Legislator Case Law & Legislation
1141/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on employment contract duration, citing insufficient legal reasoning and factual errors.

Case Number 1141/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by six employees against the Athens Court of Appeal's decision regarding their employment contracts. The employees argued that their fixed-term contracts with a third party were actually indefinite-term contracts with OTE, citing specific contract clauses and legal provisions. The court dismissed the appeal because the grounds lacked specific legal error analysis and relied on the appellate court's unfettered assessment of facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 671 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 559(1), 11γ of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds fail to specify the legal error or if they challenge the appellate court's unfettered assessment of facts without demonstrating a violation of law.

Keywords

AI generated
employment contract duration fixed term to indefinite appellate review standards legal error specification factual assessment inadmissible appeal labor law provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 671 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1141 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1141/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., 4) Χ4, κατοίκου ..., 5) Χ5, κατοίκου ... και 6) Χ6, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι τους από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" με το διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο ...και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σουμπάση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 615/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 3846/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Λυκούδης ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ.

γ' του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 24 του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται δια συμβάσεως ορισμένου είτε αορίστου χρόνου. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 24 α του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε. που τέθηκε σε ισχύ µε την 95917/1989 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εργασίας και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 747 Β της 9.10.1989), από την οποία προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εκτέλεση έργου οιουδήποτε κλάδου ή ειδικότητας µε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 1), ότι ειδικά για την εκτέλεση έργου των λοιπών κλάδων και ειδικοτήτων (πλην των κλάδων Διοικητικού- Εκμεταλλεύσεως Οικονομικού και Τεχνικού) και για την εκτέλεση ειδικού έργου των εξαιρούμενων κλάδων, εφ' όσον πρόκειται για κάλυψη πρόσκαιρων ή εποχιακών αναγκών, επιτρέπεται η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού, µε σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 3).

Eξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του αναμορφωμένου ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.- άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990), ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.

Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό.

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ-ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, η δε πιο πάνω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδάφ. β' του Ν.2112/1920 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως ως ορισμένης διάρκειας του υποχρεωτικά κατά νόμο προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.

Περαιτέρω, µε την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, µε τις διατάξεις της οποίας τα κράτη-µέλη όφειλαν μέχρι στις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα µε τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα, για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέπεται: 1) να προσδιορισθούν:

α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται από ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Η παραπάνω Oδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω µη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη μέχρι 10.7.2001 και σε κάθε περίπτωση μέχρι 10.7.2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ.

Ολ.ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ:

α) Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004..., το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με το οποίο (άρθρο 3 περ.

γ' του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003.

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.).

β) Στο άρθρο του 5, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, ότι "1. η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός......5.

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Γ) Στο άρθρο του 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004 (μεταβατικές διατάξεις) ότι "1. Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990...ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ...

ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, (όπως ήταν και η αναιρεσείουσα), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. ... 3. Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών".

Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση...... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση ...".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή τον κανόνα δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις κρίσιμες για τον εξεταζόμενο λόγο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Με βάση διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι ενάγοντες παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ως υπάλληλοι σε καταστήματα πωλήσεων της εναγομένης, συμβαλλόμενοι με την τελευταία, που αποτελεί ανώνυμη εταιρεία, διεπόμενη από τον Κανονισμό της (ΓΚΠ-ΟΤΕ), έως το διάστημα Μαρτίου- Απριλίου 2004.

Ειδικότερα οι ενάγοντες, συμβαλλόμενοι με την εναγόμενη εταιρεία, προσλήφθησαν από αυτήν την 8-5-2002 οι 1ος- 6η, την 20-5-2002 η 7η, την 15-5-2002 η 9η, και την 4-6-2002 η 8η, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οκτάμηνης διάρκειας. Οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στα καταστήματα της εναγομένης σε θέσεις αυτών όπου εξυπηρετούσαν τις πωλήσεις ειδών της, το ταμείο για την είσπραξη λογαριασμών, τη διακίνηση της εσωτερικής αλληλογραφίας και τις πληροφορίες προς τους πελάτες συνδρομητές, δηλαδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των καταστημάτων αυτών και ενεργούσαν στις ίδιες συνθήκες απασχόλησης, όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτής, αν και με τις άνω συμβάσεις ανέλαβαν να εργασθούν ως έκτακτοι εργάτες ή εργάτριες, αντί αμοιβής ίσης με το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη.

Στη συνέχεια μετά την πάροδο της οκτάμηνης διάρκειας των συμβάσεων τους, αυτές ανανεώθηκαν διαδοχικά για ένα ακόμη οκτάμηνο και ακολούθως για άλλους έξι μήνες, ήτοι μέχρι 7-3-2004 για τους 1ο, -6η, μέχρι 19-3-2004 για την 7η, μέχρι 14-3-2004 για την 9η και μέχρι 3-4-2004 για την 8η, οπότε με την πάροδο του χρόνου που ορίστηκε έληξαν.

Περαιτέρω, με βάση την αριθμ. .../4-8-2004 σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και της καλούμενης ως αναδόχου αυτής, εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΜΑGΟΝ Τεχνολογικές και Επιχειρηματικές Συμβουλευτικές υπηρεσίες Α.Ε.", η τελευταία ανέλαβε στο σύνολο του συμφωνηθέντος έργου και το "υποέργο" περί παροχής τεχνικής και λειτουργικής υποστήριξης στα καταστήματα του ΟΤΕ περιοχής ...

έναντι αμοιβής. Στο πλαίσιο αυτού του τελευταίου, προέβη σε προσλήψεις έμπειρου προσωπικού μετά από επιλογή του. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, προσλήφθηκαν οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν τη σχετική εμπειρία αφού με τις προηγούμενες συμβάσεις είχαν απασχοληθεί στο ίδιο αντικείμενο. Έτσι καταρτίσθηκαν με τους ενάγοντες οι εξής συμβάσεις μισθώσεως εξαρτημένης εργασίας:

από 17-5-2004 του 1ου, 3ου και 9ης, από 18-5-2004 του 2ου, 4ης, 5ης, 7ης, 8ης και από 19-5-2004 της 6ης. Με τις συμβάσεις αυτές που ήταν ορισμένου χρόνου και έληγαν τον Νοέμβριο του 2004, όπως κατωτέρω, οι ενάγοντες, συμβαλλόμενοι πλέον με άλλο νομικό πρόσωπο, τουτέστιν όχι την εναγομένη, αλλά την άνω τρίτη εταιρεία, συμφώνησαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε συγκεκριμένο κατάστημα της εναγομένης, στο πλαίσιο της υλοποίησης του άνω έργου που ανέλαβε η ανάδοχος εταιρεία, έναντι μισθού, πλέον δώρων κ.λ.π., υπαγόμενοι στην αριθμ. 30/03 ΔΑ.

Στις 19-11-2004 για τους 1°,3°,9η, 20-11-2004 για τους 2°, 4η, 5η, 7η, 8η, και 21-11-2004 για την 6η, οι συμβάσεις αυτές έληξαν και δεν ανανεώθηκαν, άλλωστε η "ΤΕΜΑGΟΝ" είχε αναλάβει να παρέχει το συμφωνηθέν έργο μέχρι 31-12-2004. Οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που κατάρτησαν οι ενάγοντες με την εναγομένη, οι οποίες διήρκεσαν μέχρι το διάστημα των μηνών Μαρτίου-Απριλίου 2004, δεν μπορούν να μετατραπούν σε τέτοιες αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν και υπό την ισχύ των διατάξεων που αναφέρθηκαν, έστω και αν στην πραγματικότητα οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ούτε μπορούν να χαρακτηρισθούν αυτές κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού δεν υπήρχε ευχέρεια σύναψης τέτοιου είδους σύμβασης.

Σημειώνεται ότι, όπως επίσης περιέχεται στις σκέψεις που προηγούνται, δεν εφαρμόζεται το για την εναρμόνιση με την προαναφερόμενη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκδοθέν Π.Δ. 180/2004, καλύπτον τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, του οποίου η ισχύς τοποθετείται στις 19-7-2004, ώστε δεν είναι απαραίτητος ο έλεγχος των προϋποθέσεων αυτού για τη μετατροπή των σχέσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου.

Συνεπώς, με την αυτοδίκαιη λήξη τους (πάροδος ορισθέντος χρόνου) και μη ανανέωση τους, ορθώς οι ενάγοντες δεν απασχολήθηκαν περαιτέρω από την εναγομένη και δεν τίθεται θέμα καταγγελίας, έγκυρης ή άκυρης και συνακόλουθα καταβολής μισθών υπερημερίας. Μετέπειτα οι ενάγοντες συνεβλήθησαν με διαφορετικό νομικό πρόσωπο που απετέλεσε τον εργοδότη τους από τον οποίο πληρώνονταν, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αναφορά στην εναγομένη, η οποία συμβαλλόμενη με την "ΤΕΜΑGΟΝ", ανάδοχο, αναθέτοντας την πρόσληψη προσωπικού για τη λειτουργία των εργασιών της σε άλλον, απεκδύθηκε εργοδοτικών ευθυνών.

Άλλωστε με το άρθρο 6 της άνω σύμβασης μεταξύ της εναγομένης και της "ΤΕΜΑGΟΝ" αυτό ακριβώς το θέμα αντιμετωπίστηκε με το να προβλεφθεί ότι καμία έννομη σχέση δεν συνδέει τον ΟΤΕ με το προσωπικό που προσλαμβάνει η ανάδοχος εταιρεία....". Ακολούθως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων ήταν παραδεκτή και νόμιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη και στη συνέχεια, αφού δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, τις προαναφερθείσες διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε ορθά, παραθέτοντας σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες . Ειδικότερα οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο, από το άρθρο 559.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αιτιάσεις, κατά τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις , δεχόμενο ότι στην κρινόμενη ένδικη υπόθεση, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν. 2190/1994 και η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που ισχύουν στις εργασιακές σχέσεις στον δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ η αναιρεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία εισήχθη από το έτος 1996 στο Χρηματιστήριο Αθηνών, αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η κρίση του Εφετείου ότι οι ένδικες συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε τέτοιες αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύ νόμου έχοντος ΓΚΠ - ΟΤΕ, έστω και αν οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, επαρκώς στηρίζεται στις διατάξεις αυτές, και δεν ασκεί έννομη επιρροή το ότι το Εφετείο θεμελίωσε την παραδοχή του αυτή και στις αναφερόμενες, εκ περισσού, πιο πάνω διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν δέχθηκε, όπως αβασίμως αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, ότι δεν εφαρμόζονται στον ΟΤΕ οι διατάξεις του άρθρου 8Α του ΠΔ 81/2003, σύμφωνα με το οποίο εφαρμόζονται ο αναλογικά οι διατάξεις του ΠΔ 164/2004, αλλά, έκρινε, ότι, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, δεν συντρέχουν στην περίπτωση των αναιρεσειόντων οι κατά τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για την μετατροπή των ενδίκων συμβάσεων σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι οι συμβάσεις αυτές δεν ήταν ενεργείς κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της απόφασης, οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, είχαν ήδη λήξει πριν από τις 3/4/2004 και συνεπώς δεν ήταν ενεργείς στις 23-8-2004, ημερομηνία έναρξης ισχύος των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου του 8Α του Π.Δ. 81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004 (έστω και αν εσφαλμένα αναφέρεται ως κρίσιμη ημερομηνία η 19-7-04), ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων που ορίζονται στις διατάξεις αυτές για τον χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων ως αορίστου χρόνου.

Ομοίως είναι αβάσιμοι οι από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε: α) το άρθρο 671 Α.Κ., και δεν δέχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις "μετά την παρέλευση του ορισμένου χρόνου" είχαν ανανεωθεί για αόριστο χρόνο β) τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 με τις παραδοχές της, ότι "οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονταν από τον ΟΤΕ, δεν συνιστούσαν ενιαία εργασιακή σύμβαση αορίστου χρόνου", γιατί όπως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του αρθρ. 8 παρ. 3 ν. 2112/1920.

Διότι στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα ήδη έχουν εκτεθεί, δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω διατάξεις. Περαιτέρω, με το πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι, o προσχηματικός, όπως αναφέρουν, χαρακτηρισμός της εργασιακής τους σχέσης από την αναιρεσίβλητη, ως ορισμένου χρόνου, έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 179 ΑΚ, διότι ο Ο.

Τ. Ε. εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη τους για εργασία και τους υποχρέωνε να υπογράφουν τις συμβάσεις αυτές, χωρίς ποτέ να αποδεχθούν το προσχηματικό περιεχόμενο τους, προκειμένου να απαλλαγεί ο ίδιος από τις συνέπειες που θα υπήρχαν, αν αναγνώριζε την πραγματική φύση της σύμβασής τους ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η συμπεριφορά αυτή, ως προς τον προσχηματικό χαρακτηρισμό των εργασιακών τους σχέσεων και την εν συνεχεία "μεταφορά" τους με τα ίδια καθήκοντα, αντικείμενο και χώρο εργασίας στην θυγατρική του ΤΕΜΑGΟΝ, υπερβαίνει τα όρια του δικαιώματός του και ελέγχεται ως καταχρηστική, και, επιπλέον, ότι δι' αυτού του τρόπου παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 22, παρ. 1 ΑΚ 288, άρθρο 119 συνθήκης ΕΟΚ), εφόσον οι υπηρεσίες, που παρείχαν ως υπάλληλοι στα καταστήματα του ΟΤΕ, είναι ίδιες με αυτές που προσφέρουν οι μόνιμοι υπάλληλοι του, και ότι για τους λόγους αυτούς το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα αυτόν δικαίου και αναιρετέα πρέπει να κριθεί η απόφασή του κατά το άρθρο 559 περ. 1, άλλως περ. 20 Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από άρθρο 559. 1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία ή την εφαρμογή των άρθρων 179 ή 281 του ΑΚ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, δεν είχε προβληθεί ισχυρισμός στηριζόμενος στις διατάξεις αυτές ή στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί στα δικαστήρια της ουσίας).

Οι σχετικοί ισχυρισμοί αφορούσαν μόνο την παραβίαση της Οδηγίας 99/70/ΕΚ ,ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν. Επίσης ως παντελώς αόριστος είναι απορριπτέος ο αυτός λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αφού πλην της αναφοράς της διατάξεως αυτής του ΚΠολΔ, ουδεμία αιτίαση που αρμόζει στον λόγο αυτό διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο.

Επίσης είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά πιο πάνω, ο από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το άρθ. 2 παρ.2 του ΓΚΠ/ΟΤΕ, αποτρέπει την μετατροπή των ενδίκων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, παραβιάζοντας έτσι τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, άλλως το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί, "ότι η διάταξη αυτή του ΓΚΠ- ΟΤΕ δεν τυγχάνει εφαρμογής στην κρινόμενη περίπτωση, διότι έρχεται σε αντίθεση προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 22 παρ. 1 Συντάγματος, ΑΚ 288 και 119 συνθήκης ΕΟΚ), αλλά και διότι, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην ίδια αυτή διάταξη του ΓΚΠ- ΟΤΕ, άμεσα εφαρμοστέες στην περίπτωση τους είναι οι διατάξεις των άρθρων παρ. 3 ν. 2112/1920, 671 ΑΚ, Οδηγία 1999/70/ΕΚ".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή , που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Συνεπώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Για το ορισμένο δε του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 λόγου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 118 αριθμ. 4, 559 αριθ. 19 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του λόγου.

Επίσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχεται εσφαλμένα, αντιφατικά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες ότι η εταιρεία ΤΕΜΑGΟΝ είναι μια τρίτη ανάδοχος εταιρεία, διαφορετικό νομικό πρόσωπο, ενώ στην πραγματικότητα η εταιρεία αυτή ανήκει στον Όμιλο ΟΤΕ, ότι η εταιρεία αυτή προέβη σε πρόσληψη έμπειρου προσωπικού με επιλογή της, χωρίς να αιτιολογείται στην απόφαση από πού προκύπτει ότι η επιλογή του προσωπικού έγινε από την ΤΕΜΑGΟΝ και με ποια διαδικασία.

Έτσι, σύμφωνα με τον λόγο αυτό, αφού το Εφετείο "δεν εκθέτει και δεν προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι η "ανάδοχος" έκανε κάποια προκήρυξη ή πρόσκληση προσωπικού και ανεξάρτητη διαδικασία επιλογής, έμμεσα και αντιφατικά αναγνωρίζει και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι τις πληροφορίες για την εμπειρία μας και τις προηγούμενες συμβάσεις μας η ΤΕΜΑGΟΝ έλαβε από την μητρική της εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ. ...".

Με το πιο πάνω περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι δεν συνιστά ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας το ότι το Εφετείο δεν αναφέρει από πού συνήγαγε το σαφώς διατυπωμένο αποδεικτικό αυτού πόρισμα, ότι δηλαδή η ΤΕΜΑGΟΝ ήταν τρίτη εταιρεία, ενώ ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή το από πού έλαβε τις πληροφορίες για την εμπειρία των αναιρεσειόντων ή εταιρεία ΤΕΜΑGΟΝ.

Επίσης η παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των καταστημάτων της αναιρεσείουσας, κατά το χρόνο που εργάστηκαν σ' αυτήν με τις δύο διαδοχικές συμβάσεις, δεν ενέχει αντίφαση με την παραδοχή ότι ΤΕΜΑGΟΝ ανέλαβε την τεχνική και λειτουργική υποστήριξη των ίδιων καταστημάτων - στα οποία οι αναιρεσείοντες παρείχαν την αυτή εργασία - έργο το οποίο η ΤΕΜΑGΟΝ ανέλαβε να εκτελέσει μέχρι στις 31-12-2004 (και, συνεπώς, αιτιολογείται, εκ περισσού, η πρόσληψη των αναιρεσειόντων για ορισμένο χρόνο από την ΤΕΜΑGΟΝ).

Άλλωστε το ζήτημα αυτό δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, δεν ήταν επιτρεπτή από το νόμο η μετατροπή των συμβάσεων αυτών με την αναιρεσίβλητη σε αορίστου χρόνου ακόμη και αν οι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως εξαιτίας των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει αυτές να στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν κάθε αιτιολογία στηρίζει διαφορετική διάταξη.

Στην κρινόμενη υπόθεση με τον αυτό (δεύτερο) λόγο δεύτερο μέρος, αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών διατάξεων, γιατί ενώ κρίνει ότι παραδεκτά ασκήθηκε η αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης (21/2/2005), εντός δηλαδή του τριμήνου από την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τον Νοέμβριο 2004 και ότι η πρωτόδικη απόφαση έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, η ίδια απόφαση κρίνει, αντιφατικά, ότι οι συμβάσεις εργασίας που είχαν συναφθεί με την θυγατρική εταιρεία της αναιρεσίβλητης, αφορούσαν συμβάσεις που συνήφθησαν με διαφορετικό νομικό πρόσωπο και διαφορετικό επομένως εργοδότη, γεγονός το οποίο, όπως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, "δε συνάδει με την κρίση της περί παραδεκτής άσκησης της ένδικης αγωγής και ως προς το αίτημα της ακύρωσης της καταγγελίας των συμβάσεων και της καταβολής μισθών υπερημερίας".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το εξεταζόμενο μέρος, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι, δεν νοείται αντίφαση μεταξύ της διάταξης με την οποία κρίνεται απαράδεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων και εκείνης με την οποία, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης απορρίπτεται κατ' ουσία η αγωγή τους. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο, από τους αριθμούς 1, 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 651 ΑΚ και 138 ΑΚ, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για καίρια ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο, εσφαλμένα δέχθηκε ότι με την .../4-8-2004 σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και ΤΕΜΑGΟΝ, η τελευταία ανέλαβε για λογαριασμό του ΟΤΕ το συγκεκριμένο έργο στο οποίο αυτές απασχοληθήκαν και ότι ο πραγματικός εργοδότης τους ήταν η ΤΕΜΑGΟΝ", ενώ από τον υπ' αριθμ. 7 όρο των συμβάσεως που συνήφθησαν μεταξύ αυτών και της ΤΕΜΑGΟΝ προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη ΟΤΕ ΑΕ, διατηρούσε το δικαίωμα της ελεύθερης καταγγελίας των συμβάσεων τους.

Επιπλέον, όπως προβάλλουν οι αναιρεσείοντες, η επίκληση από την προσβαλλόμενη απόφαση του άρθρου 6 της από 4-8-2004 σύμβασης, δεν αιτιολογεί όσα γίνονται δεκτά με αυτή, αφού οι συμβάσεις των αναιρεσειόντων με την ΤΕΜΑGΟΝ, είχαν συναφθεί προγενέστερα (Μάιος του 2004). Επίσης με τον αυτό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, "η απόφαση αυτή έναντι των κριτηρίων των άρθρων 648ΑΚ, 651ΑΚ και 138 ΑΚ επιλέγει σωρευτικά και αντιφατικά άλλα κριτήρια για να αποφανθεί τελικά ότι ο πραγματικός μας εργοδότης ήταν η ΤΕΜΑGΟΝ.

Ουδεμία δε αιτιολογία εισφέρει σε σχέση με τις απαιτήσεις των διατάξεων των άρθρων 648 ΑΚ, 651 ΑΚ και 138 ΑΚ εφόσον απλά αρκείται σε περιγραφικές αναφορές των δεδομένων της ένδικης διαφοράς, χωρίς να αναζητεί την συνδυαστική αξιολόγηση αυτών, υπό το πρίσμα των εφαρμοστέων διατάξεων" και ότι "από την συνδυαστική αξιολόγηση των ίδιων των παραδοχών της εφετειακής απόφασης, υπό το πρίσμα των κριτηρίων και απαιτήσεων των άρθρων 648 ΑΚ, 651 ΑΚ και 138 ΑΚ αναδεικνύεται η εικονικότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαμε συνάψει με την ΤΕΜΑGΟΝ ΑΕ ...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς όλα αυτού τα μέρη, είναι αόριστος. Ειδικότερα, ως λόγος από το άρθρο 559. αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αναφέρεται μεν στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 648, 651 και 138 του ΑΚ, καθώς και οι πληττόμενες παραδοχές της απόφασης, πλην όμως δεν αναφέρεται το νομικό σφάλμα, δηλαδή σε τι συνίσταται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα, καθώς και οι αιτιολογίες της αποφάσεως που λείπουν.

Ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ, διότι δεν αναφέρεται σαφώς αν το Εφετείο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του "τον υπ' αριθμ. 7 όρο των συμβάσεως που συνήφθησαν μεταξύ αυτών και της ΤΕΜΑGΟΝ", αλλά μόνο ότι εξ αυτού του όρου προέκυπταν όσα στο αναιρετήριο εκτίθενται, χωρίς, επιπλέον να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε από τους αναιρεσείοντες και έγινε επίκληση αυτού ενώπιον του Εφετείου.

Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός αναίρεσης ως προς τις διαλαμβανόμενες στον αυτόν, όπως και στον προηγούμενο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και της εταιρείας "ΤΕΜΑGON A.E", πραγματικός εργοδότης ήταν ο ΟΤΕ και με τον συνυπολογισμό και των συμβάσεων αυτών συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις για την μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου συμβάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττουν στην πραγματικότητα την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας των πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-12-2008 αίτηση για αναίρεση της 3846/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ