Legislator Case Law & Legislation
1141/2013 AI generated

Supreme Court refers appeal on proportionality of damages to Full Bench due to split vote.

Case Number 1141/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred the first appeal regarding the proportionality of awarded damages to its Full Bench because the panel was split on the admissibility of the constitutional argument. The appellant claimed the fixed sum violated the principle of proportionality, while the appellees argued the court had discretion under civil law. The court rejected the direct constitutional claim as unnecessary given the statutory framework but acknowledged the legal question required further deliberation by the Full Bench.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 et seq. of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code: The principle of proportionality is directly applicable only when the legislature violates it; in private law disputes regarding damages, the court must apply the statutory discretion to award reasonable compensation, rendering a direct constitutional challenge on proportionality inadmissible unless the law itself is unconstitutional.

Keywords

AI generated
principle of proportionality constitutional admissibility civil damages ethical harm statutory discretion full bench referral legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 914 et seq. of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 93 of the Constitution
Article 25 of the Constitution
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 563 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1141 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1141/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημητρακόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: 1. Ε. Ζ. του Κ., και 2. Κ. Ζ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Βασιλόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1447/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2535/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 26-11-2007 αίτησή τους.

Εκδόθηκε 1197/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 2383/2011 απόφαση του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2011 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 11-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 30-1-2004 αγωγή τους ο Ι. Ζ. (ήδη αποβιώσας και κληρονομηθείς από την εδώ πρώτη αναιρεσίβλητη αδελφή του Ε. Ζ.) και ο πατέρας αυτού Κ. Ζ. (δεύτερος αναιρεσίβλητος) ιστορούσαν: Ότι στις 2-10-2001 ο πρώτος εξ αυτών έπεσε θύμα ένοπλης απαγωγής από ομάδα κακοποιών, που επιδίωξαν και πέτυχαν να αναγκάσουν το δεύτερο στην καταβολή λύτρων.

Ότι στις 24 και 25-4-2002, - και ενώ κάποιοι από τους δράστες είχαν συλληφθεί και ήσαν κρατούμενοι -, τηλεοπτική εκπομπή την οποία παρουσίαζε και συντόνιζε η τρίτη εναγομένη και εδώ αναιρεσείουσα Τ. Σ. εμφάνισε τους ενάγοντες ως έχοντες "σκηνοθετήσει" την απαγωγή για να εισπράξουν χρήματα από ασφαλιστική εταιρεία.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν συκοφαντικός για τους ενάγοντες, γιατί οι εναγόμενοι, -μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα-, γνώριζαν ότι ήταν ψευδής. Ζητούσαν δε οι ενάγοντες να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, και μάλιστα εις ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον καθένα τους (νομιμοτόκως) χρηματικό ποσό 600.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε το σε βάρος τους αδίκημα (με τις προτάσεις τους το αίτημα περιορίσθηκε κατά ένα μέρος σε αναγνωριστικό).

Η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή πρωτοδίκως και απορρίφθηκε στο δεύτερο βαθμό. Η απόφαση όμως του Εφετείου αναιρέθηκε με απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και στη συνέχεια εκδόθηκε η 2383/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή. Συγκεκριμένα, κρίθηκε βάσιμη η αγωγή (και) κατά της αναιρεσείουσας για ποσόν 200.000 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους, (με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής).

Η απόφαση αυτή προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και επομένως πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με γενικότατη δικαιϊκή παραδοχή, η δικαστική απόφαση και η ατομική διοικητική πράξη δεν έχουν ποιοτική, αλλά μόνον ποσοτική διαφορά από τους κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου, τελούν δε προς αυτό σε σχέση ειδικού προς γενικό, υπό την έννοια ότι ο μεν γενικός κανόνας ορίζει αφηρημένα την έννομη συνέπεια κάθε περιπτώσεως που εμπίπτει στο πραγματικό, μία δε εξ αυτών είναι και η συγκεκριμένη περίπτωση, της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο, έτσι δε, κατά νομικό πλάσμα, το δικαστήριο και η διοίκηση αποδίδουν και υλοποιούν σε κάθε επιμέρους υπόθεση τη βούληση του νομοθέτη και κατά τεκμήριο ενεργούν, όπως θα έπραττε ο ίδιος ο νομοθέτης, εάν ήταν πρακτικώς εφικτό να επιλαμβάνεται κάθε θέματος (πρβλ.

Κ. Τσάτσου, Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου - έκδ.1978 - σελ.20, 88, 89 και 105 - Κ. Engisch, Εισαγωγή στη νομική σκέψη, έκδ. 1981, σελ. 56 επ.). Εκ τούτων και σε συνδυασμό προς την όλη δομή του ισχύοντος Συντάγματος και ιδίως προς τα άρθρα 2§1, 5§1 και 25 αυτού συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία, ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο (πρβλ.

ΑΠ 1020/2004 Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 492, Ολ.ΑΠ 43/2005, Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 1649, ΑΠ 132/2006, Ελλ.Δικ. 2006, σελ. 742, ΑΠ 1462/2005, Ελλ.Δικ. 2006, σελ. 190, ΑΠ 634/2007, Ελλ.Δικ. 2007, σελ. 770, ΑΠ 79/2010, Στ. Ματθία, Το πεδίο λειτουργίας της αρχής της αναλογικότητας, Ελλ.Δικ. 2006 σελ. 1 επ., Θ. Δαλακούρα, Αρχή αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού/ 1993/ ιδίως σελ. 88 επ., Βασ.

Σκουρή, Η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και η νομοθετικοί περιορισμοί της επαγγελματικής ελευθερίας, Ελλ.Δικ. 1987 σελ. 773 και εκεί παραπομπές, Κ.Μπέη στη Δ 40, 815). Υπό την αντίθετη εκδοχή, -σύμφωνα με την οποία η αρχή της αναλογικότητας αφορά και δεσμεύει μόνο τον κοινό νομοθέτη, και όχι τον εφαρμοστή του δικαίου-, θα οδηγούσε στο άτοπο να αποδίδεται στο συνταγματικό νομοθέτη η βούληση να επιβάλει διαφορετικούς κανόνες και περιορισμούς σε λειτουργικώς όμοιες - κατά τα εκτεθέντα - εξουσίες, και μάλιστα να θέτει εντονότερο περιορισμό στον κοινό νομοθέτη από τον εφαρμοστή του νόμου, πράγμα αντίθετο προς την αρχή της ενότητας της έννομης τάξης και τον ενιαίο χαρακτήρα της κρατικής οντότητας (πρβλ.

μειοψηφούσα γνώμη εις ΑΠ 1257/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε αναλυτικά στα εγκλήματα (απαγωγή, εκβίαση κ.λ.π.) που διαπράχθηκαν σε βάρος των εναγόντων και στην εν συνεχεία από τηλεοράσεως δυσφήμηση αυτών, προσέθεσε, κατά λέξιν, και τα ακόλουθα: "Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι όλα τα ανωτέρω, που μετέδωσαν οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι από την εκπομπή "ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ" σε συνδυασμό με την αναγραφή, καθόλη τη διάρκεια αυτής των τίτλων "Ο Ζ.

έστησε την απαγωγή του", "Αποκάλυψη Τώρα - Νέα Τροπή στην Υπόθεση Απαγωγής Ζ. - Η Απαγωγή - Η διαδρομή και τα Αναπάντητα Ερωτηματικά" και το όλο σκηνικό με το οποίο παρουσιάστηκαν από την εκπομπή αυτή οι ενάγοντες, περιείχαν σαφείς και έντονους υπαινιγμούς και υποψίες, που κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι οι ίδιοι οργάνωσαν την απαγωγή μαζί με τους προαναφερθέντες απαγωγείς προς σφετερισμό από την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία είχαν ασφαλιστεί, των καταβληθέντων στους απαγωγείς λύτρων.

Τα ως άνω υπαινικτικά σχόλια-ερωτηματικά-υποψίες, που διατύπωναν κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής εκπομπής οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι σε βάρος των εναγόντων, ήταν ψευδή, αφού καμία συμμετοχή των τελευταίων στην διαπραχθείσα απαγωγή δεν αποδείχθηκε κατά την διεξαγωγή της ποινικής δίκης, σύμφωνα με την κατά τα ανωτέρω αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση των απαγωγέων.

Οι ψευδείς αυτοί υπαινιγμοί ήταν ικανοί να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν στη συγκεκριμένη περίπτωση την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων ως ατόμων και επιχειρηματιών, η προσβολή της προσωπικότητας των οποίων υπήρξε εξαιρετικά βαριά. Και τούτο, διότι ο τηλεοπτικός σταθμός της πρώτης εκκαλούσας-εναγόμενης-εφεσίβλητης εταιρείας, η οποία έχει μεν άδεια εκπομπής για την περιοχή της Αττικής μέσω όμως αναμεταδοτών, που αυτή διαθέτει, καλύπτει το 97% της επικράτειας, είχε κατά τον επίδικο χρόνο (2002) μεγάλη τηλεθέαση, τη συγκεκριμένη δε εκπομπή παρακολούθησε και οι ψευδείς υπαινιγμοί διαδόθηκαν σε μεγάλο αριθμό τηλεθεατών, στους οποίους οι ενάγοντες εμφανίστηκαν ως ανυπόληπτα άτομα-επιχειρηματίες, που για να κερδίσουν χρήματα δεν δίστασαν να συναλλαχθούν ακόμη και με κακοποιούς, χωρίς να υπάρξει έκτοτε ανάλογη αποκαταστατική είδηση, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα μεταδοθέντα είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα.

Δεν αποδείχτηκε όμως ότι οι εναγόμενοι δημοσιογράφοι γνώριζαν την αναλήθεια όσων υπαινίχθηκαν κατά τα ανωτέρω για τους ενάγοντες, καθόσον κατά τον επίδικο χρόνο η υπόθεση της απαγωγής βρισκόταν στην ανάκριση λόγω της μυστικότητας της οποίας αυτοί δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στην σχηματισθείσα ποινική δικογραφία.

Σε κάθε όμως περίπτωση, τα υπαινικτικά σχόλια των εναγομένων δημοσιογράφων κατά τη διάρκεια της εκπομπής, που συνόδευαν την παρουσίαση προς το τηλεοπτικό κοινό των απολογιών των απαγωγέων, είναι δυσφημιστικά για τους ενάγοντες με την έννοια του άρθρου 362 του ΠΚ, ενόψει του ότι αυτά καταλήγουν ευθέως στο συμπέρασμα ότι αυτοί συμμετείχαν στην αξιόποινη πράξη της απαγωγής, είναι σαφώς καταφρονητικά και ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών ως κοινωνικών ανθρώπων και επιχειρηματιών, αποσκοπούσαν δε τελικά σε τέτοια βλάβη, ώστε να ελαφρυνθεί η δεινή θέση των απαγωγέων.

Κατά τον πρωτόδικο ισχυρισμό των εναγομένων τα ανωτέρω υπαινικτικά σχόλια έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και συγκεκριμένα για να πληροφορηθεί το κοινό για μία πολύκροτη υπόθεση, από τους εμπλεκόμενους της οποίας ισχυρίζονται ότι κράτησαν ίσες αποστάσεις, δεν υιοθέτησαν τις απόψεις που περιέχονταν στα ανωτέρω απολογητικά υπομνήματα των καταδικασθέντων απαγωγέων, και ότι σε κάθε περίπτωση δεν είχαν πρόθεση προσβολής της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων.

Πλην όμως, η ένδικη εκπομπή δεν είχε συναφές αντικείμενο που να δικαιολογεί την εκδήλωση τέτοιου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αφού αυτή είχε καθαρά ψυχαγωγικό χαρακτήρα και δεν μετέδιδε δελτίο ειδήσεων, ούτε σχόλια σχετικά με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο, δοθέντος ότι οι ενάγοντες δεν αποτελούν δημόσια πρόσωπα.

Ακόμη, τα προεκτεθέντα υπαινικτικά σχόλια περί τέλεσης αξιόποινης πράξης εκ μέρους των εναγόντων, που διαδόθηκαν από τους εναγόμενους, δεν αποτελούσαν το αναγκαίο περιεχόμενο της εκπομπής, αλλ' αποσκοπούσαν στην αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας των εναγόντων. Επομένως, η ένσταση των εναγομένων περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της απλής δυσφήμησης, που βρίσκει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 367 παρ. 1 γ' του ΠΚ, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως και ο σχετικός λόγος έφεσης των εκκαλούντων - πρώτης, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι οι εκκαλούντες-εναγόμενοι-εφεσίβλητοι προέβησαν σε επανόρθωση και μάλιστα πλήρη, όπως απαιτεί το άρθρο 3 παρ. 11 του ν. 2328/1995, ώστε να μπορεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου να θεωρηθεί ως εύλογη αποζημίωση των εναγόντων-εκκαλούντων-εφεσιβλήτων σε είδος και συνακόλουθα να μην ευσταθούν οι ένδικες αξιώσεις τους.

Απ' όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος των εναγόντων την αδικοπραξία, που αναλύεται στη μείζονα πρόταση, αφού πρόσβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα τους, ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση της ζημίας τους και η καταβολή προς αυτούς χρηματικού ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας του διασυρμού τους.

Ειδικότερα, με βάση τις προεκτεθείσες περιστάσεις, η προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων επήλθε με πράξεις των εναγομένων που εμφανίζουν ενότητα, ήτοι επήλθε με ανακοινώσεις τους που έγιναν στα πλαίσια της αυτής τηλεοπτικής εκπομπής, αφορούσαν την ίδια "συμπεριφορά" των εναγόντων και, κατά τα ουσιώδη, είχαν το ίδιο περιεχόμενο.

Επομένως, η εξ αυτών προκύψασα βλάβη της προσωπικότητας των εναγόντων είναι ενιαία και οφείλεται γι1 αυτήν ενιαία παροχή (χρηματική ικανοποίηση), ενόψει της ταυτότητας του σκοπού που επιδιώκεται με αυτή απορριπτόμενου εντεύθεν ως αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης των εκκαλούντων-εναγόντων περί δύο διαφορετικών προσβολών της προσωπικότητας τους σε διαφορετικούς χρόνους.

Ενόψει του είδους, της βαρύτητας και των συνθηκών τέλεσης της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, του τόπου και του χρόνου αλλά και του μέσου με το οποίο αυτή τελέστηκε, της υπαιτιότητας των εναγομένων, της πανελλήνιας δημοσιότητας την οποία έλαβε η προσβολή, της επαγγελματικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, της παράλειψης των εναγομένων να μεταδώσουν σε μεταγενέστερη εκπομπή προς αποκατάσταση της αληθείας την καταδίκη των απαγωγέων σε πολυετείς καθείρξεις, καθώς και της αποστολής και της οικονομικής κατάστασης της πρώτης εναγόμενης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, με βάση την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικαστεί υπέρ του δεύτερου ενάγοντος και της μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντος Ι.

Ζ., Ε. Κ. Ζ. (αρ. 933 εδ.β' του ΑΚ), δοθέντος ότι ο εν λόγω δικαιούχος αυτής, πριν αποβιώσει, οπότε και κληρονομήθηκε από την προαναφερθείσα, είχε επιδώσει στους εναγόμενους την αγωγή με την οποία ασκήθηκε η επίδικη αξίωσή του, ανέρχεται στο ποσό των 295.000 ευρώ, ενεχομένων εις ολόκληρον των εναγομένων, των τρίτης, τέταρτου και πέμπτου όμως εξ αυτών μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, 100.000 ευρώ και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα".

Στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα, κατά λέξιν: "Με το σκεπτικό αυτό επιβλήθηκε σε βάρος μου εξαιτίας της κατά την κρίση του Δικαστηρίου απλής δυσφήμησης των αναιρεσιβλήτων, το υπέρογκο ποσό των 200.000,00 ευρώ εις ολόκληρον με τον τηλεοπτικό σταθμό, ενώ στην εταιρεία επιβλήθηκε το ελάχιστο όριο του νόμου των 295.000,00 ευρώ, κατ' εφαρμογή της διατάξεως.

Το ποσό αυτό, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι εξαιρετικά υψηλό για έναν δημοσιογράφο κατά το έτος 2002, οπότε επήλθε η προσβολή αλλά και σήμερα ακόμη περισσότερο, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας, της αβεβαιότητας στο οικονομικό περιβάλλον αλλά κυρίως της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει ο σταθμός, εξαιτίας της οποίας βρίσκεται στο στάδιο της διαπραγμάτευσης του άρθρου 99 του 3588/2007.

Το ποσό αυτό δεν θα επιβαλλόταν ποτέ, χωρίς την εφαρμογή του ν. 2328/1995, στο πεδίο όμως του οποίου εγώ, ως δημοσιογράφος, δεν εμπίπτω. Το Δικαστήριο διαφοροποίησε μεν το ποσό της ευθύνης μου προς τα κάτω σε σχέση με τον σταθμό, χωρίς και πάλι το ποσό αυτό να ανταποκρίνεται στην αποζημίωση που θα επιβαλλόταν από οποιοδήποτε Δικαστήριο ως αποζημίωση από το αδίκημα της απλής δυσφήμησης.

Είναι σαφές ότι το γεγονός της, χωρίς ειδικότερη αιτιολόγηση, εφαρμογής του ελαχίστου υψηλού ορίου των ειδικών διατάξεων περί τύπου, είχε ως συνέπεια τη στρέβλωση των κανόνων εφαρμογής του ΑΚ 932 και της επιβολής αδικαιολόγητα υψηλού ποσού αποζημίωσης σε βάρος μου. Σημαντικός παράγοντας, που δέον να συνεκτιμάται από το Δικαστή στην επιμέτρηση της ηθικής βλάβης, είναι να μην μετατρέπεται ο θεσμός -στις περιπτώσεις τουλάχιστον της προσβολής της προσωπικότητας - σε μηχανισμό πορισμού υπέρμετρου πλουτισμού εκ μέρους του ενάγοντος ή οικονομικής εξοντώσεως του εναγομένου και η κρίση του να μην είναι αυθαίρετη και να προσκρούει στις αρχές της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή η απόφαση του να κινείται εντός των γενικών ορίων ου νόμου.

Σήμερα το συνολικό ποσό που καλούμαι να καταβάλω στους αvαιρεσίβλητους ανέρχεται σε 713.645,18 ευρώ, ενώ οι αναιρεσίβλητοι λόγω της απαγόρευσης των αναγκαστικών μέτρων κατά του σταθμού και της ανυπαρξίας εμφανών περιουσιακών στοιχείων των λοιπών δημοσιογράφων, θα στραφούν μετά βεβαιότητας εναντίον μου για την ικανοποίηση της απαίτησης τους.

Εξάλλου οι διατάξεις της εις ολόκληρον ευθύνης δεν υπαγορεύουν όμοια νομική μεταχείριση του σταθμού και των δημοσιογράφων, δεδομένης της διαφοροποίησης της ευθύνης τους και ως εκ τούτου της επιμέτρησης της με διαφορετικά κριτήρια και προϋποθέσεις. Σε διαφορετική περίπτωση το αποτέλεσμα καθίσταται απολύτως ανεπιεικές, διότι οι υποχρεώσεις των οφειλετών δεν αλληλοκαλύπτονται πλήρως, καθόσον δεν είναι αυτό το νόημα του κανόνα.

Κατ' αποτέλεσμα, η βαρύτητα της προσβολής και συνακόλουθα το ύψος της ηθικής βλάβης των αναιρεσιβλήτων, σε συνδυασμό με τα κριτήρια της οικονομικής κατάστασης των μερών, εκτιμήθηκαν καθ' υπερβολή άλλως λανθασμένα, για τους εξής λόγους: (α) Το ποσό των 200.000,00 ευρώ, εκτιμώμενου υπό την έννοια του ποσοτικού προσδιορισμού της βαρύτητας της προσβολής και της συνακόλουθης σοβαρότητας της ηθικής βλάβης, πόρρω απέχει από την απαξία του ποινικού αδικήματος της απλής δυσφήμησης, η οποία έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Σε παρόμοιες περιπτώσεις μήνυσης για απλή δυσφήμηση, οι συνήθεις καταδίκες κυμαίνονται, αναλόγως των συνθηκών, από δέκα πέντε μέρες έως δώδεκα μήνες, ποινή που, αν θελήσει κάποιος να εξαγοράσει, θα υποχρεωθεί να καταβάλει από 126,60 ευρώ έως 3.038,40 ευρώ.

Δεδομένου ότι ισχύει η αρχή της ενότητας στην έννομη τάξη, οι παραβατικές συμπεριφορές δεν μπορούν να διαφοροποιούνται τόσο πολύ από πλευράς σοβαρότητας στο χώρο του ποινικού και του αστικού δικαίου, εις τρόπον ώστε οι συνέπειες του αυτού αδικήματος να είναι προφανώς δυσανάλογες στις δύο περιπτώσεις. (β) Το ποσό των 200.000,00.

ευρώ ουδέποτε θεωρήθηκε εύλογο να δοθεί ως ψυχική οδύνη σε περιπτώσεις θανατώσεως προσώπων, που αναμφισβήτητα οδηγούν σε μέγιστο και συχνά αξεπέραστο ψυχικό πόνο, ούτε ακόμη και σε υποθέσεις που η υπαιτιότητα του δράστη δεν εξαντλείτο στην αμέλεια. Τέτοιου είδους ποσά επιδικάζονται -σπάνια- τα τελευταία χρόνια μόνο ως απώλεια εισοδήματος ή διατροφή ή άλλη περιουσιακή βλάβη σε πρόσωπα, που εξαιτίας της προσβολής της υγείας τους υφίστανται μόνιμη σοβαρή αναπηρία και ανατροπή των συνθηκών της ζωής των ιδίων και των οικείων τους, με δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για μία ολόκληρη ζωή.

Από καμία διάταξη δεν δικαιολογούνται τόσο μεγάλες διαφοροποιήσεις στις αποζημιώσεις από προσβολές της τιμής σε σχέση με τις αποζημιώσεις για προσβολές της υγείας, δεδομένου ότι και στις δύο περιπτώσεις πλήττεται το δικαίωμα της προσωπικότητας. Για τους παραπάνω λόγους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ".

Με τον λόγο αυτό, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου και ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη φρασεολογία, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι με την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας σε καταβολή των ως άνω χρηματικών ποσών ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το ουσιαστικό δικαστήριο υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της αναλογικότητας.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προβάλλεται παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, με βάση τα προκύπτοντα από την προσβαλλόμενη απόφαση και επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά, και ειδικότερα πρέπει να εξετασθεί, αν τα περιστατικά αυτά τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς την έννομη συνέπεια που απαγγέλθηκε με την απόφαση.

Δύο μέλη του Δικαστηρίου, ωστόσο, οι αρεοπαγίτες Κωνσταντίνος Τσόλας και Ευφημία Λαμπροπούλου, έχουν τη γνώμη ότι ο προαναφερόμενος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως για τους ακόλουθους λόγους: Με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ), και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (ΑΠ Ολομ. 6/2009).

Ενόψει τούτων ο κρινόμενος λόγος, έχοντας το περιεχόμενο που εκτέθηκε, δεν προτείνεται παραδεκτώς και είναι απορριπτέος. Με βάση τα ανωτέρω, αφού η απόφαση επί των προβαλλομένων με τον πρώτο (από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο αιτιάσεων λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, το παρόν δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει το ζήτημα για εκδίκαση στην Τακτική Ολομέλεια (άρθρο 563 παρ. 2 εδαφ. 2 περ.

α' ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, επιφυλάσσεται δε να ερευνήσει περαιτέρω τον παραπεμπόμενο, καθώς και τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους, ανάλογα με την έκβαση του θέματος στην Ολομέλεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο της από 25-9-2011 αιτήσεως της Τ. Σ. για αναίρεση της 2383/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αναφορικά με το ζήτημα, κατά πόσον προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση, για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας, ήτοι για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, απόφαση ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αδικήματος, και ειδικότερα ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάσθηκε.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ