1141/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και την παρεμπίπτουσα-συμπληρωματική αίτησή του 16-10-2009, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, μετά την έκδοση της 2167/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που καθόριζε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριούμενη έκταση.
Legislator headnote
AI generated1141/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9§4 εδάφιο δεύτερο του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι η θεσπισθείσα βραχυχρόνια παραγραφή του εξαμήνου, με αφετηρία αναγκαίως τη γνώση στου ενδιαφερομένου, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων.
Full text
Απόφαση 1141 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1141/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ι. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Δάμη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ Βασίλειο Κυριαζόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και την παρεμπίπτουσα-συμπληρωματική αίτησή του 16-10-2009, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, μετά την έκδοση της 2167/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που καθόριζε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για απαλλοτριούμενη έκταση.
Εκδόθηκε η απόφαση 4324/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 29-9-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 6-9-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και σε συνέχεια αυτής, την από 14-3-2014 συμπληρωματική εισήγηση της ιδίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-9-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 4324/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, και όχι το ουσιαστικό όπως και οι κανόνες που καθιερώνουν παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση συγκεκριμένης ουσιαστικής αξίωσης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠοΛΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφ6Λρά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ν. 2882/2001 (κώδικας αναγκαστικών απαλλοτριώσεων), η οποία είναι όμοια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύοντος ν.δ. 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο δεύτερο του ιδίου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου παραπάνω νόμου (ΚΑΑΑ), προκύπτει ότι αυτός ο οποίος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημιώσεως δικαιούται κατά το άρθρο 21 του νόμου να ασκήσει την αξίωση του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως μέσα σε πέντε έτη από της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως, εκτός αν αποδεδειγμένα αυτός έλαβε γνώση, οπότε οφείλει να ασκήσει την άνω αξίωση του μέσα σε έξι μήνες από τότε που έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως, διότι διαφορετικά ή άνω αξίωση του υπόκειται σε παραγραφή.
Επίσης, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9§4 εδάφιο δεύτερο του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι η θεσπισθείσα βραχυχρόνια παραγραφή του εξαμήνου, με αφετηρία αναγκαίως τη γνώση στου ενδιαφερομένου, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων.
Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ίδιας Σύμβασης που διασφαλίζει το δικαίωμα στην πρόσβαση και απονομή της δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 17/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από το συνδυασμό όσων προεκτέθηκαν σαφώς συνάγεται ότι, όταν ο νομοθέτης στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 και σε αυτήν του άρθρου 21 του ν. 2882/2001 κάνει λόγο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή για καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως, μη διακρίνοντας περαιτέρω, εννοεί τόσο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων εδαφικών εκτάσεων και επικειμένων όσο και τον καθορισμό οριστικής ιδιαίτερης αποζημιώσεως, για την από την απαλλοτρίωση μείωση της αξίας του απομένοντος στον ιδιοκτήτη τμήματος του ακινήτου του, αφού ο καθορισμός και των δύο επιβάλλεται να γίνεται ενιαίως, η δε καταβολή και των δύο είναι επιβεβλημένη προκειμένου να έχει καταβληθεί πλήρης η εκ της απαλλοτριώσεως αποζημίωση και να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (Ολ ΑΠ 10/2004, ΑΠ 641/2004, ΑΠ 627/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις από 27.3.2009 και 16.10.2009 κύρια και παρεμπίπτουσα - συμπληρωματική αιτήσεις αντίστοιχα του αναιρεσείοντος Ν. Μ. κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου εξετίθετο, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι με την υπ' αριθ. 1031533/2848/0010/22.4.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε νομίμως, κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της ελεύθερης Λεωφόρου Σταυρού - Ραφήνας από ΧΘ 2 + 300 έως ΧΘ 4 + 300 της περιφέρειας των Δήμων Παλλήνης και Σπάτων, εδαφική έκταση 231.663,00 τ.μ.
Ότι στην έκταση αυτή περιλαμβάνεται και η αναφερόμενη στα κτηματολογικά στοιχεία με αριθμό ... ιδιοκτησία του αιτούντος, συνολικού εμβαδού 2.497 τ.μ. (1.410 + 1.087), που αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως 5.250 τ.μ. και ότι η αξία του τμήματος της ιδιοκτησίας του, που έμεινε εκτός απαλλοτριώσεως, εμβαδού 2.753 (5.250 - 2.497) τ.μ., μειώθηκε κατά ποσοστό τουλάχιστον 50%, διότι, λόγω ρυμοτομήσεως λωρίδας πλάτους 6,00 μ., περιορίζεται σημαντικά η δυνατότητα ελεύθερης τοποθετήσεως του κτιρίου στο οικόπεδο, ενόψει της υποχρεωτικής αποστάσεως των κτιρίων από τα όρια κατά 15,00 μ., με συνέπεια να καταστεί τούτο μη άρτιο και οικοδομήσιμο.
Ότι επίσης μειώθηκε κατά το ίδιο ποσοστό 50% και η αξία της υπό κατασκευήν οικίας, που υπάρχει στο τμήμα αυτό (το εναπομείναν) βάσει της υπ' αριθ. .../1991 άδειας οικοδομής, διότι δεν έχει, λόγω της άνω ρυμοτομήσεως, τη νόμιμη απόσταση για εκτός σχεδίου περιοχής από το όριο και δεν επιτρέπεται πλέον σε αυτόν (αιτούντα) η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών για την ολοκλήρωση της ως άνω μη αποπερατωθείσας οικίας του, η οποία πρέπει να κατεδαφιστεί.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε, με τις ως άνω αιτήσεις του, κατ' εκτίμηση και των αιτημάτων τους, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο τους, να καθοριστεί απευθείας ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 50% επί της αξίας του εναπομείναντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος των 2.753 τ.μ,που ανέρχεται σε 400 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, ήτοι να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος στο ποσό των (400 : 2 =) 200 ευρώ ανά τ.μ.
και συνολικά 550.600 ευρώ, και επί της αξίας του επ' αυτού κτίσματος, που ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ, να καθοριστεί οριστική τιμή στο ποσό των (150.000 : 2 =) 75.000 ευρώ, και τέλος να καθοριστεί οριστική τιμή για τις δαπάνες στις οποίες αυτός (αιτών) είχε υποβληθεί για την κατασκευή της ως άνω μη αποπερατωθείσας οικίας του, συνολικού ποσού 2.416,37 ευρώ.
Οι ως άνω κύρια και παρεμπίπτουσα αιτήσεις συνεκδικάστηκαν, κατ'αρθρ. 285 ΚΠολΔ, από το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς επίσης, κατ' αρθρ.246 ΚΠολΔ, και με το νομίμως υποβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα και τότε αιτούντα με τις προτάσεις του αίτημα να αναγνωριστεί δικαιούχος της πιο πάνω αιτουμένης αποζημιώσεως, και απορρίφθηκαν από την προσβαλλόμενη ως παραγεγραμμένες με τις ακόλουθες επί της ουσίας παραδοχές: "Οι ένδικες (αιτήσεις είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες για τον εξής λόγο:
Ειδικότερα, το καθού Ελληνικό Δημόσιο, με τις προτάσεις του, που κατέθεσε παραδεκτώς με αντίστοιχη ανταίτηση, κατ' αρθρ. 20 παρ. 5 ΚΑΑΑ, πέντε ημέρες πριν από την προκειμένη συζήτηση, ισχυρίστηκε ότι οι ως άνω αιτήσεις, κατατεθείσες στις 7.4.2009 και 21.10.2009 αντίστοιχα, επιδοθείσες δε σε αυτό στις 10.4.2009 και 4.11.2009 αντίστοιχα, ασκήθηκαν μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από τότε που ο αιτών αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του και συγκεκριμένα από 28.3.2006, διότι αυτός στις υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφες προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση στις 28.3.2006 σχετικής αιτήσεως του περί άρσεως της υποχρεώσεώς του προς αυτοαποζημίωση, ανέφερε ότι είχε καθορισθεί η προσωρινή αποζημίωση με την υπ' αριθ. 2167/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η οριστική με την υπ' αριθ. 6367/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ζητεί δε την απόρριψη των αιτήσεων ως απαραδέκτων, λόγω παραγραφής.
Ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τα αναφερόμενα πιο πάνω στη μείζονα σκέψη της απόφασης, συνιστά ένσταση παραγραφής και στηρίζεται στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001, αποδεικνύεται δε και ως βάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ.7327/2008 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων για διαφορές που πηγάζουν από την ίδια ως άνω ένδικη απαλλοτρίωση, κρίθηκε τελεσιδίκως ότι ο αιτών αποδεδειγμένα έλαβε γνώση περί καθορισμού της ως άνω αποζημιώσεως οπωσδήποτε από 28-3-2006, αφού στις ως άνω έγγραφες προτάσεις του ανέφερε ότι η αποζημίωση αυτή είχε καθοριστεί προσωρινά και οριστικά με τις παραπάνω αποφάσεις.
Κατ' ακολουθίαν, οι υπό κρίση αιτήσεις, που κατατέθηκαν στις 7-4-2009 και 21-10-2009 αντίστοιχα και επιδόθηκαν στο καθού στις 10-4-2009 και 4-11-2009 αντίστοιχα, ασκήθηκαν μετά την πάροδο των έξι (6) μηνών από την 28-3-2006, οπότε ο αιτών, κατά τα ανωτέρω, είχε λάβει γνώση περί του καθορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του και ως εκ τούτου οι με αυτές προβληθείσες αξιώσεις έχουν υποπέσει σε παραγραφή και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου της ως άνω σχετικής ενστάσεως του καθού, να απορριφθούν ως απαράδεκτες, ενώ απορριπτέο επίσης αποβαίνει, μετά την ως άνω απορριπτική κρίση, ως άνευ αντικειμένου πλέον και το ανωτέρω υποβαλλόμενο με τις προτάσεις αίτημα του αιτούντος να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αιτουμένης αποζημιώσεως. Εξάλλου, μετά την πιο πάνω απόρριψη των ένδικων αιτήσεων ως απαραδέκτων (εκπροθέσμων), δεν μπορεί να εξεταστεί και απορριπτέα αποβαίνει ως άνευ αντικειμένου και η από 20-1-2010 διά των προτάσεων ασκηθείσα σχετική ανταίτηση του καθού (αρθρ. 20§5 του Ν. 2882/2001).".
Το Εφετείο μεν το να απορρίψει με τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις του αναιρεσείοντος ως υποπεσούσες στην εξάμηνη παραγραφή, που καθιερώνεται από τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.4 και 21 του ν.2882/2001 ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του ν.2882/2001, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση εγκαίρως περί του καθορισμού της ένδικης αποζημιώσεως οπωσδήποτε από 28-3-2006, ώστε μέχρι της επιδόσεως στο καθού Ελληνικό Δημόσιο αντιγράφων των ένδικων αιτήσεων, αντίστοιχα στις 10-4-2009 και 4-11-2009 συμπληρώθηκε η καθιερούμενη προθεσμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της γνώσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος της διαδικασίας για καθορισμό της ένδικης αποζημιώσεως και δικαιολογούν την απόρριψη των ενδίκων αιτήσεων κατ'ουσίαν ως παραγεγραμμένων και την παραδοχή της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου για την συμπλήρωση της εξάμηνης παραγραφής, ως βάσιμης και κατ'ουσίαν.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ. Η κατ'ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθ.14 που αλυσιτελώς γίνεται επίκλησή του στο αναιρετήριο, αφού δεν πρόκειται για απαράδεκτο δικονομικού χαρακτήρα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Το δικαστήριο της ουσίας με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις και παραδοχές τις ένδικες αιτήσεις δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω, ουσιαστικές διατάξεις εκ πλαγίου, καθόσον περιέχει την απαιτούμενη αιτιολογία και τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα δικαιολογούν την απόρριψη των ενδίκων αιτήσεων ως κατ' ουσίαν αβασίμων, καθόσον, εκτός των άλλων, δέχτηκε με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ότι αυτές (αιτήσεις) ασκήθηκαν μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας από τότε που ο αναιρεσείων έλαβε γνώση και δη:
αποδεδειγμένα, του καθορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου αυτού. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
ΙΙ. Ο Λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε αι οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996 ). Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "οι ένδικες αξιώσεις του δεν υπέπεσαν στην εξάμηνη παραγραφή".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ως επιχείρημα συναγόμενο από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 9 παρ.4 και 21 του ν.2882/2001 και από τις αποδείξεις, για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού καταλυτικού ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος υπέπεσαν στην εξάμηνη παραγραφή των ίδιων διατάξεων. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα ίδια πραγματικά περιστατικά εάν συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις του ν.2882/2001, τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης (κατά το τρίτο μέρος του) συνδυαστικά από τους αριθ. 8 και 16 του ΚΠολΔ προβάλλεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να ερευνήσει και επικουρικά παραβίασε το δεδικασμένο από την προηγηθείσα υπ' αριθ 8005/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά το αβάσιμο της ένστασης του αναιρεσίβλητου για την εξάμηνη παραγραφή της ένδικης αξίωσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχε το δεδικασμένο που επικαλείται ο αναιρεσείων και προέβαλε στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο λόγω του προαναφερθέντος αβασίμου ορθά απέρριψε έστω και σιωπηρά τον αντίστοιχο ισχυρισμό.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 325 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της ύπαρξης δεδικασμένου είναι η ταυτότητα των προσώπων και του δικαιώματος, που κρίθηκε και στις δύο δίκες, εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προβλήθηκε η ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την προηγηθείσα υπ' αριθ 8005/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά το αβάσιμο των ενστάσεων του αναιρεσίβλητου για την εξάμηνη παραγραφή της ένδικης αξίωσης.
Όπως προκύπτει από το συσχετισμό και την αντιπαραβολή των διαδικαστικών εγγράφων των δύο δικών επί των οποίων εκδόθηκαν η υπ' αριθ. 8005/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 4324/2010 απόφαση, επίσης του Εφετείου Αθηνών, δεν υφίσταται η αναγκαία ταυτότητα κατά την προαναφερθείσα έννοια, μεταξύ του αντικειμένου, και της ιστορικής και νομικής αιτίας που αφορούν την κριθείσα έννομη σχέση της συμπλήρωσης της εξάμηνης παραγραφής της διάταξης του άρθρου 9 παρ 4 εδ.
β' του ν.2882/2001. Ειδικότερα, στην περίπτωση της υπ' αριθ. 8005/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που προσκομίζεται ήδη για πρώτη φορά κατ' επιταγή της προηγηθείσας από 14-3-2014 εισηγητικής έκθεσης, κρίθηκε ως εμπροθέσμως ασκηθείσα τότε άλλη αίτηση (από 19-5-2003) του ίδιου αναιρεσείοντος, που αφορούσε το ίδιο ακίνητο της ίδιας απαλλοτρίωσης (υπ' αριθ. ...
ιδιοκτησία), αλλά για διαφορετική αξίωση, δηλαδή άρση υποχρέωσης αυτοαποζημίωσης με αφετηρία όμως της συμπλήρωσης της εξάμηνης προθεσμίας (που τότε κρίθηκε, ότι δεν είχε συμπληρωθεί) της άσκησης της από 30-10-2002 αιτήσεως του αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεώς του ως δικαιούχου της δικαστικής προσδιορισθείσης αποζημιώσεως, η οποία αίτηση κατατέθηκε στις 15-11-2002.
Αντίθετα, στην περίπτωση της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθ. 4324/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που αφορούσε το ίδιο ακίνητο της ίδιας απαλλοτριώσεως (υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία) αλλά για διαφορετική αξίωση (δηλαδή απομείωση αξίας εναπομείναντος εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματος και απομείωση αξίας υπό κατασκευή οικίας στο εναπομείναν τμήμα) κρίθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσες οι ένδικες από 27-3-2009 και 16-10-2009 αιτήσεις του αναιρεσείοντος με αφετηρία της συμπλήρωσης της εξάμηνης προθεσμίας (που κρίθηκε εδώ ως συμπληρωμένης) την 28-3-2006, όταν ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Εφετείο Αθηνών τις έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση αιτήσεώς του περί άρσεως της υποχρεώσεώς του για αυτοαποζημίωση, στις οποίες ανάφερε για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης με την υπ' αριθ. 2167/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της οριστικής με την υπ' αριθ.6367/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Επομένως, ο ερευνώμενος εδώ αναιρετικός λόγος και κατά τα δύο μέρη του από τον αριθ. 8 και 16 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος, εφόσον μεταξύ των δύο δικών για τις οποίες προβάλλεται η ύπαρξη δεδικασμένου (υπ' αριθ. 8005/2006 και 4324/2010 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών) δεν υφίσταται ταυτότητα ως προς την κριθείσα αφετηρία έναρξης της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από της οποίας ο αναιρεσείων αποδεδειγμένα έλαβε γνώση του καθορισμού της ένδικης αποζημιώσεως.
Εξάλλου ναι μεν όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 4 εδ. δεύτερο του ν. 2882/2001 η καθιερούμενη εκεί βραχυχρόνια εξάμηνη παραγραφή με αφετηρία τη γνώση του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη επεκτείνεται και ισχύει και για τις συναφείς αξιώσεις του ίδιου ιδιοκτήτη απομείωση της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου.
Από αυτά όμως δεν συνάγεται αναγκαίως και ότι η εμπροθέσμως ασκηθείσα αίτηση για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας καθιστά συγχρόνως και εμπροθέσμως ασκούμενη την αίτηση ιδιαίτερης αποζημίωσης για εναπομένον τμήμα του ιδίου απαλλοτριούμενου η οποία δεν ασκήθηκε συγχρόνως με την αίτηση άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας, αλλά μεταγενέστερα και δη μετά την πάροδο εξαμήνου, όταν ο αιτών ιδιοκτήτης είχε λάβει γνώση του γεγονότος του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων.
Δηλαδή, το δεδικασμένο επί του εμπροθέσμου της αιτήσεως άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας δεν εκτείνεται και στο εμπρόθεσμο της αιτήσεως καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για εναπομένον τμήμα του απαλλοτριωθέντος, που ασκήθηκε με την άσκηση της αιτήσεως άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας και σε χρόνο που είχε παρέλθει το εξάμηνο από τότε που ο αιτών στην πρόσθετη αποζημίωση ιδιοκτήτης είχε λάβει γνώση του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης.
Περαιτέρω με τις προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου για πρώτη φορά επικαλείται δεδικασμένο απορρέον από την υπ' αριθ 5829/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευθείσα την 17-11-2011, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως την 30-9-2010. Η διεύρυνση όμως αυτή του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου κρίνεται απαράδεκτη ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1800,00 ευρώ. (αρθρ. 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-9-2010 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 4324/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 4η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ