Supreme Court allows appeal against lower court's application of statute of limitations instead of set-off rules in debt dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a debt dispute involving a set-off claim. The appellant argued that the lower court incorrectly applied the statute of limitations while ignoring mandatory set-off provisions under the Commercial Companies Law. The court found that the First Instance Court erred by applying the statute of limitations instead of the specific set-off rules requiring shareholder approval, which were not met in this case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 440 of the Civil Code; Articles 14, 24, 26 of Law 3190/1955: The court must apply mandatory set-off provisions requiring shareholder approval rather than the general statute of limitations when specific conditions for set-off are not fulfilled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1141 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1141/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παραμυθιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καμμένο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2064/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-3-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 2064/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 23-8-2011 έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 444/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 3-2-2009 αγωγή της ίδιας και είχε επιδικάσει σ’ αυτήν το ποσό των 4.231,41 ευρώ, έναντι μείζονος δικαιουμένου, εφόσον έγινε δεκτή ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, με ανταπαίτησή του.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 §§ 1&3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1474/2008).
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 10 § 2, 14 § 2, 22, 25 και 35 Ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης" συνάγεται, ότι η με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των εταίρων της Ε.Π.Ε. έγκριση του ισολογισμού και των αρχικών ή τροποποιημένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, στις οποίες αποτυπώνονται τα μετ’ έλεγχο αποτελέσματα χρήσης της εταιρίας, δεν συνιστούν και απόφαση περί διανομής στους εταίρους των εμφανιζομένων ως επιτευχθέντων κερδών της ελεγχόμενης χρήσης, αλλά απαιτείται προς τούτο ιδιαίτερη απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως, η οποία μπορεί να ληφθεί εγκύρως με την ίδια απόφαση που εγκρίνει τον ισολογισμό και τις άνω καταστάσεις, αφού μέρος των καθαρών κερδών που επιτεύχθηκαν κατά την ελεγχόμενη χρήση πρέπει κατά το άρθρο 24 του ίδιου νόμου να αφαιρεθεί υποχρεωτικά για το σχηματισμό αποθεματικού, μέχρις αυτό να ανέλθει σε ποσοστό του ενός τρίτου του κεφαλαίου, μετά δε το σχηματισμό του αποθεματικού στο εν λόγω ποσοστό, μπορεί με απόφαση των εταίρων τα κέρδη να διανεμηθούν μεταξύ αυτών ή να διατεθούν για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από την εταιρία, η σχετική δε αξίωση του εταίρου για την απόδοση του αναλογούντος στη μερίδα του καθαρού κέρδους γεννάται από του χρόνου που λήφθηκε η σχετική προς διανομή των κερδών απόφαση της γενικής συνελεύσεως (ΑΠ 1732/2008).
Περαιτέρω το άρθρο 26 §§ 1, 2 του Ν. 3190/1955 ορίζει ότι "1. Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσιν, εφόσον δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρίας, εκάστου των εταίρων και των τρίτων δια παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή δια πταίσματα περί την διαχείρησιν αυτών. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αξίωσις των κατ’ ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται ν’ ασκηθεί εφόσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας, ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι οι διαχειριστές της Ε.Π.Ε. ευθύνονται σε αποζημίωση, αν δε ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, απέναντι στην εταιρία, στους εταίρους και στους τρίτους για παραβάσεις του νόμου, του καταστατικού ή για πταίσματα κατά την διαχείριση. Στην περίπτωση αυτήν η συνέλευση των εταίρων μπορεί να αποφασίσει την μη απαλλαγή των υπαιτίων από την ευθύνη ή και την ενάσκηση των αξιώσεων της εταιρίας κατ’ αυτών για αποζημίωση με την άσκηση κατ’ εκείνων της εταιρικής αγωγής (άρθρο 14 § 2 στοιχ.
β’ και δ’ Ν. 3190/1955). Δύναται όμως η συνέλευση και όταν ο διαχειριστής εζημίωσε υπαιτίως την εταιρία, να τον απαλλάξει από κάθε ευθύνη για αποζημίωση, να παραιτηθεί από τις εναντίον του αξιώσεις ή να αποφασίσει την μη ενάσκηση της εταιρικής αγωγής. Όταν όμως δεν αποκαθίσταται η ζημία της εταιρικής περιουσίας, τελικώς ζημιώνονται εμμέσως οι εταίροι, αλλά ενδεχομένως και οι εταιρικοί δανειστές, σε περίπτωση κατά την οποίαν η εταιρική περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή των.
Ο νόμος 3190/1955 έλαβε υπόψη το συμφέρον των προσώπων αυτών και με τις διατάξεις του άρθρου 26 επεξέτεινε την ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στους εταίρους αλλά και στους τρίτους. Βεβαίως, η ευθύνη των διαχειριστών απέναντι στα ως άνω πρόσωπα έχει επικουρικό χαρακτήρα, ενεργοποιείται δηλαδή μόνον εφόσον δεν ασκηθεί η εταιρική αγωγή από την εταιρία.
Έτσι, εφόσον η συνέλευση των εταίρων αποφασίσει την μη έγερση κατά των διαχειριστών της εταιρικής αγωγής ή δεν λάβει απόφαση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κάθε εταίρος αλλά και κάθε τρίτος μπορούν να ασκήσουν την εταιρική αγωγή με αίτημα την καταβολή αποζημιώσεως στην εταιρία, ως μη δικαιούχοι διάδικοι.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποίαν η συνέλευση απάλλαξε από κάθε ευθύνη τους διαχειριστές, οι οποίοι εζημίωσαν υπαιτίως την εταιρία ή παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της εταιρίας για αποζημίωση. Ο νόμος προστατεύει τον αποκλειόμενο της εταιρίας εταίρο (άρθρο 33 § 3 εδ. β’ Ν. 3190/1955), καθόσον ο ίδιος, μέχρις ότου καταβληθεί σε αυτόν η αξία της μερίδας συμμετοχής του στην εταιρία, διατηρεί την εταιρική ιδιότητά του.
Μετά από την καταβολή της εν λόγω αξίας, ο αποκλειόμενος παύει πλέον να θεωρείται εταίρος, πλην όμως αυτός δύναται να ενταχθεί στην κατηγορία των "τρίτων", δανειστών της εταιρίας, εάν έχει κατ’ αυτής απαιτήσεις, οι οποίες προκύπτουν από κέρδη παρελθόντων ισολογισμών, τα οποία δεν έχουν καταβληθεί ακόμη στους εταίρους και στο μέτρο κατά το οποίο δεν συνυπολογίσθηκαν και δεν ήτο δυνατόν να συνυπολογισθούν στην αξία της μερίδας συμμετοχής, όταν αυτή προσδιορίσθηκε από το δικαστήριο και ως εκ τούτου έχει και αυτός έννομο συμφέρον να ασκήσει πλαγιαστικώς την εταιρική αγωγή.
Βεβαίως, εάν το επιδικασθησόμενο λόγω ευδοκιμήσεως της πλαγιαστικής αγωγής ποσόν εισέλθει στο εταιρικό ταμείο, είναι ενδεχόμενο, να μην λάβουν τελικώς εμμέσως κανένα ποσόν οι εταίροι ή οι τρίτοι δανειστές, εάν λόγω των χρεών της εταιρίας και της εν γένει περιουσιακής καταστάσεως αυτής δεν απομείνει κάτι για να το εισπράξουν αυτοί (ΑΠ 1280/2012).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με έδρα την Αθήνα και αντικείμενο εργασιών την κατασκευή και εμπορία φίλτρων και ανταλλακτικών μηχανών εσωτερικής καύσης συστήθηκε το έτος 1985 από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Γ.
Γ., Σ. Σ. και Χ. Λ., καθήκοντα δε διαχειριστή ανέλαβε ο Σ. Σ.. Οι μεταξύ των εταίρων σχέσεις δεν ήταν αρμονικές, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στη λειτουργία της εταιρείας. Γι’ αυτό οι εταίροι Σ. Σ. και Χ. Λ. άσκησαν κατά του εναγομένου την από 15-11-1989 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν τον αποκλεισμό του από την εταιρεία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 963/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε ο αποκλεισμός του εναγομένου από την ως άνω εταιρία για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 3 του ν. 3190/1955, μετά δε την απόρριψη της ασκηθείσας από τον εναγόμενο έφεσης με την υπ’ αριθ. 4308/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη.
Ακολούθως, κατατέθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), αντίθετες αιτήσεις αφενός μεν από τους Σ. Σ. και Χ. Λ. αφετέρου δε από τον εναγόμενο, μετά την συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4439/2001 τελεσίδικη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία καθορίσθηκε η αξία συμμετοχής του εναγομένου - αποκλεισθέντος εταίρου στην εταιρεία, με βάση την εκ ποσοστού 28% εταιρική του μερίδα, στο ποσό των 25.135.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε σ’ αυτόν, στις 5-11-2001 με την υπ’ αριθ, ...
τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Εργασίας. Επομένως, από την ημερομηνία αυτή ο εναγόμενος αποχώρησε από την εταιρεία, η οποία πλέον συνεχίσθηκε μεταξύ των λοιπών εταίρων και, μετά το θάνατο του Χ. Λ. το έτος 2006, συνεχίσθηκε μεταξύ της κληρονόμου αυτού-συζύγου του Ζ. Λ. και του Σ. Σ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ενόσω ακόμη ήταν εταίρος της ενάγουσας, άσκησε κατά του Σ.
Σ., ως διαχειριστή αυτής, την από 3-1-1995 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι ο τελευταίος όφειλε να καταβάλει στην εταιρεία το ποσό των 70.712,92 ευρώ, το οποίο φερόταν ότι είχε εισπράξει παράνομα, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως διαχειριστής της ενάγουσας, και δεν το είχε αποδώσει σ’ αυτήν.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3639/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο Σ. Σ. όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της έφεσης του εκκαλούντος Σ. Σ., με την υπ’ αριθ. 1644/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, εκδόθηκε, με βάση την ως άνω τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η υπ’ αριθ. .../2007 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας ο Σ. Σ. υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία το ποσό των 70.712, ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 9-1-1995 (επίδοση της αγωγής) και το ποσό των 2.120 ευρώ, ως δικαστική δαπάνη.
Με βάση τον ως άνω εκτελεστό τίτλο ο εναγόμενος προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση της κείμενης στο Περιστέρι Αττικής και επί της οδού ... οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, η οποία ανήκε στον Σ. Σ.. Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω, ότι ο Σ. Σ. άσκησε κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής την από 26-4-2007 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία προέβαλε ως λόγο ανακοπής ότι ο εναγόμενος δεν είχε ενεργητική νομιμοποίηση να εκδώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθόσον από την 6-11-2001 είχε αποχωρήσει από την εταιρεία.
Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η υπ’ αριθ. 4954/2008 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης, η υπ’ αριθ. 7255/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε δε τελεσιδίκως ότι ο εναγόμενος νομιμοποιείτο ενεργητικά να αιτηθεί την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ως τρίτος δανειστής της ενάγουσας, έχοντας απαίτηση κατ’ αυτής, για κέρδη από ισολογισμούς, στους οποίους αυτά δεν είχαν εμφανισθεί, κατά το χρόνο, κατά τον οποίο αυτός ήταν ακόμη εταίρος, ενόψει του ότι δεν είχε υπολογισθεί στην αποτίμηση της αξίας της εταιρικής μερίδας του (εναγομένου), το ανωτέρω ποσό των 70.712,92 ευρώ, το οποίο είχε αναγνωρισθεί ότι δεν αποδόθηκε στην εταιρεία.
Κατά της ως άνω υπ’ αριθ. 7255/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο Σ. Σ. άσκησε την από 29-4-2010 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1280/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α2 Πολιτικού Τμήματος), η οποία έκρινε, ότι ο εναγόμενος νομιμοποιείτο να ζητήσει την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής καθόσον "μετά την αποχώρηση του από την εταιρεία την 6-11-2001, που του κατεβλήθη η αξία της μερίδας συμμετοχής του σ’ αυτήν, δεν είχε πλέον δικαιώματα ως εταίρος, είχε όμως θέση δανειστή της εταιρείας, έχοντας απαίτηση απ’ αυτήν για κέρδη από ισολογισμούς στους οποίους δεν εμφανίσθηκαν αυτά, αφού κρίθηκε τελεσίδικα (με την υπ’ αριθ. 3639/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ότι ορισμένα κονδύλια εισπράχθηκαν παράνομα από το διαχειριστή της και ανακόπτοντα και δεν υπολογίσθηκαν στην αποτίμηση της αξίας της εταιρικής του μερίδας (βλ.
σχετικά την υπ’ αριθ. 4439/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών)". Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι με επίσπευση του εναγομένου, εκπλειστηριάσθηκε την 24-10-2007 το ακίνητο του ανωτέρω οφειλέτη με την υπ’ αριθ. ...2007 Β’ επαναληπτική περίληψη της με αριθμό ...2007 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Χ.
Γ., για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος του Σ. Σ., ποσού, κατά κεφάλαιο, 70.712,92 ευρώ, που επιδικάσθηκε με την υπ’ αριθ. .../2007 διαταγή πληρωμής, πλέον: α) τόκων ποσού 148.332,08 ευρώ, υπολογιζόμενων από 9-1-1995 έως την ημερομηνία σύνταξης της από 16-4-2007 επιταγής προς πληρωμή παρά πόδας του αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, β) δικαστικής δαπάνης ποσού 2.120 ευρώ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και γ) εξόδων για απόγραφο, τέλη απογράφου και εξόδων για την ως άνω επιταγή και εξόδων επίδοσης συνολικού ποσού 8.835 ευρώ, ήτοι, για απαίτηση συνολικού ποσού 230.000 ευρώ και κατακυρώθηκε στον Β.
Κ. αντί του ποσού των 90.700 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθ. .../24-10-2007 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δ., ως αναπληρώτριας της Β. Σ.). Επειδή το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας (καθόσον δεν είχαν αναγγελθεί άλλοι δανειστές), η συμβολαιογράφος Β.
Σ. συνέταξε τον υπ’ αριθ. .../20-11-2007 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο, αφού προαφαίρεσε για έξοδα εκτέλεσης το συνολικό ποσό των 18.681,22 ευρώ, κατέταξε στο εναπομείναν εκπλειστηρίασμα, ποσού 72.018,78 ευρώ, τον επισπεύδοντα εναγόμενο, με την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία το ποσό αυτό, σε τρεις ημέρες το αργότερο από την επομένη της είσπραξής του από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ο εναγόμενος δεν προέβη στην είσπραξη του ποσού από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην απόδοσή του στην ενάγουσα, μολονότι δε την 24-12-2007 επιδόθηκε σ’ αυτόν, με την υπ’ αρ. .../2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Σ., η από 19-12-2007 εξώδικη πρόσκληση-δήλωση της ενάγουσας, με την οποία αυτή τον καλούσε να προβεί στην άμεση είσπραξη και καταβολή σ’ αυτήν του ποσού των 72.018,78 ευρώ, αυτός αρνήθηκε να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες.
Στη συνέχεια, η ενάγουσα απέστειλε στην ανωτέρω Συμβολαιογράφο Β. Σ. την από 13-2-2008 εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε και στον εναγόμενο (βλ. τις υπ’ αριθ. ...14-2-2008 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Σ.), με την οποία ζητούσε από τη Συμβολαιογράφο, ενόψει της άρνησης του εναγομένου να εισπράξει αποδώσει το ποσό στην ενάγουσα, να παραδώσει σ’ αυτήν (ενάγουσα) το γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, που αφορούσε το ποσό του εκπλειστηριάσματος, προκειμένου να το εισπράξει η ίδια από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Ο εναγόμενος, μολονότι την 24-3-2008 προσήλθε στο γραφείο της ανωτέρω Συμβολαιογράφου και υπέγραψε την υπ’ αρ .../24-3-2008 πράξη εξόφλησης της απαίτησης, για την οποία κατατάχθηκε στον πίνακα και παρέλαβε την με αριθμό πρωτοκόλλου .../24-3-2008 έγγραφη εντολή της Συμβολαιογράφου προς το Ταμείο Παρακαταθηκών Δανείων να καταβάλει σ’ αυτόν (εναγόμενο) τα ποσά των υπ’ αριθ. .../2007 γραμματίων σύστασης παρακαταθήκης, που αφορούσαν το ανωτέρω ποσό των 72.018,78 ευρώ, εξακολουθεί να μην αποδίδει στην ενάγουσα το οφειλόμενο ποσό.
Από τα ανωτέρω στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος, αν και αρχικά είχε προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για την προάσπιση των συμφερόντων της ενάγουσας εταιρείας, της οποίας υπήρξε μέλος, δηλαδή άσκησε την από 3-1-1995 αγωγή του, προκειμένου να αναγνωρισθεί ότι ο Σ. Σ., κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής περιόδου του έτους 1988, εισέπραξε παρανόμως κονδύλια, τα οποία έπρεπε να αποδοθούν σ’ αυτήν (ενάγουσα), στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως του, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. .../2007 διαταγή πληρωμής και τέλος, επέσπευσε, μετά την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης, τον πλειστηριασμό του προαναφερομένου ακινήτου του Σ.
Σ., παραλείπει να προβεί στην είσπραξη του ποσού των 72.018,78 ευρώ από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην καταβολή του στην εταιρεία. Η συμπεριφορά του αυτή, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, που επιτάσσει την επιχείρηση των ανωτέρω πράξεων, μετά τον αποκλεισμό του από την εταιρία και τη λήξη της έννομης σχέσης, που τον συνέδεε με αυτήν από τη σύμβαση σύστασης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, στο πλαίσιο της απαιτούμενης εκ μέρους του επίδειξης προθυμίας και συνεργασίας για την προάσπιση του εταιρικού συμφέροντος, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία, με την ουσιαστική επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της αποκατάστασης της ζημίας της ενάγουσας και της εκκαθάρισης της σχέσης του με αυτήν, αλλά και με τους εταίρους, που παραμένουν στην ενάγουσα.
Ο εναγόμενος επιδεικνύει κακόπιστη συμπεριφορά, δεν εκπληρώνει τις ανωτέρω μετασυμβατικές υποχρεώσεις του και παρεμποδίζει την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, την οποία ο ίδιος ξεκίνησε, και την απόδοση του ποσού στην πραγματική δικαιούχο ενάγουσα εταιρεία. Συνακόλουθα, λόγω της παράνομης, ως αντίθετης με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και υπαίτιας παράλειψης του να προβεί στην είσπραξη του ποσού και στην καταβολή του στην ενάγουσα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις αυτής και του ότι, κατά τη σύνταξη της σχετικής εξοφλητικής συμβολαιογραφικής πράξης, ρητά αναγράφηκε ότι του έγινε η υπενθύμιση της υποχρέωσής του να καταβάλει το ποσό του εκπλειστηριάσματος εντός τριών ημερών από την είσπραξή του από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στην ενάγουσα, η τελευταία υφίσταται ζημία, ανερχόμενη στο ως άνω ποσό των 72.018,78 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει ο εναγόμενος".
Περαιτέρω το Εφετείο, ερευνώντας την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε ο ήδη αναιρεσίβλητος δέχθηκε τα εξής: "Ο εναγόμενος ισχυρίζεται (επικουρικώς), ότι η απαίτηση της ενάγουσας κατ’ αυτού, πρέπει να συμψηφισθεί με δική του ανταπαίτηση εναντίον αυτής, συνολικού ποσού 68.380,97 ευρώ και ειδικότερα: α) ποσού 64.400 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό, που οφείλει αυτή να του καταβάλει, κατά τη μερίδα συμμετοχής του στην εταιρία (28%), επί του προαναφερόμενου οφειλόμενου σ’ αυτήν ποσού των 230.000 ευρώ, β) ποσού 2.120 ευρώ, που κατέβαλε, ως δικαστική δαπάνη, για την έκδοση της υπ’ αριθμ. .../2007 διαταγής πληρωμής, γ) ποσού 936,24 ευρώ, που κατέβαλε, για δικαιώματα του Ταμείου Νομικών, κατά τη σύνταξη της ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../24-3-2008 συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης και δ) ποσού 924,73 ευρώ, που κατέβαλε στη συμβολαιογράφο Β.
Σ., για τη σύνταξη της ανωτέρω πράξης. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι ο αποκλειόμενος της εταιρίας εταίρος, μέχρις ότι καταβληθεί σε αυτόν η αξία της μερίδας συμμετοχής του στην εταιρία, διατηρεί την εταιρική ιδιότητά του, μετά όμως από την καταβολή της εν λόγω αξίας παύει πλέον να θεωρείται εταίρος και εντάσσεται στην κατηγορία των "τρίτων", δανειστών της εταιρίας, εάν έχει κατ’ αυτής απαιτήσεις, οι οποίες προκύπτουν από κέρδη παρελθόντων ισολογισμών, τα οποία δεν έχουν καταβληθεί ακόμη στους εταίρους και στο μέτρο, κατά το οποίο δε συνυπολογίσθηκαν και δεν ήταν δυνατόν να συνυπολογισθούν στην αξία της μερίδας συμμετοχής, όταν αυτή προσδιορίσθηκε από το δικαστήριο.
Όπως λοιπόν, με την ιδιότητα του τρίτου δανειστή της εταιρείας έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει πλαγιαστικώς την εταιρική αγωγή ή την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, στις οποίες δεν απαιτείται να αναφέρονται: 1) εάν το επίδικο ποσό έχει περιληφθεί ως έσοδο της εταιρείας στο ενεργητικό κάποιου ισολογισμού, 2) εάν εξ αυτού προκύπτουν κέρδη, 3) εάν οι σχετικοί ισολογισμοί εγκρίθηκαν από τη Γενική Συνέλευση των εταίρων της Ε.Π.Ε.
και 4) εάν από τα τυχόν προκύπτοντα έγινε υποχρεωτική κράτηση για το σχηματισμό αποθεματικού και αν απέμεινε υπόλοιπο προς διανομή κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Συνελεύσεως, ομοίως, δεν απαιτείται να αναφέρονται τα ανωτέρω στοιχεία και όταν ο αποκλεισμένος εταίρος ασκεί συμψηφιστικά την αξίωσή του για συμπλήρωση της καταβληθείσας αξίας της εταιρικής του μερίδας.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς έκρινε ως ορισμένη και νόμιμη την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα.... και συγκεκριμένα, ότι η ένσταση συμψηφισμού είναι αόριστη, επειδή δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία και ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα αγνόησε τις διατάξεις του Ν. 3190/1955 περί εγκρίσεως του ισολογισμού και διανομής των κερδών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Όμως, το επιμέρους κονδύλιο, ποσού 593,60 ευρώ (= 2.120 Χ 28%), της υπό στοιχείο (α) ανταπαίτησης του εναγομένου, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον αξιώνεται συμψηφιστικά από τον εναγόμενο δύο φορές, ήτοι: 1) ως επιμέρους ποσό της υπό στοιχείο (α) ανταπαίτησής του, ποσού 64.400 ευρώ (230.000 Χ 28%), αφού στο ποσό των 230.000 ευρώ της απαίτησης της ενάγουσας συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των 2.120 ευρώ, που επιδικάστηκε ως δικαστική δαπάνη για την έκδοση της υπ’ αριθ. .../2007 διαταγής πληρωμής και 2)(εκ νέου) εξ ολοκλήρου και αυτοτελώς με την υπό στοιχείο (β) ανταπαίτησή του.
Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος δικαιούται το ποσό των (230.000 - 2.120 = 227.880 Χ 28% =) 63.806,40 ευρώ, για τους εξής λόγους: Η έξοδος εταίρου της ΕΠΕ για σπουδαίο λόγο αποτελεί περίπτωση μερικής λύσης με μερική εκκαθάριση της ΕΠΕ, λόγω της οποίας ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την "αξία εκκαθάρισης" της εταιρικής του μερίδας ή - κατ’ άλλη διατύπωση - δικαιούται να αξιώσει κάθε ποσό, που θα δικαιούνταν, αν κατά το χρόνο της τελεσιδικίας της αποφάσεως, που επιτρέπει την έξοδο του, γινόταν λύση και εκκαθάριση της εταιρίας....
Στην προκειμένη περίπτωση, ο προσδιορισμός της αξίας της εταιρικής μερίδας του εναγομένου έγινε κατόπιν απογραφής όλων των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, κατά το χρόνο που κατέστη τελεσίδικη η δικαστική απόφαση περί του αποκλεισμού του από την εταιρεία και κρίθηκε με την ως άνω υπ’ αριθ. 4439/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι, σύμφωνα με τον συνταχθέντα ισολογισμό της ενάγουσας, στις 31-12-1998 η καθαρή περιουσία της ανερχόταν στο ποσό των 89.767.856 δραχμών και ότι αυτός έπρεπε να λάβει το ποσό των 25.135.000 δραχμών (ήτοι 73.763,76 ευρώ).
Με δεδομένο, ότι η αναγωγή της ανωτέρω απαίτησης της ενάγουσας εταιρείας, που προέκυψε από τη σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του Σ. Σ. γίνεται στο χρόνο της συνολικής "εκκαθάρισης" της εταιρικής περιουσίας και, ότι, αν είχε προστεθεί το ποσό των 230.000 ευρώ, το ως άνω ενεργητικό της εταιρείας θα ήταν μεγαλύτερο, ο εναγόμενος δικαιούται αυτούσιο το ποσό, το οποίο του αναλογεί βάσει του ποσοστού συμμετοχής του κατά το χρόνο που διατηρούσε την εταιρική ιδιότητα, αφού αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στην καθαρή εταιρική περιουσία και δεν του αποδόθηκε.
Η εκκαλούσα με τον υπό στοιχ. 4.2 λόγο της έφεσής της διατείνεται, ότι η προτεινόμενη από τον εναγόμενο ένσταση συμψηφισμού είναι απορριπτέα, λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου, καθόσον η αξία της εταιρικής μερίδας του εναγομένου, είχε προσδιορισθεί με την υπ’ αρ 4439/2001 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με συνέπεια ο εναγόμενος να μη μπορεί να ζητήσει τον ανακαθορισμό της αξίας της εταιρικής περιουσίας και της εταιρικής μερίδας του.
Όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται ταυτότητα αντικειμένου, αφού αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 4439/2001 απόφαση ήταν ο καθορισμός της αξίας της εταιρικής μερίδας του εναγομένου, με βάση τα υπάρχοντα οικονομικά στοιχεία στον συνταχθέντα στις 31-12-1998 ισολογισμό της ενάγουσας, ενώ αντικείμενο της ένδικης αγωγής είναι η συμπλήρωση της αξίας της εταιρικής του μερίδας μετά τον καταλογισμό, στο υπάρχον κατά την ανωτέρω ημερομηνία ενεργητικό της εταιρείας, της προαναφερόμενης απαίτησής της, ποσού 230.000 ευρώ.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η εκκαλούσα με τον υπό στοιχείο 4.3 λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως με την εκκαλουμένη απόφαση υπολογίστηκε η ανταπαίτηση του εναγομένου "με βάση το συνολικό ποσό των 230.000 ευρώ της επιταγής προς πληρωμή, στο οποίο περιλαμβάνονται τόκοι υπερημερίας από 9-1-1995 έως την ημερομηνία σύνταξης της επιταγής (16-4-2007), συνολικού ύψους 148.332,08 ευρώ, παραβλέποντας εντελώς ότι μετά τον αποκλεισμό του (20-5-1999, άλλως 6-11-2001) από την εταιρεία ο εφεσίβλητος δεν μπορούσε να έχει δικαίωμα συμμετοχής σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας, επομένως και στους τόκους υπερημερίας που εδικαιούτο αυτή για την αναγνωρισθείσα απαίτηση της σε βάρος του διαχειριστή, εφόσον μάλιστα δεν είχε ασκήσει αγωγή ή συμπληρωματική αίτηση".
Επειδή όμως, η αναγνωρισθείσα απαίτηση της ενάγουσας σε βάρος του διαχειριστή της και οι τόκοι αυτής, ήτοι το συνολικό ποσό των 230.000 ευρώ, καταλογίσθηκε στο υπάρχον την 31-12-1998 ενεργητικό της εταιρείας, με βάση το οποίο (χωρίς την ανωτέρω απαίτηση για τους τόκους της) είχε υπολογισθεί η αξία της εταιρικής μερίδας του εναγομένου, αυτός έχει δικαίωμα συμμετοχής και επί των παρεπομένων της απαίτησης τόκων, γιατί κατά το χρόνο καταλογισμού τους στο ενεργητικό της εταιρείας δεν είχε απολέσει την εταιρική του ιδιότητα, με συνέπεια, μετά το καταλογισμό στο ενεργητικό της εταιρείας του συνολικού ποσού των 230.000 ευρώ κατά τον ανωτέρω χρόνο, βασίμως να αξιώνει τη συμπλήρωση της αξίας της εταιρικής του μερίδας με βάση το ποσοστό που του αναλογεί, στο συνολικό ως άνω ποσό της απαίτησης και των τόκων.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε, ότι ουδεμία οφειλή έχει προς τον εναγόμενο, λόγω της σύμβασης άφεσης χρέους, η οποία καταρτίσθηκε στις 10-7-2007 μεταξύ της εταιρείας, ως δανείστριας και του Σ.
Σ., ως οφειλέτη και επικυρώθηκε με απόφαση της έκτακτης συνέλευσης των εταίρων την ίδια ημερομηνία. Όμως, ο εναγόμενος, ο οποίος είχε αξίωση να συμπληρωθεί η αξία της μερίδας του από την απαίτηση της ενάγουσας, που έπρεπε να καταλογισθεί στο προκύψαν στις 31-12-1998 ενεργητικό της εταιρείας, για να δεσμευθεί από τη σύμβαση αφέσεως χρέους, έπρεπε να συμβληθεί κατά τη σύναψή της, καθόσον ήταν δικαιούχος της αξίωσης, που αντιστοιχούσε σε μέρος της απαίτησης της ενάγουσας, εφόσον δε δεν συμβλήθηκε, δεν δεσμεύεται από αυτή.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής της αναφέρει, ότι απηύθυνε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο-συμβολαιογράφο την από 17-7-2007 εξώδικη γνωστοποίηση, δήλωση και πρόσκληση, στο περιεχόμενο της οποίας περιλαμβάνεται και η αναφορά ότι: "....
Επειδή όμως ο πρώην εταίρος Γ. Γ. ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα να λάβει μέρος του επιδικασθέντος στην εταιρεία με την παραπάνω διαταγή πληρωμής ποσού, ανάλογου προς την εταιρική μερίδα, που είχε κατά το χρόνο του δικαστικού αποκλεισμού του από την εταιρεία (20-5-1999), δηλαδή 28%...... ο καθ’ ου η εκτέλεση-διαχειριστής της Ε.Π.Ε.
κατέθεσε στο ταμείο της εταιρείας, με τραπεζική επιταγή, το ποσό των 64.400 ευρώ, που αντιστοιχεί στη μερίδα του πρώην εταίρου Γ. Γ. (230.000 Χ 28%), με συνέπεια την ισόποση απόσβεση της απαίτησης της εταιρείας κατά του καθ’ ου η εκτέλεση. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απαίτηση της εταιρείας, για την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση κατά του Σ.
Σ., έχει πλήρως και ολοσχερώς αποσβεσθεί με τους προαναφερόμενους νόμιμους τρόπους (εν μέρει με συμψηφισμό, σύγχυση και άφεση χρέους και εν μέρει με καταβολή)...", όμως, με τις προτάσεις της, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει την εν λόγω τραπεζική επιταγή, ποσού 64.400 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε, ότι ο εναγόμενος δεν δεσμεύεται από τη σύμβαση άφεσης χρέους, διότι δε συμβλήθηκε σ’ αυτήν, ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ και εκτίμησε τις αποδείξεις και κατά συνέπεια, ο σχετικός πέμπτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ο εναγόμενος υποβλήθηκε σε δαπάνες για την είσπραξη της απαίτησης της ενάγουσας και για λογαριασμό αυτής. Συγκεκριμένα δαπάνησε: 1) για την έκδοση της υπ’ αριθ. .../2007 διαταγής πληρωμής, ποσό 2.120 ευρώ, 2) για την καταβολή των δικαιωμάτων του Ταμείου Νομικών για τη σύνταξη της αριθ. .../24-3-2008 συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης της Συμβολαιογράφου Β.
Σ., ποσό 936,24 ευρώ και 3) για την καταβολή των τελών και δικαιωμάτων στην αυτή Συμβολαιογράφο για τη σύνταξη της πράξης αυτής, ποσό 924,73 ευρώ, ήτοι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 3.980,97 ευρώ (= 2.120 + 936,24 + 924,73 ), το οποίο βαρύνει την ενάγουσα εταιρεία, αφού αφορά έξοδα, που έγιναν για να εξασφαλισθεί η ικανοποίηση της απαίτησής της.
Εφόσον λοιπόν, η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 72.018,71 ευρώ και η ανταπαίτηση του εναγομένου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 67.787,37 ευρώ (= 63.806,40 + 3.980,97 ), μετά από συμψηφισμό τη ανταπαίτησης του τελευταίου προς την απαίτηση της ενάγουσας - γενομένης εν μέρει δεκτής, ως ουσιαστικά βάσιμης, της ένστασής του- οι απαιτήσεις αποσβέστηκαν κατά το μέρος, που καλύπτονται και το ποσό, που οφείλει να καταβάλει ο εναγόμενος στην ενάγουσα, ανέρχεται σε 4.231,41 ευρώ (= 72.018,78 - 67.787,37)".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και είχε υποχρεώσει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει σ’ αυτήν το ποσό των 4.231,41 ευρώ, μετά από συμψηφισμό, με το νόμιμο τόκο από τις 25-12-2007, επομένη της ημερομηνίας κοινοποιήσεως σ’ αυτόν της από 19-12-2007 προαναφερόμενης εξώδικης όχλησης προς εκούσια συμμόρφωση είσπραξης και απόδοσης του οφειλομένου ποσού, που επείχε θέση οχλήσεως, για την περιέλευση αυτού σε υπερημερία.
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 440 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και δεν εφάρμοσε αυτές των άρθρων 14 § 2γ, 24, 26 § 1 του Ν. 3190/1955, που ήταν εφαρμοστέες, αφού δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις συμψηφισμού και ότι με την πρόταση του συμψηφισμού αποσβέστηκε αντίστοιχο μέρος της επίδικης απαιτήσεως, ενώ για να υπάρξει η επικαλούμενη ανταπαίτηση θα έπρεπε οι σχετικοί ισολογισμοί να έχουν εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση των εταίρων της Ε.Π.Ε., από δε τα τυχόν προκύπτοντα κέρδη να έχει γίνει υποχρεωτική κράτηση για το σχηματισμό αποθεματικού και να απομείνει υπόλοιπο προς διανομή κατόπιν σχετικής αποφάσεως της Συνελεύσεως, στοιχεία τα οποία δεν επεκαλείτο ο αναιρεσίβλητος για να στοιχειοθετήσει την ένστασή του.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση αυτή, παρελκούσης πλέον της έρευνας του ετέρου αναιρετικού λόγου, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου καλύπτει το σύνολο της αποφάσεως.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η από 28-3-2016 αίτηση της αναιρεσείουσας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που το κατέβαλε και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2064/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ