσαν στις 15-6-2017 και 13-7-2017, αντίστοιχα, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και πριν από την από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/ 5-11-2018 αίτηση αναίρεσης.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας, ιδία δε την προσκομισθείσα από 24-7-2017 υπ'αρ. .../1/2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Σ. Π. του Α., εκδοθείσα από τον ληξίαρχο Νομού Σερρών, Δήμου Ηρακλείας, από την οποία προκύπτει ημερομηνία θανάτου της ανωτέρω η 15-6-2017, καθώς και το από 28-07-2017 και με αριθμ. πρωτ. .../2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Κιλκίς για τον αποβιώσαντα στις 13/7/2017 Α.
Κ. του Λ., καθώς και το υπ'αριθμ. .../17-10-2019 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Κιλκίς περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Α. Κ. του Λ. που απεβίωσε στις 13-7-2017, καθώς και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, αποδείχτηκε ότι οι ανωτέρω απεβίωσαν η μεν 4η αναιρεσίβλητη στις 15-6-2017, ο δε 5ος αναιρεσίβλητος στις 13-7-2017, ήτοι πριν την άσκηση (και) κατ'αυτών της ένδικης από 3-11-2018 αίτησης αναίρεσης.
Ενόψει όμως και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων του θανόντος ως άνω 5ου αναιρεσιβλήτου περί γνωστοποίησης στην αναιρεσείουσα του θανάτου αυτού κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, ούτε άλλωστε υπάρχει ισχυρισμός οιουδήποτε των παριστάμενων διαδίκων περί γνωστοποίησης στην αναιρεσείουσα του θανάτου της 4ης των αναιρεσιβλήτων κατά το προ της άσκησης της αναίρεσης χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο των ως άνω θανάτων της 4ης και του 5ου των αναιρεσιβλήτων πριν από την άσκηση της από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτησης αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων.
Νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανιζόμενους ως άνω κληρονόμους του 5ου των αναιρεσιβλήτων και ως προς τους λοιπούς παριστάμενους των αναιρεσιβλήτων (συνδεόμενους με απλή ομοδικία στην προκείμενη δίκη αποζημίωσης από αδικοπραξία). Εξάλλου, καθόσον αφορά στην 4η αναιρεσίβλητη της από 3-11-2018 αίτησης αναίρεσης Σ.
Π. του Α., απλή ομόδικο των λοιπών αναιρεσιβλήτων στην εν λόγω αίτηση αναίρεσης της οποίας τον θάνατο νομίμως γνωστοποίησε ο ως άνω δικηγόρος που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιός της, όπως προκύπτει από το υπ'αρ. .../2016 πληρεξούσιο της συμβ/φου Ηράκλειας Σερρών Μαρίας ΠΟΡΝΑΛΗ, της οποίας όμως δεν είναι γνωστοί οι κληρονόμοι, πρέπει, αφού χωριστεί η υπόθεση ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη (ΑΠ .../2020, ΑΠ 6/2019), να κηρυχθεί βιαίως διακοπείσα η παρούσα δίκη ως προς αυτή (4η αναιρεσίβλητη).
Κατά τα λοιπά οι προαναφερθείσες συνεκδικαζόμενες α) από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/ Ε.Α.Κ. 222/ 5-10-2017 αίτηση και β) από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2010/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης έχουν αμφότερες ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Επομένως πρέπει να ερευνηθούν αμφότερες ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων εκάστης εξ αυτών (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι Α] : οι τώρα 1ος, 2η, 3ος, 6η, 7°, 8η,9η και 10η αναιρεσείοντες της από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/ Ε.Α.Κ. 222/5-10-2017 αίτησης αναίρεσης και (αντίστοιχα αναιρεσίβλητοι της από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτησης αναίρεσης, οι 6η,7°,2,8η και 9η ατομικά και ως συγκληρονόμοι του 5ου ενάγοντος) άσκησαν α) κατά του 1ου εναγομένου - ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου Κ.
Σ., β) κατά της 2ης εναγομένης - ήδη 2ης αναιρεσιβλήτου Ε. συζ. Μ.. Σ. (ως προς τους οποίους παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ένδικης από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/ Ε.Α.Κ. 222/5-10-2017 αίτησης αναίρεσής τους) και γ) κατά της 3ης εναγομένης- ήδη 3ης αναιρεσιβλήτου (και αναιρεσείουσας της από 3-11-2018 αίτησης) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την (τότε) επωνυμία "ΝΡ INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, την από 16-5-2013 και με αρ.
κατ. με αρ. έκθεσης κατάθεσης 74/22-5-2013 αγωγή τους, της οποίας περιόρισαν παραδεκτά σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, σε έκαστο από τους ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην ως άνω αγωγή χρηματικά ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση για αποζημίωση του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εκάστου (αντιστοίχως) των προαναφερθέντων εναγόντων, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά του προκάλεσε ο πρώτος των εναγομένων, οδηγώντας κατά τα αναλυτικά στην αγωγή ιστορούμενα το αναφερόμενο στην αγωγή αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της δευτέρας των εναγομένων, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, και το οποίο είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό 1) του 19χρονου Κ.
Τ., οδηγού του ανήκοντος στους 1° και 2η των εναγόντων υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν υιός των 1ου και 2ης των εναγόντων και αδελφός του 3ου τούτων, 2) της 16χρονης συνεπιβαίνουσας στην θέση του συνοδηγού Ε. - Χ. Κ. του Α., θυγατρός της 6ης των εναγόντων, αδελφής των 7ου, 8ης και 9ης των εναγόντων και εγγονής της 10ης εξ αυτών και 3) του 14χρονου συνεπιβαίνοντος στην πίσω από τον συνοδηγό θέση Ν.
Τ., που ήταν επίσης υιός των 1ου και 2ης των εναγόντων και αδελφός του 3ου τούτων. Β] : οι τώρα 2η και 1ος των αναιρεσιβλήτων της από 1-9- 2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/ Ε.Α.Κ. 222/5-10-2017 αίτησης αναίρεσης (ως προς τους οποίους παραιτήθηκαν οι ως άνω αναιρεσείοντες από το δικόγραφο της ένδικης από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/Ε.Α.Κ. 222/ 5- 10-2017 αίτησης αναίρεσής τους) Ε.
συζ. Μ.. Σ. και Κ. Σ. άσκησαν κατά του 1ου και της 2ης των αναιρεσειόντων της ως άνω από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης και κατά ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α ", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς την από 14.02.2011 και με αρ. εκθ. κατάθ.36/1-3-2011 αγωγή τους, της οποίας περιόρισαν παραδεκτά εν μέρει σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα, και ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι [για την τρίτη των οποίων παραστάθηκε το Ν.Π.Ι.Δ. "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης και Ευθύνης από Ατυχήματα αυτοκινήτων " ως καθολικός διάδοχός της ] να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος, σε έκαστο από τους ως άνω ενάγοντες, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά νομιμοτόκως για αποζημίωσή τους από την ζημία που προκάλεσε σε έκαστο των εναγόντων το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που έγινε υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες και (επί πλέον τούτων) να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν επίσης νομιμοτόκως, εις ολόκληρον έκαστος σε κάθε ενάγοντα τα, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος αναγνωριστικώς αιτούμενα χρηματικά ποσά, για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν η μεν πρώτη από την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου της, ο δε δεύτερος (οδηγός αυτού) από τον τραυματισμό του, συνεπεία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά του προκάλεσε ο οδηγός του ανήκοντος στην συγκυριότητα των 1ου και 2ης των εναγομένων υπ'αρ.κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το Ν.Π.Ι.Δ. "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης και Ευθύνης από Ατυχήματα αυτοκινήτων", κατά τα στην αγωγή αναλυτικά εκτιθέμενα. Επί των ως άνω αγωγών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η οριστική υπ' αριθμ. 222/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, απορρίφθηκε η ως άνω από 14.02.2011 και με αρ.
εκθ. κατάθ.36/1-3-2011 αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα Κ. Σ., έγινε εν μέρει δεκτή η ίδια ως άνω από 14.02.2011 και με αρ. εκθ. κατάθ.36/1-3-2011 αγωγή ως προς την 1η ενάγουσα Ε. συζ. Μ. Σ. κατά τα στην ως άνω απόφαση αναλυτικά εκτιθέμενα, έγινε δε εν μέρει δεκτή η ως άνω από 16-5-2013 και με αρ. κατ. με αρ. έκθεσης κατάθεσης 74/22-5-2013 αγωγή, κατά τα στην ίδια ως άνω απόφαση αναλυτικά εκτιθέμενα.
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου 1) η προαναφερθείσα 3η εναγομένη της από 16-5-2013 και με αρ. κατ. με αρ. έκθεσης κατάθεσης 74/22-5-2013 αγωγής [ήδη (αντιστοίχως) αναιρεσείουσα - 3η αναιρεσίβλητη] ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την (τότε) επωνυμία "ΝΡ INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ ", άσκησε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά των ως άνω εναγόντων της αγωγής αυτής την από 29-10-2014 και με αριθμ.
έκθεσης κατάθεσης 65/29-10-2014 έφεσή της, 2) οι ως άνω ενάγοντες της από 16-5-2013 και με αρ. κατ. με αρ. έκθεσης κατάθεσης 74/22-5-2013 αγωγής και 1ος και 2η των εναγομένων της από 14.02.2011 και με αρ. εκθ. κατάθ.36/1-3-2011 αγωγής άσκησαν, επίσης ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά των εναγομένων της από 16-5-2013 αγωγής και 1ης και 2ου των εναγόντων της από 14.02.2011 αγωγής την από 27-10-2014 και με αριθμ.
έκθεσης κατάθ. 67/30-10-2014 έφεσή τους, 3) οι ως άνω ενάγοντες της από 14.02.2011 και με αρ. εκθ. κατάθ.36/1-3-2011 αγωγής και 1ος και 2η εναγόμενοι της από 16-5-2013 και με αρ. κατ. με αρ. έκθεσης κατάθεσης 74/22-5-2013 αγωγής άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά των εναγομένων της από 14.02.2011 αγωγής και εναγόντων της από 16-5-2013 αγωγής την από 18-09-2014 και με αριθμ.
έκθεσης κατάθ. 77/31-12-2014 έφεσή τους. Επί των ως άνω εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, κατ αντιμωλία των διαδίκων, με τους με τις προτάσεις της εκκαλούσας - εφεσίβλητης (τώρα αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης) ασφαλιστικής εταιρείας με την (τότε) επωνυμία "ΝΡ INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕΑΕ "πρόσθετους λόγους έφεσης, εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ αρ. 2010/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που, δέχθηκε τυπικά και κατ ουσία τις ως άνω εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμες τις ως άνω αγωγές σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτήν οριζόμενα.
Α. Επί της από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης : Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ (ΑΠ 12/2020). Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001). Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2696/1999 ορίζεται ότι " 2. "Οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ-1 μέχρι Κ-42)" τοποθετούνται για να εφιστούν την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν τις οδούς για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησής τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφεύγουν....", με τις δε διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2696/1999 "Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ......", ενώ με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 2696/1999 ορίζεται ότι " 4.
ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, ....εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν.". Τέλος κατά τις διατάξεις των παρ. 1,2, 3 και 4 του άρθρου 19 του ν. 2696/1999 " 1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές,.... στις απότομες κατωφέρειες,...
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, .....ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας...... 4.Ο οδηγός οχήματος υποχρεούται να μην παρεμποδίζει την ομαλή πορεία άλλων οχημάτων κινούμενος με ασυνήθη βραδύτητα, χωρίς αποχρώντα λόγο.".
Τέλος, με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων (ΑΠ 59/2019). Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας (ΑΠ 59/2019). Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, ΑΠ 102/2019).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) εκτός των άλλων ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 102/2019). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 102/2019, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο [που απέδωσε συνυπαιτιότητα κατά 70% στον θανόντα οδηγό του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και συνυπαιτιότητα κατά 30% στον Κ.
Σ., οδηγό του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα], εσφαλμένα αντιμετώπισε το ένδικο ατύχημα ως ένα ενιαίο γεγονός, ενώ (κατά τους αναιρεσείοντες) θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το ένδικο ατύχημα ως δύο αυτοτελείς τροχαίες συγκρούσεις, διερευνώντας τον αιτιώδη σύνδεσμο της παράβασης σε σχέση με το επελθόν αποτέλεσμα χωριστά για ένα έκαστο των εμπλακέντων οδηγών.
Ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη την κατάθεση του Σ., οδηγού του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που κατέθεσε ότι αντελήφθη την εκτροπή του οδηγούμενου από τον Τ. Κ. υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου από απόσταση 100 μέτρων, έπρεπε να καταλήξει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η εκτροπή του οχήματος που οδηγούσε ο (θανών κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα) Τ.
Κ. δεν απέκοψε την ομαλή πορεία του οδηγούμενου από τον Κ. Σ. ΙΧΕ αυτοκινήτου σε χρόνο που να καθιστά αδύνατη την αντίδραση τούτου και ότι ουδόλως συνετέλεσε στην σύγκρουση του οδηγούμενου από τον Κ. Σ. ΙΧΕ αυτοκινήτου του με το ΙΧΕ όχημα που οδηγούσε ο Τ. Κ.. Ότι οι έκνομες ενέργειες του Τ. Κ.υ, οδηγού του υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου (αμελής συμπεριφορά κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 4 παρ. 2,4,5,3α και άρθρο 16 παρ. 4 του Ν.2696/1999) συνετέλεσαν μόνο στην εκτροπή του οχήματός του, την πτώση του οχήματός του σε κιγκλίδωμα της γέφυρας και εν συνεχεία την μετακίνηση και στάση του αυτοκινήτου του σε θέση τέτοια, που απέκοπτε πράγματι το αντίθετο (ως προς το όχημά του) ρεύμα κυκλοφορίας, είχαν όμως ως συνέπεια μόνο τις υλικές ζημιές του οχήματος του.
Ότι ωστόσο οι έκνομες, παράνομες και υπαίτιες, ενέργειες του Κ. Σ., οδηγού του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (παραβάσεις άρθρων 12 παρ. 1, 19 του ΚΟΚ) βρίσκονται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τον θάνατο του οδηγού και των ετέρων δύο επιβαινόντων στο οδηγούμενο από τον Τ. Κ. υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Ότι το Εφετείο κατέληξε εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι όλοι οι θάνατοι οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών χωρίς να διευκρινίζει (βλ.
σελίδα 6 παρ. γ της αίτησης αναίρεσης) "αν και γιατί επήλθαν από την α' ή την β' σύγκρουση, ενώ ώφειλε να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη ώστε να διερευνηθεί με κάθε λεπτομέρεια ο τρόπος που επήλθε ο θάνατος για κάθε ένα των εκλιπόντων, δεδομένης και της διαφορετικής θέσης ενός εκάστου των εκλιπόντων εντός του οχήματος, τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη σύγκρουση. ".
Οι ως άνω, διαλαμβανόμενες στον ως άνω πρώτο λόγο της αναίρεσης αιτιάσεις, με τις οποίες υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες αμφισβητούν την ορθότητα των πραγματικών περιστατικών που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ως αποδειχθέντα στην πραγματικότητα αφορούν αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ουδόλως ισχυρίζονται ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, δεν συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αλλά ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να δεχθεί ως αποδειχθέντα άλλα πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, με βάση τα οποία δεν υπήρχε οιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς περί την οδήγηση συμπεριφοράς του Κ.
Τ. (παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 4 παρ. 2,4,5,3α και άρθρο 16 παρ. 4 του Ν.2696/1999) και των θανάτων του ιδίου και των επιβαινόντων στο οδηγούμενο από τον Τ. Κ. υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητου. Εν όψει του πιο πάνω περιεχομένου του ο ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, καθόσον με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του παραπάνω λόγου αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 2267/2013).
Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1680/2008).
Δεν ελέγχεται επίσης ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 784/2001). Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος (ΑΠ 253/2020).
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 253/2020, ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).
Με τον δεύτερο λόγο της από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'ορθήν εκτίμησή του, με την ειδικότερα αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε σ' αυτή ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, σχετικά με το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη και τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ζήτημα των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε το ένδικο τροχαίο ατύχημα και της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων σε αυτό οδηγών των ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτων για την επέλευση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού θανάτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενη απόφασης, δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα : "....
περί τις πρώτες απογευματινές ώρες της 31ης Αυγούστου 2010 ο Κ. Τ., οδηγών το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της ισομερούς συνιδιοκτησίας των διαδίκων γονέων του, Θ. Τ. και Μ. Τ., που ήταν ασφαλισμένο, για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική τους ευθύνη, στην υπό την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." ασφαλιστική εταιρεία, στη θέση της οποίας, λόγω ανακλήσεως της αδείας της, υπεισήλθε ήδη το διάδικο Επικουρικό Κεφάλαιο, εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Κιλκίς - Τερπύλλου με κατεύθυνση προς το Κιλκίς.
Πλην του οδηγού, στο άνω αυτοκίνητο επέβαιναν, στην μεν θέση του συνοδηγού η Ε. - Χ. Κ., γνήσιο τέκνο των εκ των διαδίκων (εναγόντων), Α. Κ. και Σ. Κ., αδελφή των Β. Κ., Μ. Κ. και Ρ. Κ. και εγγονή της Μ. Κ., στις πίσω δε θέσεις του και δη σε αυτή όπισθεν του συνοδηγού, ο Ν. Τ., αδελφός του οδηγού και αμφότεροι γνήσια τέκνα των εκ των διαδίκων, Θ.
Τ. και Μ. Τ., αδελφοί του Π. Τ. και εγγονοί της Σ. Π.. Στον αυτό χρόνο επί της αυτής οδού αλλά με αντίθετη κατεύθυνση, δηλονότι από Κιλκίς προς Τέρπυλλο, εκινείτο ο εκ των διαδίκων, Κ. Σ., οδηγών το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της διαδίκου μητέρας του, Ε. Σ., που ήταν ασφαλισμένο, για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική της ευθύνη, στην υπό την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε." ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία.
Η όπου αμφότερα τα άνω οχήματα εκινούντο επαρχιακή οδός είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 7,50 μέτρων, παρά το οποίο υφίσταται χωμάτινο έρεισμα. Στην 5η χιλιομετρική θέση της οδού αυτής, στην οποία και προσήγγιζαν, αντιθέτως κινούμενα, τα προαναφερόμενα οχήματα, υπάρχει γέφυρα μήκους είκοσι (20) περίπου μέτρων με τσιμέντινο, παρά το οδόστρωμα, που φέρει στο κέντρο και κατά μήκος του διπλή, διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, γραμμή, έρεισμα πλάτους ενός μέτρου και με προστατευτικά μεταλλικά κιγκλιδώματα σε αμφότερες τις πλευρές της.
Το τμήμα της ανωτέρω οδού προς Τέρπυλλο, στο οποίο εκινείτο ο Κ. Σ., εμφανίζεται, σε απόσταση 150 περίπου μέτρων πριν την άνω γέφυρα, ευθύγραμμο και κατηφορικό με μικρή κλίση και ακολουθεί, μετά τη διέλευση της γεφύρας, η αμέσως κατωτέρω καμπύλη, αριστερόστροφη για τον ακολουθούντα την κατεύθυνση αυτή, η οποία, κατά την πορεία του άνω οδηγού, σημαίνεται με την πινακίδα Κ-1α (επικίνδυνη στροφή αριστερά).
Αντιστοίχως, το τμήμα της ιδίας οδού προς Κιλκίς, στο οποίο εκινείτο ο Κ. Τ., εμφανίζει, επίσης σε απόσταση 150 περίπου μέτρων πριν από τη γέφυρα, δεξιόστροφη καμπύλη με ακτίνα καμπυλότητος περίπου ... μέτρων, την οποία ακολουθεί τόξο συναρμογής μήκους 40 μέτρων και εν συνεχεία ευθύγραμμο κατηφορικό, μικρής κλίσεως, τμήμα.
Λόγω της τοιαύτης διαμορφώσεώς του το τμήμα αυτό της οδού εμφανίζεται ιδιαίτερα επικίνδυνο για την ασφαλή διέλευση των οχημάτων και για το λόγο αυτό σημαίνεται, κατά την πορεία του άνω οδηγού, με τις πινακίδες Κ-1δ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) και Π-75 (διαδοχικά βέλη κατευθύνσεως υποδεικνύοντα την επικινδυνότητα της καμπύλης), σήμανση η οποία και υποχρεώνει τον οδηγό να κινηθεί με ταχύτητα μειωμένη και δη πολύ κατωτέρα αυτής των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, που αποτελεί το ανώτατο όριο για την κίνηση των οχημάτων στα υπόλοιπα τμήματα της οδού, πριν και μετά το προαναφερόμενο.
Περί την 17.25' ώρα της άνω ημέρας τα προαναφερόμενα οχήματα προσήγγισαν το, ως άνω, σημείο της οδού και, ενώ επικρατούσαν συνθήκες ημέρας και καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία οχημάτων αραιή και η ορατότητα ήταν ανεμπόδιστη, ο εκ των προαναφερομένων οδηγών, Κ. Τ., αμελώς φερόμενος, αγνόησε την κατά την πορεία του σήμανση και εισήλθε με το όχημά του στο προπεριγραφέν καμπύλο τμήμα της οδού με την υπερβολική, που είχε ήδη αναπτύξει, ταχύτητα, οπωσδήποτε υπερτέρα των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα.
Αποτέλεσμα της τοιαύτης αμελούς οδηγικής του συμπεριφοράς ήταν, λόγω και της προπεριγραφείσης διαμορφώσεως εκεί της οδού, ν' απώλεσει τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο σταδιακά, κινούμενο διαγωνίως αριστερά, άρχισε να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, με την είσοδό του δε στη γέφυρα προσέκρουσε, μετωπικά και με ορμή, στα αριστερά, κατά την πορεία του, κιγκλιδώματα της γεφύρας και έλαβε θέση σχεδόν κάθετη εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας της οδού, αποφράσσοντας σχεδόν τελείως αυτό.
Ο έτερος οδηγός, Κ. Σ., μολονότι, σύμφωνα με ομολογία του στην περί του συμβάντος δήλωσή του προς την ασφαλιστική του εταιρεία, παραδοχή στην οποία αναφέρθηκε και ο ως μάρτυρας εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πατέρας του, αντελήφθη από απόσταση εκατό μέτρων την ανώμαλη, επί της οδού, κίνηση του αντιθέτως ερχομένου αυτοκινήτου, εν τούτοις, αμελώς φερόμενος, δεν εκτίμησε εξ αρχής, όπως όφειλε και μπορούσε, τον διαγραφόμενο κίνδυνο, με συνέπεια, όταν πλέον αντελήφθη ότι το έτερο αυτοκίνητο είχε αποκόψει το ρεύμα πορείας του, να επιχειρήσει μεν τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του με ταυτόχρονο αριστερό ελιγμό, που όμως, λόγω της μικράς, εν τω μεταξύ, αποστάσεως των δύο οχημάτων, δεν απέτρεψε την μετωπική πρόσκρουσή του στο μέσον της δεξιάς πλευράς του ετέρου αυτοκινήτου.
Αποτέλεσμα της, κατ' αρχάς, προσκρούσεως του οδηγουμένου από τον Κ. Τ. αυτοκινήτου στα κιγκλιδώματα της γεφύρας και, ακολούθως, της επ' αυτού προσπτώσεως του οδηγουμένου από τον Κ. Σ. αυτοκινήτου, ήταν να υποστούν βαρύτατες σωματικές κακώσεις άπαντες οι επιβαίνοντες στο πρώτο όχημα, συνεπεία των οποίων και επήλθε ο θάνατός τους.
Με βάση την προπαρατεθείσα διαδρομή των γεγονότων το Δικαστήριο κρίνει ότι το ένδικο συμβάν οφείλεται σε συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά αμφοτέρων των εμπλακέντων διαδίκων οδηγών, με προέχουσα αυτή του θανόντος οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Κ. Τ.. Ειδικότερα, η αμέλεια του τελευταίου έγκειται στο γεγονός ότι, κατά παραβίαση των γενικών κανόνων της επιμελούς οδηγήσεως, που επιβάλλουν στον οδηγό να κινείται με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ν' ασκεί τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να είναι κάθε στιγμή σε θέση να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλούς οδηγήσεως και, εν τέλει, ν' αποφεύγει συμπεριφορά που μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999), παρεβίασε επιτακτικές διατάξεις του ΚΟΚ και δη αυτές των άρθρων 4 παρ. 2 και 4, 5, 3α' και 16 παρ. 4 του Ν. 2696/1999 και, πλέον ειδικότερα, παραβλέποντας την προμνησθείσα κατά την πορεία του οδική σήμανση, που προειδοποιούσε για την ιδιαίτερη επικινδυνότητα του καμπύλου τμήματος της οδού, στο οποίο εισήρχετο, δεν προσήρμοσε καταλλήλως την ταχύτητά του οχήματός του και, ειδικότερα, δεν μείωσε την υπερβολική τοιαύτη, οπωσδήποτε ανωτέρα των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα, που είχε ήδη αναπτύξει, μειώνοντας αυτή τουλάχιστον στα επίπεδα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, με αποτέλεσμα, απολύτως αιτιωδώς συνδεόμενο με την προπεριγραφείσα αμελή συμπεριφορά του, ν' απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο, εκτραπέν από την πορεία του, προσέκρουσε στα παρά το αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού κιγκλιδώματα, αποφράσσοντας ταυτοχρόνως και την πορεία του αντιθέτως ερχομένου αυτοκινήτου, το οποίο και επέπεσε επ' αυτού.
Αντιθέτως, αν τηρούσε την εκ των κανόνων επιμελούς οδηγήσεως και εκ των ειδικοτέρων, ως άνω, κανόνων του ΚΟΚ επιβαλλομένη επιμελή συμπεριφορά, με την οποία ευχερώς μπορούσε να συμμορφωθεί, δεδομένων των ευνοϊκών προς τούτο περιστάσεων και ιδία της μη αυξημένης επί της οδού κινήσεως και της επικρατούσης καλοκαιρίας και της ανεμποδίστου ορατότητος, το ένδικο συμβάν θα είχε με βεβαιότητα αποφευχθεί.
Η αμέλεια δε του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Κ. Σ., έγκειται στο γεγονός ότι, αν και αντελήφθη από ικανή απόσταση την έναρξη της εκτροπής του αντιθέτως ερχομένου αυτοκινήτου από την πορεία του (η, ως ανωτέρω, αναφορά του στην απόσταση των 100 μέτρων, αν και μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν είναι, εν όψει των περιστάσεων, ακριβής, δεν αναιρεί την αίσθησή του ότι αντελήφθη την έναρξη του συμβάντος από ικανή απόσταση), εν τούτοις, αμελώς φερόμενος και, ειδικότερα, μη οδηγών με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς, αποφεύγοντας συμπεριφορά που μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις, δηλονότι επιδεικνύων συμπεριφορά αντίθετη σ' αυτή που όφειλε με βάση τους κανόνες επιμελούς οδηγήσεως και τους ειδικοτέρους τοιούτους των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 να επιδείξει, δεν εκτίμησε εξ αρχής, όπως όφειλε και μπορούσε εν όψει των, ως ανωτέρω, ευνοϊκών, κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, περιστάσεων, τον διαγραφόμενο κίνδυνο, ώστε να μειώσει αμέσως, έως μηδενισμού, την ταχύτητα του οχήματός του, με συνέπεια ν' αντιδράσει καθυστερημένα και παρά τις, ως ανωτέρω, αποφευκτικές του ενέργειες, να μη δυνηθεί ν' αποτρέψει την μετωπική πρόσκρουση του αυτοκινήτου του επί του ετέρου, συμβάλλοντας αιτιωδώς στο επελθόν, ως άνω, αποτέλεσμα.
Να σημειωθεί εδώ ότι ο προαναφερόμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε πρώτο βαθμό, και καταδικάσθηκε με την υπ' αριθμ. 108/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών για κάθε πράξη ανθρωποκτονίας σε βάρος των προαναφερομένων και σε συνολική τοιαύτη τριάντα ενός (31) μηνών.
Ο ισχυρισμός των αντιδίκων του άνω οδηγού ότι αυτός είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, κατά πολύ ανώτερη της εκεί επιτρεπομένης των 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, δεν προέκυψε βάσιμος, ιδία εν όψει της, κατά την ποινική, για το ένδικο συμβάν, διαδικασία, καταθέσεως του αυτόπτη μάρτυρα, Σ. Σ., ο οποίος ακολουθούσε, με το όχημά του, αυτό του προαναφερομένου και, δεδομένης της σταθερής μεταξύ αυτών αποστάσεως, καταθέτει ότι αυτή δεν υπερέβαινε τα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα.
Δεν αντιστρατεύεται δε η κατάθεση αυτή τη διαπίστωση ότι το δεχθέν την πρόσπτωση του αυτοκινήτου του προαναφερομένου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... τοιούτο, υποχώρησε, στο σημείο επαφής, κατά εξήντα (60) εκατοστά, δεδομένου ότι, εν όψει του σημείου της τοιαύτης υποχωρήσεως που είναι το μη διαθέτον ιδιαίτερες αντιστάσεις μέσον της δεξιάς πλευράς του άνω αυτοκινήτου, η υποχώρηση αυτή είναι συμβατή με την κατατιθέμενη από τον άνω μάρτυρα ταχύτητα του προσπέσαντος αυτοκινήτου. 'Αλλωστε, το γεγονός ότι ο προαναφερόμενος οδηγός, Κ.
Σ., επουσιώδεις μόνο υπέστη κατά το συμβάν βλάβες και δη άλγος προσθίου ημιθωρακίου και αριστερού υποχονδρίου, οφειλόμενο προδήλως στην τριβή του σώματός του με τη ζώνη ασφαλείας, αποδεικνύει την μη υπερβολική ταχύτητα του οχήματός του, δεδομένου ότι άλλως οι συνέπειες και για τον ίδιο, που δεν θ' απετρέποντο εκ μόνης της από μέρους του χρήσεως ζώνης ασφαλείας, θα ήταν με βεβαιότητα βαρύτατες.
Περαιτέρω, ο άνω οδηγός και οι μετ' αυτού συνευθυνόμενοι και συνεναχθέντες ισχυρίζονται ότι ο θάνατος των επιβαινόντων στο έτερο όχημα είχε ήδη επέλθει λόγω της σφοδρής προσκρούσεως του όπου επέβαιναν αυτοκινήτου στα κιγκλιδώματα της γεφύρας, δηλονότι πριν την επ' αυτού πρόσπτωση του οχήματός του, με συνέπεια η σύγκρουση του αυτοκινήτου του με το αυτοκίνητο των θανόντων να μη συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατό τους.
Επί του ισχυρισμού αυτού σημειωτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις σχετικώς συνταχθείσες ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας - νεκροτομής της Ιατροδικαστού της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, Ε. Ζ., εκ της νεκροψίας - νεκροτομής των πτωμάτων των τριών θανόντων διαπιστώθηκε, κατ' αρχάς, ότι ο θάνατος απάντων υπήρξε βίαιος, ένεκεν κακώσεων μηχανικής αιτιολογίας, συμβατών με τροχαίο συμβάν.
Ειδικότερα, ως αιτία θανάτου καταγράφονται: α) Για τον Κ. Τ., βαρεία θωρακοκοιλιακή κάκωση, τραυματική διατομή αορτής - αιμοθώρακας και ρήξεις ήπατος, β) για την Ε. Κ. - Χ., βαρεία θωρακοκοιλιακή κάκωση, τραυματική διατομή αορτής - αιμοθώρακας, ρήξεις ενδοκοιλιακών σπλάχνων - αιμοπεριτόναιο και γ) για τον Ν.
Τ., βαρεία κρανιοαυχενική θωρακοκοιλιακή κάκωση, κάταγμα - εξάρθρημα βάσης, τραυματική διατομή αορτής - αιμοθώρακας, ρήξεις ενδοκοιλιακών σπλάχνων - αιμοπεριτόναιο. Οι ανωτέρω κακώσεις των θυμάτων, και σε κάθε περίπτωση οπωσδήποτε αυτές κατά τη θωρακική και κοιλιακή τους χώρα, είναι προδήλως συμβατές όχι μόνο και αποκλειστικά με την αρχική πρόσκρουση του αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαιναν, επί των κιγκλιδωμάτων της άνω γεφύρας, όπως αβασίμως οι προαναφερόμενοι διατείνονται, αλλά και με την επακολουθήσασα σύγκρουση των δυο οχημάτων, χωρίς να μπορεί να διακριβωθεί, πράγμα που, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 926 του Α.Κ., δεν είναι και αναγκαίο για τη θεμελίωση της εν προκειμένω ευθύνης των εμπλεκομένων οδηγών, σε ποιό βαθμό εκάστη, δηλονότι η αρχική πρόσκρουση και η επακολουθήσασα σύγκρουση, συνετέλεσε στην επέλευσή τους.
Εξ άλλου, εν όψει του είδους και της φύσεως των προαναφερθέντων σωματικών βλαβών των θανόντων, που αποδίδουν εικόνα πολυτραυματιών σε βαρύτατη γενική κατάσταση και, προεχόντως, των πορισμάτων των ιατροδικαστικών εκθέσεων, -οι οποίες αποδίδουν το θάνατό τους στο σύνολο των κακώσεων αυτών, χωρίς να διακρίνουν ποία, από απόψεως βαρύτητος και συμμετοχής στο θανατηφόρο αποτέλεσμα, ήταν η κρίσιμη στην επέλευσή του, καθίσταται σαφές για το Δικαστήριο ότι ο θάνατος των παθόντων στο ένδικο τροχαίο συμβάν οφείλεται σε ισότιμες βαρύτατες κακώσεις κατά την κεφαλή, το θώρακα και την κοιλία, υπό την έννοια ότι εκάστη ήταν ικανή αυτοτελώς να προκαλέσει το θανατηφόρο αποτέλεσμα, υπό πάντα τα δεδομένα δε αυτά ο, ως ανωτέρω, ισχυρισμός παρίσταται αβάσιμος.
Απορριπτομένων, μετά ταύτα, των προαναφερθέντων, εκατέρωθεν προβληθέντων, ισχυρισμών το Δικαστήριο κρίνει, με βάση την προηγηθείσα αναφορά στις περιστάσεις υπό τις οποίες επισυνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ότι το γενεσιουργό αυτού αίτιο υπήρξε η προπεριγραφείσα αμελής οδηγική συμπεριφορά του θανόντος οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Κ. Τ., η δε τοιαύτη του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Κ. Σ., απλώς συνέτεινε στο επελθόν αποτέλεσμα, υπό τη θεώρηση δε αυτή των πραγμάτων το ποσοστό συνυπαιτιότητος του θανόντος οδηγού στην επέλευσή του πρέπει να ορισθεί σε 70%, του δε ετέρου οδηγού σε 30%.
Ο περαιτέρω ισχυρισμός του συνυπαιτίου οδηγού, Κ. Σ. και των μετ' αυτού συνευθυνομένων και συνεναχθέντων, ότι, σε κάθε περίπτωση, οι θανόντες υπήρξαν συνυπαίτιοι του επελθόντος αποτελέσματος, καθ' ο μέρος αφορά τη συμμετοχή του σ' αυτό η πρόσπτωση του οχήματός του επί του οποίου επέβαιναν αυτοκινήτου, για το λόγο ότι δεν φορούσαν, γεγονός μη αμφισβητούμενο, ζώνες ασφαλείας, παρίσταται επίσης απορριπτέος.
Και τούτο γιατί, εν όψει των περιστάσεων και ιδία της προσπτώσεως του αυτοκινήτου του συνυπαιτίου οδηγού στη δεξιά πλευρά αυτού των θανόντων και της συνακολούθου υποχωρήσεως των εκεί μεταλλικών του μερών στο εσωτερικό του θαλάμου επιβατών, η ζώνη ασφαλείας, προορισμένη να προφυλάσσει τους επιβαίνοντες σε αυτοκίνητο από μετωπικές συγκρούσεις, δεν θα απέτρεπε το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Εν όψει πάντων τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά, κατ' αρχάς, με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τους, και εν προκειμένω απορριπτέους κριθέντες, ως άνω, ισχυρισμούς των διαδίκων, κατά το μέρος όμως που, κατά μερική παραδοχή της εκατέρωθεν παραδεκτώς και νομίμως προβληθείσης εκ της διατάξεως του άρθρου 300 Α.Κ.
ενστάσεως προσδιόρισε, την μεν συνυπαιτιότητα του θανόντος οδηγού, Κ. Τ., στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος σε ποσοστό 30%, την δε συντρέχουσα τοιαύτη του ετέρου οδηγού, Κ. Σ. σε ποσοστό 70%, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως υποστηρίζει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με τον τρίτο λόγο της υπ' αριθμ.
καταθέσεως 65/2014 εφέσεώς της και οι εκκαλούντες, Ε. Σ. και Κ. Σ. με τον πρώτο λόγο της υπ' αριθμ. καταθέσεως 77/2014 εκ των συνεκδικαζομένων εφέσεων, βάλλοντες, με τις εκεί περιλαμβανόμενες αιτιάσεις, κατά τις περί συνυπαιτιότητος του εξ αυτών οδηγού κρίσεως της εκκαλουμένης. Κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων, αφού απορριφθούν οι εκατέρωθεν, και δια των τριών συνεκδικαζομένων ενδίκων εφέσεων, προβαλλόμενοι λόγοι περί αποκλειστικής, στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος, υπαιτιότητος ενός των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών και, επίσης, οι τ' αντίθετα των περαιτέρω, ως άνω, παραδοχών του Δικαστηρίου υποστηρίζοντες δεύτερος και τέταρτος των λόγων της υπ' αριθμ.
καταθέσεως 65/2014 εφέσεως και ο δεύτερος της υπ' αριθμ. καταθέσεως 77/2014 ομοίας, πρέπει, κατά παραδοχή των αντιστοίχων λόγων των προαναφερθέντων, υπ' αριθμ. καταθέσεως 65/2014 και 77/2014, εφέσεων, επί πλέον δε και αυτού που αφορά τον διάδικο, Κ. Σ., δεκτού ως ανωτέρω, γενομένου λόγου της ενδίκου εφέσεώς του, αλλά, εκ των πραγμάτων, και του δευτέρου λόγου της υπ' αριθμ.
καταθέσεως 67/2014 εφέσεως, με τον οποίο οι εκεί εκκαλούντες διώκουν την, που αναγκαίως θέλει πλέον χωρήσει, επανάκριση των περί χρηματικής ικανοποιήσεώς τους λόγω ψυχικής οδύνης αγωγικών τους αιτημάτων, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και δη, για την ενότητα της εκτελέσεως, στο σύνολό της ...". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1,2,3, του ΚΟΚ, 914, 926, 927 και 330 εδ.
β' του ΑΚ., ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την συνυπαιτιότητα (αμέλεια) για το ένδικο ατύχημα και στην επέλευση των εξ αυτού θανάτων του οδηγού του υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ. και των επιβαινόντων στο εν λόγω ΙΧΕ αυτοκίνητο αδελφού του Ν. Τ. και της Ε. - Χ. Κ. (συγγενών των αναιρεσειόντων), τόσον του οδηγού του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ., όσον και του (α'εναγόμενου) οδηγού του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Σ., καθώς και ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ενδίκου ατυχήματος, της αμελούς περί την οδήγηση συμπεριφοράς εκάστου αντιστοίχως των οδηγών αμφότερων των εμπλακέντων σε αυτό ΙΧΕ αυτοκινήτων και των εξ αυτού επισυμβάντων θανάτων των προαναφερόμενων οδηγού και επιβατών του υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, με συνέπεια να υφίσταται η εν λόγω απαιτουμένη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης των τελευταίων, των οποίων την συνυπαιτιότητα για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τους εξ αυτού επισυμβάντες θανάτους αιτιολογημένα προσδιόρισε η προσβαλλόμενη σε 70% για τον οδηγό του υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ. και σε 30% για τον οδηγό του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Σ., ενώ δεν απαιτείται για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης ο ειδικότερος προσδιορισμός α) της ακριβούς απόστασης από την οποία ο εναγόμενος Κ. Σ. αντελήφθη το έτερο αυτοκίνητο, β) του χρόνου κατά τον οποίο αυτός (εναγόμενος) επιχείρησε τροχοπέδηση, άμεσα ή με υπερβολική καθυστέρηση, γ) της ακριβούς απόστασης από την οποία ο εναγόμενος Κ.
Σ. άρχισε τον αριστερό ελιγμό, κατά πόσο υπήρχε χώρος από αριστερά ή δεξιά του προς αποφυγή της σύγκρουσης και γιατί έλαβε χώρα μετωπική σύγκρουση εφόσον ο ανωτέρω πραγματοποίησε αριστερό ελιγμό, δ) της απόστασης των οχημάτων κατά την έναρξη της εκτροπής ε) της αναφοράς της ακριβούς ταχύτητας με την οποία το οδηγούμενο από τον εναγόμενο Κ.
Σ. όχημα επέπεσε στο οδηγούμενο από τον Κ. Τ. ΙΧΕ αυτοκίνητο, καθώς και της αναφοράς του πόσο η ταχύτητα αυτή μειώθηκε από την τροχοπέδηση και του πόσο μειώθηκε με τον αποφευκτικό ελιγμό. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης και (κατά ένα μέρος) με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις περί τον βαθμό της συνυπαιτιότητας για το ένδικο τροχαίο ατύχημα εκάστου των εμπλεκομένων οδηγών ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008, ΑΠ 26/2020).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 26/2020).
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ2/2008, ΑΠ 26/2020) ή κατ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005, ΑΠ 26/2020) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ 26/2020) . Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της από 1-9-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.ΠολΔ., πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθμ. 108/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς που αφορούσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Ωστόσο από την βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη (εκτός των άλλων στην προσβαλλόμενη αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων που δεν αφορούν τον προκείμενο λόγο της από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης) "...και τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων....καθώς και απλά αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε για το ένδικο συμβάν και που προσκομίζονται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδικά λόγος για την ως άνω υπ'αριθμ. 108/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, όπως άλλωστε επισημαίνουν και οι αναιρεσείοντες στον σχετικό τρίτο λόγο της αίτησής τους, συγκεκριμένα αναγράφεται δε στην προσβαλλόμενη ότι "Να σημειωθεί εδώ ότι ο προαναφερόμενος κηρύχθηκε ένοχος, σε πρώτο βαθμό, και καταδικάστηκε με την υπ' αριθμ. 108/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών για κάθε πράξη ανθρωποκτονίας σε βάρος των προαναφερόμενων και σε συνολική τοιαύτη τριάντα ενός (31) μηνών.", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την ως άνω υπ' αριθμ. 108/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, στην οποία μάλιστα ρητά αναφέρθηκε.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της από 1-9-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο σε σχέση με το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του καταδικασθέντος με την εν λόγω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς Κ.
Σ., είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του μέσου αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 10/2017, Ολ.
ΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης αυτών χρηματικής ικανοποίηση είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε (εκτός των άλλων) αφενός ότι η πρόκληση του, επισυμβάντος στις 31-8-2010, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται αναλυτικά στην απόφαση αυτή, ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκαν θανάσιμα οι συγγενείς των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων, και συγκεκριμένα ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ., και οι επιβαίνοντες στο Τ. (αδελφός του προαναφερθέντος οδηγού του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου), οφειλόταν σε συνυπαιτιότητα αφενός του ως άνω αποβιώσαντος οδηγού του υπ'αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ. κατά ποσοστό 70%, η αμελής περί την οδήγηση συμπεριφορά του οποίου υπήρξε το γενεσιουργό αίτιο του ενδίκου ατυχήματος, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη (σελίδα 34η αυτής) αφετέρου σε συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30%, του οδηγού του επίσης εμπλακέντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα υπ'αριθ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Σ., η αμελής περί την οδήγηση συμπεριφορά του οποίου απλώς συνέτεινε στο επελθόν αποτέλεσμα (δηλαδή τον θάνατο των τριών επιβαινόντων στο υπ'αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο) σύμφωνα με τα αναλυτικά στην ως άνω απόφαση εκτιθέμενα. Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, κεφάλαιο της κατ' άρθρο 932 Α.Κ.
απαίτησης των εναγόντων - αναιρεσειόντων περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης τους από τους επισυμβάντες συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος θάνατους των ως άνω συγγενών τους) Κ. Τ., Ν. Τ. (που αμφότεροι ήταν τέκνα του 1ου και της 2ης των εναγόντων - αναιρεσειόντων και αδελφοί του 3ου τούτων) και Ε. - Χ.
Κ. (κόρης της 6ης των εναγόντων- αναιρεσειόντων, αδελφής του 7ου της 8ης και της 9ης των εναγόντων και εγγονής της 10ης τούτων), όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπήσή της, δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, κατ'αρχάς, ότι οι θανόντες Κ.
Τ. και Ν. Τ., διήνυαν, κατά τον χρόνο του ενδίκου συμβάντος, το δέκατο ένατο (19°) και δέκατο τέταρτο (14°), αντιστοίχως, έτος της ηλικίας τους και ήταν γνήσια τέκνα των εκ των εναγόντων Θ. Τ. και Μ. Τ., αδελφοί του ενάγοντος Π. Τ. ...... Επίσης η θανούσα Ε.- Χ. Κ. διήνυε, κατά τον χρόνο του ενδίκου συμβάντος, το δέκατο έκτο (16°) έτος της ηλικίας της και ήταν γνήσιο τέκνο των εκ των εναγόντων......
Σ. Κ., αδελφή των εναγόντων Β. Κ., Μ. Κ. και Ρ. Κ. και εγγονή της εναγούσης Μ. Κ.. Αμφότερες οι αποτελούμενες από τα προαναφερόμενα μέλη οικογένειες διατηρούσαν ισχυρές σχέσεις στοργής και αγάπης με τα θανόντα τέκνα, αδελφούς και εγγονούς, ο αδόκητος και αιφνίδιος θάνατος των οποίων, που επήλθε υπό τις άνω τραγικές περιστάσεις, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά αυτών, οι οποίοι περιλαμβάνονται άπαντες στην, κατά την προαναφερθείσα έννοια, οικογένεια των θανόντων, αφού δημιούργησε σ' αυτούς έντονα συναισθήματα θλίψεως και οδύνης.
Για να επέλθει μιας μορφής εξισορρόπηση από την δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες και να δοθεί σ'αυτούς κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί και δη κατά τους όρους της προμνησθείσας διατάξεως του άρθρου 932 του Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τη λύπη, τον πόνο και τη στενοχώρια και προεχόντως, στην παροχή προς αυτούς οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που υπέστησαν, προκειμένου να καταστεί, στο μέτρο του εφικτού, δυνατή η ηθική τους παρηγορία και η ψυχική τους ικανοποίηση.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ'όψιν το είδος της προσβολής, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψεως και του ψυχικού άλγους που οι προαναφερόμενοι ενάγοντες δοκίμασαν, δοκιμάζουν και θα δοκιμάζουν καθ' όλη τη διάρκεια του βίου τους, την απαιτούμενη για την καταπολέμησή του προσπάθεια ενός εκάστου εξ αυτών, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμο και τον βαθμό συγγενείας που καθένα συνέδεε με τους θανόντες, την μικρή ηλικία των τελευταίων, τις συνθήκες υπό τις οποίες επισυνέβη ο θάνατός τους, το βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού, Κ.
Τ., το ανυπαίτιο των επιβαινόντων θανόντων (μη τεθέντος ζητήματος περί την επιλογή τους να επιβιβασθούν στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο) και το βαθμό πταίσματος του συνυπαίτιου οδηγού στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος, κρίνει ότι πρέπει, κατά μερική παραδοχή και ως ουσία βάσιμου του αντιστοίχου κονδυλίου της από 16-5-2013 και υπ'αριθμ.
καταθέσεως 74/2013 εκ των συνεκδικαζόμενων αγωγών, να αναγνωρισθεί ότι οι εκεί εναγόμενοι, σε ολόκληρο, υποχρεούνται να καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης : Σε καθένα των εναγόντων Θ. Τ. και Μ. Τ., ποσόν 15.000 ευρώ για το θάνατο του γιού τους Κ. και ποσόν 25.000 ευρώ για το θάνατο του γιού τους Ν., στον ενάγοντα Π.
Τ., ποσόν 10.000 ευρώ για το θάνατο του αδελφού του Κ. και ποσόν 17.000 ευρώ για το θάνατο του αδελφού του Ν.,......... σε καθένα δε των λοιπών εναγόντων για τον θάνατο της Ε.- Χ. Κ., θυγατέρας, αδελφής και εγγονής τους, αντιστοίχως, ποσόν 25.000 ευρώ σε καθένα των εναγόντων........και Σ. Κ., ποσόν 17.000 ευρώ σε καθένα των εναγόντων Β.
Κ., Μ. Κ. και Ρ. Κ. και ποσόν 6.000 ευρώ στην ενάγουσα Μ. Κ.." . Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη και το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, δέχθηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμους τους σχετικούς λόγους της υπ'αριθμ. 67/2014 έφεσης των ως άνω εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε επιδικάσει σε έκαστο ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για τον θάνατο των ως άνω συγγενών τους τα στην εκκαλούμενη αναφερόμενα πολύ μεγαλύτερα των προαναφερόμενων ποσά και στην συνέχεια δικάζοντας (και) επί της ως άνω από 16-5-2013 και υπ'αριθμ.
καταθέσεως 74/2013 εκ των συνεκδικαζόμενων αγωγών δέχθηκε εν μέρει αυτή και (σε σχέση με το ενδιαφέρον εν προκειμένω ως άνω κεφάλαιο περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα των προαναφερθέντων εναγόντων τα ως άνω αναγραφόμενα χρηματικά ποσά νομιμοτόκως.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της ένδικης από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, που στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ., οι ως άνω αναιρεσείοντες (ως άνω ενάγοντες της ως άνω από 16-5-2013 και υπ'αριθμ. καταθέσεως 74/2013 αγωγής) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω και επιδικάζοντας στους τώρα αναιρεσείοντες (ενάγοντες της ως άνω αγωγής) ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους από τους επισυμβάντες συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος θανάτους των ως άνω συγγενών τους, αντιστοίχως Κ.
Τ., Ν. Τ. (που αμφότεροι ήταν τέκνα του 1ου και της 2ης των εναγόντων και αδελφοί του 3ου τούτων) και Ε.- Χ. Κ. (που ήταν κόρη της 6ης των εναγόντων, αδελφή του 7ου της 8ης και της 9ης των εναγόντων και εγγονή της 10ης τούτων) τα ανωτέρω (αντίστοιχα για έκαστο εξ αυτών) χρηματικά ποσά, δεν τήρησε τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 25 του Συντάγματος και 932 Α.Κ., αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση υπολείπονται, (και μάλιστα καταφανώς), των συνήθως επιδικαζόμενων, σε παρόμοιες περιπτώσεις, ιδίως εν όψει του ότι ουδεμία υπαιτιότητα είχαν για το ένδικο τροχαίο ατύχημα οι επιβαίνοντες στο υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο) Ε.- Χ. και Ν. Τ.. Σε σχέση με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το προαναφερθέν σκέλος του, κρίνοντας το Εφετείο όπως ανωτέρω αυτολεξεί παρατέθηκε, δηλαδή καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες υπέστησαν από τους επισυμβάντες συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος θανάτους των ως άνω συγγενών τους, ήτοι αντιστοίχως του (συνυπαίτιου σε ποσοστό 70% για το ένδικο τροχαίο ατύχημα) οδηγού του ως άνω υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. Τ., του επιβαίνοντος στο εν λόγω όχημα αδελφού του Ν. Τ. (που αμφότεροι ήταν τέκνα του 1ου και της 2ης των εναγόντων και αδελφοί του 3ου τούτων) και της επιβαίνουσας στο εν λόγω όχημα Ε.- Χ. Κ. (που ήταν κόρη της 6ης των εναγόντων, αδελφή του 7ου της 8ης και της 9ης των εναγόντων και εγγονή της 10ης τούτων) στα αναλυτικά ανωτέρω αναφερθέντα ανωτέρω ποσά για έκαστο αντιστοίχως τούτων, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Δικαστήριο ουσίας ότι αποδείχθηκαν σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του θανόντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οδηγού του ως άνω υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του συνυπαίτιου, κατά ποσοστό 30%, για το ένδικο τροχαίο ατύχημα οδηγού του ως άνω υπ'αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτου εναγόμενου Κ. Σ., την έλλειψη υπαιτιότητας των δύο συνεπιβαινόντων στο υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το είδος της προσβολής που οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες υπέστησαν, τη διάρκεια και την ένταση της θλίψης και του ψυχικού άλγους που δοκίμασαν, το μέγεθος και την ένταση της οδυνηρής εμπειρίας που βίωσαν, την απαιτούμενη για την καταπολέμηση του οφειλόμενου στον θάνατο των ως άνω συγγενών τους ψυχικού πόνου προσπάθεια ενός εκάστου εξ αυτών, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμό τους και το βαθμό συγγένειας που συνέδεε τον καθένα τους με τους ως άνω θανόντες, την ηλικία των τελευταίων, καθώς και την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση όλων των διαδίκων φυσικών προσώπων, πλην του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου στην από 1-9-2017 αίτηση αναίρεσης) νομικού προσώπου, η ευθύνη του οποίου είναι εγγυητική.
Επομένως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της από 1-9-2017 αναίρεσης κατά το προαναφερθέν σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 του ΑΚ, καθώς και του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφ.
δ' του Συντάγματος, επιδίκασε σε έκαστο από αυτούς (τώρα αναιρεσείοντες), ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα προαναφερόμενα (αντιστοίχως για έκαστο αναιρεσείοντα) ως άνω ποσά, τα οποία, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ανωτέρω αναφερθείς πρώτος λόγος της από 1-9-2017 αίτησης αναιρέσεως κατά το προαναφερθέν δεύτερο σκέλος του (περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, η απόδοση στους ως άνω αναιρεσείοντες του καταβληθέντος παραβόλου, η δε αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία πρέπει, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το βάσιμο αίτημα περί τούτου αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Επί της από 3-11-2018 αιτήσεως αναιρέσεως της Ανώνυμης Ελληνικής Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ- ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε.", όπως η επωνυμία αυτής τροποποιήθηκε από "ΝΡ INSURANCE - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε" : Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του νόμου ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδάφιο Β', 914 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημιάς.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 609/2020).
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1, αλλά και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ 609/2020).
Περαιτέρω, έλλειψη νομίμου βάσεως κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 609/2020).
Εν προκειμένω με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 3-11-2018 αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλειες με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αφενός ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 5 του Ν.
ΓΠΝ/1911 των άρθρων 4 παρ. 2 και 4, 5 και 5 παρ. 3α και 16 παρ. 4 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), καθώς και των άρθρων 19 και 20 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα περί συγκλίνουσας υπαιτιότητας (αμέλειας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς αμφοτέρων των οδηγών και του ένδικου ατυχήματος, αντί να δεχτεί, όπως έπρεπε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έκρινε ότι αποδείχτηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος ήταν ο θανατωθείς οδηγός του υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου η αμελής οδηγική συμπεριφορά του οποίου και μόνο συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση αυτού και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο Κ. Σ., του οποίου το όχημα ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ήταν συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και μάλιστα κατά ποσοστό 30 % και δη παρά το γεγονός ότι επίσης δέχθηκε πως ο ανωτέρω Κ.
Σ. δεν είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, ανώτερη της επιτρεπόμενης των 90 χιλιομέτρων την ώρα, αλλά αντιθέτως ότι η ταχύτητά του "δεν υπερέβαινε τα 70 χιλιόμετρα την ώρα", σύμφωνα και με τα αναλυτικά στην προσβαλλόμενη και στον σχετικό λόγο της από 3-11-2018 αιτήσεως αναιρέσεως εκτιθέμενα, αφετέρου στο ότι η προσβαλλόμενη στερείται νομίμου βάσεως διότι δεν διέλαβε αιτιολογίες, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με την κρίση της περί συνυπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του ένδικου ατυχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίστηκαν θανάσιμα ο οδηγός και οι ως άνω δύο επιβαίνοντες του υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, και τη συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, που προσδιορίστηκε με την προσβαλλόμενη σε 70% για τον θανόντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οδηγό του υπ'αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, και σε 30 % για τον οδηγό του υπ'αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, του οποίου το όχημα ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, όπως οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης παρατέθηκαν αυτολεξεί παραπάνω σχετικά με τον δεύτερο λόγο της (συνεκδικαζόμενης) από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 10 Ν.
ΓΠΝ/1911, και τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 4,5, και 5 παρ. 3α, 16 παρ. 4, 19 και 20 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν στις νομικές έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας, α) κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις και παραλείψεις του κριθέντος συνυπαίτιου (κατά ποσοστό 30%) στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος οδηγού του υπ'αριθμ.
κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Σ. και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών και του ένδικου ατυχήματος και β) κατά το μέρος που ανάγονται στις πράξεις και παραλείψεις του (αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα) συνυπαίτιου (κατά ποσοστό 70%) στην πρόκληση αυτού (ενδίκου τροχαίου ατυχήματος) οδηγού του υπ'αριθμ.
κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Τ., οι οποίες ενδιαφέρουν αναιρετικά με βάση τους ερευνώμενους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 3-11-2018 αίτησης αναίρεσης, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο πέραν των όσων προαναφέρθηκαν σε σχέση με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου της από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας εκάστου των προαναφερόμενων οδηγών περιστατικά, τα οποία επέδειξε έκαστος από τους προαναφερόμενους και εμπλακέντες στο ένδικο τροχαίο ατύχημα οδηγούς, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.O.K.
εκάστου τούτων, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και συγκεκριμένα, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και κενά αιτιολογίες έκρινε ότι Ι) η αμέλεια του οδηγού του υπ'αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Τ. συνίστατο στο ότι "κατά παραβίαση των γενικών κανόνων της επιμελούς οδηγήσεως που επιβάλλουν στον οδηγό να κινείται με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ν 'ασκεί τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να είναι κάθε στιγμή σε θέση να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλούς οδηγήσεως και εν τέλει, ν' αποφεύγει συμπεριφορά που μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999), παραβίασε επιτακτικές διατάξεις του ΚΟΚ και δη αυτές των άρθρων 4 παρ. 2 και 4,5, 3α και 16 παρ. 4 του Ν.2696/1999 και πλέον ειδικότερα, παραβλέποντας την προμνησθείσα κατά την πορεία του οδική σήμανση, που προειδοποιούσε για την ιδιαίτερη επικινδυνότητα του καμπύλου τμήματος της οδού, στο οποίο εισήρχετο, δεν προσήρμοσε καταλλήλως την ταχύτητά του οχήματός του και, ειδικότερα, δεν μείωσε την υπερβολική τοιαύτη, οπωσδήποτε ανωτέρα των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα, που είχε ήδη αναπτύξει, μειώνοντας αυτή τουλάχιστον στα επίπεδα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, με αποτέλεσμα, απολύτως συνδεόμενο αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα αμελή συμπεριφορά του, ν'απωλέσει τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εκτραπέν από την πορεία του, προσέκρουσε στα παρά το αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού κιγκλιδώματα, αποφράσσοντας ταυτοχρόνως και την πορεία του αντιθέτως ερχόμενου αυτοκινήτου, το οποίο επέπεσε επ' αυτού.
Αντιθέτως, αν τηρούσε την εκ των κανόνων επιμελούς οδηγήσεως και εκ των ειδικοτέρων, ως άνω, κανόνων του ΚΟΚ επιβαλλόμενη επιμελή συμπεριφορά, με την οποία ευχερώς μπορούσε να συμμορφωθεί, δεδομένων των ευνοϊκών προς τούτο περιστάσεων και ιδία της μη αυξημένης επί της οδού κινήσεως και της επικρατούσης καλοκαιρίας και της ανεμποδίστου ορατότητος, το ένδικο συμβάν θα είχε με βεβαιότητα αποφευχθεί.
II) η αμέλεια του οδηγού του υπ'αριθμ. κυκλοφ ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Σ. συνίστατο στο "γεγονός ότι, αν και αντελήφθη από ικανή απόσταση την έναρξη της εκτροπής του αντιθέτως ερχόμενου αυτοκινήτου από την πορεία του (η, ως ανωτέρω, αναφορά του στην απόσταση των 100 μέτρων, αν και μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν είναι, εν όψει των περιστάσεων, ακριβής, δεν αναιρεί την αίσθησή του ότι αντελήφθη την έναρξη του συμβάντος από ικανή απόσταση), εν τούτοις, αμελώς φερόμενος και, ειδικότερα, μη οδηγών με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς, αποφεύγοντας συμπεριφορά που μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις, δηλονότι επιδεικνύων συμπεριφορά αντίθετη σ'αυτή που όφειλε με βάση τους κανόνες επιμελούς οδηγήσεως και τους ειδικότερους τοιούτους των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 να επιδείξει, δεν εκτίμησε εξ αρχής, όπως όφειλε και μπορούσε εν όψει των, ως ανωτέρω, ευνοϊκών κατά τον χρόνο του ενδίκου συμβάντος, περιστάσεων, τον διαγραφόμενο κίνδυνο, ώστε να μειώσει αμέσως, έως μηδενισμού, την ταχύτητα του οχήματός του, με συνέπεια ν'αντιδράσει καθυστερημένα και παρά τις, ως ανωτέρω, αποφευκτικές του ενέργειες, να μη δυνηθεί ν'αποτρέψει την μετωπική πρόσκρουση του αυτοκινήτου του επί του ετέρου, συμβάλλοντας αιτιωδώς στο επελθόν, ως άνω αποτέλεσμα...".
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη κάνει (ευλόγως) μνεία μόνο στην υπ'αριθμ. 108/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς και όχι στην υπ'αριθμ. 402/31-1-2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης, αφού η 402/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης δεν είχε ακόμη εκδοθεί όταν συζητήθηκε (στις 7-5-2015) η δημοσιευθείσα στις 3-11-2015 προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2010/2015 απόφαση.
Εξάλλου το γεγονός ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο οδηγός του υπ'αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Σ. δεν είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα κατά πολύ ανώτερη της επιτρεπόμενης των 90 χιλιομέτρων την ώρα και απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό των εναγόντων, δεν αντιφάσκει στην καταγνωσθείσα με την προσβαλλόμενη συνυπαιτιότητα του ανωτέρω για το ένδικο ατύχημα, την οποία το Εφετείο δεν στήριξε σε υπερβολική ταχύτητα του ως άνω οδηγού του υπ'αριθμ.
κυκλοφ ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Σ., αλλά την στήριξε στην παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, σύμφωνα και με τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα (ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς, αποφεύγοντας συμπεριφορά που μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες καταστάσεις, ότι δεν εκτίμησε εξ αρχής, όπως όφειλε και μπορούσε τον διαγραφόμενο κίνδυνο, ώστε να μειώσει αμέσως, έως μηδενισμού, την ταχύτητα του οχήματός του, με συνέπεια ν'αντιδράσει καθυστερημένα και παρά τις, ως ανωτέρω, αποφευκτικές του ενέργειες, να μη δυνηθεί ν' αποτρέψει την μετωπική πρόσκρουση του αυτοκινήτου του επί του υπ'αριθμ.
κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, συμβάλλοντας αιτιωδώς στο επελθόν, ως άνω αποτέλεσμα.). Πρόδηλο, συνεπώς, τυγχάνει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί της συνυπαιτιότητας (κατά ποσοστό 30%) του οδηγού του υπ'αριθμ. κυκλοφ ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Σ. στην παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 την δε κρίση του περί της συνυπαιτιότητας (κατά ποσοστό 70%) του οδηγού του υπ'αριθμ.
κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Τ. στην παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1,4 παρ. 2 και 4,5,3α και 16 παρ. 4 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1α, και 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι, ακολούθως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ άρθρο 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 65/2017, 92/2013, 322/2012, 1241/2010).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 65/2017, 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στις διατάξεις των άρθρων 5 του Ν.ΓΠΝ/1911, των άρθρων 12 παρ.1,4 παρ.2 και 4,5 και 5 παρ. 3α και 16 παρ.4,19 και 20 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) που συνίσταται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατέγνωσε συνυπαιτιότητα για το επίδικο ατύχημα στο οδηγό του υπ'αριθμ.
κυκλοφ ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Κ. Σ. (του οποίου το όχημα ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία), παραλείποντας να εφαρμόσει, κατά την συγκρότηση του αποδεικτικού του πορίσματος τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία, α) με βάση την ανερχόμενη σε 70 χιλιόμετρα ανά ώρα ταχύτητα του οχήματος του προαναφερθέντος Κ.
Σ. κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, β) με βάση το ίχνος τροχοπέδησης από το όχημα του ανωτέρω Κ. Σ. που έχει ελαφρά κλίση από αριστερά προς τα δεξιά ως προς την αρχική του πορεία, ελιγμός που κατά την αναιρεσείουσα είναι ο ενστικτώδης και αναμενόμενος για κάθε οδηγό εφόσον ο κίνδυνος πρόσκρουσης παρουσιάζεται από αριστερά και υποδηλώνει την τεταμένη προσοχή του ανωτέρω, γ) με βάση το σημείο σύγκρουσης που επήλθε στο ύψος της γέφυρας, η οποία διαθέτει μπαριέρες στην δεξιά πλευρά ως προς την πορεία του οχήματος του ανωτέρω Κ.
Σ. δ) και με βάση το γεγονός ότι ο Κ. Τ. δεν διενήργησε κανένα ελιγμό, ούτε προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση του αυτοκινήτου του επί των κιγκλιδωμάτων με ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων την ώρα, συνεπώς κατά την αναιρεσείουσα, κατά τα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας (που δεν εφάρμοσε το Εφετείο) με δεδομένη την ταχύτητα των οχημάτων και την απόστασή τους, ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν είχε δυνατότητα να εκτελέσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ούτε χρονικά, ούτε τοπικά, παρά μόνο να τροχοπεδήσει, όπως και έκανε.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 5 του Ν.ΓΠΝ/1911, 12 παρ. 1,4 παρ.2 και 4,5 και 5 παρ. 3α και 16 παρ.4,19 και 20 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Συνεπώς και ο ως άνω τρίτος λόγος της από 3-11-2018 αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά τα προαναφερθέντα.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση τόσο από την αναιρεσείουσα, όσο και από όλους τους διαδίκους και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του :
το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Κιλκίς, τις 16 φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, το σχετικό ΑΔΣ υπ'αριθ. πρωτ.2514/9/45- ε' /01-09-10, την από 31/08/10 έκθεση αυτοψίας, τις δύο από 01-09-10 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Κιλκίς, πραγματογνώμονα Ν. (η μία ύστερα από την υπ'αριθμ. 2514/09/451 ιζ παραγγελία του Τ.Τ.
Κιλκίς του υπ'αρ. ... οχήματος και η άλλη ύστερα από την υπ'αριθμ. 2514/09/45 ιστ παραγγελία του Τ.Τ. Κιλκίς του υπ'αρ. ... οχήματος), το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, την με αριθμό SAAG- 10879/10 έκθεση πραγματογνωμοσύνης οχήματος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " Στ. Α.- Α.. Γ. Ο.Ε" με τις επισυναφθείσες σ'αυτήν 25 φωτογραφίες του υπ'αρ. ...
οχήματος, την με αριθμό SAAG- 10849/10 έρευνα και τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης συνθηκών ατυχήματος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Στ. Α.- Α.. Γ. Ο.Ε", καθώς και 9 φωτογραφίες του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, 26 φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και 14 φωτογραφίες του υπ'αρ. ... Ι.ΧΕ.
αυτοκινήτου, τις τρεις ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας νεκροτομής των Ν. Τ., Ε. Χ. Κ. και Κ. Τ., τα υπ'αριθμ. 108/2014 Πρακτικά και Απόφαση του Τριμελούς Πλημμ/κείου Κιλκίς, όπου κατέθεσε ενόρκως ο ομότιμος Καθηγητής Ιατροδικαστικής Δ. Ψ.. Ότι εάν η προσβαλλόμενη ελάμβανε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα ήταν ο αποβιώσας σε αυτό Κ.
Τ. και ότι δεν βαρύνεται με υπιατιότητα ή συνυπαιτιότητα ο Κ. Σ., οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα υπ'αρ. κυκλοφ. ... Ι.ΧΕ. αυτοκινήτου, για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τους κατ' αυτό θανάτους του οδηγού και των επιβαινόντων στο υπ αριθμ.κυκλοφ. ... Ι.ΧΕ. αυτοκίνητο, με το οποίο το αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε συγκρούστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και το Εφετείο έλαβε υπόψη, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα [και συγκεκριμένα αναφέρεται "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, τις από 1-9-2010 (δύο) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου-μηχανικού οχημάτων Ν.
Κ., που διενεργήθηκαν στα πλαίσια της ενεργηθείσης για το ένδικο συμβάν, προανακρίσεως, κατόπιν παραγγελίας του Τμήματος Τροχαίας Κιλκίς και τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τεχνικές, περί το ένδικο συμβάν, εκθέσεις (ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες) συνταχθείσες με την επιμέλεια των διαδίκων που τις προσκομίζουν και οι οποίες, ως γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης, εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 390 ΚΠολΔ), καθώς και απλά αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε για το ένδικο συμβάν και που προσκομίζονται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού νομίμως επετράπη η δια μαρτύρων απόδειξη, προέκυψαν τα ακόλουθα :...."], σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και ότι προς τούτο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και όλα τα αναφερόμενα ανωτέρω και στον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδεικτικά μέσα, σε μερικά από τα οποία μάλιστα κάνει ιδιαίτερη αναφορά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του, όπως μεταξύ άλλων, στις ιατροδικαστικές εκθέσεις νεκροψίας νεκροτομής της Ιατροδικαστού της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης Ε.
Ζ. επί των θανόντων Ν. Τ., Ε. Χ. Κ. και Κ. Τ., λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου στην προσβαλλόμενη, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, στην μείζονα σκέψη στο κεφάλαιο της παρούσας που αφορά τον αντίστοιχο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ λόγο της αντίθετης από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης, αφού εν προκειμένω, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Συνεπώς και ο ως άνω τέταρτος λόγος της από 3-11-2018 αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά τα προαναφερθέντα.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της ένδικης από 3-11-2018 αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω και επιδικάζοντας στους τώρα αναιρεσίβλητους (ενάγοντες) ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους από τους επισυμβάντες συνεπεία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος θανάτους των ως άνω συγγενών τους, αντιστοίχως Κ.
Τ., Ν. Τ. (που αμφότεροι ήταν τέκνα του 1ου και της 2ης των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και αδελφοί του 3ου τούτων) και Ε.-Χ. Κ. (που ήταν κόρη της 6ης των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, αδελφή του 7ου της 8ης και της 9ης των εναγόντων και εγγονή της 10ης τούτων) τα ανωτέρω (αντίστοιχα για έκαστο εξ αυτών), χρηματικά ποσά, τα οποία είναι υπερβολικά και δεν τελούν σε αναλογία σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανατωθέντος κατά το ατύχημα οδηγού του υπ' αριθμ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, παραβίασε την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, επί πλέον δε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση επειδή δεν διέλαβε αιτιολογίες, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τα εν λόγω ποσά που επιδικάστηκαν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης δεν είναι εύλογα και ανάλογα αφ' ενός μεν της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, αφετέρου της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του οδηγού και της ιδιοκτήτριας του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ο ως άνω πέμπτος λόγος της από 3-11-2018 αίτησης αναίρεσης α) κατά μεν το πρώτο σκέλος του που αναφέρεται σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεδομένου ότι τα ποσά που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους είναι υπερβολικά και δεν είναι ανάλογα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, αφ' ενός ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος κατά το ατύχημα οδηγού, δεδομένου ότι το Εφετείο με πλήρεις, επαρκείς και ουδόλως αντιφατικές αιτιολογίες (όπως ανωτέρω στον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης αναλυτικά εξετέθη) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αποβιώσας οδηγός του υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 70% για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ότι δεν είναι αποκλειστικά υπαίτιος γι' αυτό, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα, αφετέρου διότι, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω σχετικά με τον αντίστοιχο λόγο της αντίθετης από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης των εναγόντων τα ποσά που επιδικάστηκαν (σε έκαστο ενάγοντα) για την ανωτέρω αιτία δεν είναι υπερβολικά, αντιθέτως είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, β) κατά δε το δεύτερο σκέλος του που αναφέρεται στο ότι τα ποσά που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους ως εύλογη χρηματική, ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους δεν είναι εύλογα λαμβανομένων υπόψη της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης του οδηγού και της ιδιοκτήτριας του υπ'αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον το εύλογο του επιδικαζόμενου ποσού χρηματικής ικανοποίησης, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνεπώς η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, λαμβάνοντας υπόψη ως ουσιώδη κριτήρια, κυρίως, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών, τη βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, τη βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και τις ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς δεν μπορεί να νοηθεί κατά τούτο εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 ΑΚ) ή εκ πλαγίου παραβίαση αυτού.
Επομένως, κατά τα προαναφερόμενα πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της από 3-11-2018 αναίρεσης. Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η από 3-11-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 1-9-2017 και με έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου με Γ.Α.Κ. 21226/ Ε.Α.Κ. 222/5-10-2017 αίτηση αναίρεσης των 1) Θ. Τ., 2) Μ. συζ. Θ. Τ., το γένος Χ.. Π., 3) Π. Τ., 4) Σ. Π., 5) Α. Κ., 6) Σ. Κ., 7) Β. Κ., 8) Μ. Κ., 9) Ρ. Κ. και 10) Μ. χας Ι. Κ. και την από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτηση αναίρεσης της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΡ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2010/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 1-9-2017 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 2010/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα Σ. Π. του Α. και τον πέμπτο αναιρεσείοντα Α. Κ. του Λ..
Κηρύσσει καταργημένη την δίκη επί της από 1-9-2017 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2010/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Κ. Σ. και ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ε. συζ. Μ. Σ..
Δέχεται την από 1-9-2017 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ'αριθμ. 2010/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το τμήμα της που αναιρέθηκε, στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάζει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς την 4η αναιρεσίβλητη Σ. Π., επί της από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτησης αναίρεσης.
Κηρύσσει την βιαία διακοπή της δίκης επί της από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτησης αναίρεσης ως προς την 4η αναιρεσίβλητη Σ. Π..
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3-11-2018 και με ΓΑΚ 3566/ΕΑΚ 302/5-11-2018 αίτηση αναίρεσης της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΡ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Ε.Α.Ε.".
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του ΑΠ Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ